Revelation of John, Chapter 19 Modern Greek

01 ΚΑΙ μετά ταύτα ήλουσα ως φωνήν μεγάλην όχλου πολλού εν τω ουρανώ λέγοντος, Αλληλούϊα, η σωτηρία, και η δοξα, και η τιμή, και η δύναμις ανήκουσιν εις Κύριον τον Θεόν ημών
02 διοτι αληθιναί και δίκαιαι είναι αι κρίσεις αυτού  διοτι έκρινε την πόρνην την μεγάλην, ήτις έφθειρε την γην με την πορνείαν αυτής, και εξεδίκησεν εκ της χειρος αυτής το αίμα των δούλων αυτού.
03 Και εκ δευτέρου είπον, Αλληλούϊα. Και ο καπνός αυτής αναβαίνει εις τους αιώνας των αιώνων.
04 Και έπεσον οι εικοσιτέσσαρες πρεσβύτεροι, και τα τέσσαρα ζώα, και προσεκύνησαν τον Θεόν τον καθήμενον επί του θρόνου, λέγοντες, Αμήν  Αλληλούϊα.
05 Και εξήλθεν εκ του θρόνου φωνή, λέγουσα, Αινείτε τον Θεόν ημών, πάντες οι δούλοι αυτού, και οι φοβούμενοι αυτον, και οι μικροί και οι μεγάλοι.
06 Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού, και ως φωνήν υδάτων πολλών, και ως φωνήν βροντών ισχυρών, λεγόντων, Αλληλούϊα, διοτι εβασίλευσε Κύριος ο Θεός ο Παντοκράτωρ.
07 Ας χαίρωμεν και ας αγαλλώμεθα, και ας δώσωμεν την δόξαν εις αυτόν  διοτι ήλθεν ο γάμος του Αρνίου, και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν.
08 Και εδόθη εις αυτήν να ενδυθή βύσσινον καθαρόν και λαμπρον  διότι το βύσσινον ειναι τα δικαιώματα των αγίων.
09 Και λέγει προς εμέ, Γράψον, Μακάριοι οι κεκλημένοι εις το δείπνον του γάμου του Αρνίου. Και λέγει προς εμέ, Ούτοι είναι οι αληθινοί λογοι του Θεού.
10 Και έπεσον έμπροσθεν των ποδών αυτού, δια να προσκυνήσω αυτον  και λέγει μοι, Πρόσεχε μη κάμης τούτο  εγώ ειμαι συνδουλος σου και των αδελφών σου οίτινες έχουσι την μαρτυρίαν του ιησού  τον Θεον προσκύνησον  διότι η μαρτυρία του Ιησού ειναι το πνεύμα της προφητείας.
11 και ειδον τον ουρανον ανεωγμένον, και ιδού, ίππος λευκός, και ο καθήμενος επ' αυτον εκαλείτο Πιστός και Αληθινός, και κρίνει και πολεμεί εν δικαιοσύνη.
12 Οι δε οφθαλμοί αυτού ήσαν ως φλοξ πυρός, και επί της κεφαλής αυτού διαδήματα πολλά  και είχεν ονομα γεγραμμένον, το οποίον ουδείς γνωρίζει ειμή αυτός.
13 Και ήτο ενδεδυμένος ιμάτιον βεβαμμένον με αίμα  και καλείται το ονομα αυτού, Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
14 Και τα στρατεύματα τα εν τω ουρανώ ηκολούθουν αυτον εφ' ίππων λευκών, ενδεδυμένοι βύσσινον λευκον και καθαρον.
15 Και εκ του στοματος αυτού εξέρχεται ρομφαία κοπτερά, δια να κτυπά με αυτήν τα έθνη  και αυτος θέλει " ποιμάνει αυτούς εν ράβδω σιδηρά " και αυτος πατεί τον ληνόν του οίνου του θυμού και της οργής του Θεού του Παντοκράτορος.
16 Και επί το ιμάτιον και επί τον μηρόν αυτού έχει γεγραμμένον το ονομα, ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΣ ΚΥΡΙΩΝ.
17 Και είδον ένα άγγελον ιστάμενον εν τω ηλίω  και έκραξε μετά φωνής μεγάλης, λέγων προς πάντα τα όρνεα τα πετώμενα εις το μεσουράνημα,  Έλθετε, και συνάγεσθε εις το δείπνον του μεγάλου Θεού,
18 δια να φάγητε σάρκας βασιλέων, και σάρκας χιλιάρχων, και σάρκας ισχυρών, και σάρκας ίππων και των καθημένων επ' αυτών, και σάρκας πάντων ελευθέρων και δούλων, και μικρών και μεγάλων.
19 Και είδον το θηρίον και τους βασιλείς της γης, και τα στρατεύματα αυτών συνηγμένα, δια να κάμωσι πόλεμον με τον καθήμενον επί του ίππου, και με το στράτευμα αυτού.
20 Και επιάσθη το θηριον, και μετά τούτου ο ψευδοπροφήτης όστις έκαμε τα σημεία ενώπιον αυτού, με τα οποία επλάνησε τους λαβόντας το χάρασμα του θηρίου, και τους προσκυνούντας την εικονα αυτού  ζώντες ερρίφθησαν οι δύο εις την λίμνην του πυρος την καιομένην με το θείον.
21 Και οι λοιποί εφονεύθησαν με την ρομφαίαν του καθημένου επί του ιππου, την εξερχομένην εκ του στόματος αυτού  και πάντα τα όρνεα εχορτάσθησαν εκ των σαρκών αυτών.































































Revelation of John, Chapter 19 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά άκουσα μια δυνατή φωνή, σαν από πολυπληθές όχλο στον ουρανό, που έλεγαν: «Αλληλούια! Η σωτηρία και η δόξα και η κυριαρχική δύναμη ανήκουν στο Θεό μας!
2. Γιατί είναι αληθινές και δίκαιες οι κρίσεις του. Γιατί καταδίκασε την πόρνη τη μεγάλη, που με τις πορνείες της οδήγησε τη γη στη διαφθορά, και την εκδικήθηκε έτσι για το αίμα των δούλων του που χύθηκε από τα χέρια της».
3. Και επανέλαβαν για δεύτερη φορά: «Αλληλούια!  »Και ο καπνός της δε θα πάψει ν' ανεβαίνει στους αιώνες των αιώνων»!
4. Και οι εικοσιτέσσερις πρεσβύτεροι και τα τέσσερα όντα πρόσπεσαν και προσκύνησαν το Θεό, που κάθεται στο θρόνο, λέγοντας: «Αμήν! Αλληλούια!»
5. Τότε ακούστηκε μια φωνή από το θρόνο που έλεγε: «Υμνείτε το Θεό όλοι οι δούλοι του και όλοι όσοι τον φοβούνται, οι μικροί και οι μεγάλοι!»
6. Κι άκουσα μια φωνή σαν από πολυπληθές όχλο, που έμοιαζε με ροή πολλών νερών και με μπουμπουνητό ισχυρών βροντών, που έλεγαν: «Αλληλούια!  Γιατί πήρε τη βασιλεία ο Κύριος, ο Θεός ο Παντοκράτορας!
7. Ας χαιρόμαστε και ας αγαλλόμαστε και ας αποδώσουμε τη δόξα σ' αυτόν, γιατί έφτασε η ώρα για το γάμο του Αρνιού, και η νύφη που θα γίνει γυναίκα του ετοιμάστηκε!
8. Και της δόθηκε να φορέσει λινό φόρεμα, λαμπρό κι ολοκάθαρο!». Κι αυτό, γιατί το λινό συμβολίζει τα προνόμια των αγίων.
9. Και μου λέει ο άγγελος: «Γράψε: Μακάριοι εκείνοι που έχουν προσκληθεί στο γάμο του Αρνιού». Και πρόσθεσε: «Τούτα τα λόγια είναι αληθινά και προέρχονται από το Θεό».
10. Τότε έπεσα μπρος στα πόδια του για να τον προσκυνήσω, αλλά εκείνος μου λέει: «Πρόσεξε! Μη! Είμαι κι εγώ δούλος όπως κι εσύ και τ' αδέλφια σου, που έχουν τη μαρτυρία του Ιησού. Το Θεό να προσκυνήσεις. Και η μαρτυρία για τον Ιησού είναι το πνεύμα της προφητείας».
11. Είδα, ακόμα, τον ουρανό ανοιχτό, και να! Ξεπρόβαλε ένα άλογο λευκό, που ο καβαλάρης του λέγεται «Πιστός» και «Αληθινός», και που με δικαιοσύνη κρίνει και πολεμάει.
12. Σαν φλόγα φωτιάς ήταν τα μάτια του και στο κεφάλι του φορούσε πολλά στέμματα και είχε ένα όνομα γραμμένο, που κανένας δεν ξέρει παρά μόνο ο ίδιος.
13. Κι ήταν ντυμένος με ένα ένδυμα αιματοβαμμένο, και το όνομα που του είχε δοθεί ήταν: «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ».
14. Και τα στρατεύματα που είναι στον ουρανό τον ακολουθούσαν καβάλα σε λευκά άλογα, ντυμένοι με κατάσπρο καθαρό λινό.
15. Και από το στόμα του έβγαινε μια κοφτερή ρομφαία, για να χτυπάει μ' αυτήν τα έθνη, και είναι αυτός που θα τους κυβερνάει με σιδερένιο ραβδί. Κι αυτός πατούσε το πατητήρι το γεμάτο από το κρασί της φοβερής οργής του Θεού του Παντοκράτορα.
16. Και πάνω στην ενδυμασία του και πάνω στο μηρό του είχε γραμμένο το τίτλο: «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΑΔΩΝ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ»!
17. Είδα κι έναν άγγελο που στεκόταν στον ήλιο, ο οποίος έκραξε με δυνατή φωνή λέγοντας σε όλα τα όρνια που πετούσαν στα μεσούρανα: «Εμπρός, συναχτείτε στο μεγάλο δείπνο του Θεού
18. για να φάτε σάρκες βασιλιάδων και σάρκες στρατιωτικών διοικητών και σάρκες ισχυρών και σάρκες αλόγων και των καβαλάρηδών τους, και κάθε είδους ανθρώπων ελευθέρων και δούλων, μικρών και μεγάλων»!
19. Είδα τότε το θηρίο και τους βασιλιάδες της γης και τα στρατεύματά τους συγκεντρωμένους για να πολεμήσουν με τον καβαλάρη του αλόγου και με το στράτευμά του.
20. Πιάστηκε όμως το θηρίο, όπως και ο ψευδοπροφήτης που ήταν μαζί του, εκείνος που είχε κάνει τα εκπληκτικά φαινόμενα μπροστά του, και με τα οποία παραπλάνησε εκείνους που δέχτηκαν να χαραχθούν με το σύμβολο του θηρίου και εκείνους που προσκυνούσαν την εικόνα του. Ζωντανοί ρίχτηκαν αυτοί οι δύο στη λίμνη της φωτιάς που καιγόταν με θειάφι.
21. Και οι υπόλοιποι θανατώθηκαν με τη ρομφαία που βγήκε από το στόμα εκείνου που καθόταν επάνω στο άλογο, κι όλα τα όρνια χόρτασαν από τις σάρκες τους.

-































































Matthew 1

Revelation of John Chapter 19 Ancient Greek

1. Μετὰ ταῦτα ἤκουσα ὡς φωνὴν μεγάλην ὄχλου πολλοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ λεγόντων· ἀλληλούϊα· ἡ σωτηρία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡμῶν,

2. ὅτι ἀληθιναὶ καὶ δίκαιαι αἱ κρίσεις αὐτοῦ· ὅτι ἔκρινε τὴν πόρνην τὴν μεγάλην, ἥτις διέφθειρε τὴν γῆν ἐν τῇ πορνείᾳ αὐτῆς, καὶ ἐξεδίκησε τὸ αἷμα τῶν δούλων αὐτοῦ ἐκ χειρὸς αὐτῆς.

3. καὶ δεύτερον εἴρηκαν· ἀλληλούϊα· καὶ ὁ καπνὸς αὐτῆς ἀναβαίνει εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

4. καὶ ἔπεσαν οἱ εἴκοσι καὶ τέσσαρες πρεσβύτεροι καὶ τὰ τέσσαρα ζῷα, καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῷ θρόνῳ λέγοντες· ἀμήν, ἀλληλούϊα.

5. Καὶ φωνὴ ἀπὸ τοῦ θρόνου ἐξῆλθε λέγουσα· αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἡμῶν πάντες οἱ δοῦλοι αὐτοῦ καὶ οἱ φοβούμενοι αὐτόν, οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι.

6. Καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ὄχλου πολλοῦ καὶ ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν καὶ ὡς φωνὴν βροντῶν ἰσχυρῶν, λεγόντων· ἀλληλούϊα· ὅτι ἐβασίλευσε Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ.

7. χαίρωμεν καὶ ἀγαλλιώμεθα, καὶ δῶμεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡτοίμασεν ἑαυτήν.

8. καὶ ἐδόθη αὐτῇ ἵνα περιβάληται βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί.

9. Καὶ λέγει μοι· γράψον, μακάριοι οἱ εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ ἀρνίου κεκλημένοι. καὶ λέγει μοι· οὗτοι οἱ λόγοι ἀληθινοὶ τοῦ Θεοῦ εἰσι.

10. Καὶ ἔπεσα ἔμπροσθεν τῶν ποδῶν αὐτοῦ προσκυνῆσαι αὐτῷ. καὶ λέγει μοι· ὅρα μή· σύνδουλός σού εἰμι καὶ τῶν ἀδελφῶν σου τῶν ἐχόντων τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ· τῷ Θεῷ προσκύνησον· ἡ γὰρ μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ ἐστι τὸ πνεῦμα τῆς προφητείας.

11. Καὶ εἶδον τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγμένον, καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ' αὐτόν, καλούμενος πιστὸς καὶ ἀληθινός, καὶ ἐν δικαιοσύνῃ κρίνει καὶ πολεμεῖ·

12. οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός, καὶ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ διαδήματα πολλά, ἔχων ὀνόματα γεγραμμένα, καὶ ὄνομα γεγραμμένον ὃ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ αὐτός,

13. καὶ περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον ἐν αἵματι, καὶ κέκληται τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

14. καὶ τὰ στρατεύματα τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ ἠκολούθει αὐτῷ ἐπὶ ἵπποις λευκοῖς, ἐνδεδυμένοι βύσσινον λευκὸν καθαρόν.

15. καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐκπορεύεται ῥομφαία ὀξεῖα δίστομος, ἵνα ἐν αὐτῇ πατάσσῃ τὰ ἔθνη· καὶ αὐτὸς ποιμανεῖ αὐτοὺς ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ· καὶ αὐτὸς πατεῖ τὴν ληνὸν τοῦ οἴνου τοῦ θυμοῦ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ τοῦ παντοκράτορος.

16. καὶ ἔχει ἐπὶ τὸ ἱμάτιον καὶ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ ὄνομα γεγραμμένον, Βασιλεὺς βασιλέων καὶ Κύριος κυρίων.

17. Καὶ εἶδον ἕνα ἄγγελον ἑστῶτα ἐν τῷ ἡλίῳ, καὶ ἔκραξεν ἐν φωνῇ μεγάλῃ λέγων πᾶσι τοῖς ὀρνέοις τοῖς πετομένοις ἐν μεσουρανήματι· δεῦτε συνάχθητε εἰς τὸ δεῖπνον τὸ μέγα τοῦ Θεοῦ,

18. ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ σάρκας χιλιάρχων καὶ σάρκας ἰσχυρῶν καὶ σάρκας ἵππων καὶ τῶν καθημένων ἐπ' αὐτῶν, καὶ σάρκας πάντων ἐλευθέρων τε καὶ δούλων, μικρῶν τε καὶ μεγάλων.

19. Καὶ εἶδον τὸ θηρίον καὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ τὰ στρατεύματα αὐτῶν συνηγμένα ποιῆσαι τὸν πόλεμον μετὰ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ ἵππου καὶ μετὰ τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ.

20. καὶ ἐπιάσθη τὸ θηρίον καὶ ὁ μετ' αὐτοῦ ψευδοπροφήτης ὁ ποιήσας τὰ σημεῖα ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐν οἷς ἐπλάνησε τοὺς λαβόντας τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου καὶ τοὺς προσκυνοῦντας τῇ εἰκόνι αὐτοῦ· ζῶντες ἐβλήθησαν οἱ δύο εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην ἐν θείῳ.

21. καὶ οἱ λοιποὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ ἵππου, τῇ ἐξελθούσῃ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ· καὶ πάντα τὰ ὄρνεα ἐχορτάσθησαν ἐκ τῶν σαρκῶν αὐτῶν.

 

































































Revelation of John, Chapter 19 (KJV)

Revelation of John 19: 1. And after these things I heard a great voice of much people in heaven, saying, Alleluia; Salvation, and glory, and honour, and power, unto the Lord our God:
2. For true and righteous are his judgments: for he hath judged the great whore, which did corrupt the earth with her fornication, and hath avenged the blood of his servants at her hand.
3. And again they said, Alleluia. And her smoke rose up for ever and ever.
4. And the four and twenty elders and the four beasts fell down and worshipped God that sat on the throne, saying, Amen; Alleluia.
5. And a voice came out of the throne, saying, Praise our God, all ye his servants, and ye that fear him, both small and great.
6. And I heard as it were the voice of a great multitude, and as the voice of many waters, and as the voice of mighty thunderings, saying, Alleluia: for the Lord God omnipotent reigneth.
7. Let us be glad and rejoice, and give honour to him: for the marriage of the Lamb is come, and his wife hath made herself ready.
8. And to her was granted that she should be arrayed in fine linen, clean and white: for the fine linen is the righteousness of saints.
9. And he saith unto me, Write, Blessed are they which are called unto the marriage supper of the Lamb. And he saith unto me, These are the true sayings of God.
10. And I fell at his feet to worship him. And he said unto me, See thou do it not: I am thy fellowservant, and of thy brethren that have the testimony of Jesus: worship God: for the testimony of Jesus is the spirit of prophecy.
11. And I saw heaven opened, and behold a white horse; and he that sat upon him was called Faithful and True, and in righteousness he doth judge and make war.
12.  His eyes were as a flame of fire, and on his head were many crowns; and he had a name written, that no man knew, but he himself.
13. And he was clothed with a vesture dipped in blood: and his name is called The Word of God.
14. And the armies which were in heaven followed him upon white horses, clothed in fine linen, white and clean.
15. And out of his mouth goeth a sharp sword, that with it he should smite the nations: and he shall rule them with a rod of iron: and he treadeth the winepress of the fierceness and wrath of Almighty God.
16. And he hath on his vesture and on his thigh a name written, KING OF KINGS, AND LORD OF LORDS.
17. And I saw an angel standing in the sun; and he cried with a loud voice, saying to all the fowls that fly in the midst of heaven, Come and gather yourselves together unto the supper of the great God;
18. That ye may eat the flesh of kings, and the flesh of captains, and the flesh of mighty men, and the flesh of horses, and of them that sit on them, and the flesh of all men, both free and bond, both small and great.
19. And I saw the beast, and the kings of the earth, and their armies, gathered together to make war against him that sat on the horse, and against his army.
20. And the beast was taken, and with him the false prophet that wrought miracles before him, with which he deceived them that had received the mark of the beast, and them that worshipped his image. These both were cast alive into a lake of fire burning with brimstone.
21. And the remnant were slain with the sword of him that sat upon the horse, which sword proceeded out of his mouth: and all the fowls were filled with their flesh.

-