Revelation of John, Chapter 3 Modern Greek

01 ΚΑΙ προς τον αγγέλον της εν Σάρδεσιν εκκλησίας γράψον, Ταύτα λέγει ο έχων τα επτά πνεύματα του Θεού, και τους επτά αστέρας  Εξεύρω τα έργα σου, ότι το όνομα έχεις ότι ζης, και είσαι νεκρός.
02 Γίνου άγρυπνος, και στήριξον τα λοιπά τα οποία μέλλουσι να αποθάνωσι  διότι δεν εύρηκα τα έργα σου τέλεια ενώπιον
του Θεού.
03 Ενθυμού λοιπόν πως έλαβες και ήκουσας, και φύλαττε αυτά, και μετανόησον  εαν λοιπόν δεν αγρυπνήσης, θέλω ελθεί επί
σε ως κλέπτης, και δεν θέλεις γνωρίσει ποίαν ώραν θέλω ελθεί επί σε.
04  Έχεις ολίγα ονόματα και εν Σάρδεσι, τα οποία δεν εμόλυναν τα ιμάτια αυτών  και θέλουσι περιπατήσει μετ' εμού με λευκά, διότι είναι άξιοι.
05 Ο νικών, ούτος θέλει ενδυθή ιμάτια λευκά  και δεν θέλω εξαλείψει το όνομα αυτού εκ του βιβλίου της ζωής, και θέλω
ομολογήσει το όνομα αυτού ενώπιον του Πατρος μου, και ενώπιον των αγγέλων αυτού.
06  Όστις έχει ωτίον, ας ακούση τι λέγει το Πνεύμα προς τας εκκλησίας.
07 ΚΑΙ προς τον άγγελον της εν Φιλαδελφεία εκκλησίας γράψον, Ταύτα λέγει ο άγιος, ο αληθινός, ο έχων το κλειδίον του Δαβίδ  όστις ανοίγει, και ουδείς κλείει  και κλείει, και ουδείς ανοίγει
08 Εξεύρω τα έργα σου  ιδού, έθεσα ενώπιον σου θύραν ανεωγμένην, και ουδείς δύναται να κλείση αυτήν  διοτι έχεις μικράν δύναμιν, και εφύλαξας τον λογον μου, και δεν ηρνήθης το όνομα μου.
09 Ιδού, θέλω κάμει τους εκ της συναγωγής του Σατανά οίτινες λέγουσιν εαυτούς ότι είναι Ιουδαίοι, και δεν είναι, αλλά ψεύδονται  ιδού, θέλω κάμει αυτούς να έλθωσι και να προσκυνήσωσιν ενώπιον των ποδών σου, και να γνωρίσωσιν ότι εγώ σε ηγάπησα.
10 Επειδή εφύλαξας τον λογον της υπομονής μου, και εγώ θέλω σε φυλάξει εκ της ώρας του πειρασμού ήτις μέλλει να έλθη επί της ικουμένης όλης, δια να δοκιμάση τους κατοικούντας επί της γης.
11 Ιδού, έρχομαι ταχέως  κράτει εκείνο το οποίον έχεις, δια να μη λάβη μηδείς τον στέφανον σου.
12  Όστις νικά, θέλω κάμει αυτον στύλον εν τω ναώ του Θεού μου, και δεν θέλει εξέλθει πλέον έξω  και θέλω γράψει επ' αυτον το όνομα του Θεού μου, και το όνομα της πόλεως του Θεού μου, της νέας Ιερουσαλήμ, ήτις καταβαίνει εκ του ουρανού από του Θεού μου, και το όνομα μου το νέον.
13  Όστις έχει ωτίον, ας ακούση τι λέγει το Πνεύμα προς τας εκκλησίας.
14 ΚΑΙ προς τον άγγελον της εκκλησίας των Λαοδικέων γράψον, Ταύτα λέγει ο Αμήν, ο μάρτυς ο πιστός και αληθινός, η αρχή της κτίσεως του Θεού
15 Εξεύρω τα έργα σου, οτι ούτε ψυχρός είσαι ούτε ζεστός είθε να ήσο ψυχρός ή ζεστός
16 ούτως, επειδή είσαι χλιαρός, και ούτε ψυχρός ούτε ζεστός, μέλλω να σε εξεμέσω εκ του στόματος μου.
17 Διοτι λέγεις,  Ότι πλούσιος είμαι, και επλούτησα, και δεν έχω χρείαν ουδενός, και δεν εξεύρεις ότι συ είσαι ο ταλαίπωρος, και ελεεινός, και πτωχός, και τυφλός, και γυμνός
18 συμβουλεύω σε να αγοράσης παρ' εμού χρυσίον δεδοκιμασμένον εκ πυρός, δια να πλουτήσης  και ιμάτια λευκά, δια να ενδυθής, και να μη φανερωθή η αισχύνη της γυμνότητος σου  και χρίσον τους οφθαλμούς σου με κολλούριον, δια να βλέπης.
19 Εγώ όσους αγαπώ, ελέγχω και παιδεύω  γενού λοιπόν ζηλωτής και μετανοήσον.
20 Ιδού, ίσταμαι εις την θύραν και κρούω  εαν τις ακούση της φωνής μου, και ανοίξη την θύραν, θέλω εισέλθει προς αυτόν, και θέλω δειπνήσει μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού.
21  Όστις νικά, θέλω δώσει εις αυτόν να καθίση μετ' εμού εν τω θρόνω μου, καθώς και εγώ ενίκησα, και εκάθισα μετά του Πατρός μου εν τω θρόνω αυτού.
22  Όστις έχει ωτίον, ας ακούση τι λέγει το Πνεύμα προς τας εκκλησίας.
-
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Revelation of John, Chapter 3 Demotic Greek

1. «Και στον άγγελο της εκκλησίας στις Σάρδεις γράψε: Να τι λέει εκείνος που έχει τα εφτά πνεύματα του Θεού και τα εφτά αστέρια: Ξέρω τα έργα σου, ότι δηλαδή έχεις τη φήμη πως ζεις, μα είσαι νεκρός!
2. Ξύπνα και στήριξε όσα ακόμα απομένουν, τα οποία κινδυνεύουν κι αυτά να αφανιστούν! Γιατί δε βρήκα τα έργα σου ολοκληρωμένα, έτσι που να στέκουν μπροστά στο Θεό μου.
3. Να θυμάσαι λοιπόν τι έχεις παραλάβει και τι έχεις ακούσει, και εφάρμοζέ τα και μετανόησε. Γιατί, αν τελικά δεν ξυπνήσεις, θα έρθω εναντίον σου απρόσμενα σαν τον κλέφτη και δε θα πάρεις καν είδηση ποια ώρα θα έρθω εναντίον σου!
4. Έχεις όμως λίγα ακόμα άτομα στις Σάρδεις, που δε μόλυναν τα ρούχα τους, κι αυτοί θα περπατήσουν ντυμένοι στα λευκά, γιατί είναι άξιοι.
5. »Όποιος νικά, αυτός θα ντυθεί με ρούχα λευκά και σίγουρα το όνομά του δε θα το σβήσω από το Βιβλίο της Ζωής. Απεναντίας, θα αναγνωρίσω τ' όνομά του μπροστά στον Πατέρα μου και μπροστά στους αγγέλους του.
6. Όποιος έχει αυτιά ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες».
7. «Και στον άγγελο της εκκλησίας στη Φιλαδέλφεια γράψε: Να τι λέει ο Άγιος, ο Αληθινός, αυτός που έχει το κλειδί του Δαβίδ, αυτός που ανοίγει και κανείς πια δε θα κλείσει και κλείνει και κανείς πια δε θα ανοίξει:
8. Τα ξέρω τα έργα σου. Ορίστε λοιπόν! Έχω τοποθετήσει μπροστά σου μια πόρτα ανοιγμένη, που κανείς δεν μπορεί να την κλείσει. Γιατί, παρόλο που έχεις μικρή δύναμη, φύλαξες το λόγο μου και δεν απαρνήθηκες το όνομά μου.
9. Δες τώρα που θα αποκαλύψω εκείνους που προέρχονται από τη συναγωγή του Σατανά και οι οποίοι αυτοαποκαλούνται Ιουδαίοι, ενώ δεν είναι, αλλά ψεύδονται. Δες λοιπόν τώρα που θα τους κάνω να έρθουν και να προσκυνήσουν μπρος στα πόδια σου, και θα μάθουν ότι εγώ σε αγάπησα.
10. Επειδή φύλαξες το λόγο μου, πράγμα που απαιτούσε υπομονή, γι' αυτό κι εγώ θα σε διαφυλάξω από την ώρα της δοκιμασίας που πρόκειται να έρθει πάνω σε ολόκληρη την οικουμένη, για να περάσουν από δοκιμασία οι κάτοικοι της γης.
11. Έρχομαι ξαφνικά. Κράτα εκείνο που έχεις, ώστε κανένας να μην πάρει το στεφάνι σου.
12. »Όποιος νικά, αυτόν θα κάνω στύλο στο ναό του Θεού μου, και έξω αυτός ποτέ πια δε θα ξαναβγεί, και πάνω σ' αυτόν θα γράψω το όνομα του Θεού μου και το όνομα της πόλης του Θεού μου, της καινούργιας Ιερουσαλήμ που κατεβαίνει από τον ουρανό, από το Θεό μου, και θα γράψω ακόμα το όνομά μου το καινούργιο.
13. Όποιος έχει αυτιά ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες».
14. «Και στον άγγελο της εκκλησίας στη Λαοδίκεια γράψε: Να τι λέει ο Αμήν, ο Μάρτυρας ο αξιόπιστος και αληθινός, η δημιουργική αρχή της κτίσης του Θεού:
15. Τα ξέρω τα έργα σου, ότι ούτε κρύος είσαι ούτε ζεστός. Προτιμότερο θα ήταν να ήσουν είτε κρύος είτε ζεστός.
16. Μα επειδή είσαι χλιαρός, και δεν είσαι ούτε ζεστός ούτε κρύος, θα σε ξεράσω από το στόμα μου.
17. Εσύ, βέβαια, λες: Πλούσιος είμαι! και: Έχω πλουτίσει εγώ και δεν έχω την ανάγκη κανενός! Όμως δεν ξέρεις ότι εσύ είσαι ο ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός και γυμνός!
18. Σε συμβουλεύω ν' αγοράσεις από μένα χρυσάφι καθαρισμένο στη φωτιά, για να πλουτίσεις, καθώς και ρούχα λευκά για να ντυθείς και να μη φανερωθεί η ντροπή της γύμνιας σου, κι επίσης κολλύριο για να αλείψεις τα μάτια σου, ώστε να βλέπεις!
19. Εγώ όσους αγαπώ σαν φίλους μου, τους ελέγχω και τους παιδαγωγώ. Γίνε λοιπόν θερμός και μετανόησε.
20. Να! Στέκομαι τώρα μπρος στην πόρτα και χτυπώ! Αν κανείς ακούσει τη φωνή μου και ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του, κι αυτός μαζί μου.
21. »Όποιος νικά θα του δώσω το δικαίωμα να καθίσει μαζί μου στο θρόνο μου, όπως νίκησα κι εγώ και κάθισα μαζί με τον Πατέρα μου στο θρόνο του.
22. Όποιος έχει αυτιά ας ακούσει τι λέει το Πνεύμα στις εκκλησίες».
-
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
  Matthew 1

Revelation of John Chapter 3 Ancient Greek

1. Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἔχων τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας· οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ.

2. γίνου γρηγορῶν, καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθνήσκειν· οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου.

3. μνημόνευε οὖν πῶς εἴληφας καὶ ἤκουσας, καὶ τήρει καὶ μετανόησον. ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπὶ σὲ ὡς κλέπτης, καὶ οὐ μὴ γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπὶ σέ.

4. ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ' ἐμοῦ ἐν λευκοῖς, ὅτι ἄξιοί εἰσιν.

5. Ὁ νικῶν οὗτος περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.

6. Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

7. Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινός, ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαυΐδ, ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει, καὶ κλείων καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει·

8. οἶδά σου τὰ ἔργα· ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι αὐτήν· ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ ἐτήρησάς μου τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά μου.

9. ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσίν, ἀλλὰ ψεύδονται· ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε.

10. ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.

11. ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου.

12. Ὁ νικῶν, ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι, καὶ γράψω ἐπ' αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς καινῆς Ἱερουσαλήμ, ἣ καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν.

13. Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

14. Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ·

15. οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός·

16. οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.

17. ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός,

18. συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ' ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἴνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.

19. ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον.

20. ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ' ἐμοῦ.

21. Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ' ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ.

22. Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Revelation of John, Chapter 3 (KJV)

1. And unto the angel of the church in Sardis write; These things saith he that hath the seven Spirits of God, and the seven stars; I know thy works, that thou hast a name that thou livest, and art dead.
2. Be watchful, and strengthen the things which remain, that are ready to die: for I have not found thy works perfect before God.
3. Remember therefore how thou hast received and heard, and hold fast, and repent. If therefore thou shalt not watch, I will come on thee as a thief, and thou shalt not know what hour I will come upon thee.
4. Thou hast a few names even in Sardis which have not defiled their garments; and they shall walk with me in white: for they are worthy.
5. He that overcometh, the same shall be clothed in white raiment; and I will not blot out his name out of the book of life, but I will confess his name before my Father, and before his angels.
6. He that hath an ear, let him hear what the Spirit saith unto the churches.
7. And to the angel of the church in Philadelphia write; These things saith he that is holy, he that is true, he that hath the key of David, he that openeth, and no man shutteth; and shutteth, and no man openeth;
8. I know thy works: behold, I have set before thee an open door, and no man can shut it: for thou hast a little strength, and hast kept my word, and hast not denied my name.
9. Behold, I will make them of the synagogue of Satan, which say they are Jews, and are not, but do lie; behold, I will make them to come and worship before thy feet, and to know that I have loved thee.
10. Because thou hast kept the word of my patience, I also will keep thee from the hour of temptation, which shall come upon all the world, to try them that dwell upon the earth.
11. Behold, I come quickly: hold that fast which thou hast, that no man take thy crown.
12. Him that overcometh will I make a pillar in the temple of my God, and he shall go no more out: and I will write upon him the name of my God, and the name of the city of my God, which is new Jerusalem, which cometh down out of heaven from my God: and I will write upon him my new name.
13. He that hath an ear, let him hear what the Spirit saith unto the churches.
14. And unto the angel of the church of the Laodiceans write; These things saith the Amen, the faithful and true witness, the beginning of the creation of God;
15. I know thy works, that thou art neither cold nor hot: I would thou wert cold or hot.
16. So then because thou art lukewarm, and neither cold nor hot, I will spue thee out of my mouth.
17. Because thou sayest, I am rich, and increased with goods, and have need of nothing; and knowest not that thou art wretched, and miserable, and poor, and blind, and naked:
18. I counsel thee to buy of me gold tried in the fire, that thou mayest be rich; and white raiment, that thou mayest be clothed, and that the shame of thy nakedness do not appear; and anoint thine eyes with eyesalve, that thou mayest see.
19. As many as I love, I rebuke and chasten: be zealous therefore, and repent.
20. Behold, I stand at the door, and knock: if any man hear my voice, and open the door, I will come in to him, and will sup with him, and he with me.
21. To him that overcometh will I grant to sit with me in my throne, even as I also overcame, and am set down with my Father in his throne.
22. He that hath an ear, let him hear what the Spirit saith unto the churches.
-
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

-