Revelation of John, Chapter 7 Modern Greek

01 ΚΑΙ μετά  ταύτα είδον τέσσαρας αγγέλους ισταμένους επί τας τέσσαρας γωνίας της γης, κρατούντας τους τέσσαρας ανέμους της γης, δια να μη πνέη άνεμος επί της γης, μήτε επί της θαλάσσης, μήτε επί παν δένδρον.
02 Και είδον άλλον άγγελον ότι ανέβη από ανατολής ηλίου, έχων σφραγίδα του Θεού του ζώντος  και έκραξε μετά φωνής μεγάλης προς τους τέσσαρας αγγέλους, εις τους οποίους εδόθη να βλάψωσι την γην και την θάλασσαν,
03 λέγων, Μη βλάψητε την γην, μήτε την θάλασσαν, μήτε τα δένδρα, εωσού σφραγίσωμεν τους δούλους του Θεού ημών επί των μετώπων αυτών.
04 Και ήκουσα τον αριθμόν των εσφραγισμένων  εκετόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες ήσαν εσφραγισμένοι εκ πάσης φυλής των υιών Ισραήλ
05 εκ φυλής Ιούδα, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Ρουβήν, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Γάδ, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι
06 εκ φυλής Ασήρ, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Νεφθαλείμ, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Μανασσή, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι
07 εκ φυλής Συμεών, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Λευϊ, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Ισσάχαρ, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι
08 εκ φυλής Ζαβουλών, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Ιωσήφ, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι  εκ φυλής Βενιαμίν, δώδεκα χιλιάδες εσφραγισμένοι.
09 Μετά ταύτα είδον, και ιδού όχλος πολύς, τον οποίον ουδείς ηδύνατο να αριθμήση, εκ παντός έθνους και φυλών και λαών και γλωσσών, οίτινες ίσταντο ενώπιον του θρόνου και ενώπιον του Αρνίου, ενδεδυμένοι στολάς λευκάς, έχοντες φοίνικας εν ταις χερσίν αυτών
10 και κράζοντες μετά φωνής μεγάλης, έλεγον, Η σωτηρία είναι του Θεού ημών του καθημένου επί του θρόνου, και του Αρνίου.
11 Και πάντες οι άγγελοι ίσταντο κύκλω του θρόνου και των πρεσβυτέρων και των τεσσάρων ζώων, και έπεσαν κατά πρόσωπον ενώπιον του θρόνου, και προσεκύνησαν τον Θεόν,
12 λέγοντες, Αμήν  η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμις και η ισχύς ανήκει εις τον Θεόν ημών εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
13 Και απεκρίθη εις εκ των πρεσβυτέρων, λέγων προς εμέ, Ούτοι οι ενδεδυμένοι τας στολάς τας λευκάς, τίνες είναι, και πόθεν ήλθον;
14 Και είπα προς αυτόν, Κύριε, συ εξεύρεις. Και είπε προς εμέ, Ούτοι είναι οι ερχόμενοι εκ της θλίψεως της μεγάλης και έπλυναν τας στολάς αυτών, και ελεύκαναν αυτάς εν τω αίματι του Αρνίου.
15 Δια τούτο είναι ενώπιον του θρόνου του Θεού, και λατρεύουσιν αυτόν ημέραν και νύκτα εν τω ναώ αυτού  και ο καθήμενος επί του θρόνου θέλει κατασκηνώσει επ' αυτούς.
16 Δεν θέλουσι πεινάσει πλέον, ουδέ θέλουσι διψήσει πλέον, ουδέ θέλει πέσει επ' αυτούς ο ήλιος, ουδέ κανέν καύμα
17 διότι το Αρνίον το αναμέσον του θρόνου θέλει ποιμάνει αυτούς, και οδηγήσει αυτούς εις ζώσας πηγάς υδάτων  και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών.































































Revelation of John, Chapter 7 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτό είδα τέσσερις αγγέλους να στέκονται στις τέσσερις άκρες της γης και να εμποδίζουν τους τέσσερις ανέμους της γης, ώστε να μη φυσά άνεμος μήτε στη στεριά μήτε στη θάλασσα μήτε σε κανένα δέντρο.
2. Είδα κατόπιν έναν άγγελο ν' ανεβαίνει από εκεί που ανατέλλει ο ήλιος, ο οποίος είχε τη σφραγίδα του Ζωντανού Θεού. Και έκραξε με δυνατή φωνή στους τέσσερις αγγέλους, στους οποίους είχε δοθεί η εξουσία να χτυπήσουν τη στεριά και τη θάλασσα,
3. λέγοντάς τους: «Μη χτυπήσετε τη στεριά μέχρι που να σφραγίσουμε τους δούλους του Θεού μας στα μέτωπά τους».
4. Άκουσα τότε τον αριθμό των σφραγισμένων. Εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες ήταν οι σφραγισμένοι απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ:
5. Από τη φυλή του Ιούδα δώδεκα χιλιάδες σφραγισμένοι, από τη φυλή του Ρουβήν δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Γαδ δώδεκα χιλιάδες,
6. από τη φυλή του Ασήρ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Νεφθαλείμ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Μανασσή δώδεκα χιλιάδες,
7. από τη φυλή του Συμεών δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Λευί δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Ισσάχαρ δώδεκα χιλιάδες,
8. από τη φυλή του Ζαβουλών δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Ιωσήφ δώδεκα χιλιάδες, από τη φυλή του Βενιαμίν δώδεκα χιλιάδες σφραγισμένοι.
9. Ύστερα απ' αυτά κοίταξα, και είδα πλήθος μεγάλο - που δεν μπορούσε κανένας να μετρήσει - από κάθε έθνος και απ' όλες τις φυλές και τους λαούς και τις γλώσσες, οι οποίοι στέκονταν μπροστά στο θρόνο και μπροστά στο Αρνί, ντυμένοι με λευκές στολές και με φοινικόκλαδα στα χέρια τους,
10. κι έκραζαν με δυνατή φωνή και έλεγαν: «Η σωτηρία μας οφείλεται στο Θεό μας, που κάθεται στο θρόνο, και στο Αρνί»!
11. Τότε όλοι οι άγγελοι στάθηκαν γύρω από το θρόνο και από τους πρεσβυτέρους και από τα τέσσερα όντα και έπεσαν μπρούμυτα μπροστά στο θρόνο και προσκύνησαν το Θεό
12. λέγοντας: «Ναι! Η ευλογία και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς ανήκουν στο Θεό μας στους αιώνες των αιώνων! Αμήν.»
13. Απευθύνθηκε τότε σε μένα ένας από τους πρεσβυτέρους και με ρώτησε: «Αυτοί εδώ οι ντυμένοι με τις λευκές στολές, ποιοι είναι; Και από πού ήρθαν;».
14. Κι εγώ του αποκρίθηκα: «Κύριέ μου, εσύ ξέρεις». Τότε εκείνος μου είπε: «Είναι αυτοί που προέρχονται από τη θλίψη τη μεγάλη, και που έπλυναν τις στολές τους και τις λεύκαναν με το αίμα του Αρνιού.
15. Γι' αυτό και βρίσκονται μπροστά στο θρόνο του Θεού και τον λατρεύουν μέρα και νύχτα στο ναό του. Κι αυτός που κάθεται στο θρόνο θα απλώσει σκέπη προστασίας πάνω τους.
16. Δε θα πεινάσουν πια ούτε θα διψάσουν ούτε θα πέσει ο ήλιος πάνω τους κι ούτε θα υποστούν οποιοδήποτε κάψιμο.
17. Γιατί θα τους ποιμάνει το Αρνί, που είναι στη μέση του θρόνου, και θα τους οδηγήσει σε πηγές που αναβλύζουν το νερό της ζωής, και θα εξαλείψει ο Θεός κάθε δάκρυ από τα μάτια τους»!
-































































Matthew 1

Revelation of John Chapter 7 Ancient Greek

1. Καὶ μετὰ τοῦτο εἶδον τέσσαρας ἀγγέλους ἑστῶτας ἐπὶ τὰς τέσσαρας γωνίας τῆς γῆς, κρατοῦντας τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τῆς γῆς, ἵνα μὴ πνέῃ ἄνεμος ἐπὶ τῆς γῆς μήτε ἐπὶ τῆς θαλάσσης μήτε ἐπὶ πᾶν δένδρον.

2. καὶ εἶδον ἄλλον ἄγγελον ἀναβαίνοντα ἀπὸ ἀνατολῆς ἡλίου, ἔχοντα σφραγῖδα Θεοῦ ζῶντος, καὶ ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ τοῖς τέσσαρσιν ἀγγέλοις, οἷς ἐδόθη αὐτοῖς ἀδικῆσαι τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν,

3. λέγων· μὴ ἀδικήσητε τὴν γῆν μήτε τὴν θάλασσαν μήτε τὰ δένδρα, ἄχρις οὗ σφραγίσωμεν τοὺς δούλους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν.

4. Καὶ ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐσφραγισμένων· ἑκατὸν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες ἐσφραγισμένοι ἐκ πάσης φυλῆς υἱῶν Ἰσραήλ·

5. ἐκ φυλῆς Ἰούδα δώδεκα χιλιάδες ἐσφραγισμένοι, ἐκ φυλῆς Ῥουβὴν δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Γὰδ δώδεκα χιλιάδες,

6. ἐκ φυλῆς Ἀσὴρ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Νεφθαλεὶμ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Μανασσῆ δώδεκα χιλιάδες,

7. ἐκ φυλῆς Συμεὼν δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Λευῒ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Ἰσσάχαρ δώδεκα χιλιάδες,

8. ἐκ φυλῆς Ζαβουλὼν δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Ἰωσὴφ δώδεκα χιλιάδες, ἐκ φυλῆς Βενιαμὶν δώδεκα χιλιάδες ἐσφραγισμένοι.

9. Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολύς, ὃν ἀριθμῆσαι αὐτὸν οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ φυλῶν καὶ λαῶν καὶ γλωσσῶν, ἑστῶτες ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου, περιβεβλημένους στολὰς λευκάς, καὶ φοίνικες ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν·

10. καὶ κράζουσι φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἡ σωτηρία τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ τῷ ἀρνίῳ.

11. καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι εἱστήκεισαν κύκλῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων, καὶ ἔπεσαν ἐνώπιον τοῦ θρόνου ἐπὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ

12. λέγοντες· ἀμήν· ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

13. Καὶ ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι· οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τὰς στολὰς τὰς λευκὰς τίνες εἰσὶ καὶ πόθεν ἦλθον;

14. καὶ εἴρηκα αὐτῷ· κύριέ μου, σὺ οἶδας. καὶ εἶπέ μοι· οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καὶ ἔπλυναν τὰς στολὰς αὐτῶν καὶ ἐλεύκαναν αὐτὰς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου.

15. διὰ τοῦτό εἰσιν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ. καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ' αὐτούς.

16. οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι, οὐδ' οὐ μὴ πέσῃ ἐπ' αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα,

17. ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνὰ μέσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ αὐτούς, καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.

 

































































Revelation of John, Chapter 7 (KJV)

1. And after these things I saw four angels standing on the four corners of the earth, holding the four winds of the earth, that the wind should not blow on the earth, nor on the sea, nor on any tree.
2. And I saw another angel ascending from the east, having the seal of the living God: and he cried with a loud voice to the four angels, to whom it was given to hurt the earth and the sea,
3. Saying, Hurt not the earth, neither the sea, nor the trees, till we have sealed the servants of our God in their foreheads.
4. And I heard the number of them which were sealed: and there were sealed an hundred and forty and four thousand of all the tribes of the children of Israel.
5. Of the tribe of Juda were sealed twelve thousand. Of the tribe of Reuben were sealed twelve thousand. Of the tribe of Gad were sealed twelve thousand.
6. Of the tribe of Aser were sealed twelve thousand. Of the tribe of Nepthalim were sealed twelve thousand. Of the tribe of Manasses were sealed twelve thousand.
7. Of the tribe of Simeon were sealed twelve thousand. Of the tribe of Levi were sealed twelve thousand. Of the tribe of Issachar were sealed twelve thousand.
8. Of the tribe of Zabulon were sealed twelve thousand. Of the tribe of Joseph were sealed twelve thousand. Of the tribe of Benjamin were sealed twelve thousand.
9. After this I beheld, and, lo, a great multitude, which no man could number, of all nations, and kindreds, and people, and tongues, stood before the throne, and before the Lamb, clothed with white robes, and palms in their hands;
10. And cried with a loud voice, saying, Salvation to our God which sitteth upon the throne, and unto the Lamb.
11. And all the angels stood round about the throne, and about the elders and the four beasts, and fell before the throne on their faces, and worshipped God,
12. Saying, Amen: Blessing, and glory, and wisdom, and thanksgiving, and honour, and power, and might, be unto our God for ever and ever. Amen.
13. And one of the elders answered, saying unto me, What are these which are arrayed in white robes? and whence came they?
14. And I said unto him, Sir, thou knowest. And he said to me, These are they which came out of great tribulation, and have washed their robes, and made them white in the blood of the Lamb.
15. Therefore are they before the throne of God, and serve him day and night in his temple: and he that sitteth on the throne shall dwell among them.
16. They shall hunger no more, neither thirst any more; neither shall the sun light on them, nor any heat.
17. For the Lamb which is in the midst of the throne shall feed them, and shall lead them unto living fountains of waters: and God shall wipe away all tears from their eyes.

-