Romans, Chapter 10 Modern Greek Mp3Mp3

01 ΑΔΕΛΦΟΙ, η επιθυμία της καρδίας μου, και η δέησις η προς τον Θεόν υπέρ του Ισραήλ, είναι δια την σωτηρίαν αυτών.
02 Διότι μαρτυρώ περί αυτών, ότι έχουσι ζήλον Θεού, αλλ' ουχί κατ' επίγνωσιν.
03 Επειδή μη γνωρίζοντες την δικαιοσύνην του Θεού, και ζητούντες να συστήσωσι την ιδίαν αυτών δικαιοσύνην, δεν υπετάχθησαν εις την δικαιοσύνην του Θεού.
04 Επειδή το τέλος του νόμου είναι ο Χριστός προς Δικαιοσύνην εις πάντα τον πιστεύοντα.
05 Διότι ο Μωϋσής γράφει την δικαιοσύνην την εκ του νόμου, λέγων,  " Ότι ο άνθρωπος ο κάμνων ταύτα, θέλει ζήσει δι' αυτών."
06 Η εκ πίστεως όμως δικαιοσύνη λέγει ούτω,  " Μη είπης εν τη καρδία σου, Τις θέλει αναβή εις τον ουρανόν;"  τουτέστι, δια να καταβιβάση τον Χριστόν
07 ή, Τις θέλει καταβή εις την άβυσσον; τουτέστι, δια να αναβιβάση τον Χριστόν εκ νεκρών.
08 Αλλά τι λέγει; " Πλησίον σου είναι ο λόγος, εν τω στοματί σου, και εν τη καρδία σου"  τουτέστιν ο λόγος της πίστεως τον οποίον κηρύττομεν
09 ότι εαν ομολογήσης δια του στοματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου οτι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθή
10 διότι με την καρδίαν πιστεύει τις προς δικαιοσύνην, και με το στόμα γίνεται ομολογία προς σωτηρίαν
11 διότι λέγει η γραφή, " Πας ο πιστεύων επ' αυτον, δεν θέλει καταισχυνθή."
12 έπειδή δεν είναι διαφορά Ιουδαίου τε και  Έλληνος  διότι ο αυτός Κύριος είναι πάντων, πλούσιος προς πάντας τους επικαλουμένους αυτον.
13 Διότι " πας όστις επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθή."  Πραξ.β'.21
14 Πως λοιπόν θέλουσιν επικαλεσθή εκείνον εις τον οποίον δεν επίστευσαν; και πως θέλουσι πιστεύσει εις εκείνον περί του οποίου δεν ήκουσαν; και πως θέλουσιν ακούσει χωρίς να υπάρχη ο κηρύττων;
15 Και πως θέλουσι κηρύξει, εαν δεν αποσταλώσι;  Καθώς είναι γεγραμένον,  " Πόσον ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά !"
16 Αλλα δεν υπήκουσαν πάντες εις το ευαγγέλιον  διότι ο Ησαϊας λέγει,  "Κύριε, τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών;"  Ησα.νγ'.1, Ιωάν.ιβ'.38
17  Άρα η πίστις είναι εξ ακοής  η δε ακοή δια του λόγου του Θεού.
18 Λέγω όμως, Μη δεν ήκουσαν; Μάλιστα,  "εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, και εις τα πέρατα της οικουμένης οι λόγοι αυτών."
19 Αλλά λέγω, Μη δεν εγνώρισεν ο Ισραήλ; πρώτος ο Μωϋσής λέγει,  "Εγώ θέλω σας παροξύνει εις ζηλοτυπίαν με τους μη έθνος, θέλω σας παροργίσει με έθνος ασύνετον"
20 Ο δε Ησαϊας αποτολμά και λέγει,  "Ευρέθην παρά των μη ζητούντων με, εφανερώθην εις τους μη ερωτώντας περί εμού."
21 Προς δε τον Ισραήλ λέγει,  " Όλην την ημέραν εξέτεινα τας χείράς μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα."
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 10 Demotic Greek

1. ΑΔΕΛΦΟΙ, η επιθυμία τής καρδιάς μου, και η δέησή μου προς τον Θεό υπέρ του Ισραήλ, είναι για τη σωτηρία τους.
2. Βέβαια, δίνω μαρτυρία γι' αυτούς, ότι έχουν ζήλο Θεού, όχι όμως με επίγνωση.
3. Επειδή, μη γνωρίζοντας τη δικαιοσύνη τού Θεού, και ζητώντας να συστήσουν τη δική τους δικαιοσύνη, δεν υποτάχθηκαν στη δικαιοσύνη τού Θεού.
4. Αφού, το τέλος τού νόμου είναι ο Χριστός προς δικαιοσύνη σε κάθε έναν που πιστεύει.
5. Δεδομένου ότι, ο Μωυσής γράφει για τη δικαιοσύνη, αυτήν που προέρχεται από τον νόμο, λέγοντας ότι: «Ο άνθρωπος που κάνει αυτά, θα ζήσει διαμέσου αυτών».
6. Η δικαιοσύνη, όμως, με βάση την πίστη, λέει ως εξής: «Μη πεις στην καρδιά σου: Ποιος θα ανέβει στον ουρανό;». Δηλαδή, για να κατεβάσεις τον Χριστό·
7. ή: Ποιος θα κατέβει στην άβυσσο; Δηλαδή, για να ανεβάσεις τον Χριστό από τους νεκρούς.
8. Αλλά, τι λέει; «Κοντά σου είναι ο λόγος, στο στόμα σου, και στην καρδιά σου»· δηλαδή, ο λόγος τής πίστης που κηρύττομε·
9. ότι, αν με το στόμα σου ομολογήσεις Κύριο, τον Ιησού, και μέσα στην καρδιά σου πιστέψεις ότι ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα σωθείς·
10. επειδή, με την καρδιά πιστεύει κάποιος προς δικαιοσύνη, και με το στόμα γίνεται ομολογία προς σωτηρία·
11. δεδομένου ότι, η γραφή λέει: «Καθένας που πιστεύει σ' αυτόν, δεν θα ντροπιαστεί».
12. Μια που, δεν υπάρχει διαφορά, και του Ιουδαίου και του Έλληνα· για τον λόγο ότι, ο ίδιος Κύριος είναι για όλους, πλούσιος προς όλους εκείνους που τον επικαλούνται.
13. Επειδή, «καθένας που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου, θα σωθεί».
14. Πώς, λοιπόν, θα επικαλεστούν εκείνον στον οποίο δεν πίστεψαν; Και πώς θα πιστέψουν σ' εκείνον, για τον οποίο δεν άκουσαν; Και πώς θα ακούσουν, χωρίς να υπάρχει εκείνος που κηρύττει;
15. Και πώς θα κηρύξουν, αν δεν αποσταλούν; Όπως είναι γραμμένο: «Πόσο ωραία είναι τα πόδια εκείνων που ευαγγελίζονται ειρήνη, εκείνων που ευαγγελίζονται τα αγαθά!».
16. Αλλά, δεν υπάκουσαν όλοι στο ευαγγέλιο· επειδή, ο Ησαϊας λέει: «Κύριε, ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας;».
17. Επομένως, η πίστη είναι διαμέσου τής ακοής· η δε ακοή διαμέσου τού λόγου τού Θεού.
18. Λέω, όμως: Μήπως δεν άκουσαν; Μάλιστα, «σε ολόκληρη τη γη αντήχησε η φωνή τους, και στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους».
19. Αλλά, λέω: Μήπως ο Ισραήλ δεν γνώρισε; Πρώτος ο Μωυσής λέει: «Εγώ θα σας παροξύνω σε ζηλοτυπία με ένα μη έθνος, θα σας παροργίσω με ένα ασύνετο έθνος».
20. Και ο Ησαϊας αποτολμάει και λέει: «Βρέθηκα από εκείνους που δεν με ζητούσαν, και φανερώθηκα σ' εκείνους που δεν ρωτούσαν για μένα».
21. Αλλά, προς τον Ισραήλ λέει: Όλη την ημέρα άπλωσα τα χέρια μου προς έναν λαό που απειθεί και αντιμιλάει».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Romans

Romans, Chapter 10 Ancient Greek

1. Ἀδελφοί, ἡ μὲν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ ἐστιν εἰς σωτηρίαν·

2. μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ' οὐ κατ' ἐπίγνωσιν.

3. ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν.

4. τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.

5. Μωϋσῆς γὰρ γράφει τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς·

6. ἡ δὲ ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτω λέγει· μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν; τοῦτ' ἔστι Χριστὸν καταγαγεῖν·

7. ἢ τίς καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον; τοῦτ' ἔστι Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν.

8. ἀλλὰ τί λέγει; ἐγγύς σου τὸ ῥῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου· τοῦτ' ἔστι τὸ ῥῆμα τῆς πίστεως ὃ κηρύσσομεν.

9. ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ·

10. καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν.

11. λέγει γὰρ ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται.

12. οὐ γάρ ἐστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν·

13. πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται.

14. πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος;

15. πῶς δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά

16. Ἀλλ' οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ εὐαγγελίῳ· Ἡσαΐας γὰρ λέγει· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν;

17. ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ.

18. ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν.

19. ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἔγνω Ἰσραήλ; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ' οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς.

20. Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι.

21. πρὸς δὲ τὸν Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 10 (KJV)

Romans 10: 1. Brethren, my heart's desire and prayer to God for Israel is, that they might be saved.
2. For I bear them record that they have a zeal of God, but not according to knowledge.
3. For they being ignorant of God's righteousness, and going about to establish their own righteousness, have not submitted themselves unto the righteousness of God.
4. For Christ is the end of the law for righteousness to every one that believeth.
5. For Moses describeth the righteousness which is of the law, That the man which doeth those things shall live by them.
6. But the righteousness which is of faith speaketh on this wise, Say not in thine heart, Who shall ascend into heaven? (that is, to bring Christ down from above :)
7. Or, Who shall descend into the deep? (that is, to bring up Christ again from the dead.)
8. But what saith it? The word is nigh thee, even in thy mouth, and in thy heart: that is, the word of faith, which we preach;
9. That if thou shalt confess with thy mouth the Lord Jesus, and shalt believe in thine heart that God hath raised him from the dead, thou shalt be saved.
10. For with the heart man believeth unto righteousness; and with the mouth confession is made unto salvation.
11. For the scripture saith, Whosoever believeth on him shall not be ashamed.
12. For there is no difference between the Jew and the Greek: for the same Lord over all is rich unto all that call upon him.
13. For whosoever shall call upon the name of the Lord shall be saved.
14. How then shall they call on him in whom they have not believed? and how shall they believe in him of whom they have not heard? and how shall they hear without a preacher?
15. And how shall they preach, except they be sent? as it is written, How beautiful are the feet of them that preach the gospel of peace, and bring glad tidings of good things!
16. But they have not all obeyed the gospel. For Esaias saith, Lord, who hath believed our report?
17. So then faith cometh by hearing, and hearing by the word of God.
18. But I say, Have they not heard? Yes verily, their sound went into all the earth, and their words unto the ends of the world.
19. But I say, Did not Israel know? First Moses saith, I will provoke you to jealousy by them that are no people, and by a foolish nation I will anger you.
20. But Esaias is very bold, and saith, I was found of them that sought me not; I was made manifest unto them that asked not after me.
21. But to Israel he saith, All day long I have stretched forth my hands unto a disobedient and gainsaying people.
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

_