Revelation of John, Chapter 10 Modern Greek

01 ΚΑΙ είδον άλλον άγγελον ισχυρόν καταβαίνοντα εκ του ουρανού, ενδεδυμένον νεφέλην  και ήτο ίρις επί της κεφαλής αυτού  και το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, και οι πόδες αυτού
ως στύλοι πυρός.
02 Και είχεν εν τη χειρί αυτού βιβλιάριον ανεωγμένον  και έθεσε τον πόδα αυτού τον δεξιόν επί την θάλασσαν, τον δε αριστερόν επί την γην
03 και έκραξε μετά φωνής μεγάλης καθώς βρυχάται ο λέων. Και ότε έκραξεν, ελάλησαν αι επτά βρονταί τας εαυτών φωνάς.
04 Και ότε ελάλησαν αι επτά βρονταί τας φωνάς εαυτών, έμελλον να γράψω  και ήκουσα φωνήν εκ του ουρανού, λέγουσαν προς εμέ, Σφράγισον εκείνα τα οποία ελάλησαν αι επτά βρονταί, και μη γράψης ταύτα.
05 Και ο άγγελος τον οποίον είδον ιστάμενον επί της θαλάσσης και επί της γης, εσήκωσε την χείρα αυτού εις τον ουρανόν,
06 και ώμοσεν εις τον ζώντα εις τους αιώνας των αιώνων, όστις έκτισε τον ουρανόν, και τα εν αυτώ, και την γην και τα εν αυτή, και την θάλασσαν και τα εν αυτή, ότι καιρός δεν θέλει είσθαι έτι
07 αλλ' εν ταις ημέραις της φωνής του εβδόμου αγγέλου, όταν μέλλη να σαλπίση, τότε θέλει τελεσθή το μυστήριον του Θεού, καθώς εφανέρωσε προς τους εαυτού δούλους τους προφήτας.
08 Και η φωνή την οποίαν ήκουσα εκ του ουρανού, πάλιν ελάλει μετ' εμού, και έλεγεν,  Ύπαγε, λάβε το βιβλιάριον το ανεωγμένον εν τη χειρί του αγγέλου του ισταμένου επί της θαλάσσης και επί της γης.
09 Και υπήγα προς τον άγγελον, λέγων προς αυτόν, Δος μοι το βιβλιάριον. Και λέγει προς εμέ, Λάβε και κατάφαγε αυτό  και θέλει πικράνει την κοιλίαν σου, πλην εν τω στόματι σου
θέλει είσθαι γλυκύ ως μέλι.
10 Και έλαβον το βιβλιάριον εκ της χειρός του αγγέλου, και κατέφαγον αυτό  και ήτο εν τω στόματι μου ως μέλι γλυκύ και ότε έφαγον αυτό, επικράνθη η κοιλία μου.
11 Και μοι λέγει, Πρέπει πάλιν να προφητεύσης περί λαών και εθνών και γλωσσών και βασιλέων πολλών.
































































Revelation of John, Chapter 10 Demotic Greek

1. Είδα κατόπιν έναν άλλο δυνατό άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό. Ήταν περιβλημένος με νεφέλη και το ουράνιο τόξο ήταν πάνω στο κεφάλι του. Σαν τον ήλιο ήταν το πρόσωπό του και τα πόδια του σαν πύρινες κολόνες!
2. Και στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλιαράκι ανοιγμένο. Έθεσε, λοιπόν, το δεξί του πόδι πάνω στη θάλασσα και το αριστερό στη στεριά,
3. κι έκραξε με βροντερή φωνή, όπως βρυχιέται ένα λιοντάρι. Και όταν φώναξε, μίλησαν οι εφτά βροντές με τους δικούς τους χαρακτηριστικούς ήχους.
4. Κι όταν μίλησαν οι εφτά βροντές ήμουν έτοιμος να γράψω, μα άκουσα μια φωνή από τον ουρανό να μου λέει: «Σφράγισέ τα αυτά που λάλησαν οι εφτά βροντές και μην τα γράψεις»!
5. Τότε ο άγγελος, που είδα να στέκεται στη θάλασσα και στη στεριά, ύψωσε το δεξί του χέρι στον ουρανό
6. και ορκίστηκε σ' αυτόν που ζει στους αιώνες των αιώνων, και ο οποίος δημιούργησε τον ουρανό και όλα όσα περιέχει, και τη στεριά και όλα όσα περιέχει, και τη θάλασσα και όλα όσα περιέχει, ότι δε θα παραχωρηθεί πια περισσότερος χρόνος,
7. αλλά στις μέρες που θα ακουστεί η φωνή του έβδομου αγγέλου, όταν αυτός σαλπίσει, θα σημαίνει πως ολοκληρώθηκε πια το μυστήριο του Θεού, το χαρμόσυνο, όπως το ανάγγειλε στους δούλους του τους προφήτες.
8. Και η φωνή που άκουσα προηγουμένως από τον ουρανό, απευθύνθηκε ξανά σε μένα λέγοντάς μου: «Πήγαινε, πάρε το βιβλιαράκι το οποίο κρατά ανοιγμένο στο χέρι του ο άγγελος που στέκεται πάνω στη θάλασσα και τη στεριά».
9. Πήγα τότε στον άγγελο και του είπα να μου δώσει το βιβλιαράκι. Και μου λέει: «Πάρε το και φα' το ολόκληρο. Θα σου πικράνει όμως την κοιλιά, παρόλο που στο στόμα σου θα είναι γλυκό σαν μέλι»!
10. Πήρα, λοιπόν, το βιβλιαράκι από το χέρι του αγγέλου και το έφαγα ολόκληρο. Και το ένιωσα πράγματι στο στόμα μου γλυκό σαν μέλι. Μα όταν το κατάπια πικράθηκαν τα σωθικά μου.
11. Τότε μου είπαν: «Πρέπει πάλι να κηρύξεις σε λαούς και έθνη και γλώσσες και σε βασιλιάδες πολλούς»!

-































































Matthew 1

Revelation of John Chapter 10 Ancient Greek

1. Καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον ἰσχυρὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, περιβεβλημένον νεφέλην, καὶ ἡ ἶρις ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς στῦλοι πυρός,

2. καὶ ἔχων ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ βιβλίον ἀνεῳγμένον. καὶ ἔθηκε τὸν πόδα αὐτοῦ τὸν δεξιὸν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, τὸν δὲ εὐώνυμον ἐπὶ τῆς γῆς,

3. καὶ ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ ὥσπερ λέων μυκᾶται. καὶ ὅτε ἔκραξεν, ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταὶ τὰς ἑαυτῶν φωνάς.

4. Καὶ ὅτε ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί, ἔμελλον γράφειν· καὶ ἤκουσα φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν· σφράγισον ἃ ἐλάλησαν αἱ ἑπτὰ βρονταί, καὶ μὴ αὐτὰ γράψῃς.

5. Καὶ ὁ ἄγγελος, ὃν εἶδον ἑστῶτα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, ἦρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ τὴν δεξιὰν εἰς τὸν οὐρανὸν

6. καὶ ὤμοσεν ἐν τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ τὴν θάλασσαν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, ὅτι χρόνος οὐκέτι ἔσται,

7. ἀλλ' ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς φωνῆς τοῦ ἑβδόμου ἀγγέλου, ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν, καὶ ἐτελέσθη τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισε τοὺς δούλους αὐτοῦ τοὺς προφήτας.

8. Καὶ ἡ φωνὴ ἣν ἤκουσα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, πάλιν λαλοῦσα μετ' ἐμοῦ καὶ λέγουσα· ὕπαγε λάβε τὸ βιβλίον τὸ ἀνεῳγμένον ἐν τῇ χειρὶ τοῦ ἀγγέλου τοῦ ἑστῶτος ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς γῆς.

9. καὶ ἀπῆλθα πρὸς τὸν ἄγγελον, λέγων αὐτῷ δοῦναί μοι τὸ βιβλίον. καὶ λέγει μοι· λάβε καὶ κατάφαγε αὐτό, καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ' ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι.

10. καὶ ἔλαβον τὸ βιβλίον ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ ἀγγέλου καὶ κατέφαγον αὐτό, καὶ ἦν ἐν τῷ στόματί μου ὡς μέλι γλυκύ· καὶ ὅτε ἔφαγον αὐτό, ἐπικράνθη ἡ κοιλία μου.

11. καὶ λέγουσί μοι· δεῖ σε πάλιν προφητεῦσαι ἐπὶ λαοῖς καὶ ἔθνεσι καὶ γλώσσαις καὶ βασιλεῦσι πολλοῖς.

 

































































Revelation of John, Chapter 10 (KJV)

1. And I saw another mighty angel come down from heaven, clothed with a cloud: and a rainbow was upon his head, and his face was as it were the sun, and his feet as pillars of fire:
2. And he had in his hand a little book open: and he set his right foot upon the sea, and his left  foot on the earth,
3. And cried with a loud voice, as when a lion roareth: and when he had cried, seven thunders uttered their voices.
4. And when the seven thunders had uttered their voices, I was about to write: and I heard a voice from heaven saying unto me, Seal up those things which the seven thunders uttered, and write them not.
5. And the angel which I saw stand upon the sea and upon the earth lifted up his hand to heaven,
6. And sware by him that liveth for ever and ever, who created heaven, and the things that therein are, and the earth, and the things that therein are, and the sea, and the things which are therein, that there should be time no longer:
7. But in the days of the voice of the seventh angel, when he shall begin to sound, the mystery of God should be finished, as he hath declared to his servants the prophets.
8. And the voice which I heard from heaven spake unto me again, and said, Go and take the little book which is open in the hand of the angel which standeth upon the sea and upon the earth.
9. And I went unto the angel, and said unto him, Give me the little book. And he said unto me, Take it , and eat it up; and it shall make thy belly bitter, but it shall be in thy mouth sweet as honey.
10. And I took the little book out of the angel's hand, and ate it up; and it was in my mouth sweet as honey: and as soon as I had eaten it, my belly was bitter.
11. And he said unto me, Thou must prophesy again before many peoples, and nations, and tongues, and kings.

-