Revelation of John, Chapter 11 Modern Greek

01 Και μοι εδόθη κάλαμος όμοιος με ράβδον  και ο άγγελος ίστατο λέγων, Σηκώθητι, και μέτρησον τον ναόν του Θεού, και το θυσιαστήριον, και τους προσκυνούντας εν αυτώ.
02 Την αυλήν όμως την έξωθεν του ναού άφες έξω, και μη μετρήσης αυτήν, διότι εδόθη εις τα έθνη  και την πόλιν την αγίαν θέλουσι πατήσει τεσσαράκοντα δύο μήνας.
03 Και θέλω δώσει εις τους δύο μάρτυρας μου να προφητεύσωσι χιλίας διακοσίας εξήκοντα ημέρας, ενδεδυμένοι σάκκους.
04 Ούτοι είναι αι δύο ελαίαι, και αι δύο λυχνίαι αι ιστάμεναι ενώπιον του Θεού της γης.
05 Και εάν τις θέλη να βλάψη αυτούς, εξέρχεται πύρ εκ του στόματος αυτών και κατατρώγει τους εχθρούς αυτών  και εάν τις θέλη να βλάψη αυτούς, ούτω πρέπει αυτός να θανατωθή.
06 ούτοι έχουσιν εξουσίαν να κλείσωσι τον ουρανόν, δια να μη βρέχη βροχή εν ταις ημέραις της προφητείας αυτών  και έχουσιν εξουσίαν επί των υδάτων, να μεταβάλλωσιν αυτά εις αίμα, και να πατάξωσι την γην με πάσαν πληγήν, οσάκις εάν θελήσωσι.
07 Και όταν τελειώσωσι την μαρτυρίαν αυτών, το θηρίον το αναβαίνον εκ της αβύσσου θέλει κάμει πόλεμον με αυτούς, και θέλει νικήσει αυτούς, και θανατώσει αυτούς.
08 Και τα πτώματα αυτών θέλουσι κείσθαι επί της πλατείας της πόλεως της μεγάλης, ήτις καλείται πνευματικώς Σόδομα και Αίγυπτος, όπου και ο Κύριος ημών εσταυρώθη.
09 Και οι άνθρωποι εκ των λαών και φυλών και γλωσσών και εθνών θέλουσι βλέπει τα πτώματα αυτών ημέρας τρείς και ήμισυ, και δεν θέλουσιν αφήσει τα πτώματα αυτών να τεθώσιν εις μνήματα.
10 Και οι κατοικούντες επί της γης θέλουσι χαρή δι' αυτούς,  και ευφρανθή  και θέλουσι πέμψει δώρα προς αλλήλους, διότι ούτοι οι δύο προφήται εβασάνισαν τους κατοικούντας επί της γης.
11 Και μετά τας τρείς ημέρας και ήμισυ, εισήλθεν εις αυτούς πνεύμα ζωής εκ του Θεού  και εστάθησαν επί τους πόδας αυτών, και φόβος μέγας έπεσεν επί τους θεωρούντας αυτούς.
12 Και ήκουσαν φωνήν μεγάλην εκ ουρανού λέγουσαν προς αυτούς, Ανάβητε εδώ. Και ανέβησαν εις τον ουρανόν εν τη νεφέλη  και είδον αυτούς οι εχθροί αυτών.
13 Και κατ' εκείνην την ώραν έγεινε σεισμός μέγας, και έπεσε το δέκατον της πόλεως, και εθανατώθησαν εν τω σεισμώ ονόματα ανθρώπων χιλιάδες επτά  και οι λοιποί έγειναν έμφοβοι, και έδωκαν δόξαν εις τον Θεόν του ουρανού.
14 Η ουαί η δευτέρα απήλθεν  ιδού, η ουαί η τρίτη έρχεται ταχέως.
15 ΚΑΙ ο έβδομος άγγελος εσάλπισε, και έγειναν φωναί μεγάλαι εν τω ουρανώ, λέγουσαι, Αι βασιλείαι του κόσμου έγειναν του Κυρίου ημών, και του Χριστού αυτού, και θέλει βασιλεύσει εις τους αιώνας των αιώνων.
16 Και οι εικοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι, οι καθήμενοι ενώπιον του Θεού επί τους θρόνους αυτών, έπεσεν κατά πρόσωπον αυτών και προσεκύνησαν τον Θεόν,
17 λέγοντες, Ευχαριστούμεν σοι, Κύριε Θεέ Παντοκράτωρ, ο Ων και ο Ην και ο Ερχόμενος  διότι έλαβες την δύναμιν σου την μεγάλην, και εβασίλευσας
18 και τα έθνη ωργίσθησαν, και ήλθεν η οργήν σου, και ο καιρός των νεκρών, δια να κριθώσι, και να δώσης τον μισθόν εις τους δούλους σου τους προφήτας, και εις τους αγίους και εις τους φοβουμένους το όνομα σου, τους μικρούς και τους μεγάλους, και να διαφθείρης τους διαφθείροντας την γην.
19 Και ηνοίχθη ο ναός του Θεού εν τω ουρανώ, και εφάνη η κιβωτός της διαθήκης αυτού εν τω ναώ αυτού  και έγειναν αστραπαί και φωναί και βρονταί και σεισμός και χάλαζα μεγάλη.































































Revelation of John, Chapter 11 Demotic Greek

1. Κατόπιν μου δόθηκε ένα καλάμι όμοιο με ραβδί και μου λέει η φωνή: «Σήκω και μέτρησε το ναό του Θεού και το θυσιαστήριο και εκείνους που προσκυνούν μέσα σ' αυτόν.
2. Την αυλή όμως έξω από το ναό άφησέ την, μην τη μετρήσεις, γιατί αυτή δόθηκε στους εθνικούς, οι οποίοι και θα καταπατήσουν την άγια Πόλη για σαράντα δύο μήνες.
3. Και θα δώσω εντολή στους δύο μάρτυρές μου και θα προφητέψουν για χίλιες διακόσιες εξήντα μέρες, ντυμένοι με σάκους».
4. Αυτοί είναι τα δύο λιόδεντρα και οι δύο λυχνοστάτες που στέκονται μπροστά στον Κύριο της γης.
5. Και αν θελήσει κάποιος να τους βλάψει, ξεπετάγεται φωτιά από το στόμα τους και κατατρώει τους εχθρούς τους. Αν, λοιπόν, θέλει κάποιος να τους βλάψει, έτσι πρέπει να θανατωθεί!
6. Αυτοί έχουν την εξουσία να κλείσουν τον ουρανό, έτσι που να μην κάνει βροχή στη διάρκεια των ημερών που θα προφητεύουν. Έχουν επίσης την εξουσία να μεταβάλουν τα νερά σε αίμα και να χτυπήσουν τη γη με κάθε είδους πλήγμα όσες φορές κι αν το θελήσουν!
7. Όταν όμως ολοκληρώσουν τη μαρτυρία τους, τότε το θηρίο που ανεβαίνει από την άβυσσο θα κηρύξει πόλεμο εναντίον τους και θα τους σκοτώσει.
8. Και τα πτώματά τους θα αφεθούν εκτεθειμένα στην πλατεία της μεγάλης πόλης, που στην πνευματική γλώσσα αποκαλείται «Σόδομα» και «Αίγυπτος», όπου σταυρώθηκε και ο Κύριός τους.
9. Έτσι, άνθρωποι από διαφόρους λαούς και φυλές και γλώσσες και έθνη θα βλέπουν για τρεισήμισι μέρες τα πτώματά τους, και τα πτώματα αυτά δε θα τα αφήσουν τελικά να ταφούν σε μνήμα.
10. Και οι κάτοικοι της γης θα χαρούν για όλα αυτά και θα πανηγυρίσουν και θα στείλουν δώρα ο ένας στον άλλο, γιατί οι δυο αυτοί προφήτες βασάνισαν τους κατοίκους της γης.
11. Μα σαν πέρασαν οι τρεισήμισι μέρες, πνοή ζωής, σταλμένη από το Θεό, μπήκε μέσα τους και στάθηκαν όρθιοι στα πόδια τους και φόβος απερίγραπτος έπεσε πάνω σ' εκείνους που τους έβλεπαν!
12. Ύστερα άκουσαν μια δυνατή φωνή από τον ουρανό να τους λέει: «Ανεβήτε εδώ»! Κι ανέβηκαν στον ουρανό μέσα σε μια νεφέλη και τους είδαν οι εχθροί τους.
13. Εκείνη, λοιπόν, την ώρα έγινε ένας μεγάλος σεισμός, και το ένα δέκατο της πόλεως γκρεμίστηκε και σκοτώθηκαν από το σεισμό εφτά χιλιάδες άτομα. Και οι υπόλοιποι τρομοκρατήθηκαν και αναγνώρισαν τη δόξα του Θεού.
14. Η δεύτερη συμφορά πέρασε. Ακολουθεί πολύ γρήγορα τώρα η τρίτη συμφορά!
15. Σάλπισε, λοιπόν, και ο έβδομος άγγελος και ακούστηκαν δυνατές φωνές στον ουρανό, που έλεγαν: «Η βασιλεία του κόσμου περιήλθε στον Κύριό μας και στον Χριστό του, ο οποίος και θα βασιλέψει στους αιώνες των αιώνων!»
16. Τότε οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι, που κάθονταν στους θρόνους τους μπροστά στο Θεό, πρόσπεσαν και προσκύνησαν το Θεό
17. λέγοντας: «Σ' ευχαριστούμε Κύριε, Θεέ Παντοκράτορα, εσένα, που υπάρχεις και που υπήρχες και που θα εξακολουθήσεις να υπάρχεις για πάντα, γιατί έχεις κάνει χρήση της δύναμής σου της μεγάλης και βασίλεψες.
18. Και τα έθνη οργίστηκαν, αλλά ήρθε τώρα η δική σου η οργή και ο καιρός να κριθούν οι νεκροί και να ανταμείψεις τους δούλους σου τους προφήτες και τους πιστούς και όσους σέβονται το όνομά σου, μικρούς και μεγάλους, και να καταστρέψεις εκείνους που καταστρέφουν τη γη».
19. Ανοίχτηκε τότε ο ναός του Θεού, που είναι στον ουρανό, και φάνηκε η κιβωτός της διαθήκης του μέσα στο ναό του. Κι έγιναν αστραπές κι ακούστηκαν φωνές και βροντές κι έγινε σεισμός, κι έπεσε χαλάζι μεγάλο!

-































































Matthew 1

Revelation of John Chapter 11 Ancient Greek

1. Καὶ ἐδόθη μοι κάλαμος ὅμοιος ῥάβδῳ, λέγων· ἔγειρε καὶ μέτρησον τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ τοὺς προσκυνοῦντας ἐν αὐτῷ·

2. καὶ τὴν αὐλὴν τὴν ἔξωθεν τοῦ ναοῦ ἔκβαλε ἔξω καὶ μὴ αὐτὴν μετρήσῃς, ὅτι ἐδόθη τοῖς ἔθνεσι, καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν πατήσουσι μῆνας τεσσαράκοντα δύο.

3. καὶ δώσω τοῖς δυσὶ μάρτυσί μου, καὶ προφητεύσουσιν ἡμέρας χιλίας διακοσίας ἑξήκοντα, περιβεβλημένοι σάκκους.

4. οὗτοί εἰσιν αἱ δύο ἐλαῖαι καὶ αἱ δύο λυχνίαι αἱ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς γῆς ἑστῶσαι.

5. καὶ εἴ τις αὐτοὺς θέλει ἀδικῆσαι, πῦρ ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν καὶ κατεσθίει τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν· καὶ εἴ τις θέλει αὐτοὺς ἀδικῆσαι, οὕτω δεῖ αὐτὸν ἀποκτανθῆναι.

6. οὗτοι ἔχουσιν ἐξουσίαν τὸν οὐρανὸν κλεῖσαι, ἵνα μὴ ὑετὸς βρέχῃ τὰς ἡμέρας τῆς προφητείας αὐτῶν, καὶ ἐξουσίαν ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ὑδάτων στρέφειν αὐτὰ εἰς αἷμα καὶ πατάξαι τὴν γῆν ἐν πάσῃ πληγῇ, ὁσάκις ἐὰν θελήσωσι.

7. καὶ ὅταν τελέσωσι τὴν μαρτυρίαν αὐτῶν, τὸ θηρίον τὸ ἀναβαῖνον ἐκ τῆς ἀβύσσου ποιήσει μετ' αὐτῶν πόλεμον καὶ νικήσει αὐτοὺς καὶ ἀποκτενεῖ αὐτούς.

8. καὶ τὸ πτῶμα αὐτῶν ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς πόλεως τῆς μεγάλης, ἥτις καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καὶ Αἴγυπτος, ὅπου καὶ ὁ Κύριος αὐτῶν ἐσταυρώθη.

9. καὶ βλέπουσιν ἐκ τῶν λαῶν καὶ φυλῶν καὶ γλωσσῶν καὶ ἐθνῶν τὸ πτῶμα αὐτῶν ἡμέρας τρεῖς καὶ ἥμισυ, καὶ τὰ πτώματα αὐτῶν οὐκ ἀφήσουσι τεθῆναι εἰς μνῆμα.

10. καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς χαίρουσιν ἐπ' αὐτοῖς, καὶ εὐφρανθήσονται καὶ δῶρα πέμψουσιν ἀλλήλοις, ὅτι οὗτοι οἱ δύο προφῆται ἐβασάνισαν τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.

11. καὶ μετὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας καὶ ἥμισυ, πνεῦμα ζωῆς ἐκ τοῦ Θεοῦ εἰσῆλθεν εἰς αὐτούς, καὶ ἔστησαν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτῶν, καὶ φόβος μέγας ἐπέπεσεν ἐπὶ τοὺς θεωροῦντας αὐτούς.

12. καὶ ἤκουσα φωνὴν μεγάλην ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν αὐτοῖς· ἀνάβητε ὧδε, καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανὸν ἐν τῇ νεφέλῃ, καὶ ἐθεώρησαν αὐτοὺς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν.

13. Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐγένετο σεισμὸς μέγας, καὶ τὸ δέκατον τῆς πόλεως ἔπεσε, καὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῷ σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων χιλιάδες ἑπτά, καὶ οἱ λοιποὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο καὶ ἔδωκαν δόξαν τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ.

14. Ἡ οὐαὶ ἡ δευτέρα ἀπῆλθεν· ἡ οὐαὶ ἡ τρίτη ἰδοὺ ἔρχεται ταχύ.

15. Καὶ ὁ ἕβδομος ἄγγελος ἐσάλπισε· καὶ ἐγένοντο φωναὶ μεγάλαι ἐν τῷ οὐρανῷ λέγουσαι· ἐγένετο ἡ βασιλεία τοῦ κόσμου τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

16. καὶ οἱ εἴκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι, οἱ ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ οἳ κάθηνται ἐπὶ τοὺς θρόνους αὐτῶν, ἔπεσαν ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ

17. λέγοντες· εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὅτι εἴληφας τὴν δύναμίν σου τὴν μεγάλην καὶ ἐβασίλευσας,

18. καὶ τὰ ἔθνη ὠργίσθησαν, καὶ ἦλθεν ἡ ὀργή σου, καὶ ὁ καιρὸς τῶν ἐθνῶν κριθῆναι καὶ δοῦναι τὸν μισθὸν τοῖς δούλοις σου τοῖς προφήταις καὶ τοῖς ἁγίοις καὶ τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά σου, τοῖς μικροῖς καὶ τοῖς μεγάλοις, καὶ διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν γῆν.

19. Καὶ ἠνοίγη ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὤφθη ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης Κυρίου ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ, καὶ ἐγένοντο ἀστραπαὶ καὶ φωναὶ καὶ βρονταὶ καὶ σεισμὸς καὶ χάλαζα μεγάλη.

 

































































Revelation of John, Chapter 11 (KJV)

1. And there was given me a reed like unto a rod: and the angel stood, saying, Rise, and measure the temple of God, and the altar, and them that worship therein.
2. But the court which is without the temple leave out, and measure it not; for it is given unto the Gentiles: and the holy city shall they tread under foot forty and two months.
3. And I will give power unto my two witnesses, and they shall prophesy a thousand two hundred and threescore days, clothed in sackcloth.
4. These are the two olive trees, and the two candlesticks standing before the God of the earth.
5. And if any man will hurt them, fire proceedeth out of their mouth, and devoureth their enemies: and if any man will hurt them, he must in this manner be killed.
6. These have power to shut heaven, that it rain not in the days of their prophecy: and have power over waters to turn them to blood, and to smite the earth with all plagues, as often as they will.
7. And when they shall have finished their testimony, the beast that ascendeth out of the bottomless pit shall make war against them, and shall overcome them, and kill them.
8. And their dead bodies shall lie in the street of the great city, which spiritually is called Sodom and Egypt, where also our Lord was crucified.
9. And they of the people and kindreds and tongues and nations shall see their dead bodies three days and an half, and shall not suffer their dead bodies to be put in graves.
10. And they that dwell upon the earth shall rejoice over them, and make merry, and shall send gifts one to another; because these two prophets tormented them that dwelt on the earth.
11. And after three days and an half the Spirit of life from God entered into them, and they stood upon their feet; and great fear fell upon them which saw them.
12. And they heard a great voice from heaven saying unto them, Come up hither. And they ascended up to heaven in a cloud; and their enemies beheld them.
13. And the same hour was there a great earthquake, and the tenth part of the city fell, and in the earthquake were slain of men seven thousand: and the remnant were affrighted, and gave glory to the God of heaven.
14. The second woe is past; and , behold, the third woe cometh quickly.
15. And the seventh angel sounded; and there were great voices in heaven, saying, The kingdoms of this world are become the kingdoms of our Lord, and of his Christ; and he shall reign for ever and ever.
16. And the four and twenty elders, which sat before God on their seats, fell upon their faces, and worshipped God,
17. Saying, We give thee thanks, O Lord God Almighty, which art, and wast, and art to come; because thou hast taken to thee thy great power, and hast reigned.
18. And the nations were angry, and thy wrath is come, and the time of the dead, that they should be judged, and that thou shouldest give reward unto thy servants the prophets, and to the saints, and them that fear thy name, small and great; and shouldest destroy them which destroy the earth.
19. And the temple of God was opened in heaven, and there was seen in his temple the ark of his testament: and there were lightnings, and voices, and thunderings, and an earthquake, and great hail.

-