Revelation of John, Chapter 21 Modern Greek

1. Και είδον ουρανόν νέον και γην νέαν· διότι ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη παρήλθε, και η θάλασσα δεν υπάρχει πλέον.
2. Και εγώ ο Ιωάννης είδον την πόλιν την αγίαν, την νέαν Ιερουσαλήμ καταβαίνουσαν από του Θεού εκ του ουρανού, ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην διά τον άνδρα αυτής.
3. Και ήκουσα φωνήν μεγάλην εκ του ουρανού, λέγουσαν· Ιδού, η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και θέλει σκηνώσει μετ' αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαοί αυτού, και αυτός ο Θεός θέλει είσθαι μετ' αυτών Θεός αυτών·
4. και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος δεν θέλει υπάρχει πλέον, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος δεν θέλουσιν υπάρχει πλέον· διότι τα πρώτα παρήλθον.
5. Και είπεν ο καθήμενος επί του θρόνου· Ιδού, κάμνω νέα τα πάντα. Και λέγει προς εμέ· Γράψον, διότι ούτοι οι λόγοι είναι αληθινοί και πιστοί.
6. Και είπε προς εμέ· Ετελέσθη. Εγώ είμαι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος. Εγώ θέλω δώσει εις τον διψώντα εκ της πηγής του ύδατος της ζωής δωρεάν.
7. Ο νικών θέλει κληρονομήσει τα πάντα, και θέλω είσθαι εις αυτόν Θεός και αυτός θέλει είσθαι εις εμέ υιός.
8. Οι δε δειλοί και άπιστοι και βδελυκτοί και φονείς και πόρνοι και μάγοι και ειδωλολάτραι και πάντες οι ψεύσται θέλουσιν έχει την μερίδα αυτών εν τη λίμνη τη καιομένη με πυρ και θείον· ούτος είναι ο δεύτερος θάνατος.
9. Και ήλθε προς εμέ εις των επτά αγγέλων των εχόντων τας επτά φιάλας τας πλήρεις από των επτά εσχάτων πληγών, και ελάλησε μετ' εμού, λέγων· Ελθέ, θέλω σοι δείξει την νύμφην, του Αρνίου την γυναίκα.
10. Και με έφερεν εν πνεύματι επί όρος μέγα και υψηλόν, και μοι έδειξε την πόλιν την μεγάλην, την αγίαν Ιερουσαλήμ, καταβαίνουσαν εκ του ουρανού από του Θεού,
11. έχουσαν την δόξαν του Θεού· και η λαμπρότης αυτής ήτο ομοία με λίθον πολύτιμον, ως λίθον ίασπιν κρυσταλλίζοντα·
12. και είχε τείχος μέγα και υψηλόν, είχε και δώδεκα πυλώνας, και εις τους πυλώνας δώδεκα αγγέλους, και ονόματα επιγεγραμμένα, τα οποία είναι των δώδεκα φυλών των υιών Ισραήλ.
13. Προς ανατολάς πυλώνες τρεις, προς βορράν πυλώνες τρεις, προς νότον πυλώνες τρεις, προς δυσμάς πυλώνες τρεις.
14. Και το τείχος της πόλεως είχε θεμέλια δώδεκα, και εν αυτοίς τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου.
15. Και ο λαλών μετ' εμού είχε κάλαμον χρυσούν, διά να μετρήση την πόλιν και τους πυλώνας αυτής και το τείχος αυτής.
16. Και πόλις κείται τετράγωνος, και το μήκος αυτής είναι τοσούτον όσον και το πλάτος. Και εμέτρησε την πόλιν με τον κάλαμον έως δώδεκα χιλιάδας σταδίων· το μήκος και το πλάτος και το ύψος αυτής είναι ίσα.
17. Και εμέτρησε το τείχος αυτής, εκατόν τεσσαράκοντα τεσσάρων πηχών, κατά το μέτρον του ανθρώπου, ήγουν του αγγέλου.
18. Και η οικοδόμησις του τείχους αυτής ήτο ίασπις, και η πόλις χρυσίον καθαρόν, ομοία με ύαλον καθαρόν.
19. Και τα θεμέλια του τείχους της πόλεως ήσαν κεκοσμημένα με πάντα λίθον πολύτιμον· το πρώτον θεμέλιον ίασπις, το δεύτερον σάπφειρος, το τρίτον χαλκηδών, το τέταρτον σμάραγδος,
20. το πέμπτον σαρδόνυξ, το έκτον σάρδιος, το έβδομον χρυσόλιθος, το όγδοον βήρυλλος, το έννατον τοπάζιον, το δέκατον χρυσόπρασος, το ενδέκατον υάκινθος, το δωδέκατον αμέθυστος.
21. Και οι δώδεκα πυλώνες ήσαν δώδεκα μαργαρίται· έκαστος των πυλώνων ήτο εξ ενός μαργαρίτου και η πλατεία της πόλεως χρυσίον καθαρόν ως ύαλος διαφανής.
22. Και ναόν δεν είδον εν αυτή· διότι ναός αυτής είναι ο Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ και το Αρνίον.
23. Και η πόλις δεν έχει χρείαν του ηλίου ουδέ της σελήνης, διά να φέγγωσιν εν αυτή· διότι η δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής είναι το Αρνίον.
24. Και τα έθνη των σωζομένων θέλουσι περιπατεί εν τω φωτί αυτής· και οι βασιλείς της γης φέρουσι την δόξαν και την τιμήν αυτών εις αυτήν.
25. Και οι πυλώνες αυτής δεν θέλουσι κλεισθή την ημέραν· διότι νυξ δεν θέλει είσθαι εκεί.
26. Και θέλουσι φέρει την δόξαν και την τιμήν των εθνών εις αυτήν.
27. Και δεν θέλει εισέλθει εις αυτήν ουδέν το οποίον μιαίνει και προξενεί βδέλυγμα και ψεύδος, αλλά μόνον οι γεγραμμένοι εν τω βιβλίω της ζωής του Αρνίου.






































Revelation of John, Chapter 21 Demotic Greek

1. Κατόπιν είδα έναν καινούργιο ουρανό και μια καινούργια γη, καθότι ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γη εξαφανίστηκαν και η θάλασσα δεν υπήρχε πια.
2. Και την Άγια Πόλη, την Ιερουσαλήμ, την είδα να κατεβαίνει καινούργια από τον ουρανό, από το Θεό, σαν νύφη ετοιμασμένη και στολισμένη για τον άντρα της.
3. Κι άκουσα μια δυνατή φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Νάτη η Σκηνή του Θεού μαζί με τους ανθρώπους. Και θα κατοικήσει μαζί μ' αυτούς, και αυτοί θα είναι ο λαός του κι αυτός θα είναι ο Θεός τους, που θα μένει μαζί τους.
4. Και θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τα μάτια τους και ο θάνατος δε θα υπάρχει πια. Ούτε πένθος ούτε κλάμα ούτε πόνος δε θα υπάρχουν πια, γιατί τα πρώτα πέρασαν οριστικά!»
5. Είπε τότε εκείνος που καθόταν στο θρόνο: «Να! Καινούργια τα κάνω όλα»! Και μου λέει: «Γράψε τα αυτά, γιατί είναι λόγια αξιόπιστα και αληθινά».
6. Και πρόσθεσε: «Όλα πια συντελέστηκαν! Εγώ είμαι το Α και το Ω, η Αρχή και το Τέλος. Εγώ, σε όποιον διψάει, θα του δώσω δωρεάν από την πηγή που αναβλύζει το νερό της ζωής.
7. Αυτά θα τα κληρονομήσει όποιος νικάει, κι εγώ θα είμαι Θεός του κι αυτός θα είναι γιος μου.
8. Η κληρονομιά όμως των δειλών και των απίστων και των διαφθαρμένων και των φονιάδων και των πορνών και εκείνων που καταγίνονται με τα ναρκωτικά και των ειδωλολατρών και όλων των ψευτών είναι στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι. Αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος».
9. Ήρθε τότε ένας από τους εφτά αγγέλους που κρατούσαν τις εφτά φιάλες, τις γεμάτες με τις εφτά πληγές τις τελικές, και μου μίλησε λέγοντάς μου: «Έλα τώρα! Θα σου δείξω τη νύφη. Τη γυναίκα του Αρνιού».
10. Και με μετέφερε σε κατάσταση πνευματικής έκστασης πάνω σ' ένα μεγάλο και ψηλό βουνό, και μου έδειξε την Άγια Πόλη, την Ιερουσαλήμ, να κατεβαίνει από τον ουρανό, από το Θεό,
11. και η οποία είχε τη δόξα του Θεού. Και η πηγή της λάμψης της ήταν όμοια με πολυτιμότατη πέτρα, σαν τον ίασπη που αστραποβολάει σαν κρύσταλλο.
12. Είχε ένα μεγάλο και ψηλό τείχος με δώδεκα πύλες, και πάνω στις πύλες υπήρχαν δώδεκα άγγελοι και επιγραφές με ονόματα, που ήταν τα ονόματα των δώδεκα φυλών του Ισραήλ.
13. Τρεις πύλες υπήρχαν από την ανατολική πλευρά, τρεις από τη βορεινή, τρεις από τη νότια και τρεις από τη δυτική.
14. Και το τείχος αυτό της πόλης είχε δώδεκα θεμέλιους λίθους, και πάνω σ' αυτούς ήταν γραμμένα δώδεκα ονόματα, που ήταν τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνιού.
15. Κι αυτός που μου μιλούσε είχε ένα μέτρο φτιαγμένο από χρυσό καλάμι, για να μετρήσει την πόλη καθώς και τις πύλες της και το τείχος της.
16. Και η πόλη ήταν τετράγωνη. Έτσι, το μήκος της ήταν όσο και το πλάτος της. Μέτρησε λοιπόν την πόλη με το καλάμι και βγήκαν το μήκος και το πλάτος και το ύψος όλα ίσα: Δώδεκα χιλιάδες στάδια.
17. Μέτρησε επίσης το τείχος της που ήταν εκατόν σαράντα τέσσερις πήχες κατά το ανθρώπινο μέτρο, εννοείται αυτό που χρησιμοποίησε ο άγγελος.
18. Και το υλικό της κατασκευής του τείχους της ήταν ίασπις, ενώ η πόλη ήταν από καθαρό χρυσάφι, διάφανο σαν το γυαλί.
19. Οι θεμέλιοι λίθοι του τείχους της πόλης αποτελούνταν από κάθε είδους πολύτιμη πέτρα, με καλαισθησία τοποθετημένες: ο πρώτος θεμέλιος λίθος ήταν ίασπις, ο δεύτερος ζαφίρι, ο τρίτος χαλκηδόνιο, ο τέταρτος σμαράγδι,
20. ο πέμπτος σαρδόνυχας, ο έκτος σάρδιο, ο έβδομος χρυσόλιθος, ο όγδοος βήρυλλος, ο ένατος τοπάζι, ο δέκατος χρυσόπρασος, ο ενδέκατος υάκινθος, ο δωδέκατος αμέθυστος.
21. Και οι δώδεκα πύλες, δώδεκα μαργαριτάρια. Η καθεμιά από τις δώδεκα πύλες ήταν φτιαγμένη από ένα μαργαριτάρι. Και η πλατεία της πόλης ήταν από καθαρό χρυσάφι, διάφανο σαν το γυαλί.
22. Ναό, όμως, δεν είδα σ' αυτήν την πόλη, καθότι ο ναός της είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο Θεός ο Παντροκράτορας και το Αρνί.
23. Επίσης η πόλη αυτή δεν είχε ανάγκη από τον ήλιο ούτε από τη σελήνη για να τη φωτίζουν, γιατί τη φώτισε η ίδια η δόξα του Θεού και το λυχνάρι της ήταν το Αρνί.
24. Έτσι, τα έθνη θα πορεύονται μέσα στο φως της, και οι βασιλιάδες της γης θα καταθέτουν σ' αυτήν τις δόξες και τις τιμές τους!
25. Και ούτε καν θα κλείσουν πια οι πύλες της τη μέρα, καθότι δε θα υπάρχει πια νύχτα εκεί!
26. Και θα αποδώσουν σ' αυτήν τη δόξα και την τιμή των εθνών.
27. Και με κανέναν τρόπο δε θα μπει σ' αυτήν τίποτε το ακάθαρτο και κανένας σιχαμερός και ψεύτης, παρά μονάχα εκείνοι που είναι γραμμένοι στο Βιβλίο της Ζωής του Αρνιού.















































Matthew 1

Revelation of John Chapter 21 Ancient Greek

1. Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι.

2. καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς.

3. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται,

4. καὶ ἐξαλείψει ἀπ' αὐτων ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον.

5. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. καὶ λέγει μοι· γράψον, ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοί εἰσι.

6. καὶ εἶπέ μοι· γέγονεν. ἐγὼ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν.

7. ὁ νικῶν, ἔσται αὐτῷ ταῦτα, καὶ ἔσομαι αὐτῷ Θεὸς καὶ αὐτὸς ἔσται μοι υἱός.

8. τοῖς δὲ δειλοῖς καὶ ἀπίστοις καὶ ἐβδελυγμένοις καὶ φονεῦσι καὶ πόρνοις καὶ φαρμακοῖς καὶ εἰδωλολάτραις καὶ πᾶσι τοῖς ψευδέσι τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λίμνῃ τῇ καιομένῃ ἐν πυρὶ καὶ θείῳ, ὅ ἐστιν ὁ θάνατος ὁ δεύτερος.

9. Καὶ ἦλθεν εἷς τῶν ἑπτὰ ἀγγέλων τῶν ἐχόντων τὰς ἑπτὰ φιάλας τὰς γεμούσας τῶν ἑπτὰ πληγῶν τῶν ἐσχάτων, καὶ ἐλάλησε μετ' ἐμοῦ λέγων· δεῦρο δείξω σοι τὴν νύμφην τὴν γυναῖκα τοῦ ἀρνίου.

10. καὶ ἀπήνεγκέ με ἐν πνεύματι ἐπ' ὄρος μέγα καὶ ὑψηλόν, καὶ ἔδειξέ μοι τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ,

11. ἔχουσαν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ· ὁ φωστὴρ αὐτῆς ὅμοιος λίθῳ τιμιωτάτῳ ὡς λίθῳ ἰάσπιδι κρυσταλλίζοντι·

12. ἔχουσα τεῖχος μέγα καὶ ὑψηλόν, ἔχουσα πυλῶνας δώδεκα, καὶ ἐπὶ τοῖς πυλῶσιν ἀγγέλους δώδεκα, καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα, ἅ ἐστι ὀνόματα τῶν δώδεκα φυλῶν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.

13. ἀπ' ἀνατολῶν πυλῶνες τρεῖς, καὶ ἀπὸ βορρᾶ πυλῶνες τρεῖς, καὶ ἀπὸ νότου πυλῶνες τρεῖς, καὶ ἀπὸ δυσμῶν πυλῶνες τρεῖς.

14. καὶ τὸ τεῖχος τῆς πόλεως ἔχον θεμελίους δώδεκα, καὶ ἐπ' αὐτῶν δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου.

15. Καὶ ὁ λαλῶν μετ' ἐμοῦ εἶχε μέτρον κάλαμον χρυσοῦν, ἵνα μετρήσῃ τὴν πόλιν καὶ τοὺς πυλῶνας αὐτῆς καὶ τὸ τεῖχος αὐτῆς.

16. καὶ ἡ πόλις τετράγωνος κεῖται, καὶ τὸ μῆκος αὐτῆς ὅσον καὶ τὸ πλάτος. καὶ ἐμέτρησε τὴν πόλιν ἐν τῷ καλάμῳ ἐπὶ σταδίους δώδεκα χιλιάδων· τὸ μῆκος καὶ τὸ πλάτος καὶ τὸ ὕψος αὐτῆς ἴσα ἐστί.

17. καὶ ἐμέτρησε τὸ τεῖχος αὐτῆς ἑκατὸν τεσσαράκοντα τεσσάρων πηχῶν, μέτρον ἀνθρώπου, ὅ ἐστιν ἀγγέλου.

18. καὶ ἦν ἡ ἐνδόμησις τοῦ τείχους αὐτῆς ἴασπις, καὶ ἡ πόλις χρυσίον καθαρόν, ὅμοιον ὑάλῳ καθαρῷ.

19. οἱ θεμέλιοι τοῦ τείχους τῆς πόλεως παντὶ λίθῳ τιμίῳ κεκοσμημένοι· ὁ θεμέλιος ὁ πρῶτος ἴασπις, ὁ δεύτερος σάπφειρος, ὁ τρίτος χαλκηδών, ὁ τέταρτος σμάραγδος,

20. ὁ πέμπτος σαρδόνυξ, ὁ ἕκτος σάρδιον, ὁ ἕβδομος χρυσόλιθος, ὁ ὄγδοος βήρυλλος, ὁ ἔνατος τοπάζιον, ὁ δέκατος χρυσόπρασος, ὁ ἑνδέκατος ὑάκινθος, ὁ δωδέκατος ἀμέθυστος.

21. καὶ οἱ δώδεκα πυλῶνες δώδεκα μαργαρῖται· ἀνὰ εἷς ἕκαστος τῶν πυλώνων ἦν ἐξ ἑνὸς μαργαρίτου. καὶ ἡ πλατεῖα τῆς πόλεως χρυσίον καθαρὸν ὡς ὕαλος διαυγής.

22. Καὶ ναὸν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ναὸς αὐτῆς ἐστι, καὶ τὸ ἀρνίον.

23. καὶ ἡ πόλις οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν, καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ ἀρνίον.

24. καὶ περιπατήσουσι τὰ ἔθνη διὰ τοῦ φωτὸς αὐτῆς, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς φέρουσι τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν αὐτῶν εἰς αὐτήν,

25. καὶ οἱ πυλῶνες αὐτῆς οὐ μὴ κλεισθῶσιν ἡμέρας· νὺξ γὰρ οὐκ ἔσται ἐκεῖ·

26. καὶ οἴσουσι τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἐθνῶν εἰς αὐτήν.

27. καὶ οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν πᾶν κοινὸν καὶ ὁ ποιῶν βδέλυγμα καὶ ψεῦδος, εἰ μὴ οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου.

 


















































Revelation of John, Chapter 21 (KJV)

1. And I saw a new heaven and a new earth: for the first heaven and the first earth were passed away; and there was no more sea.
2. And I John saw the holy city, new Jerusalem, coming down from God out of heaven, prepared as a bride adorned for her husband.
3. And I heard a great voice out of heaven saying, Behold, the tabernacle of God is with men, and he will dwell with them, and they shall be his people, and God himself shall be with them, and be their God.
4. And God shall wipe away all tears from their eyes; and there shall be no more death, neither sorrow, nor crying, neither shall there be any more pain: for the former things are passed away.
5. And he that sat upon the throne said, Behold, I make all things new. And he said unto me, Write: for these words are true and faithful.
6. And he said unto me, It is done. I am Alpha and Omega, the beginning and the end. I will give unto him that is athirst of the fountain of the water of life freely.
7. He that overcometh shall inherit all things; and I will be his God, and he shall be my son.
8. But the fearful, and unbelieving, and the abominable, and murderers, and whoremongers, and sorcerers, and idolaters, and all liars, shall have their part in the lake which burneth with fire and brimstone: which is the second death.
9. And there came unto me one of the seven angels which had the seven vials full of the seven last plagues, and talked with me, saying, Come hither, I will shew thee the bride, the Lamb's wife.
10. And he carried me away in the spirit to a great and high mountain, and shewed me that great city, the holy Jerusalem, descending out of heaven from God,
11. Having the glory of God: and her light was like unto a stone most precious, even like a jasper stone, clear as crystal;
12. And had a wall great and high, and had twelve gates, and at the gates twelve angels, and names written thereon, which are the names of the twelve tribes of the children of Israel:
13. On the east three gates; on the north three gates; on the south three gates; and on the west three gates.
14. And the wall of the city had twelve foundations, and in them the names of the twelve apostles of the Lamb.
15. And he that talked with me had a golden reed to measure the city, and the gates thereof, and the wall thereof.
16. And the city lieth foursquare, and the length is as large as the breadth: and he measured the city with the reed, twelve thousand furlongs. The length and the breadth and the height of it are equal.
17. And he measured the wall thereof, an hundred and forty and four cubits, according to the measure of a man, that is, of the angel.
18. And the building of the wall of it was of jasper: and the city was pure gold, like unto clear glass.
19. And the foundations of the wall of the city were garnished with all manner of precious stones. The first foundation was jasper; the second, sapphire; the third, a chalcedony; the fourth, an emerald;
20. The fifth, sardonyx; the sixth, sardius; the seventh, chrysolite; the eighth, beryl; the ninth, a topaz; the tenth, a chrysoprasus; the eleventh, a jacinth; the twelfth, an amethyst.
21. And the twelve gates were twelve pearls; every several gate was of one pearl: and the street of the city  was pure gold, as it were transparent glass.
22. And I saw no temple therein: for the Lord God Almighty and the Lamb are the temple of it.
23. And the city had no need of the sun, neither of the moon, to shine in it: for the glory of God did lighten it, and the Lamb is the light thereof.
24. And the nations of them which are saved shall walk in the light of it: and the kings of the earth do bring their glory and honour into it.
25. And the gates of it shall not be shut at all by day: for there shall be no night there.
26. And they shall bring the glory and honour of the nations into it.
27. And there shall in no wise enter into it any thing that defileth, neither whatsoever worketh abomination, or maketh  a lie: but they which are written in the Lamb's book of life.