Romans, Chapter 14 Modern Greek Mp3Mp3

01 ΤΟΝ δε ασθενούντα κατά την πίστιν προσδέχεσθε, ουχί εις φιλονεικίας διαλογισμών.
02  Άλλος μεν πιστεύει ότι δύναται να τρώγη πάντα  ο δε ασθενών τρώγει λάχανα.
03 Ο τρώγων, ας μη καταφρονή τον μη τρώγοντα  και ο μη τρώγων, ας μη κρίνη τον τρώγοντα διότι ο Θεός προσεδέχθη αυτόν.
04 Συ τις είσαι όστις κρίνεις ξένον δούλον; εις τον ίδιον αυτού κύριον ίσταται ή πίπτει  θέλει όμως σταθή  διότι ο Θεός είναι δυνατός να στήση αυτόν.
05  Άλλος μεν κρίνει μίαν ημέραν αγιωτέραν παρά άλλην ημέραν, άλλος δε κρίνει ίσην πάσαν ημέραν. Ας ήναι έκαστος πεπληροφορημένος εις τον ίδιον αυτού νούν.
06 Ο παρατηρών την ημέραν παρατηρεί αυτήν δια τον Κύριον, και ο μη παρατηρών την ημέραν, δια τον Κύριον δεν παρατηρεί αυτήν. Ο τρώγων, δια τον Κύριον τρώγει  διότι ευχαριστεί εις τον Θεόν  και ο μη τρώγων, δια τον Κύριον δεν τρώγει, και ευχαριστεί εις τον Θεόν.
07 Διότι ουδείς εξ ημών ζη δι' εαυτόν, και ουδείς αποθνήσκει δι' εαυτόν.
08 Επειδή εάν τε ζώμεν, δια τον Κύριον ζώμεν  εάν τε αποθνήσκωμεν,δια τον Κύριον αποθνήσκομεν. Εάν τε λοιπον ζώμεν, εάν τε αποθνήσκομεν, του κυρίου είμεθα.
09 Επειδή δια τούτο ο Χριστός και απέθανε και ανέστη και ανέζησε, δια να ήναι Κύριος και νεκρών και ζώντων. 10 Συ δε,δια τι κρίνεις τον αδελφόν σου; ή και συ, δια τι εξουθενείς τον αδελφόν σου; επειδή πάντες ημείς θέλομεν παρασταθή εις το βήμα του Χριστού.
11 Διότι είναι γεγραμμένον, " Ζω εγώ,"  λέγει Κύριος, "ότι εις εμέ θέλει κάμψει παν γόνυ, και πάσα γλώσσα θέλει δοξολογήσει τον Θεόν."
12 ' Αρα λοιπόν έκαστος ημών περί εαυτού θέλει δώσει λόγον εις τον Θεόν.
13 Λοιπόν ας μη κρίνωμεν πλέον αλλήλους  αλλά τούτο κρίνατε μάλλον, το να μη βάλλητε πρόσκομμα εις τον αδελφόν, ή σκάνδαλον.
14 Εξωύρω και είμαι πεπεισμένος εν Κυρίω Ιησού, οτι ουδέν υπάρχει ακάθαρτον αφ' εαυτού, ειμή εις τον όστις στοχάζεταί τι ότι είναι ακάθαρτον, εις εκείνον είναι ακάθαρτον.
15 Εαν όμως ο αδελφός σου λυπάται δια φαγητόν, δεν περιπατείς πλέον κατά αγάπην. Μη φέρε εις απώλειαν με το φαγητόν σου εκείνον, υπέρ του οποίου ο Χριστός απέθανεν.
16 Ας μη βλασφημήται λοιπόν το αγαθόν σας.
17 Διότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν πνεύματι Αγίω
18 επειδή ο δουλεύων εν τούτοις τον Χριστόν, ευαρεστεί εις τον Θεόν, και ευδοκιμεί παρά τοις ανθρώποις.
19  Άρα λοιπόν ας ζητώμεν τα προς την ειρήνην, και τα προς την οικοδομήν αλλήλων.
20 Μη κατάστρεφε το έργον του Θεού δια φαγητόν  Πάντα μεν είναι καθαρά  κακόν όμως είναι εις τον άνθρωπον όστις τρώγει με σκάνδαλον.
21 Καλόν είναι το να μη φάγης κρέας, μηδέ να πιής οίνον, μηδέ να πράξης τι εις το οποίον ο αδελφός σου προσκόπτει ή σκανδαλίζεται ή ασθενεί.
22 Συ πίστιν έχεις  έχε αυτήν εντός σου ενώπιον του Θεού μακάριος όστις δεν κατακρίνει εαυτόν εις εκείνο το οποίον αποδέχεται.
23  Όστις όμως αμφιβάλλει, κατακρίνεται, εάν φάγη  διότι δεν τρώγει εκ πίστεως  και παν ότι δεν γίνεται εκ πίστεως, είναι αμαρτία.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 14 Demotic Greek

1. ΕΚΕΙΝΟΝ δε που ασθενεί στην πίστη, να τον δέχεστε, όχι σε διακρίσεις συλλογισμών.
2. Άλλος μεν πιστεύει ότι μπορεί να τα τρώει όλα· αυτός, όμως, που ασθενεί τρώει λάχανα.
3. Εκείνος που τρώει, ας μη καταφρονεί αυτόν που δεν τρώει· κι αυτός που δεν τρώει, ας μη κρίνει εκείνον που τρώει· επειδή, ο Θεός τον δέχθηκε.
4. Εσύ ποιος είσαι που κρίνεις έναν ξένο δούλο; Στον δικό του Κύριο στέκεται ή πέφτει· όμως, θα σταθεί όρθιος· επειδή, ο Θεός είναι δυνατός να τον στήσει όρθιο.
5. Άλλος μεν κρίνει μία ημέρα αγιότερη παρά μία άλλη ημέρα, άλλος όμως κρίνει ίση κάθε ημέρα. Κάθε ένας ας είναι πληροφορημένος στον δικό του νου.
6. Εκείνος που παρατηρεί την ημέρα, την παρατηρεί για τον Κύριο, και εκείνος που δεν παρατηρεί την ημέρα, για τον Κύριο δεν την παρατηρεί. Αυτός που τρώει, για τον Κύριο τρώει· επειδή, ευχαριστεί τον Θεό· και εκείνος που δεν τρώει, για τον Κύριο δεν τρώει, και ευχαριστεί τον Θεό.
7. Δεδομένου ότι, κανένας από μας δεν ζει για τον εαυτό του, και κανένας δεν πεθαίνει για τον εαυτό του.
8. Επειδή, και αν ζούμε, για τον Κύριο ζούμε· και αν πεθαίνουμε, για τον Κύριο πεθαίνουμε. Και αν, λοιπόν, ζούμε, και αν πεθαίνουμε, του Κυρίου είμαστε.
9. Επειδή, γι' αυτό ο Χριστός και πέθανε και αναστήθηκε και ξανάζησε, για να είναι Κύριος και νεκρών και ζωντανών.
10. Εσύ, όμως, γιατί κρίνεις τον αδελφό σου; Ή, κι εσύ, γιατί εξουθενώνεις τον αδελφό σου; Επειδή, όλοι εμείς θα παρασταθούμε στο βήμα τού Χριστού.
11. Καθότι, είναι γραμμένο: «Ζω εγώ» λέει ο Κύριος «ότι σε μένα θα κάμψει κάθε γόνατο, και κάθε γλώσσα θα δοξολογήσει τον Θεό».
12. Άρα, λοιπόν, κάθε ένας από μας θα δώσει λόγο για τον εαυτό του στον Θεό.
13. Λοιπόν, ας μη κρίνουμε πλέον ο ένας τον άλλον· αλλά, κρίνετε μάλλον τούτο, το να μη βάζετε πρόσκομμα στον αδελφό ή σκάνδαλο.
14. Ξέρω και είμαι πεπεισμένος στον Κύριο Ιησού, ότι τίποτε δεν υπάρχει ακάθαρτο από μόνο του, παρά σ' εκείνον που στοχάζεται κάτι ότι είναι ακάθαρτο, σ' εκείνον είναι ακάθαρτο.
15. Αν, όμως, ο αδελφός σου λυπάται εξαιτίας κάποιου φαγητού, δεν περπατάς πλέον με αγάπη. Μη φέρνεις με το φαγητό σου σε απώλεια εκείνον, χάρη τού οποίου πέθανε ο Χριστός.
16. Το αγαθό σας, λοιπόν, ας μη δυσφημείται.
17. Δεδομένου ότι, η βασιλεία τού Θεού δεν είναι φαγητό και πιοτό, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω·
18. επειδή, εκείνος που, ως δούλος, υπηρετεί σ' αυτά τον Χριστό, ευαρεστεί τον Θεό, και ευδοκιμεί ανάμεσα στους ανθρώπους.
19. Επομένως, λοιπόν, ας ζητάμε εκείνα που είναι για την ειρήνη, και εκείνα που είναι για την οικοδομή τού ενός για τον άλλον.
20. Μη καταστρέφεις το έργο τού Θεού εξαιτίας κάποιου φαγητού. Όλα μεν είναι καθαρά· όμως, είναι κακό στον άνθρωπο που τρώει με σκάνδαλο.
21. Είναι καλό το να μη φας κρέας ούτε να πιεις κρασί ούτε να πράξεις κάτι στο οποίο σκοντάφτει ο αδελφός σου ή σκανδαλίζεται ή ασθενεί.
22. Εσύ έχεις πίστη· έχε την μέσα σου, μπροστά στον Θεό· μακάριος είναι εκείνος που δεν κατακρίνει τον εαυτό του σ' εκείνο που αποδέχεται.
23. Όποιος, όμως, αμφιβάλλει, αν φάει, κατακρίνεται· επειδή, δεν τρώει από πίστη· και κάθε τι που δεν γίνεται από πίστη, είναι αμαρτία.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew 1

Romans, Chapter 14 Ancient Greek

1. Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν.

2. ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει.

3. ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο.

4. σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.

5. ὃς μὲν γὰρ κρίνει ἡμέραν παρ' ἡμέραν, ὃς δὲ κρίνει πᾶσαν ἡμέραν. ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ νοῒ πληροφορείσθω.

6. ὁ φρονῶν τὴν ἡμέραν Κυρίῳ φρονεῖ, καὶ ὁ μὴ φρονῶν τὴν ἡμέραν Κυρίῳ οὐ φρονεῖ. καὶ ὁ ἐσθίων Κυρίῳ ἐσθίει· εὐχαριστεῖ γὰρ τῷ Θεῷ· καὶ ὁ μὴ ἐσθίων Κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ εὐχαριστεῖ τῷ Θεῷ.

7. οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἑαυτῷ ζῇ καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει·

8. ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν. ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν.

9. εἰς τοῦτο γὰρ Χριστὸς καὶ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη καὶ ἔζησεν, ἵνα καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων κυριεύσῃ.

10. Σὺ δὲ τί κρίνεις τὸν ἀδελφόν σου; ἢ καὶ σὺ τί ἐξουθενεῖς τὸν ἀδελφόν σου; πάντες γὰρ παραστησόμεθα τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ.

11. γέγραπται γάρ· ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται τῷ Θεῷ.

12. ἄρα οὖν ἕκαστος ἡμῶν περὶ ἑαυτοῦ λόγον δώσει τῷ Θεῷ.

13. Μηκέτι οὖν ἀλλήλους κρίνωμεν, ἀλλὰ τοῦτο κρίνατε μᾶλλον, τὸ μὴ τιθέναι πρόσκομμα τῷ ἀδελφῷ ἢ σκάνδαλον.

14. οἶδα καὶ πέπεισμαι ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι οὐδὲν κοινὸν δι' ἑαυτοῦ· εἰ μὴ τῷ λογιζομένῳ τι κοινὸν εἶναι, ἐκείνῳ κοινόν.

15. εἰ δὲ διὰ βρῶμα ὁ ἀδελφός σου λυπεῖται, οὐκέτι κατὰ ἀγάπην περιπατεῖς. μὴ τῷ βρώματί σου ἐκεῖνον ἀπόλλυε, ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανε.

16. μὴ βλασφημείσθω οὖν ὑμῶν τὸ ἀγαθόν.

17. οὐ γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ·

18. ὁ γὰρ ἐν τούτοις δουλεύων τῷ Χριστῷ εὐάρεστος τῷ Θεῷ καὶ δόκιμος τοῖς ἀνθρώποις.

19. ἄρα οὖν τὰ τῆς εἰρήνης διώκωμεν καὶ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῆς εἰς ἀλλήλους.

20. μὴ ἕνεκεν βρώματος κατάλυε τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ. πάντα μὲν καθαρά, ἀλλὰ κακὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ διὰ προσκόμματος ἐσθίοντι.

21. καλὸν τὸ μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ ἐν ᾧ ὁ ἀδελφός σου προσκόπτει ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ.

22. σὺ πίστιν ἔχεις; κατὰ σεαυτὸν ἔχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· μακάριος ὁ μὴ κρίνων ἑαυτὸν ἐν ᾧ δοκιμάζει.

23. ὁ δὲ διακρινόμενος, ἐὰν φάγῃ, κατακέκριται, ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως· πᾶν δὲ ὃ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστί.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 14 (KJV)

1. Him that is weak in the faith receive ye, but not to doubtful disputations.
2. For one believeth that he may eat all things: another, who is weak, eateth herbs.
3. Let not him that eateth despise him that eateth not; and let not him which eateth not judge him that eateth: for God hath received him.
4. Who art thou that judgest another man's servant? to his own master he standeth or falleth. Yea, he shall be holden up: for God is able to make him stand.
5. One man esteemeth one day above another: another esteemeth every day alike . Let every man be fully persuaded in his own mind.
6. He that regardeth the day, regardeth it unto the Lord; and he that regardeth not the day, to the Lord he doth not regard it . He that eateth, eateth to the Lord, for he giveth God thanks; and he that eateth not, to the Lord he eateth not, and giveth God thanks.
7. For none of us liveth to himself, and no man dieth to himself.
8. For whether we live, we live unto the Lord; and whether we die, we die unto the Lord: whether we live therefore, or die, we are the Lord's.
9. For to this end Christ both died, and rose, and revived, that he might be Lord both of the dead and living.
10. But why dost thou judge thy brother? or why dost thou set at nought thy brother? for we shall all stand before the judgment seat of Christ.
11. For it is written, As I live, saith the Lord, every knee shall bow to me, and every tongue shall confess to God.
12. So then every one of us shall give account of himself to God.
13. Let us not therefore judge one another any more: but judge this rather, that no man put a stumblingblock or an occasion to fall in his brother's way.
14. I know, and am persuaded by the Lord Jesus, that there is nothing unclean of itself: but to him that esteemeth any thing to be unclean, to him it is unclean.
15. But if thy brother be grieved with thy meat, now walkest thou not charitably. Destroy not him with thy meat, for whom Christ died.
16. Let not then your good be evil spoken of:
17. For the kingdom of God is not meat and drink; but righteousness, and peace, and joy in the Holy Ghost.
18. For he that in these things serveth Christ is acceptable to God, and approved of men.
19. Let us therefore follow after the things which make for peace, and things wherewith one may edify another.
20. For meat destroy not the work of God. All things indeed are pure; but it is evil for that man who eateth with offence.
21.  It is good neither to eat flesh, nor to drink wine, nor any thing whereby thy brother stumbleth, or is offended, or is made weak.
22. Hast thou faith? have it to thyself before God. Happy is he that condemneth not himself in that thing which he alloweth.
23. And he that doubteth is damned if he eat, because he eateth not of faith: for whatsoever is not of faith is sin.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

_