ΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Κεφ.α'
Ζαχαρίας, και η γυνή αυτού Ελισάβετ (  5 )__

Απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού
Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σού ( 26-28 )__

Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί, (31 )

Πως θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν
γνωρίζω; ( 34 )

Και ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της
Μαρίας,( 41 )

Ευλογημένη συ εν γυναιξί, καιευλογημένος ο καρπός
της κοιλίας σου.(42)

Και είπεν η Μαριάμ, Μεγαλύνει η ψυχή μου τον
Κύριον,( 46 )

Ουχί, αλλ' Ιωάννης θέλει ονομασθή.( 60 )

Και ζητήσας πινακίδιον, έγραψε, λέγων, Ιωάννης ( 63 )

Ηνοίχθη δε το στόμα αυτού... .και η γλώσσα
αυτού( 64 )

Και συ, παιδίον, προφήτης του Υψίστου θέλεις
ονομασθή (76 )

Διά να φωτίση τους καθημένους εν σκότει και σκιά
θανάτου( 79 )

Κεφ.β'
Και ενώ ήσαν εκεί, επληρώθησαν αι ημέραι του να
γεννήση( 6 )

Και εγέννησε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον ( 7 )__

Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γής ειρήνη ( 14 )__

Φως εις φωτισμόν των εθνών, και δόξαν του λαού__
σου Ισραήλ.( 32 )

Δεν ηξεύρετε ότι πρέπει να ήμαι εις τα του Πατρός__
μου; ( 49 )
 

Κεφ.γ'
Το κήρυγμα του Ιωάννου του βαπτιστού Φωνή
βοώντος εν τη ερήμω Ετοιμάσατε την οδόν του__
Κυρίου, (1-20)_
Ησα. μ'. 3,   Ματθ. γ'.3,   Μαρκ.α'. 3,   Ιωάν. α' 23

Παν λοιπόν δένδρον μη κάμνον καρπόν καλόν,
εκκόπτεται ( 9 )

Ο έχων δύο χιτώνας ας μεταδώση εις τον μη
έχοντα ( 11 )

Ήλθον δε και τελώναι δια να βαπτισθώσι( 12 )

Ηρώτων δε αυτόν και στρατιωτικοί, λέγοντες( 14 )

Εγώ μεν σας βαπτίζω εν ύδατι έρχεται..( 16 )__

Το δε άχυρον θέλει κατακαύσει εν πυρί ασβέστω.( 17 )

Βαπτισθέντος και του Ιησού, ( 21-22 )__

Η γενεαλογία του Ιησού. (23 )

Κεφ.δ'
Οι πειρασμοί του Ιησού Χριστύ ( 1-13 )

Είναι γεγραμμένον,  Ότι με άρτον μόνον ( 4 )

Θέλεις προσκυνήσει Κύριον τον Θεόν σου ( 8 )

Διά να μη προσκόψης προς λίθον τον πόδασου. ( 11 )

Το κήρυγμα του Ιησού στην Ναζαρετ ( 16-30 )

"Πνεύμα Κυρίου είναι επ' εμέ διά τούτο με έχρισε ( 18 )

Άνθρωπος έχων πνεύμα δαιμονίου, ( 33-37 )__

Η πενθερά δε του Σίμωνος.. υπό πυρετού ( 38-39)__

Ασθενούντας υπό διαφόρων νόσων εθεράπευσεν ( 40 )

Εξήρχοντο δε και δαιμόνια από πολλών, ( 41 )

Κεφ.ε'
Πλήθος πολύ ιχθύων, και διεσχίζετο το δίκτιον__
αυτών.( 4-9 )

Έξελθε απ' εμού, διότι είμαιάνθρωπος αμαρτωλός,
Κύριε.( 8 )

Από του νυν ανθρώπους θέλεις αγρεύει.( 10-11 )__

Ιδού άνθρωπος πλήρης λέπρας ( 12-14 )__

Η κλήση τελώνην τινά Λευϊν το όνομα,( 27-31 )__

Δεν ήλθον διά να καλέσω δικαίους, αλλά
αμαρτωλούς( 32 )

Διά τι οι μαθηταί του Ιωάννου νηστεύουσι
συχνά( 33-35 )

Και ουδείς βάλλει οίνον νέον εις ασκούς
παλαιούς( 36-39 )

Κεφ.ς'_____________________
Σάββατον οι μαθηταί αυτού ανέσπων τα στάχυα, και έτρωγον, (1-5)__

Εις άνθρωπος, του οποίου η δεξιά χείρ ήτο ξηρά.
αποκατεστάθη (06-11)

Έκραξε τους μαθητάς αυτού και εξέλεξεν εξ αυτών
δώδεκα, (13-16)

Και πας ο όχλος εζήτει να εγγίζη αυτόν  διότι δύναμις εξήρχετο (19)

Μακάριοι σεις οι πτωχοί, διότι υμετέρα είναι η
βασιλεία του Θεού. (20-23)

Πλήν ουαί εις εσάς τους πλουσίους, διότι απηλαύσατε
την παρηγορίαν σας. (24-26)

Αλλά προς εσάς τους ακούοντας Αγαπάτε τους
εχθρούς σας (27-37)

Δίδετε, και θέλει δοθή εις εσάς  μέτρον καλόν, (38)

Είπε δε παραβολήν Μήπως δύναται τυφλός να οδηγή
τυφλόν; (39)

Και διά τι βλέπεις το ξυλάριον εν τω οφθαλμώ του
αδελφού σου, την δε δοκόν....(41-42)

Διότι δεν είναι δένδρον καλόν το οποίον κάμνει καρπόν σαπρόν (43-44)

Διά τι δε με κράζετε, Κύριε, Κύριε, και δεν πράττετε
όσα λέγω; (46-49)

Κεφ.ζ'
Η θεραπεία του δούλου εκατοντάρχου (1-10)

Ο Ιησούς ανάσταίνει το γιό χήρας (11-17)__

Ο Ιωάννης έπεμψε προς τον Ιησούν δύο των
μαθητών (19-35)
 

Και ιδού, γυνή.. έφερεν αλάβαστρον μύρου (37-50)__

Κεφ.η'
Γυναίκες τινές υπηρετούσαν (1-3)

Η παραβολή του σπόρου (4-15)

Ουδείς δε λύχνον ανάψας, σκεπάζει αυτόν (16-17)

Όστις έχει θέλει δοθή εις αυτόν όστις δεν έχει, και εκείνο
το οποίον νομίζει ότι έχει, θέλει αφαιρεθή απ' αυτού.(18)
 

Ήλθον δε προς αυτόν η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού (19-21)

Ο Ιησούς σταματά την τρικυμία εις την λίμνην (22-25)

Η θεραπεία δαιμονιζομένου επέτρεψεν εις τα δαιμόνια
να εισέλθωσιν εις αγέλη χοίρων (27-39)

Θεραπεία της γυναίκας που αιμορραγούσε & η ανάσταση
θυγατέρας του Ιαείρου (41-56)

Κεφ.θ'
Ο Ιησούς απέστειλεν τους δώδεκα μαθητάς αυτού, (1-6)

Ο Ηρώδης απορούσε (7-9)

Με πέντε άρτους και δύο ιχθύας, εχορτάσθησαν (11-17)
 πέντε χιλιάδες άνδρες. και περίσσευσαν δώδεκα κοφίνια.

Τίνα με λέγουσιν οι όχλοι ότι είμαι; Οι δε είπον, (18-21)
Αποκριθείς ο Πέτρος είπε,

Ο Ιησούς προλέγει για τον θάνατο και την ανάστασή
του (22)

Εαν τις θέλη να έλθη οπίσω μου ας απαρνηθή εαυτόν,
και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού καθ' ημέραν, και
άς με ακολουθή......... (23-27)

Η μεταμόρφωση του Ιησού (28-36)_ _

Ιάτρευσε το παιδί με δαιμόνιον (38-43)

Ο Ιησούς προλέγει για τον θάνατό του για δεύτερη
φορά (44-45)

Ποιός είναι ανώτερος;(46-48)

Μη εμποδίζετε  διότι όστις δεν είναι καθ' ημών
είναι υπερ ημών.  (49-50)

Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς...Ο δε Υιός του (58)
ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν.

Χρειάζεται αυταπάρνηση Άφες τους νεκρούς να θάψωσι
τους εαυτών (59-62)
 

Κεφ.ι'
Η αποστολή των εβδομήντα μαθητών Αφού δίδει εις
αυτούς οδηγίες
Υπάγετε  ιδού, εγώ σας αποστέλλω ως αρνία εν μέσω
λύκων. (1-20)

Μη μεταβαίνετε εξ οικίας εις οικίαν. (7)

Εις ήντινα πόλιν δεν σας δέχωνται,..(10)

Όστις ακούει εσας, εμέ ακούει (16)

Ιδού, δίδω εις εσας την εξουσίαν (19)

Πλην εις τούτο μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα  (20)
υποτάσσονται εις εσας

Ευχαριστώ σοι, Πάτερ,....ότι απέκρυψας ταύτα απο
σοφών και απεκάλυψας αυτά εις νήπια (21-24)

Και τις είναι ο πλησίον μου; Σαμαρείτης (29-37)
εσπλαγχνίσθη αυτόν

Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνίζεσαι (38-42)
περί πολλά

Κεφ.ια'
Κύριε, δίδαξον ημάς να προσευχώμεθα,__
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, (1-4)

Φίλε, δάνεισόν μοι τρείς άρτους, Και εγώ σας λέγω,
Αιτείτε, και θέλει σας δοθή  ζητείτε, και θέλετε ευρεί
κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή. (5-10)

Εαν λοιπόν σεις, πονηροί όντες (13)

Εξέβαλλε δαιμόνιον, και αυτό ήτο κωφόν (14-26)
Τινές είπον, δια του Βεελζεβούλ εκβάλλει
τα δαιμόνια.

Μακαρία η κοιλία ήτις σε εβάστασε, Μακάριοι μάλλον
οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάττοντες (27-28)
αυτόν .

Η γενεά αύτη είναι πονηρά σημείον ζητεί και σημείον
δεν θέλει δοθή εις αυτήν, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου. (29-32)

Ουδείς δε λύχνον ανάψας θέτει εις τόπον απόκρυφον,
ουδέ υπό τον μόδιον, Ο λύχνος του σώματος (33-36)
είναι ο οφθαλμός

Ο δε Φαρισσαίος ιδών εθαύμασεν, ότι δεν ενίφθη πρώτον
πριν του γεύματος. Πλήν δότε ελεημοσύνην τα υπάρχοντα
υμών, Αλλ' ουαί εις εσας τους Φαρισαίους, (37-52)
Αγαπάτε την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις

συναγωγαίς, και τους ασπασμούς εν ταις αγοραίς....(43)

Και εις εσας τους νομικούς ουαί, (52)

Κεφ.ιβ'
προσέχετε εαυτούς από της ζύμης των Φαρισαίων, ήτις
είναι υπόκρισις.(1-3)

Μη φοβηθήτε απο των αποκτεινόντων το σώμα,
Φοβήθητε εκείνον ...(4-7)

Πας όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων (8-9)

Και πας όστις ειπεί λόγον κατά του Υιού του
ανθρώπου (10)

Μη μεριμνάτε πως, να απολογηθήτε (11-12)

Προσέχετε και φυλάττεσθε από της πλεονεξίας (13-15)

Ταύτην την νύκτα την ψυχήν σου απαιτούσιν όσα
ητοίμασας, τινος θέλουσιν είσθαι; (16-21) ***

Μη μεριμνάτε τι να φάγητε (22-30)

Ζητείτε την βασιλείαν του Θεού, (31)

Πωλήσατε τα υπάρχοντά σας, και δότε ελεημοσύνην.
Κάμετε εις εαυτούς βαλάντια.....(33-39)

Γίνεσθε έτοιμοι διότι..........έρχεται ο Υιός του
ανθρώπου. (40-48)

Πυρ ήλθον να βάλω εις την γην Νομίζετε ότι ήλθον να
δώσω ειρήνην Θέλει διαχωρισθή πατήρ κατά υιού
Νύμφη κατά της πενθεράς αυτής.(49-59)

Κεφ.ιγ'
Αλλ' εάν δεν μετανοήτε, ομοίως θέλετε απολεσθή.(3-5)

Η Παραβολή, της συκιάς (6-9)

Γυναίκα συγκύπτουσα, επί δεκαοκτώ χρόνια,
θεραπεύεται (10-17)

Η Παραβολή κόκου σινάπεως, (18-19)

Η Παραβολή προζυμιού, (20- 21)

Κύριε, ολίγοι άρα είναι οι σωζόμενοι; Ο δε είπε προς
αυτούς, Αγωνίζεσθε να εισέλθητε δια της στενής
πύλης... (23-24)

Αφού σηκωθή...και κλείση την θύραν, Κύριε, Κύριε,
άνοιξον εις ημάς (25-29)

Φαρισαίοι, λέγοντες προς αυτόν,.. ο Ηρώδης θέλει να
σε θανατώση. Υπάγετε και είπατε προς την(31-33)
αλώπεκα ταύτην,

Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η φονεύουσα τους προφήτας,
και λιθοβολούσα (34-35)

Κεφ.ιδ'
Υδρωπικός ήτο έμπροσθεν αυτού. Και πιάσας ιάτρευσεν αυτόν
εν τη ημέρα του σαββάτου (1-6)

Όταν προσκληθής υπό τινός εις γάμους μη καθίσης
εις τον πρώτον τόπον (8-10)

Πας ο υψών εαυτόν θέλει ταπεινωθή (11)

Όταν κάμνης γεύμα ή δείπνον προσκάλει πτωχούς,
βεβλαμμένους, χωλούς, τυφλούς. η ανταπόδοσις
θέλει γείνει εις σε εν τη αναστάσει των δικαίων. (12-14)

Άνθρωπος τις έκαμε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς.
Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας....και εισάγαγε (15-23)
εδώ τους πτωχούς και βεβλαμμένους και χωλούς και τυφλούς.

Ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων θέλει
γευθή του δείπνου μου. (24)

Και όστις δεν βαστάζει τον σταυρόν αυτού, και έρχεται
οπίσω μου, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου. (25-35)

Κεφ.ιε'
Ούτος αμαρτωλούς δέχεται, και συντρώγει μετ'
αυτών.(1-2)

Ζητών το απολωλός, εωσού εύρη αυτό. (3-10)

Παραβολή του ασώτου υιού (11-32)

Κεφ.ις'
Παραβολή του κακού οικονόμου (1-12)

Ουδείς δούλος δύναται να δουλεύη δύο κυρίους.   Δεν
δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και μαμωνά.(13)

Σεις είσθε οι δικαιόνοντες εαυτούς ενώπιον των
ανθρώπων (15)
ο Θεός όμως γνωρίζει τας καρδίας σας

Πας όστις χωρίζεται την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται
άλλην, μοιχεύει........(18)

Ο πλούσιος, και ο πτωχός ονομαζόμενος Λάζαρος, (19-31)

Κεφ.ιζ'
Αδύνατον είναι να μη έλθωσι τα σκάνδαλα  πλην ουαί
εις εκείνον, δια του οποίου έρχονται.(1-2)

Εαν δε ο αδελφός σου αμαρση εις σε, επίπληξον αυτόν
Και εαν επτάκις της ημέρας αμαρτήση εις σε και επτάκις
επιστρέψη προς σε, λέγων, Μετανοώ, θέλεις συγχωρήσει
αυτόν..........................(3-4)

Αύξησον εις ημάς την πίστιν. Εαν είχετε πίστιν ως
κάκκον σινάπεως, ..................(5-6)

Περί μεταχείριση δούλου (7-10)

Η θεραπεία των δέκα λεπρών (11-19)

Πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού (20-37)

Εν τη νυκτί εκείνη θέλουσιν είσθαι δύο επι μιας κλίνης
ο εις παραλαμβάνεται, και ο άλλος αφίνεται.....(34-37)

Κεφ.ιη'
Παραβολήν προς αυτούς περί του ότι πρέπει πάντοτε
να προσεύχωνται,(1-8)

Παραβολήν προς τους θαρρούντας εις εαυτούς ότι είναι
δίκαιοι, και καταφρονούντας τους λοιπούς,(9-14)

Αφήσατε τα παιδία να έρχωνται προς εμέ και μή
 εμποδίζετε αυτά  διότι των τοιούτων είναι η βασιλεία
του Θεού.(15-17)

Όστις δεν δεχθή την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον,
δεν θέλει εισέλθει εις αυτήν.(17)

Διδάσκαλε αγαθέ, τι να πράξω διά να κληρονομήσω
ζωήν αιώνιον; (18-29)

Όστις αφήκεν οικίαν, ή γονείς, ή αδελφούς,
ή γυναίκα, ή τέκνα, ένεκεν της βασιλείας (30)
του Θεού,.. θέλει απολαύσει πολλαπλάσια

Ο Ιησούς προλέγει τι επρόκειτο να πάθει,
τον θάνατό του και την ανάστασή του. (31-34)

Εις την Ιεριχώ, τυφλός θεραπεύεται (35-43)

Κεφ.ιθ'
Ζακχαίος, όστις ήτο αρχιτελώνης, Ζακχαίε, κατάβα ταχέως
διότι σήμερον πρέπει να μείνω εν τω οίκω σου..(1-10)____

Παραβολή περί τας δέκα μνας (11-27)

Πωλάριον δεδεμένον, επί του οποίου ουδείς άνθρωπος
εκάθισέ ποτέ λύσατε αυτό και φέρετε. (29-36)

Ευλογημένος ο ερχόμερος βασιλεύς εν ονόματι Κυρίου.............(37-38)

Σας λέγω, ότι εαν ούτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι θέλουσι φωνάξει. (39-40)

Και ότε επλησίασεν, ιδών την πόλιν, έκλαυσεν επ'
αυτήν, λέγων....(41-44)

Εισελθών εις το ιερόν, ήρχισε να εκβάλλη τους πωλούντας
 εν αυτώ και αγοράζοντας,..........(45-48)
«Ο οίκός μου είναι οίκος προσευχής.»

Κεφ.κ'
Ειπέ προς ημάς, εν ποία εξουσία πράττεις ταύτα;...(1-8)
Ουδέ εγώ σας λέγω εν ποία εξουσία πράττω ταύτα

Παραβολή του αμπελώνος (9-16)

«Ο λίθος τον οποίον απεδοκίμασαν οι
οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας;»...(17-19)
Πας όστις πέση επι τον λίθον εκείνον θέλει συντριφθή

Απέστειλαν ανεδρευτάς, επι σκοπώ να πιάσωσιν
 αυτόν απο λόγου,.... Και ηρώτησαν αυτόν....να
δώσωμεν φόρον εις τον Καίσαρα, ή ουχί; (20-26)

Ήσαν λοιπόν επτά αδελφοί.... και οι επτά έλαβον
 την αυτήν γυναίκα...Εν τη αναστάσει τίνος αυτών
 γίνεται γυνή; (27-40)

Πως λέγουσι τον Χριστόν, ότι είναι υιός του
Δαβίδ (41-44)

Προσέχετε απο των γραμματέων, .....(45-47)
..και αγαπώσιν ασπασμούς εν ταις αγοραίς,
Οίτινες κατατρώγουσι τας οικίας των χηρών
επι προφάσει ότι κάμνουσι μακράς προσευχάς.

Κεφ.κα'
Αληθώς σας λέγω, ότι η πτωχή αύτη χήρα έβαλε
περισσότερον πάντων (1-4)

Δεν θέλει αφεθή λίθος επί λίθον, όστις δεν θέλει
κατακρημνισθή. (5-6)

Διδάσκαλε, πότε λοιπόν θέλουσι γείνει ταύτα;_
Ο δε είπε, Βλέπετε μη πλανηθήτε (7-13)__

Βάλετε λοιπόν εις τας καρδίας σας να μη
προμελετάτε τι να απολογηθήτε (14-15)

Θέλετε δε παραδοθή και υπό γονέων και αδελφών
και συγγενών και φίλων  και θέλουσι θανατώσει
τινάς εξ υμών και θέλετε είσθαι μισούμενοι υπό
πάντων διά το όνομά μου.........(16-19)

Όταν δε ίδητε την Ιερουσαλήμ περικυκλουμένην
υπό στρατοπέδων,............Ουαί δε εις τας (20-26)
εγκυμονούσας.......θέλει είσθαι μεγάλη στενοχωρία
επί της γης, και οργή κατά του λαού τούτου.......
αι δυνάμεις των ουρανών θέλουσι σαλευθή.

Και τοτε θέλουσι ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου
ερχόμενον εν νεφέλη μετά δυνάμεως και δόξης
 πολλής.(27-28)

Και είπε παραβολήν, Ιδέτε την συκήν και
πάντα τα δένδρα (29-32)

Προσέχετε δε εις εαυτούς,μήποτε βαρυνθώσιν
αι καρδίαι σας απο κραιπάλης και μέθης...(33-37)

Κεφ.κβ'
ΕΠΛΗΣΙΑΖΕ δε η εορτή του Πάσχα. και Εζήτουν οι αρχιερείς και
οι γραμματείς το πως να θανατώσωσιν Εισήλθε δε ο Σατανάς
 εις τον Ιούδα  (1-7)
 

Ύπάγετε και ετοιμάσατε εις ημάς το πάσχα, δια να φάγωμεν...Πολύ
επεθύμησα να φάγω το πάσχα(8-16) τούτο με σας προτού να πάθω

Και λαβών το ποτήριον, ευχαρίστητε και είπε, Λάβετε τούτο..........
Πλήν ιδού, η χείρ εκείνου όστις με παραδίδει
είναι μετ' εμου επί της τραπέζης(17- 23)

Τις εξ αυτών...είναι μεγαλήτερος. ο μεγαλήτερος μεταξύ
σας, ας γείνη ως ο μικρότερος  (24-30)

Είπε δε ο Κύριος, Σίμων, Σίμων, ιδού, ο Σατανάς σας εζήτησε,
δια να σας κασκινίση ως τον σίτον.(31-32)

Ο Ιησούς προλέγει την άρνηση του Πέτρου.     (33-34)

Ότε σας απέςτειλα χωρίς βαλαντίου και σακκίου και
υποδημάτων, ..... ας πωλήση το ιμάτιον αυτού, και
ας αγοράση μάχαιραν. «Και μετά ανόμων ελογίσθη,»(35-38)

Προσεύχεσθε δια να μη εισέλθητε εις πειρασμόν. (40)

Και αυτός εχωρίσθη απ' αυτών.....και γονατίσας
προσηύχετο, (41-46)

Ενω δε αυτός ελάλει έτι, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος
 Ιούδας,..επλησίασεν τον Ιησούν δια να φιλήση __
 αυτόν. (47-48)

και πιάσας το ωτίον αυτού, ιάτρευσεν αυτόν.(49-51)
 

Ώς επι ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων;...
αύτη είναι η ώρα σας, και η εξουσία του (52-53)
σκότους.

Ο Ιησούς  συλλαμβάνετε Ο δε Πέτρος ηκολούθει
 μακρόθεν. (54-55)

Ο Πέτρος Αρνείται τον Χριστόν εφώναξεν ο (56- 62)
αλέκτωρ. Κύριος ενέβλεψεν εις τον Πέτρον Και
 εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς.

Οι κρατούντες τον Ιησούν ενέπαιζον αυτόν
δέροντες (63-65)

Ο Ιησούς φέρεται στο συνέδριον Είπον δε πάντες,
Συ λοιπόν είσαι ο Υιός του Θεού; Σεις λέγετε
ότι εγώ είμαι.(66-71)

Κεφ.κγ'
Έφεραν αυτόν προς τον Πιλάτον.(1-6)__-
Ουδεν έγκλημα ευρίσκω εν τω ανθρώπω τούτω.

Ο δε Πιλάτος... έπεμψεν αυτόν προς τον Ηρώδην,
Ο δε Ηρώδης ιδών τον Ιησούν εχάρη πολύ
Ο δε Πιλάτος συγκαλέσας τους αρχιερείς (7-16)
δεν εύρον εν τω ανθρώπω τούτο ουδέν έγλημα

Σήκωσον τούτον, απόλυσον δε εις ημάς τον
Βαραββάν (17-19)

Και τι κακόν έπραξεν ούτος; ουδεμίαν αιτίαν
θανάτου εύρον εν αυτώ  οι δε εφώναζον,
λέγοντες, Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. (20-25)

Επίασαν Σίμωνα τινά Κυρηναίον, .....(26)
και έθεσαν επάνω αυτού τον σταυρόν__-

Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε δι' εμέ,
αλλά δι' εαυτάς και διά τα τέκνα σας....(27-31)

εις τον τόπον τον ονομαζόμενον Κρανίον, (32-43)
εκεί εσταύρωσαν αυτόν, και τους κακούργους-_
Εαν συ ήσαι ο Χριστός σώσον σεαυτόν και ημάς.
Μνήσθητίμου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.
Αληθώς σοι λέγω, σήμερον θέλεις είσθαι μετ'εμού
εν τω παραδείσω.

 Ήτο δε ως έκτη ώρα, και έγεινε σκότος εφ' όλην
την γήν έως ώρας εννάτης. (44-49)-__
Πάτερ, εις χείράς σου παραδιδω το πνεύμά μου.

Ανήρ τις Ιωσήφ το όνομα,.... ελθών προς τον
Πιλάτον εζήτησε το σώμα του Ιησού (50-56)
και έθεσεν αυτό εν μνημείω λελατομημένω όπου
ουδείς έτι είχεν ενταφιασθή.

Κεφ.κδ'
Εύρον δε τον λίθον αποκεκυλισμένον
απο του μνημείου. Και εισελθούσαι-__
δεν εύρον το σώμα του Κυρίου Ιησού.(1-4)

Και ενω ήσαν εν απορία περί τούτου, ιδού, δύο
 άνδρες εστάθθησαν έμπροσθεν αυτών με ιμάτια αστράπτοντα,
Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;(4-9)

Ήσαν δε η Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα
και Μαρία η μήτηρ του Ιακώβου,...... (10-11)
αίτινες έλεγον ταύτα προς τους αποστόλους.

Ο δε Πέτρος σηκωθείς έδραμεν εις το μνημείον, και
 παρακύψας βλέπει τα σαβανα κείμενα μόνα(12)

Και ιδού, δύο εξ αυτών.....ωμίλουν προς αλλήλους
 περι πάντων των συμβεβηκότων τούτων.
Ω ανόητοι και βραδείς την καρδίαν εις το (14-29)
να πιστεύητε εις πάντα όσα ελάλησαν οι προφήται
 

Και αφού εκάθισε μετ' αυτών....εγνώρισαν αυτόν
αυτός έγεινεν άφαντος Δεν εκαίετο εν ημίν η καρδία
ημών, όντως ανέστη ο Κύριος,(30-35)

Ενω δε ελάλουν ταύτα, αυτός ο Ιησούς.....λέγει προς
αυτούς, Ειρήνη υμίν. Δια τι είσθε τεταραγμένοι;
ιδέτε τας χείράς μου και τους πόδας μου, (36-40)
ότι αυτός εγώ είμαι

Εχετέ τι φαγώσιμον ενταύθα; οι δε έδωκαν (41-43)
εις αυτόν μέρος οπτού ιχθύος, και απο κηρήθραν
μέλιτος. Και λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν.

Ούτοι είναι οι λογοι τους οποίους αλάλησα...οτι πρέπει
να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα.. ..περί εμου.Τότε διήνοιξεν
αυτών τον νούν, δια να καταλάβωσι τας γραφάς.........
Σεις δε είσθε μάρτυρες τούτων. (44-48)__

σεις δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, εωσού
ενδυθήτε δύναμιν εξ ύψους.  (49-53)
Και ενώ ευλόγει αυτούς, απεχωρίσθη απ' αυτών, και
ανεφέρετο εις τον ουρανόν.-