Revelation of John, Chapter 6 Modern Greek

01 ΚΑΙ είδον, οτε ήνοιξε το Αρνίον μίαν εκ των σφραγίδων, και ήκουσα εν εκ των τεσσάρων ζώων λέγον, ως φωνήν βροντής, Έρχου και βλέπε.
02 Και είδον, και ιδού ίππος λευκός  και ο καθήμενος επ' αυτόν είχε τόξον  και εδόθη εις αυτόν στέφανος, και εξήλθε νικών, και δια να νικήση.
03 Και ότε ήνοιξε την δευτέραν σφραγίδα, ήκουσα το δεύτερον ζώον λέγον,  Έρχου και βλέπε.
04 Και εξήλθεν άλλος ίππος κόκκινος  και εις τον καθήμενον επ' αυτόν εδόθη να σηκώση την ειρήνην από της γης, και να σφάξωσιν αλλήλους, και εδόθη εις αυτόν μάχαιρα μεγάλη.
05 Και ότε ήνοιξε την τρίτην σφραγίδα, ήκουσα το τρίτον ζώον λέγον,  Έρχου και βλέπε. Και είδον, και ιδού ίππος μέλας,  και ο καθήμενος επ' αυτόν είχε ζυγαρίαν εν τη χειρί αυτού.
06 Και ήκουσα φωνήν εν μέσω των τεσσάρων ζώων λέγουσαν, Μια χοίνιξ σίτου δι' εν δηνάριον  και τρείς χοίνικες κριθής δι' εν δηνάριον  και, Το έλαιον και τον οίνον μη βλάψης.
07 Και ότε ήνοιξε την σφραγίδα την τετάρτην, ήκουσα φωνήν του τετάρτου ζώου λέγουσαν,  Έρχου και βλέπε.
08 Και είδον, και ιδού ίππος ωχρός, και ο καθήμενος επάνω αυτού ωνομάζετο Θάνατος, και ο  ’δης ηκολούθει μετ' αυτού και εδόθη εις αυτούς εξουσία επί το τέταρτον της γης να θανατώσωσι με ρομφαίαν και με πείναν και με θάνατον, και με τα θηρία της γης.
09 Και οτε ήνοιξε την πέμπτην σφραγίδα, είδον υποκάτω του θυσιαστηρίου τας ψυχάς των εσφαγμένων δια τον λόγον του Θεού, και δια την μαρυρίαν την οποίαν είχον
10 και έκραζον μετά φωνής μεγάλης, λέγοντες,  Έως πότε ω Δέσποτα άγιε και αληθινέ, δεν κρίνεις και εκδικείς το αίμα ημών από των κατοικούντων επί της γης;
11 Και εδόθησαν εις έκαστον στολαί λευκαί, και ερρέθη προς αυτούς να αναπαυθώσιν έτι ολίγον καιρόν, εωσού συμπληρωθώσι και οι σύνδουλοι αυτών και οι αδελφοί αυτών, οι μέλλοντες να φονευθώσιν ως και αυτοί.
12 Και είδον, οτε ήνοιξε την σφραγίδα την έκτην  και ιδού, έγεινε σεισμός μέγας, και ο ήλιος έγεινε μέλας ως σάκκος τρίχινος, και η σελήνη έγεινεν ως αίμα
13 και οι αστέρες του ουρανού έπεσαν εις την γην, καθώς η συκή ρίπτει τα άωρα
14 Και ο ουρανός απεχωρίσθη "ως βιβλίον τετυλιγμένον," και παν όρος και νήσος εκινήθησαν εκ των τόπων αυτών
15 και οι βασιλείς της γης, και οι μεγιστάνες, και οι πλούσιοι, και οι χιλίαρχοι, και οι δυνατοί, και πας δούλος, και πας ελεύθερος, έκρυψαν εαυτούς εις τα σπήλαια και εις τας πέτρας των ορέων,
16 και λέγουσι προς τα όρη και προς τας πέτρας, Πέσετε εφ' ημάς, και κρύψατε ημάς από προσώπου του καθημένου επί του θρόνου, και από της οργής του Αρνίου
17 διότι ήλθεν η ημέρα η μεγάλη της οργής αυτού  και τις δύναται να σταθή;
-
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Revelation of John, Chapter 6 Demotic Greek

1. Και είδα όταν το Αρνί άνοιξε τη μια από τις εφτά σφραγίδες, και άκουσα ένα από τα τέσσερα όντα να λέει με φωνή που έμοιαζε με βροντή: «Έλα»!
2. Κοίταξα τότε, και είδα ένα άσπρο άλογο, και τον καβαλάρη του να έχει ένα τόξο. Και του δόθηκε στεφάνι και ξεκίνησε νικώντας και με σκοπό να νικήσει!
3. Κι όταν άνοιξε τη δεύτερη σφραγίδα, άκουσα το δεύτερο ον να λέει: «Έλα»!
4. Βγήκε τότε ένα άλλο άλογο που είχε το χρώμα της φωτιάς, και στον καβαλάρη του δόθηκε η εξουσία να αφαιρέσει την ειρήνη από τη γη, έτσι που οι άνθρωποι να αλληλοσφαχτούνε. Του δόθηκε λοιπόν ένα μεγάλο σπαθί.
5. Κι όταν άνοιξε την τρίτη σφραγίδα, άκουσα το τρίτο ον να λέει: «Έλα»! Κοίταξα τότε, και είδα ένα άλογο μαύρο, και τον καβαλάρη του να έχει μια ζυγαριά στο χέρι.
6. Κι άκουσα κάτι σαν φωνή ανάμεσα από τα τέσσερα όντα να λέει: «Ένα κιλό σιτάρι για ένα δηνάριο και τρία κιλά κριθάρι πάλι για ένα δηνάριο. Μα το λάδι και το κρασί μην τα υποτιμήσεις!»
7. Κι όταν άνοιξε την τέταρτη σφραγίδα, άκουσα τη φωνή του τέταρτου όντος να λέει: «Έλα»!
8. Κοίταξα λοιπόν, και είδα ένα άλογο που το χρώμα του ήταν κίτρινο προς το πράσινο, με τον καβαλάρη του, και το όνομα του καβαλάρη του ήταν «Ο Θάνατος»! Και από κοντά τον ακολουθούσε ο Άδης. Και δόθηκε σ' αυτούς η εξουσία να εξοντώσουν το ένα τέταρτο της γης με ρομφαία και με πείνα και με θανατικό και με κατασπαραγμό από τα θηρία της γης.
9. Κι όταν άνοιξε την πέμπτη σφραγίδα, είδα κάτω από το θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων που σφαγιάστηκαν, επειδή ακολούθησαν το Λόγο του Θεού και επειδή έδωσαν τη μαρτυρία τους.
10. Και τους άκουσα που έκραξαν με δυνατή φωνή λέγοντας: «Ως πότε, εσύ που είσαι ο Δεσπότης, ο Άγιος και ο Αληθινός δεν αρχίζεις επιτέλους να κρίνεις και να εκδικείσαι για το αίμα μας αυτούς που κατοικούν στη γη;».
11. Δόθηκε τότε στον καθένα τους ξεχωριστά από μια λευκή στολή και τους είπαν να αναπαυθούν για λίγο καιρό ακόμα, ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός τους και από τους συνδούλους τους και από τους αδελφούς τους που πρόκειται να θανατωθούν, όπως κι αυτοί.
12. Είδα κατόπιν που άνοιξε την έκτη σφραγίδα, και έγινε ένας σεισμός μεγάλος, και ο ήλιος μαύρισε σαν τρίχινο σακί, και το φεγγάρι έγινε σαν το αίμα.
13. Και τ' αστέρια τ' ουρανού έπεσαν στη γη σαν τη συκιά που ρίχνει τους ατροφικούς φθινοπωρινούς καρπούς της όταν την τραντάζει δυνατός άνεμος.
14. Και ο ουρανός αποσπάστηκε σαν χαρτί που τυλίγεται σε ρολό, και κάθε βουνό και νησί μετακινήθηκε από τη θέση του!
15. Τότε οι βασιλιάδες της γης και οι μεγάλοι και οι στρατηγοί και οι πλούσιοι και οι δυνατοί και κάθε δούλος ή ελεύθερος κρύφτηκαν στις σπηλιές και στα βράχια των βουνών,
16. και έλεγαν στα βουνά και στις πέτρες: «Σωριαστείτε πάνω μας και κρύψτε μας από το πρόσωπο εκείνου που κάθεται στο θρόνο και από την οργή του Αρνιού,
17. γιατί ήρθε η Μέρα η Μεγάλη της οργής του! Και ποιος μπορεί να την αντέξει;»
-
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
  Matthew 1

Revelation of John Chapter 6 Ancient Greek

1. Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξε τὸ ἀρνίον μίαν ἐκ τῶν ἑπτὰ σφραγίδων· καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγοντος, ὡς φωνὴ βροντῆς· ἔρχου.

2. καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ' αὐτὸν ἔχων τόξον· καὶ ἐδόθη αὐτῷ στέφανος, καὶ ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νικήσῃ.

3. Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν δευτέραν, ἤκουσα τοῦ δευτέρου ζῴου λέγοντος· ἔρχου.

4. καὶ ἐξῆλθεν ἄλλος ἵππος πυρρός, καὶ τῷ καθημένῳ ἐπ' αὐτὸν ἐδόθη αὐτῷ λαβεῖν τὴν εἰρήνην ἐκ τῆς γῆς καὶ ἵνα ἀλλήλους σφάξωσι, καὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη.

5. Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τρίτην, ἤκουσα τοῦ τρίτου ζῴου λέγοντος, ἔρχου. καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος μέλας, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ' αὐτὸν ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ.

6. καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου· καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον μὴ ἀδικήσῃς.

7. Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τετάρτην, ἤκουσα φωνὴν τοῦ τετάρτου ζῴου λέγοντος· ἔρχου.

8. καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος χλωρός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ, ὄνομα αὐτῷ ὁ θάνατος, καὶ ὁ ᾅδης ἠκολούθει μετ' αὐτοῦ· καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ τὸ τέταρτον τῆς γῆς, ἀποκτεῖναι ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ καὶ ἐν θανάτῳ καὶ ὑπὸ τῶν θηρίων τῆς γῆς.

9. Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀρνίου ἣν εἶχον·

10. καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς;

11. καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί.

12. Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν ἕκτην, καὶ σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ὁ ἥλιος μέλας ἐγένετο ὡς σάκκος τρίχινος, καὶ ἡ σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα,

13. καὶ οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν, ὡς συκῆ βάλλουσα τοὺς ὀλύνθους αὐτῆς, ὑπὸ ἀνέμου μεγάλου σειομένη,

14. καὶ ὁ οὐρανὸς ἀπεχωρίσθη ὡς βιβλίον ἑλισσόμενον, καὶ πᾶν ὄρος καὶ νῆσος ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν·

15. καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ χιλίαρχοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ καὶ πᾶς δοῦλος καὶ ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς πέτρας τῶν ὀρέων,

16. καὶ λέγουσι τοῖς ὄρεσι καὶ ταῖς πέτραις· πέσετε ἐφ' ἡμᾶς καὶ κρύψατε ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ ἀρνίου,

17. ὅτι ἦλθεν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη τῆς ὀργῆς αὐτοῦ, καὶ τίς δύναται σταθῆναι;

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Revelation of John, Chapter 6 (KJV)

1. And I saw when the Lamb opened one of the seals, and I heard, as it were the noise of thunder, one of the four beasts saying, Come and see.
2. And I saw, and behold a white horse: and he that sat on him had a bow; and a crown was given unto him: and he went forth conquering, and to conquer.
3. And when he had opened the second seal, I heard the second beast say, Come and see.
4. And there went out another horse that was red: and power was given to him that sat thereon to take peace from the earth, and that they should kill one another: and there was given unto him a great sword.
5. And when he had opened the third seal, I heard the third beast say, Come and see. And I beheld, and lo a black horse; and he that sat on him had a pair of balances in his hand.
6. And I heard a voice in the midst of the four beasts say, A measure of wheat for a penny, and three measures of barley for a penny; and see thou hurt not the oil and the wine.
7. And when he had opened the fourth seal, I heard the voice of the fourth beast say, Come and see.
8. And I looked, and behold a pale horse: and his name that sat on him was Death, and Hell followed with him. And power was given unto them over the fourth part of the earth, to kill with sword, and with hunger, and with death, and with the beasts of the earth.
9. And when he had opened the fifth seal, I saw under the altar the souls of them that were slain for the word of God, and for the testimony which they held:
10. And they cried with a loud voice, saying, How long, O Lord, holy and true, dost thou not judge and avenge our blood on them that dwell on the earth?
11. And white robes were given unto every one of them; and it was said unto them, that they should rest yet for a little season, until their fellowservants also and their brethren, that should be killed as they were , should be fulfilled.
12. And I beheld when he had opened the sixth seal, and, lo, there was a great earthquake; and the sun became black as sackcloth of hair, and the moon became as blood;
13. And the stars of heaven fell unto the earth, even as a fig tree casteth her untimely figs, when she is shaken of a mighty wind.
14. And the heaven departed as a scroll when it is rolled together; and every mountain and island were moved out of their places.
15. And the kings of the earth, and the great men, and the rich men, and the chief captains, and the mighty men, and every bondman, and every free man, hid themselves in the dens and in the rocks of the mountains;
16. And said to the mountains and rocks, Fall on us, and hide us from the face of him that sitteth on the throne, and from the wrath of the Lamb:
17. For the great day of his wrath is come; and who shall be able to stand?

-
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

-