Romans, Chapter 13 Modern Greek Mp3Mp3

01 ΠΑΣΑ ψυχή ας υποτάσσεται εις τας ανωτέρας εξουσίας διότι δεν υπάρχει εξουσία, ειμή απο Θεού  αι δε ούσαι εξουσίαι, υπό του Θεού είναι τεταγμέναι.
02 Ώστε ο εναντιούμενος εις την εξουσίαν, εναντιούται εις την διαταγήν του Θεού  οι δε εναντιούμενοι θέλουσι λάβει εις εαυτούς καταδίκην.
03 Διότι οι άρχοντες δεν είναι φόβος των αγαθών έργων, αλλά των κακών. Θέλεις δε να μη φοβήσαι την εξουσίαν; πράττε το καλόν, και θέλεις έχει έπαινον παρ' αυτής
04 επειδή ο άρχων είναι του Θεού υπηρέτης εις σε προς το καλόν. Εαν όμως πράττης το κακόν, φοβού  διότι δεν φορεί ματαίως την μάχαιραν  επειδή του Θεού υπηρέτης είναι, εκδικητής δια να εκτελή την οργήν κατά του πράττοντος το κακόν.
05 Δια τούτο είναι ανάγκη να υποτάσσησθε, ουχί μόνον δια την οργήν, αλλά και δια την συνείδησιν.
06 Επειδή δια τούτο πληρόνετε και φόρους  διότι υπηρέται του Θεού είναι, εις αυτό τούτο ενασχολούμενοι.
07 Απόδοτε λοιπόν εις πάντας τα οφειλόμενα  εις όντινα οφείλετε τον φόρον, τον φόρον  εις όντινα τον δασμόν, τον δασμόν  εις όντινα τον φόβον, τον φόβον  εις όντινα την τιμήν, την τιμήν.
08 Εις μηδένα μη οφείλετε μηδέν, ειμή το να αγαπάτε αλλήλους  διότι ο αγαπών τον άλλον, εκπληροί τον νόμον.
09 Επειδή το, " Μη μοιχεύσης, Μη φονεύσης, Μη κλέψης, Μη ψευδομαρτυρήσης, Μη επιθυμήσης," και πάσα άλλη εντολή, εν τούτω τω λόγω συμπεριλαμβάνεται, εν τω, " Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν."
10 Η αγάπη κακόν δεν κάμνει εις τον πλησίον  είναι λοιπόν εκπλήρωσις του νόμου η αγάπη.
11 Και μάλιστα εξεύροντες τον καιρόν, ότι είναι ήδη ώρα να εγερθώμεν εκ του ύπνου  διότι είναι πλησιεστέρα εις ημάς η σωτηρία παρ' ότε επιστεύσαμεν.
12 Η νύξ προεχώρησεν, η δε ημέρα επλησίασεν  ας απορρίψωμεν λοιπόν τα έργα του σκότους, και ας ενδυθώμεν τα όπλα του φωτός.
13 Ας περιπατήσωμεν ευσχημόνως ως εν ημέρα  μη εις συμπόσια και μέθας, μη εις κοίτας και ασελγείας, μη εις έριδα και φθόνον.
14 Αλλ' ενδύθητε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και μη φροντίζετε περί της σαρκός, εις το να εκτελήτε τας επιθυμίας αυτής.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 13 Demotic Greek

1. ΚΑΘΕ ψυχή ας υποτάσσεται στις ανώτερες εξουσίες· επειδή, δεν υπάρχει εξουσία, παρά μονάχα από τον Θεό· και οι υπάρχουσες εξουσίες, είναι ταγμένες από τον Θεό.
2. Ώστε, εκείνος που εναντιώνεται στην εξουσία, εναντιώνεται στη διαταγή τού Θεού· κι αυτοί που εναντιώνονται θα πάρουν επάνω τους καταδίκη.
3. Επειδή, οι άρχοντες δεν είναι φόβος για τα αγαθά έργα, αλλά για τα κακά. Θέλεις, όμως, να μη φοβάσαι την εξουσία; Κάνε το καλό, και θα έχεις έπαινο απ' αυτή·
4. επειδή, ο άρχοντας είναι υπηρέτης τού Θεού σε σένα για το καλό. Αν, όμως, κάνεις το κακό, να φοβάσαι· για τον λόγο ότι, δεν φοράει μάταια τη μάχαιρα· επειδή, είναι υπηρέτης τού Θεού, εκδικητής, για να εκτελεί την οργή ενάντια σ' εκείνον που κάνει το κακό.
5. Γι' αυτό, είναι ανάγκη να υποτάσσεστε, όχι μονάχα για την οργή, αλλά και για τη συνείδηση.
6. Δεδομένου ότι, γι' αυτό πληρώνετε και φόρους· επειδή, είναι υπηρέτες τού Θεού, καθώς ενασχολούνται ειδικά μ' αυτό.
7. Αποδώστε, λοιπόν, σε όλους εκείνα που οφείλετε: Σε όποιον οφείλετε τον φόρο, τον φόρο· σε όποιον οφείλετε τον δασμό, τον δασμό· σε όποιον οφείλετε τον φόβο, τον φόβο· σε όποιον οφείλετε την τιμή, την τιμή.
8. Σε κανέναν να μη οφείλετε τίποτε, παρά μονάχα το να αγαπάτε ο ένας τον άλλον· επειδή, εκείνος που αγαπάει τον άλλον, εκπληρώνει τον νόμο.
9. Δεδομένου ότι, το: «Μη μοιχεύσεις, Μη φονεύσεις, Μη κλέψεις, Μη ψευδομαρτυρήσεις, Μη επιθυμήσεις», και κάθε άλλη εντολή, συμπεριλαμβάνεται μέσα σε τούτο τον λόγο, στο: «Θα αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
10. Η αγάπη κακό δεν κάνει στον πλησίον· η αγάπη, λοιπόν, είναι εκπλήρωση του νόμου.
11. Και, μάλιστα, γνωρίζοντας τον καιρό ότι είναι ήδη ώρα να εγερθούμε από τον ύπνο· επειδή, η σωτηρία βρίσκεται σε μας πλησιέστερα, παρά όταν πιστέψαμε.
12. Η νύχτα προχώρησε, η δε ημέρα πλησίασε· ας απορρίψουμε, λοιπόν, τα έργα τού σκότους, και ας ντυθούμε τα όπλα τού φωτός.
13. Ας περπατήσουμε με ευπρέπεια, όπως σε ημέρα· όχι σε γλεντοκόπια και μέθες, όχι σε κρεβάτια και ασέλγειες, όχι σε φιλονικία και φθόνο.
14. Αλλά, ντυθείτε τον Κύριο Ιησού Χριστό, και μη φροντίζετε για τη σάρκα, στο να εκτελείτε τις επιθυμίες της.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Romans

Romans, Chapter 13 Ancient Greek

1. Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν.

2. ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ δὲ ἀνθεστηκότες ἑαυτοῖς κρῖμα λήψονται.

3. οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς·

4. Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστί σοι εἰς τὸ ἀγαθόν. ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ· οὐ γὰρ εἰκῆ τὴν μάχαιραν φορεῖ· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστιν εἰς ὀργήν, ἔκδικος τῷ τὸ κακὸν πράσσοντι.

5. διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι οὐ μόνον διὰ τὴν ὀργήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συνείδησιν.

6. διὰ τοῦτο γὰρ καὶ φόρους τελεῖτε· λειτουργοὶ γὰρ Θεοῦ εἰσιν εἰς αὐτὸ τοῦτο προσκαρτεροῦντες.

7. ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν.

8. Μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους· ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε·

9. τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τούτῳ τῷ λόγω ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

10. ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται· πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη.

11. Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν.

12. ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.

13. ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ·

14. ἀλλ' ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 13 (KJV)

1. Let every soul be subject unto the higher powers. For there is no power but of God: the powers that be are ordained of God.
2. Whosoever therefore resisteth the power, resisteth the ordinance of God: and they that resist shall receive to themselves damnation.
3. For rulers are not a terror to good works, but to the evil. Wilt thou then not be afraid of the power? do that which is good, and thou shalt have praise of the same:
4. For he is the minister of God to thee for good. But if thou do that which is evil, be afraid; for he beareth not the sword in vain: for he is the minister of God, a revenger to execute wrath upon him that doeth evil.
5. Wherefore ye must needs be subject, not only for wrath, but also for conscience sake.
6. For for this cause pay ye tribute also: for they are God's ministers, attending continually upon this very thing.
7. Render therefore to all their dues: tribute to whom tribute is due ; custom to whom custom; fear to whom fear; honour to whom honour.
8. Owe no man any thing, but to love one another: for he that loveth another hath fulfilled the law.
9. For this, Thou shalt not commit adultery, Thou shalt not kill, Thou shalt not steal, Thou shalt not bear false witness, Thou shalt not covet; and if there be any other commandment, it is briefly comprehended in this saying, namely, Thou shalt love thy neighbour as thyself.
10. Love worketh no ill to his neighbour: therefore love is the fulfilling of the law.
11. And that, knowing the time, that now it is high time to awake out of sleep: for now is our salvation nearer than when we believed.
12. The night is far spent, the day is at hand: let us therefore cast off the works of darkness, and let us put on the armour of light.
13. Let us walk honestly, as in the day; not in rioting and drunkenness, not in chambering and wantonness, not in strife and envying.
14. But put ye on the Lord Jesus Christ, and make not provision for the flesh, to fulfil the lusts thereof .
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

_