Revelation of John, Chapter 18 Modern Greek

01 Και μετά ταύτα είδον άγγελον καταβαίνοντα εκ του ουρανού, όστις είχεν εξουσίαν μεγάλην  και η γη εφωτίσθη εκ της δοξης αυτού.
02 Και έκραξε δυνατά μετά φωνής μεγάλης λέγων, " Έπεσεν, έπεσε Βαβυλών" η μεγάλη, και έγεινε κατοικητήριον δαιμόνων, και φυλακή παντός πνεύματος ακαθάρτου, και φυλακή παντός ορνέου ακαθάρτου και μισητού
03 διοτι εκ του οίνου του θυμού της πορνείας αυτής έπιον πάντα τα έθνη, και οι βασιλείς της γης επόρνευσαν μετ' αυτής, και οι έμποροι της γης επλούτησαν εκ της υπερβολής της εντρυφήσεως αυτής.
04 Και ήκοκοινήσητε εκ των πληγών αυτής , λέγουσαν, Εξέλθετε εξ αυτής, ο λαος
05 διοτι αι αμαρτίαι αυτής έφθασαν εως του ουρανού, και ενεθυμήθη ο Θεος τα αδικήματα αυτής.
06 Απόδοτε εις αυτήν, ως και αυτή απέδωκεν εις εσάς, και διπλασιάσατε εις αυτήν διπλάσια κατά τα έργα αυτής  με το ποτήριον με το οποίον εκέρασε, διπλάσιον κεράσατε εις αυτήν.
07  Όσον εδόξασεν εαυτήν και κατετρύφησε, τοσον βασανισμόν και πένθος δοτε εις αυτήν  διοτι λέγει εν τη καρδία αυτής,
Κάθημαι βασίλισσα, και χήρα δεν είμαι, και πένθος δεν θέλω ιδεί.
08 Δια τούτο εν μια ημέρα θέλουσιν ελθεί αι πληγαί αυτής, θάνατος και πένθος και πεινα  και θέλει κατακαυθή εν πυρί, διότι ισχυρος ειναι Κύριος ο Θεός ο κρίνων αυτήν.
09 Και θέλουσι κλαύσει αυτήν και πενθήσει δι' αυτήν οι βασιλεις της γης οι πορνεύσαντες και κατατρυφήσαντες μετ' αυτής, οταν βλέπωσι τον καπνον της πυρπολήσεως αυτής,
10 από μακρόθεν ιστάμενοι, δια τον φόβον του βασανισμού αυτής, λέγοντες, Ουαί, ουαί, η πόλις η μεγάλη, Βαβυλών, η πόλις η ισχυρά, διότι εν μια ώρα ήλθεν η κρίσις σου.
11 Και οι έμποροι της γης κλαίουσι και πενθούσι δι' αυτήν, διοτι ουδείς αγοράζει πλέον τας πραγματείας αυτών
12 πραγματείας χρυσού και αργύρου, και λίθων τιμίων, και μαργαριτών, και βύσσου, και πορφύρας, και μετάξης, και κοκκίνου  και παν ξύλον αρωματικόν, και παν σκεύος ελεφάντινον, και παν σκεύος εκ ξύλου πολυτίμου, και χαλκού, και σιδήρου, και μαρμάρου
13 και κινάμωμον, και θυμιάματα, και μύρον, και λίβανον, και οίνον, και έλαιον, και σεμίδαλιν, και σίτον, και κτήνη, και πρόβατα, και ίππους, και αμάξας, και ανδράποδα, και ψυχάς ανθρώπων.
14 Και τα οπωρικά της επιθυμίας της ψυχής σου έφυγον από σου, και πάντα τα παχέα και τα λαμπρά έφυγον απο σου, και
πλέον δεν θέλεις ευρεί αυτά.
15 Οι έμποροι τούτων, οι πλουτήσαντες απ' αυτής, θέλουσι σταθή από μακροθεν δια τον φοβον του βασανισμού αυτής,
κλαίοντες και πενθούντες,
16 και λέγοντες, Ουαί, ουαί, η πόλις η μεγάλη, η ενδεδυμένη βύσσινον και πορφυρούν και κοκκινον, και κεχρυσωμένη με
χρυσόν και λίθους τιμίους και μαργαριτας  διοτι εν μια ώρα ηρημώθη ο τοσούτος πλούτος.
17 Και πας πλοίαρχος, και παν το πλήθος το επί των πλοίων, και ναύται, και όσοι εμπορεύονται δια της θαλάσσης, εστάθησαν από μακρόθεν,
18 και έκραζον, βλέποντες τον καπνον της πυρπολήσεως αυτής, λέγοντες, Ποία πόλις εστάθη ομοία με την πόλιν την μεγάλην;
19 Και έβαλεν χώμα επί τας κεφαλάς αυτών, και έκραζον κλαίοντες και πενθούντες, λέγοντες, Ουαί, ουαί, η πόλις η μεγάλη, εν η επλούτησαν εκ της φθονίας αυτής πάντες οι έχοντες πλοία εν τη θαλάσση, διότι εν μια ώρα ηρημώθη.
20 Ευφραίνου επ' αυτήν, ουρανέ, και οι άγιοι απόστολοι και οι προφήται, διότι έκρινεν ο Θεός την κρίσιν σας εναντιον αυτής.
21 Και εσήκωσεν εις άγγελος ισχυρός λίθον ως μυλόπετραν μεγάλην, και έρριψεν εις την θάλασσαν, λέγων, Ούτω με ορμήν
θέλει ριφθή η Βαβυλών η μεγάλη πολις, και δεν θέλει ευρεθή πλέον.
22 Και φωνή κιθαρωδών και μουσικών και αυλητών και σαλπιστών δεν θέλει ακουσθή πλέον εν σοι  και πας τεχνίτης πάσης τέχνης δεν θέλει ευρεθή πλέον εν σοι  και φωνή μύλου δεν θέλει ακουσθή πλέον εν σοι
23 και φως λύχνου δεν θέλει φέγγει πλέον εν σοι  και φωνή νυμφίου και νύμφης δεν θέλει ακουσθή πλέον εν σοι  διοτι οι
έμποροι σου ήσαν οι μεγιστάνες της γης, διοτι με την γοητείαν σου επλανήθησαν πάντα τα έθνη.
24 Και εν αυτή ευρέθη αιμα προφητών και αγίων, και πάντων των εσφαγμένων επί της γης.































































Revelation of John, Chapter 18 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά είδα να κατεβαίνει από τον ουρανό ένας άλλος άγγελος, που είχε μεγάλη εξουσία, και από τη λαμπρότητά του φωτίστηκε η γη!
2. Και με δυνατή φωνή είπε: «Πάει, έπεσε η Βαβυλώνα η μεγάλη και κατάντησε κατοικητήριο δαιμόνων, καταφύγιο κάθε είδους ακάθαρτου πνεύματος και καταφύγιο για κάθε λογής ακάθαρτο και σιχαμερό όρνιο!
3. Γιατί, από το ερεθιστικό κρασί της πορνείας της έχουν πιει όλα τα έθνη. Και οι βασιλιάδες της γης πόρνευσαν μαζί της και από το ασυγκράτητο πάθος της πλούτισαν οι έμποροι της γης!»
4. Έπειτα άκουσα μια άλλη φωνή από τον ουρανό, που έλεγε: «Βγείτε έξω απ' αυτήν εσείς που αποτελείτε το λαό μου, για να μη γίνετε συμμέτοχοι στις αμαρτίες της και να μην έχετε μερτικό στις πληγές της.
5. Γιατί οι αμαρτίες της έγιναν ένας συμπαγής σωρός που έφτασε ως τον ουρανό, και ξανάφερε ο Θεός στη μνήμη του τις ανομίες της.
6. Ανταποδώστε της λοιπόν τα ίσα πληρώνοντάς την με το ίδιο νόμισμα που αυτή πλήρωσε, και μάλιστα διπλασιάστε την πληρωμή της για να ξεπληρώσετε στο διπλάσιο τα έργα της. Με το ίδιο ποτήρι που σας κέρασε, κεράστε την διπλά.
7. Όσο μεγαλοποίησε τον εαυτό της και όσο ασυγκράτητα εκδήλωσε το πάθος της, άλλα τόσα βάσανα και πένθος δώστε της. Κι επειδή λέει μέσα στην καρδιά της: Βασίλισσα στο θρόνο μου κάθομαι εγώ, και χήρα δεν είμαι. Κι επομένως, πένθος εγώ, όχι, δε θα δοκιμάσω ποτέ!
8. γι' αυτό μέσα σε μια μέρα θα την ξαφνιάσουν οι συμφορές της, που θα είναι θάνατος και πένθος και πείνα μεγάλη, γιατί είναι ισχυρός ο Κύριος που την καταδίκασε!»
9. Τότε θα κλάψουν και θα θρηνήσουν γι' αυτήν, χτυπώντας τα στήθη τους, οι βασιλιάδες της γης που μαζί της πόρνευσαν και εκδήλωσαν τα αχαλίνωτα πάθη τους, καθώς θα βλέπουν τον καπνό από το κάψιμό της,
10. μένοντας σε μεγάλη απόσταση, επειδή θα τους κυριέψει τρόμος εξαιτίας του βασανισμού της. Και θα λένε: «Συμφορά! Συμφορά στην πόλη τη μεγάλη, τη Βαβυλώνα! Στην πόλη την τόσο ισχυρή!». Γιατί μέσα σε μια ώρα ήρθε η καταδίκη σου!
11. Και κλαίνε οι έμποροι της γης και πενθούν γι' αυτήν, γιατί την πραμάτεια τους κανένας δεν την αγοράζει πια!
12. Πραμάτεια που αποτελείται από χρυσάφι, και ασήμι, και πολύτιμα πετράδια, και μαργαριτάρια, και υφάσματα λινά και πορφυρά και μεταξωτά και κόκκινα, και κάθε είδους αρωματικά φυτά, και όλων των ειδών τα χειροτεχνήματα από ελεφαντόδοντο, και κάθε λογής σκεύος από πολύτιμο ξύλο, από χαλκό, από σίδερο ή από μάρμαρο,
13. και κανέλα, και αρωματικές αλοιφές, και θυμιάματα, και αρώματα, και λιβάνι, και κρασί, και λάδι, και σιμιγδάλι, και σιτάρι, και κτήνη, και πρόβατα και άλογα, και αμάξια, καθώς και σώματα μα και ψυχές ακόμα ανθρώπων!
14. Έτσι, το αποκορύφωμα της ικανοποίησης που επιθύμησες χάθηκε για σένα, και όλα τα μέσα απόλαυσης και λαμπρής εμφάνισης δεν υπάρχουν πια για σένα, και στο εξής, με κανέναν τρόπο δε θα τα ξαναβρείς!
15. Αυτοί που τα εμπορεύονταν αυτά, και που πλούτισαν απ' αυτήν, θα στέκονται μακριά της από φόβο για τον βασανισμό της και θα πενθούν λέγοντας:
16. «Συμφορά! Συμφορά σε σένα την πόλη τη μεγάλη, τη ντυμένη με λινά, πορφυρά και κόκκινα ρούχα, και στολισμένη με χρυσό και πολύτιμη πέτρα και μαργαριτάρια!».
17. Γιατί μέσα σε μια ώρα ρημάχτηκε όλος αυτός ο μεγάλος πλούτος! Κι όλοι οι πλοίαρχοι και όλοι όσοι ταξίδευαν στον τόπο εκείνο, και οι ναύτες και όλοι οι εργαζόμενοι στη θάλασσα, στάθηκαν σε απόσταση,
18. καθώς έβλεπαν τον καπνό από την πυρκαϊά της και έκραζαν λέγοντας: «Ποια άλλη πόλη υπήρξε όμοια με την πόλη τη μεγάλη;».
19. Και έριχναν χώμα πάνω στα κεφάλια τους και έκλαιγαν γοερά και εκδήλωναν το πένθος τους λέγοντας: «Συμφορά! Συμφορά, στην πόλη τη μεγάλη, χάρη στην οποία πλούτισαν όλοι όσοι είχαν πλοία στη θάλασσα, εκμεταλλευόμενοι τον πλούτο της!». Γιατί μέσα σε μια ώρα ερημώθηκε!
20. Πανηγύριζε για το γεγονός αυτό ουρανέ, το ίδιο κι εσείς οι άγιοι και οι απόστολοι και οι προφήτες, γιατί απέδωσε δικαιοσύνη ο Θεός για την αδικία που εσείς υποστήκατε απ' αυτήν!
21. Τότε ένας δυνατός άγγελος σήκωσε μια πέτρα μεγάλη σαν μυλόπετρα και την εκσφενδόνισε στη θάλασσα λέγοντας: «Με τέτοια ορμή θα εκσφενδονιστεί η Βαβυλώνα, η πόλη η μεγάλη, και με κανέναν τρόπο δε θα ξαναβρεθεί πια!
22. Έτσι, τραγούδι κιθαριστών και η μουσική τους, όπως και όσων παίζουν αυλό και σαλπιγγτών, σίγουρα δε θα ακουστεί πια στο χώρο σου. Και κανένας τεχνίτης, οποιασδήποτε ειδικότητας, δε θα βρεθεί πια μέσα στο χώρο σου.
23. Και φως λυχναριού, σίγουρα δε θα λάμψει πια μέσα στο χώρο σου. Και φωνή γαμπρού και νύφης, σίγουρα δε θα ακουστεί πια μέσα στο χώρο σου. Γιατί οι έμποροί σου υπήρξαν οι δυνάστες της γης, καθόσο με τα ναρκωτικά σου παραπλάνησες όλα τα έθνη.
24. Ακόμα μέσα σ' αυτήν βρέθηκε το αίμα των προφητών και των πιστών και όλων εκείνων που σφαγιάστηκαν πάνω στη γη».

-































































Matthew 1

Revelation of John Chapter 18 Ancient Greek

1. Μετὰ ταῦτα εἶδον ἄλλον ἄγγελον καταβαίνοντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἔχοντα ἐξουσίαν μεγάλην, καὶ ἡ γῆ ἐφωτίσθη ἐκ τῆς δόξης αὐτοῦ,

2. καὶ ἔκραξεν ἐν ἰσχυρᾷ φωνῇ λέγων· ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, καὶ ἐγένετο κατοικητήριον δαιμονίων καὶ φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ μεμισημένου·

3. ὅτι ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς πορνείας αὐτῆς πέπωκαν πάντα τὰ ἔθνη, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς μετ' αὐτῆς ἐπόρνευσαν, καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς ἐκ τῆς δυνάμεως τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτησαν.

4. Καὶ ἤκουσα ἄλλην φωνὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λέγουσαν· ἔξελθε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου, ἵνα μὴ συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καὶ ἵνα ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς μὴ λάβητε·

5. ὅτι ἐκολλήθησαν αὐτῆς αἱ ἁμαρτίαι ἄχρι τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐμνημόνευσεν ὁ Θεὸς τὰ ἀδικήματα αὐτῆς.

6. ἀπόδοτε αὐτῇ ὡς καὶ αὐτὴ ἀπέδωκε, καὶ διπλώσατε αὐτῇ διπλᾶ κατὰ τὰ ἔργα αὐτῆς· ἐν τῷ ποτηρίῳ ᾧ ἐκέρασε, κεράσατε αὐτῇ διπλοῦν.

7. ὅσα ἐδόξασεν ἑαυτὴν καὶ ἐστρηνίασε, τοσοῦτον δότε αὐτῇ βασανισμὸν καὶ πένθος. ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς λέγει, ὅτι κάθημαι καθὼς βασίλισσα καὶ χήρα οὐκ εἰμὶ καὶ πένθος οὐ μὴ ἴδω,

8. διὰ τοῦτο ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἥξουσιν αἱ πληγαὶ αὐτῆς, θάνατος καὶ πένθος καὶ λιμός, καὶ ἐν πυρὶ κατακαυθήσεται· ὅτι ἰσχυρὸς Κύριος ὁ Θεὸς ὁ κρίνας αὐτήν.

9. καὶ κλαύσουσιν αὐτὴν καὶ κόψονται ἐπ' αὐτῇ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς οἱ μετ' αὐτῆς πορνεύσαντες καὶ στρηνιάσαντες, ὅταν βλέπωσι τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς,

10. ἀπὸ μακρόθεν ἑστηκότες διὰ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ αὐτῆς, λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη Βαβυλών, ἡ πόλις ἡ ἰσχυρά, ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἦλθεν ἡ κρίσις σου.

11. Καὶ οἱ ἔμποροι τῆς γῆς κλαύσουσι καὶ πενθήσουσιν ἐπ' αὐτῇ, ὅτι τὸν γόμον αὐτῶν οὐδεὶς ἀγοράζει οὐκέτι,

12. γόμον χρυσοῦ καὶ ἀργύρου καὶ λίθου τιμίου καὶ μαργαρίτου, καὶ βυσσίνου καὶ πορφύρας καὶ σηρικοῦ καὶ κοκκίνου, καὶ πᾶν ξύλον θύϊνον καὶ πᾶν σκεῦος ἐλεφάντινον καὶ πᾶν σκεῦος ἐκ ξύλου τιμιωτάτου καὶ χαλκοῦ καὶ σιδήρου καὶ μαρμάρου,

13. καὶ κινάμωμον καὶ ἄμωμον καὶ θυμιάματα, καὶ μύρον καὶ λίβανον καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον καὶ σεμίδαλιν καὶ σῖτον καὶ κτήνη καὶ πρόβατα, καὶ ἵππων καὶ ῥεδῶν καὶ σωμάτων, καὶ ψυχὰς ἀνθρώπων.

14. καὶ ἡ ὀπώρα τῆς ἐπιθυμίας τῆς ψυχῆς σου ἀπώλετο ἀπὸ σοῦ, καὶ πάντα τὰ λιπαρὰ καὶ τὰ λαμπρὰ ἀπῆλθεν ἀπὸ σοῦ, καὶ οὐκέτι οὐ μὴ αὐτὰ εὑρήσεις.

15. οἱ ἔμποροι τούτων, οἱ πλουτήσαντες ἀπ' αὐτῆς, ἀπὸ μακρόθεν στήσονται διὰ τὸν φόβον τοῦ βασανισμοῦ αὐτῆς κλαίοντες καὶ πενθοῦντες,

16. λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἡ περιβεβλημένη βύσσινον καὶ πορφυροῦν καὶ κόκκινον καὶ κεχρυσωμένη ἐν χρυσίῳ καὶ λίθῳ τιμίῳ καὶ μαργαρίταις,

17. ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος. καὶ πᾶς κυβερνήτης καὶ πᾶς ὁ ἐπὶ τόπον πλέων, καὶ ναῦται καὶ ὅσοι τὴν θάλασσαν ἐργάζονται, ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν,

18. καὶ ἔκραζον βλέποντες τὸν καπνὸν τῆς πυρώσεως αὐτῆς, λέγοντες· τίς ὁμοία τῇ πόλει τῇ μεγάλῃ;

19. καὶ ἔβαλον χοῦν ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ ἔκραζον κλαίοντες καὶ πενθοῦντες, λέγοντες· οὐαὶ οὐαί, ἡ πόλις ἡ μεγάλη, ἐν ᾗ ἐπλούτησαν πάντες οἱ ἔχοντες τὰ πλοῖα ἐν τῇ θαλάσσῃ ἐκ τῆς τιμιότητος αὐτῆς· ὅτι μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη.

20. Εὐφραίνου ἐπ' αὐτῇ, οὐρανέ, καὶ οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ προφῆται, ὅτι ἔκρινεν ὁ Θεὸς τὸ κρῖμα ὑμῶν ἐξ αὐτῆς.

21. Καὶ ἦρεν εἷς ἄγγελος ἰσχυρὸς λίθον ὡς μύλον μέγαν, καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν θάλασσαν λέγων· οὕτως ὁρμήματι βληθήσεται Βαβυλὼν ἡ μεγάλη πόλις, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῇ ἔτι.

22. καὶ φωνὴ κιθαρῳδῶν καὶ μουσικῶν καὶ αὐλητῶν καὶ σαλπιστῶν οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ πᾶς τεχνίτης πάσης τέχνης οὐ μὴ εὑρεθῇ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ μύλου οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι,

23. καὶ φῶς λύχνου οὐ μὴ φάνῃ ἐν σοὶ ἔτι, καὶ φωνὴ νυμφίου καὶ νύμφης οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἐν σοὶ ἔτι· ὅτι οἱ ἔμποροί σου ἦσαν οἱ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, ὅτι ἐν τῇ φαρμακείᾳ σου ἐπλανήθησαν πάντα τὰ ἔθνη,

24. καὶ ἐν αὐτῇ αἷμα προφητῶν καὶ ἁγίων εὑρέθη καὶ πάντων τῶν ἐσφαγμένων ἐπὶ τῆς γῆς.

 

































































Revelation of John, Chapter 18 (KJV)

1. And after these things I saw another angel come down from heaven, having great power; and the earth was lightened with his glory.
2. And he cried mightily with a strong voice, saying, Babylon the great is fallen, is fallen, and is become the habitation of devils, and the hold of every foul spirit, and a cage of every unclean and hateful bird.
3. For all nations have drunk of the wine of the wrath of her fornication, and the kings of the earth have committed fornication with her, and the merchants of the earth are waxed rich through the abundance of her delicacies.
4. And I heard another voice from heaven, saying, Come out of her, my people, that ye be not partakers of her sins, and that ye receive not of her plagues.
5. For her sins have reached unto heaven, and God hath remembered her iniquities.
6. Reward her even as she rewarded you, and double unto her double according to her works: in the cup which she hath filled fill to her double.
7. How much she hath glorified herself, and lived deliciously, so much torment and sorrow give her: for she saith in her heart, I sit a queen, and am no widow, and shall see no sorrow.
8. Therefore shall her plagues come in one day, death, and mourning, and famine; and she shall be utterly burned with fire: for strong is the Lord God who judgeth her.
9. And the kings of the earth, who have committed fornication and lived deliciously with her, shall bewail her, and lament for her, when they shall see the smoke of her burning,
10. Standing afar off for the fear of her torment, saying, Alas, alas, that great city Babylon, that mighty city! for in one hour is thy judgment come.
11. And the merchants of the earth shall weep and mourn over her; for no man buyeth their merchandise any more:
12. The merchandise of gold, and silver, and precious stones, and of pearls, and fine linen, and purple, and silk, and scarlet, and all thyine wood, and all manner vessels of ivory, and all manner vessels of most precious wood, and of brass, and iron, and marble,
13. And cinnamon, and odours, and ointments, and frankincense, and wine, and oil, and fine flour, and wheat, and beasts, and sheep, and horses, and chariots, and slaves, and souls of men.
14. And the fruits that thy soul lusted after are departed from thee, and all things which were dainty and goodly are departed from thee, and thou shalt find them no more at all.
15. The merchants of these things, which were made rich by her, shall stand afar off for the fear of her torment, weeping and wailing,
16. And saying, Alas, alas, that great city, that was clothed in fine linen, and purple, and scarlet, and decked with gold, and precious stones, and pearls!
17. For in one hour so great riches is come to nought. And every shipmaster, and all the company in ships, and sailors, and as many as trade by sea, stood afar off,
18. And cried when they saw the smoke of her burning, saying, What city is like unto this great city!
19. And they cast dust on their heads, and cried, weeping and wailing, saying, Alas, alas, that great city, wherein were made rich all that had ships in the sea by reason of her costliness! for in one hour is she made desolate.
20. Rejoice over her, thou heaven, and ye holy apostles and prophets; for God hath avenged you on her.
21. And a mighty angel took up a stone like a great millstone, and cast it into the sea, saying, Thus with violence shall that great city Babylon be thrown down, and shall be found no more at all.
22. And the voice of harpers, and musicians, and of pipers, and trumpeters, shall be heard no more at all in thee; and no craftsman, of whatsoever craft he be , shall be found any more in thee; and the sound of a millstone shall be heard no more at all in thee;
23. And the light of a candle shall shine no more at all in thee; and the voice of the bridegroom and of the bride shall be heard no more at all in thee: for thy merchants were the great men of the earth; for by thy sorceries were all nations deceived.
24. And in her was found the blood of prophets, and of saints, and of all that were slain upon the earth.

-