_ __ ΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Κεφ.α'
Εν αρχή ήτο ο Λόγος και ο Λόγος ήτο παρά
τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος. (1-5)

Υπήρξεν άνθρωπος απεσταλμένος παρά
Θεού, ονομαζόμενος Ιωάννης. (6-13)_
Και ο Λόγος έγεινε σάρξ, και κατώκησε (14-15)
μεταξύ ημών, Ο Ιωάννης μαρτυρεί περί
αυτού, και εφώναξε, λέγων-_

Ουδείς είδε ποτε τον Θεόν  ο Μονογενής
Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός,(18-19)
εκείνος εφανέρωσεν αυτόν.

Και ωμολόγησε, και δεν ηρνήθη  και ωμολόγησεν,
Ότι δεν είμαι εγώ ο Χριστός.(20-25)

Ιωάννης, λέγων, Εγώ βαπτίζω εν ύδατι (26-36)__
Ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν
του κόσμου.

Και ήκουσαν αυτόν οι δύο μαθηταί λαλούντα,
και ηκολούθησαν τον Ιησούν.
Ραββί, που μένεις;... Έλθετε και ίδετε,(37-40)

ΗΤΟ Ανδρέας ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου
Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν, το οποίον
μεθερμηνευόμενον είναι ο χριστός.(41-52)
 

Κεφ.β'
Γάμος εν Κανά της Γαλιλαίας (1-11)
ύδωρ εις οίνον μεταβεβλημένον,

εφύλαξας τον καλόν οίνον έως τώρα.(9-10)

Και εύρεν εν τω ιερώ τους πωλούντας
βόας και προβατα και περιστεράς (14-17)
«Ο ζήλος του οίκου σου με κατέφαγεν.»

χαλάσατε τον ναόν τούτον,(19-22)
Εις τεσσαράκοντα και εξ έτη
ώκοδομήθη ο ναός

Ιησούς δεν ενεπιστεύετο εις αυτούς,
δεν είχε χρείαν διά να μαρτυρήση
τις περί του ανθρώπου (24-25)

Κεφ.γ'
Ο Νικόδημος ήλθε προς τον Ιησούν δια νυκτός,
και είπε προς αυτόν, Ραββί, εξεύρομεν ότι από
Θεού ήλθες Διδάσκαλος..........(1-4)

Μη θαυμάσης ότι σοι είπον, Πρέπει να
γεννηθήτε άνωθεν. Ο άνεμος όπου θέλει πνέει,
.........ούτως είναι πας όστις εγεννήθη εκ του
Πνεύματος. (5-9)

Συ είσαι ο Διδάσκαλος του Ισραήλ, και ταύτα
δεν εξεύρεις;......Αληθώς, αληθώς σοι λέγω,
Και καθώς ο Μωϋσής ύψωσε τον όφιν εν
τη ερήμω........(10-15)

Διότι τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον,
ώστε..........αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.(16-17)

'Οστις πιστεύει εις αυτόν, δεν κρίνεται (18-21)
'Οστις όμως πράττει την αλήθειαν, έρχεται
εις το φως,

'Ητο δε και ο Ιωάννης βαπτίζων εν Αινών
πλησίον του Σαλείμ,_
Δεν δύναται ο άνθρωπος να λαμβάνη (22-27)
ουδέν, εάν δεν ήναι δεδομένον εις αυτόν
εκ του ουρανού.

Σεις αυτοί είσθε μάρτυρές μου ότι είπον,
Δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλ'...(28-29)
'Οστις έχει την νύμφην, είναι νυμφίος

Εκείνος πρέπει να αυξάνη, εγώ δε
να ελαττόνωμαι. (30-36)
Ο ερχόμενος άνωθεν, είναι υπεράνω
εκείνος τον οποίον απέστειλεν ο Θεός,
'Οστις πιστεύει εις τον Υιόν, έχει
ζωήν αιώνιον

Κεφ.δ'
Ο Ιησούς πλειοτέρους μαθητάς κάμνει
και βαπτίζει παρά ο Ιωάννης, (1-3)

Ο Ιησούς και η Σαμαρείτησα (4-40)_

Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Δος μοι να πίω.(7-22)
πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον.

οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει
τον πατέρα εν πνεύματι και αληθεία (23-24)
Ο Θεός είναι πνεύμα  και οι προσκυνούντες

Και πολύ πλειότεροι επίστευσαν δια τον λόγον
αυτού
και προς την γυναίκα έλεγον, ότι δεν
πιστεύομεν πλέον δια τον λόγον σου....(41-42)

Και ήτό τις βασιλικός άνθρωπος, του (49-54)
οποίου ο υιός ησθένει εν Καπερναούμ.
Ύπαγε, ο υιός σου ζη.
και επίστευσεν αυτός και όλη η οικία αυτού.

Κεφ.ε'
Διότι άγγελος κατέβαινε κατά καιρόν
εις την κολυμβήθραν, και ετάραττε
το ύδωρ (1-5)

Ήτο δε εκεί άνθρωπος τις τριάκοντα οκτώ έτη
πάσχων ασθένειαν. Τούτον ιδών ο Ιησούς
λέγει προς αυτόν, Θέλεις να γείνης υγιής;
Εγέρθητι, σήκωσον τον κράββατόν σου,
και περιπάτει. (5-16)

Δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ' εαυτού,
εάν δεν βλέπη τον Πατέρα (19-20)

Ο μη τιμών τον Υιόν, δεν τιμά τον Πατέρα
τον πέμψαντα αυτόν. (21-23)

ο ακούων τον λόγον μου, και πιστεύων εις
τον πέμψαντά με, έχει ζωήν αιώνιον, (24-27)

Μη θαυμάζετε τούτο  διότι έρχεται ώρα,
καθ' ήν πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν
ακούσει την φωνήν αυτού (28-33)

Εγώ δε παρά ανθρώπου δεν λαμβάνω την (34-38)
μαρτυρίαν  αλλά λέγω ταύτα, δια να σωθήτε σεις.

Ερευνάτε τας γραφάς, διότι σεις νομίζετε ότι
εν αυταίς έχετε ζωήν αιώνιον και εκείναι είναι
αι μαρτυρούσαι περί εμού.        (39-47)
Πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, δια να
έχητε ζωήν........

Κεφ.ς
Από πέντε άρτους κριθίνους, και δύο οψάρια
Έφαγον έως πεντακισχίλιοι άνδρες και (1-16)
τα περισσεύσαντα δώδεκα κοφίνους

Βλέπουσι τον Ιησούν περιπατούντα επί της θαλάσσης,
και πλησιάζοντα εις το πλοίον, και εφοβήθησαν.(19-25)
Εκείνος δε λέγει προς αυτούς, Εγώ είμαι, μη φοβείσθε.

Εργάζεσθε μη δια την τροφήν την φθειρομένην, (26-27)
αλλά δια την τροφήν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον,

Τι να κάμωμεν δια να εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;
Τούτο είναι το έργον του Θεού, να πιστεύσητε εις
τούτον τον οποίον εκείνος απέστειλε. (28-31)

Δεν έδωκεν εις εσάς τον άρτον εκ του ουρανού
ο Μωϋσής αλλ' ο πατήρ μου σας δίδει τον άρτον
εκ του ουρανού τον αληθινόν. (32-35)

Παν ότι μοι δίδει ο Πατήρ, προς εμέ θέλει
ελθεί  και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω
εκβάλει έξω.......... (36-40)

Δεν είναι ούτος Ιησούς ο υιός του Ιωσήφ,
πως λοιπόν λέγει ούτος, ότι εκ του
ουρανού κατέβην; (41-43)

Ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εαν δεν ελκύση
αυτόν ο πατήρ ο πέμψας με
«Και πάντες θέλουσιν είσθαι διδακτοί του Θεού.»
Πας λοιπόν όστις ακούση παρά του Πατρός και μάθη
έρχεται προς εμέ. (44-46)

Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Ο πιστεύων εις εμέ
έχει ζωήν αιώνιον.  (47-50)

Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, ο καταβάς εκ του
ουρανού.  Εαν τις φάγη εκ τούτου του (51-53)
άρτου θέλει ζήσει εις τον αιώνα.

Όστις τρώγει την σάρκα  μου, και πίνει το
αίμά μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω
αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.(54-56)

Το πνεύμα είναι εκείνο το οποίον ζωοποιεί,
οι λόγοι.....εγώ λαλώ προς εσάς, πνεύμα
είναι και ζωή είναι (63-64)

Ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εαν δεν ήναι
δεδομένον εις αυτόν εκ του πατρός μου. (65)

Έκτοτε πολλοί των μαθητών αυτού εστράφησαν
εις τα οπίσω, και δεν περιεπάτουν πλέον (67-69)
μετ' αυτού. Μήπως και σεις θέλετε να υπάγητε;
Κύριε, προς τίνα θέλομεν υπάγει; λόγους ζωής
αιωνίου έχεις

Δεν έκλεξα εγώ εσάς τους δώδεκα, και εις από
σας είναι διάβολος; (70-71)

Κεφ.ζ'
Ιουδαίοι εζήτουν να θανατώσωσιν αυτόν.(1-2)

Είπον λοιπόν προς αυτόν οι αδελφοί αυτού, (3-4)

Διότι ουδέ οι αδελφοί αυτού επίστευον εις αυτόν.
Ο καιρός ο ιδικός μου δεν ήλθεν έτι, (5-6)

Δεν δύναται ο κόσμος να μισή εσάς εμέ όμως
μισεί, διότι εγώ μαρτυρώ περί αυτού, ότι τα
έργα αυτού είναι πονηρά. (7-9)

Αφού δε ανέβησαν οι αδελφοί αυτού, τότε και
αυτός ανέβη εις την εορτήν,.....και αδίδασκε.
Και εθαύμαζον οι Ιουδαίοι, λέγοντες, Πως ούτος
εξεύρει γράμματα ενώ δεν έμαθεν. (10-15)

Η ιδική μου διδαχή δεν είναι εμού, αλλά του
πέμψαντός με. (16-33)
οργίζεσθε κατ' εμού διότι έκαμον ολόκληρον
άνθρωπον υγιή εν σαββάτω;

Όστις πιστεύει εις εμέ,.........Ποταμοί ύδατος
ζώντος θέλουσι ρεύσει εκ της κοιλίας αυτού.(38-53)
Δια τι δεν εφέρετε αυτόν;
Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ούτω,

Κεφ.η'
Φέρουσι γυναίκα συλληφθείσαν επί μοιχεία
Όστις από σας είναι αναμάρτητος, πρώτος
ας ρίψη τον λίθον επ' αυτήν. (1-11)

όστις ακολουθεί εμέ, δεν θέλει περιπατήσει
εις το σκότος, αλλά θέλει έχει το φως (12-20)
της ζωής........εαν ηξεύρετε εμέ, ηθέλετε
εξεύρει και τον πατέρα μου.

Εγώ υπάγω, και θέλετε με ζητήσει, (21-23)

διότι εαν δεν πιστεύσητε ότι εγώ είμαι,
θέλετε αποθάνει εν ταίς αμαρτίαις υμών.
Όταν υψώσητε τον Υιόν του ανθρώπου,
τότε θέλετε γνωρίσει ότι εγώ είμαι,(24-30)

Εάν σεις μείνητε εν τω λόγω τω εμώ,
είσθε αληθώς μαθηταί μου  (31-33)
Και θέλετε γνωρίσει την αλήθειαν, και
η αλήθεια θέλει σας ελευθερώσει.

πας όστις πράττει την αμαρτίαν, δούλος
είναι της αμαρτίας.......Εαν λοιπόν (34-39)
ο Υιός σας ελευθερώση, όντως ελεύθεροι
θέλετε είσθαι.

Ημείς δεν εγεννήθημεν εκ πορνείας  ένα
πατέρα έχομεν, τον Θεόν.
Εαν ο Θεός ήτο πατήρ σας, ηθέλετε αγαπά
εμέ διότι εγώ εκ του Θεού εξήλθον, (40-43)
Δια τι δεν γνωρίζετε την λαλιάν μου;

Σεις είσθε εκ πατρός του διαβόλου, (44-46)
Τις από σας με ελέγχει περί αμαρτίας;
εαν δε αλήθειαν λέγω, δια τι σεις δεν
με πιστεύετε;

 Όστις είναι εκ του Θεού, τους λόγους
του Θεού ακούει      (47-50)
Σαμαρείτης είσαι συ, και δαιμόνιον έχεις;
Εγώ δαιμόνιον δεν έχω, αλλά τιμώ τον
πατέρα μου, και σεις με ατιμάζετε.

Εάν τις φυλάξη τον λόγον μου, θάνατον
δεν θέλει ιδεί εις τον αιώνα. (51-55)

Ο Αβραάμ ο πατήρ σας είχεν αγαλλίασιν
να ίδη την ημέραν την εμήν  και είδε, και εχάρη.
Πεντήκοντα έτη δεν έχεις έτι, και είδες τον
Αβραάμ;........Αληθώς, αληθώς σας λέγω,
πριν γείνη ο Αβραάμ εγώ είμαι. (56-59)

Κεφ.θ'
Ο Ιησούς θεραπεύει τυφλόν εκ γενετής.(1-12)
Ούτε ούτος ήμαρτεν, ούτε οι γονείς αυτού,
είμαι φως του κόσμου.
Ύπαγε, νίφθητι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ,

Φαρισαίοι ανακρίνουν τον θεραπεθμένο (τυφλό)
..........άνθρωπος ούτος είναι αμαρτωλός.
Αν ήναι αμαρτωλός, δεν εξεύρω, εν εξεύρω,
ότι ήμην τυφλός, και τώρα  λέπω.  (13-34)
Εξεύρομεν δε ότι αμαρτωλούς ο Θεός
δεν ακούει,....Συ εγεννήθης όλος εν αμαρτίαις,
και συ διδάσκεις ημάς;

 Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτον έξω,
και ευρών αυτόν, είπε προς αυτόν, Συ πιστεύεις
εις τον Υιόν του Θεού;            (35-38)
Απεκρίθη...Τις είναι, Κύριε, δια να πιστεύσω εις αυτόν;
Και είδες αυτόν, και ο λαλών μετά σου, εκείνος είναι.
είπε, Πιστεύω, Κύριε. Και προσεκύνησεν αυτόν

Εγώ δια κρίσιν ήλθον εις τον κόσμον τούτον,
δια να βλέπωσιν οι μη βλέποντες, και να γείνωσι
τυφλοί οι βλέποντες.
Μήπως και ημείς είμεθα τυφλοί; (39-41)

Κεφ.ι'
Όστις δεν εισέρχεται δια της θύρας εις την αυλήν
των προβάτων, αλλά αναβαίνει αλλαχόθεν, ...εκείνος
είναι κλέπτης και ληστής.
Όστις όμως εισέρχεται δια της θύρας, είναι ποιμήν
των προβάτων.  (1-6)

Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι εγώ είμαι η θύρα των
προβάτων. Εγώ είμαι ο ποιμήν ο καλός  ο ποιμή (7-23)

Έως πότε κρατείς εν αμφιβολία την ψυχήν ημών;
εαν συ ήσαι ο Χριστός, ειπέ προς ημάς παρρησία.
Σας είπον, και δεν πιστεύετε. Τα έργα τα οποία (24-29)
εγώ κάμνω εν τω ονόματι του Πατρός μου, ταύτα
μαρτυρούσι περί εμού.

Εγώ και ο Πατήρ εν είμεθα.
Πολλά καλά έργα έδειξα εις εσάς εκ του Πατρός μου
δια ποίον έργον εξ αυτών με λιθοβολείτε; (30-36)

Εαν δεν κάμνω τα έργα του Πατρός μου, μη
πιστεύετε εις εμέ
όσα είπεν ο Ιωάννης περί τούτου, ήσαν (37-42)
αληθινά.

Κεφ.ια'
Περί της αναστάσεως του Λαζάρου (1-44)_

Ο αδελφός σου θέλει αναστηθή. (23)

Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή  ο πιστεύων εις
εμέ, και αν αποθάνη, θέλει ζήσει.  Και πας όστις
ζη και πιστεύει εις εμέ, δεν θέλει αποθάνει εις
τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο;  (25-26)

Λέγει ο Ιησούς, Σηκώσατε τον λίθον.(39)
όζει ήδη  διότι είναι τεσσάρων ημερών

μετά  φωνής μεγάλης εκραύγασε, (43-44)
Λάζαρε, ελθέ έξω.__
Λύσατε αυτόν, και αφήσατε να υπάγη.

Πολλοί..εκ των Ιουδαίων,.....επίστευσαν εις αυτόν.
Τι κάμνομεν; διότι ούτος ο άνθρωπος πολλά
θαύματα κάμνει.   Εαν αφήσωμεν αυτόν ούτω,
πάντες θέλουσι πιστεύσει εις αυτόν.... (45-48)

...ο Καϊάφας,...αρχιερεύς....Σεις δεν εξεύρετε.......
μας συμφέρει να αποθάνη εις άνθρωπος υπέρ του
λαού, και να μη απολεσθή όλον το έθνος.  (49-50)

Τούτο δε αφ' εαυτού δεν είπεν, αλλ' αρχιερεύς ων
του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν.  (51-57)

Κεφ.ιβ'
Τότε η Μαρία λαβούσα μίαν λίτραν μύρου
νάρδου καθαράς πολυτίμου, ήλειψε τους
πόδας του Ιησού,
Άφες αυτήν  εις την ημέραν του ενταφιασμού
μου εφύλαξεν αυτό. (3-9)

Συνεβουλεύθησαν δε οι αρχιερείς, δια να
θανατώσωσι και τον Λάζαρον (10-11)

Έλαβον τα βαϊα των φοινίκων, και εξήλθον
εις υπάντησιν αυτού και έκραζον, Ωσαννά, (12-15)
ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου,
ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί
πώλου όνου.»

Ενόσω έχετε το φως, πιστεύετε εις το φως, δια να
γείνητε υιοί του φωτός.  (36-43)

Και ο θεωρών εμέ, θεωρεί τον πέμψαντά με.(44-50)

Κεφ.ιγ'
Ο Ιησούς Χριστός πλένει τα πόδια των μαθητών του
Εαν δεν σε νίψω, δεν έχεις μέρος μετ' εμού.(1-11)
Κύριε, μη τους πόδας μου μόνον,

Αφού λοιπόν ένιψε τους πόδας αυτών, είπε προς
 αυτούς, Εξεύρετε τι έκαμον εις εσάς;....(12-17)
Διότι παράδειγμα έδωκα εις εσάς,.....

«Ο τρώγων μετ' εμού τον άρτον, εσήκωσεν (18-19)
επ'εμέ την πτέρναν αυτού.»

Αληθώς, αληθώς σας λέγω, όστις δέχεται (20)
όντινα πέμψω, εμέ δέχεται  και όστις δέχεται
εμέ, δέχεται τον πέμψαντά με.

Αληθώς αληθώς σας λέγω, ότι εις εξ υμών
θέλει με παραδώσει.
Εκείνος είναι, εις τον οποίον εγώ βάψας το (21-30)
ψωμίον θέλω δώσει.

Τώρα εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, (31-35)
Εντολήν καινήν σας δίδω, Να αγαπάτε αλλήλους

Η ο Ιησούς προλέγει στον Πέτρο ότι θα τον αρνηθεί
αληθώς, αληθώς σοι λέγω, δεν θέλει φωνάξει
ο αλέκτωρ, εωσού με απαρνηθής τρις. (36-38)

Κεφ.ιδ'
Ο Ιησούς φανερώνετε στους μαθητές του
εάν εγνωρίζετε εμέ, και τον Πατέρα μου (1-10)
ηθέλετε γνωρίσει και από του νυν γνωρίζετε
αυτόν, και είδετε αυτόν.

Ο Φίλιππος, Κύριε, δείξον εις ημάς τον (8)
Πατέρα, και αρκεί εις ημάς.

Πιστεύετέ μοι ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί,
και ο Πατήρ είναι εν εμοί (9-12)

Και ό,τι αν ζητήσητε εν τω ονόματί μου (13-14)

Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε.(15-21)
....θέλει σας δώσει άλλον Παράκλητον,.....
.....και θέλω φανερώσει εμαυτόν εις αυτόν.

Κύριε, τι συμβαίνει ότι μέλλεις να φανερώσης
σεαυτόν εις ημάς, και ουχί εις τον κόσμον; (22-31)

Κεφ.ιε'
Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή, και ο Πατήρ μου (1)
είναι ο γεωργός.

Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα (5)

Εαν τας εντολάς μου φυλάξητε, (10)

Μεγαλητέραν ταύτης αγάπην δεν έχει (13)
ουδείς, του να βάλη τις την ψυχήν αυτού
υπέρ των φίλων αυτού.

 «Ότι εμίσησάν με δωρεάν.» (25)

Όταν όμως έλθη ο Παράκλητος, (26)

Κεφ.ις'
Θέλουσι σας κάμει αποσυναγώγους (1-7)
πας όστις σας θανατώση θέλει νομίσει ότι
προσφέρει λατρείαν εις τον Θεόν.

εάν δεν απέλθω, ο Παράκλητος δεν θέλει
ελθεί προς εσάς (7-12)

όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας,
θέλει σας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν(13-19)

η λύπη σας όμως θέλει μεταβληθή εις χαράν.(22-33)
αλλά θαρσείτε  εγώ ενίκησα τον κόσμον.

Κεφ.ιζ'
Πάτερ, ήλθεν η ώρα  δόξασον τον Υιόν σου,
δια να σε δοξάση και ο Υιός σου (1-3)

Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι
σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, και τον οποίον
απέστειλας Ιησούν (3-5)

Εφανέρωσα το όνομά σου εις τους ανθρώπους
τους οποίους μοι έδωκας (6-8)

Πάτερ άγιε, φύλαξον αυτούς εν τω ονόματί
σου, τους οποίους μοι έδωκας, (9-13)

Εγώ έδωκα εις αυτούς τον λόγον σου (14-16)

Αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου  ο λόγος
ο ιδικός σου είναι αλήθεια. (17-19)

Και δεν παρακαλώ μόνον περί τούτων, αλλά
και περί των πιστευσόντων εις εμέ δια του
λόγου αυτών   (20-21)

Και εγώ την δόξαν την οποίαν μοι έδωκας,
έδωκα εις αυτούς  δια να ήναι εν, καθώς
ημείς είμεθα εν.  (22-25)

Καί εφανέρωσα εις αυτούς το όνομά σου,
και θέλω φανερώσει, (26)

Κεφ.ιη'
Η προδοσία και η σύλληψη του Ιησού (1-16)-

Ο Πέτρος αρνείται ότι είναι μαθητής του Ιησού (17)
Μήπως και συ είσαι εκ των μαθητών....Δεν είμαι.

Ο Ιησούς ανακρίνεται από το Αρχιερέα (19

Ο Πέτρος αρνείται και πάλη είναι μαθητής του Ιησού (25)

πάλιν λοιπόν ηρνήθη ο Πέτρος, και ευθύς (27)
εφώναξεν ο αλέκτωρ.

Ο Ιησούς μεταφέρεται στον Πιλάτο (28-40)-
Ο Πιλάτος είπε προς αυτόν, Λοιπόν βασιλεύς είσαι συ;
Συ λέγεις, ότι βασιλεύς είμαι εγώ. Εγώ δια τούτο
εγεννήθην, και δια τούτο ήλθον εις τον κόσμον,
δια να μαρτυρήσω εις την αλήθειαν. Πας όστις
είναι εκ της αληθείας, ακούει την φωνήν μου.

Κεφ.ιθ'
ΤΟΤΕ λοιπόν έλαβεν ο Πιλάτος τον Ιησούν, και
εμαστίγωσε. (1-15)
Και οι στρατιώται πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών,
έθεσαν επί της καφαλής αυτού,_

Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν. (15-17)
Τον βασιλέα σας να σταυρώσω;
Δεν έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα.

όπου εσταύρωσαν αυτόν, και μετ' αυτού-
άλλους δύο,εντεύθεν και εντεύθεν, (18-24)
«Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς,

Ίσταντο δε πλησίον του Ιησού η μήτηρ αυτού,(25-32)_
και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η γυνή
του Κλωπά, και Μαρία η Μαγδαληνή.

Εις δε τον Ιησούν ελθόντες, ως είδον αυτόν ήδη (33-36)
τεθνηκότα, δεν συνέθλασαν αυτού τα σκέλη_

" Θέλουσιν επιβλέψει εις εκείνον τον οποίον
εξεκέντησαν." (37-42)

Κεφ.κ'
Η ανάσταση του Ιησού__(1-10)__
Βλέπει τον λίθον σηκωμένον εκ του μνημείου.

Το σουδάριον, τετυλιγμένον εις ένα τόπον. (6)

Εμφάνιση του Ιησού στην Μαρία (11-17)
Η δε Μαρία ίστατο πλησίον του μνημείου κλαίουσα
Μη μου άπτου  διότι δεν ανέβην έτι προς
τον Πατέρα μου

Εμφάνιση του Ιησού στους μαθητές (18-25)
Ιησούς, και εστάθη εις το μέσον, και λέγει προς
αυτούς, Ειρήνη υμίν.

Εμφάνιση του Ιησού στον Θωμάν,(26-30)

Ταύτα δε εγράφησαν, δια να πιστεύσητε ότι ο
Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και  (31)
πιστεύοντες να έχητε ζωήν εν τω ονόματι αυτού.

Κεφ.κα'
Εφανέρωσεν εαυτόν πάλιν ο Ιησούς εις τους
μαθητάς επί της θαλάσσης της Τιβεριάδος (1-14)

Λέγει ο Ιησούς, προς τον Σίμωνα Πέτρον (15-20)
Σίμων Ιωνά, αγαπάς με περισσότερον τούτων;

Ο Πέτρος, λέγει προς τον Ιησούν, Κύριε, (21-24)
ούτος δε τι;
Εαν αυτόν θέλω να μένη εωσού έλθω, τι προς σε;
συ ακολούθει μοι.

ΕΙΝΑΙ δε και άλλα πολλά, όσα έκαμεν ο Ιησούς, (25)
τα οποία εαν γραφθώσι καθ' έν ουδ' αυτός ο κόσμος
νομίζω θέλει χωρήσει τα γραφόμενα βιβλία. Αμήν.

 
 
 
 
 
 

 Πίσω