Romans, Chapter 7 Modern Greek Mp3Mp3

01 Η αγνοείτε, αδελφοί, (διοτι λαλώ προς γινώσκοντας τον νόμον,) ότι ο νόμος έχει κυριότητα επί του ανθρώπου εφ' όσον χρονον ζη;
02 Διότι η ύπανδρος γυνή είναι δεδεμένη δια του νόμου με τον άνδραν ζώντα  εαν δε αποθάνη ο ανήρ, απαλλάττεται απο του νόμου του ανδρός.
03  Άρα λοιπόν, εαν, ζώντος του ανδρός, συζευχθή με άλλον άνδρα, θέλει είσθαι μοιχαλίς  εαν όμως αποθάνη ο ανήρ, είναι ελευθέρα απο του νόμου, ώστε να μη ήναι μοιχαλίς, εαν συζευχθή με άλλον άνδρα.
04 Λοιπόν, αδελφοί μου, και σεις εθανατώθητε ως προς τον νόμον δια του σώματος του Χριστού, δια να συζευχθήτε με άλλον, τον αναστάντα εκ νεκρών, δια να καρποφορήσωμεν εις τον Θεόν.
05 Διότι ότε ήμεθα εν τη σαρκί, τα πάθη των αμαρτιών, τα δια του νόμου, ενηργούντο εν τοις μέλεσιν ημών, δια να καρποφορήσωμεν εις τον θάνατον
06 τώρα όμως απηλλάχθημεν απο του νόμου, αποθανόντος εκείνου υπό του οποίου εκρατούμεθα  δια να δουλεύωμεν κατά το νέον πνεύμα, και ουχί κατά το παλαιόν γράμμα.
07 Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί; ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο  αλλά την αμαρτίαν δεν εγνώρισα, ειμή δια του νομου  διότι και την επιθυμίαν δεν ήθελον γνωρίσει, εαν ο νόμος δεν έλεγε, " Μη επιθυμήσης."
08 Αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία δια της εντολής, εγέννησεν εν εμοί πάσαν επιθυμίαν  διότι χωρίς του νόμου η αμαρτία είναι νεκρά.
09 Και εγώ έζων ποτέ χωρίς νόμου  αλλ' ότε ήλθεν η εντολή, ανέζησεν η αμαρτία, εγώ δε απέθανον
10 και η εντολή ήτις εδόθη προς ζωήν, αυτή ευρέθη εν εμοί προς θάνατον.
11 Διότι η αμαρτία λαβούσα αφορμήν δια της εντολής, με εξηπάτησε, και δι'αυτής με εθανάτωσεν.
12 ' Ωστε ο μεν νόμος είναι άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.
13 Το αγαθόν λοιπόν έγεινεν εις εμέ θάνατος; Μη γένοιτο αλλ' η αμαρτία, δια να φανή αμαρτία, προξενούσα εις εμέ θάνατον δια του αγαθού, ώστε να γείνη καθ' υπερβολήν αμαρτωλός η αμαρτία δια της εντολής.
14 Διότι εξεύρομεν οτι ο νόμος είναι πνευματικός  εγώ δε είμαι σαρκικός, πεπωλημένος υπό την αμαρτίαν.
15 Διότι εκείνο το οποίον πράττω, δεν γνωρίζω  επειδή εκείνο το οποίον θέλω, τούτο δεν πράττω, αλλ' εκείνο το οποίον μισώ, τούτο πράττω.
16 Εαν δε εκείνο το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω, συμφωνώ με τον νόμον, ότι είναι καλός.
17 Τώρα δε δεν πράττω πλέον τούτο εγώ, αλλ' η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί.
18 Διότι εξεύρω ότι δεν κατοικεί εν εμοί ( τουτέστιν εν τη σαρκί μου, ) αγαθόν  επειδή το θέλειν πάρεστιν εις εμέ, το πράττειν όμως το καλόν δεν ευρίσκω
19 διότι δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον θέλω  αλλά το κακόν το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω.
20 Εαν δε εγώ πράττω εκείνο το οποίον δεν θέλω, δεν εργάζομαι αυτό πλέον εγώ, αλλ' η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί.
21 Ευρίσκω λοιπόν τον νόμον τούτον, ότι, ενώ εγώ θέλω να πράττω το καλόν, πάρεστιν εις εμέ το κακόν.
22 Διότι ηδύνομαι μεν εις τον νόμον του Θεού κατά τον εσωτερικόν άνθρωπον
23 βλέπω όμως εν τοις μέλεσί μου άλλον νόμον αντιμαχόμενον εις τον νόμον του νοός μου, και αιχμαλωτίζοντά με εις τον νόμον της αματίας τον οντα εν τοις μέλεσί μου.
24 Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ  τις θέλει με ελευθερώσει απο του σώματος του θανάτου τούτου;
25 Ευχαριστώ εις τον Θεόν δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών.  Άρα λοιπόν αυτός εγώ με τον νουν μεν δουλεύω εις τον νόμον του Θεού  με την σάρκα δε εις τον νόμον της αμαρτίας.
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 7 Demotic Greek

1. Ή αγνοείτε, αδελφοί, (επειδή, μιλάω προς εκείνους που γνωρίζουν τον νόμο), ότι ο νόμος έχει κυριότητα επάνω στον άνθρωπο για όσον χρόνο ζει;
2. Επειδή, η παντρεμένη γυναίκα έχει δεθεί διαμέσου τού νόμου με τον άνδρα που βρίσκεται στη ζωή· αν, όμως, ο άνδρας πεθάνει, απαλλάσσεται από τον νόμο τού άνδρα.
3. Επομένως, λοιπόν, αν, ενόσω ο άνδρας βρίσκεται στη ζωή, συζευχθεί με άλλον άνδρα, θα είναι μοιχαλίδα· αν, όμως, ο άνδρας πεθάνει, είναι ελεύθερη από τον νόμο, ώστε να μη είναι μοιχαλίδα, αν συζευχθεί με άλλον άνδρα.
4. Λοιπόν, αδελφοί μου, κι εσείς θανατωθήκατε ως προς τον νόμο διαμέσου τού σώματος του Χριστού, για να συζευχθείτε με άλλον, με εκείνον που αναστήθηκε από τους νεκρούς, για να καρποφορήσουμε στον Θεό.
5. Επειδή, όταν εμείς ζούσαμε στη ζωή τής σάρκας, τα πάθη των αμαρτιών, εκείνα που ενεργούνταν εξαιτίας τού νόμου, ενεργούνταν μέσα στα μέλη μας, για να καρποφορήσουμε στον θάνατο·
6. τώρα, όμως, απαλλαχτήκαμε από τον νόμο, αφού έχουμε πεθάνει σε σχέση με εκείνο που μας κρατούσε· για να δουλεύουμε σύμφωνα με το νέο πνεύμα, και όχι σύμφωνα με το παλιό γράμμα.
7. Τι θα πούμε, λοιπόν; Ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο· αλλά, δεν γνώρισα την αμαρτία, παρά διαμέσου τού νόμου· επειδή, και την επιθυμία δεν τη θα γνώριζα, αν ο νόμος δεν έλεγε: «Μη επιθυμήσεις».
8. Και η αμαρτία, παίρνοντας αφορμή διαμέσου τής εντολής, γέννησε μέσα μου κάθε επιθυμία· επειδή, χωρίς τον νόμο, η αμαρτία είναι νεκρή.
9. Και εγώ ζούσα κάποτε χωρίς νόμο· αλλά, όταν ήρθε η εντολή, η αμαρτία ξαναζωντάνεψε, και εγώ πέθανα·
10. και η εντολή, που μου δόθηκε για ζωή, αυτή βρέθηκε σε μένα για θάνατο.
11. Επειδή, η αμαρτία, παίρνοντας αφορμή διαμέσου τής εντολής, με εξαπάτησε, και διαμέσου αυτής με θανάτωσε.
12. Ώστε, ο μεν νόμος είναι άγιος, και η εντολή άγια και δίκαιη και αγαθή.
13. Ώστε, το αγαθό έγινε σε μένα θάνατος; Μη γένοιτο· αλλά, η αμαρτία, για να φανεί ως αμαρτία, προξενώντας σε μένα θάνατο διαμέσου τού αγαθού, ώστε η αμαρτία να γίνει σε υπερβολικό βαθμό αμαρτωλή, διαμέσου τής εντολής.
14. Επειδή, ξέρουμε καλά ότι ο νόμος είναι πνευματικός· εγώ, όμως, είμαι σαρκικός, πουλημένος κάτω από την εξουσία τής αμαρτίας.
15. Επειδή, δεν γνωρίζω εκείνο που κάνω· για τον λόγο ότι, εκείνο που θέλω, δεν το κάνω, αλλά εκείνο που μισώ, αυτό κάνω.
16. Και αν εκείνο που δεν θέλω, αυτό κάνω, συμφωνώ με τον νόμο, ότι είναι καλός.
17. Όμως, τώρα δεν το κάνω αυτό πλέον εγώ, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου.
18. Επειδή, ξέρω ότι μέσα μου (δηλαδή, μέσα στη σάρκα μου) δεν κατοικεί αγαθό· επειδή, το να θέλω, βρίσκεται κοντά μου, το να κάνω, όμως, το καλό, δεν το βρίσκω·
19. επειδή, δεν κάνω το αγαθό, που θέλω· αλλά, το κακό, που δεν θέλω, αυτό κάνω.
20. Και αν εγώ κάνω εκείνο που δεν θέλω, δεν το εργάζομαι πλέον εγώ, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου.
21. Βρίσκω, λοιπόν, τούτον τον νόμο, ότι, ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, κοντά μου βρίσκεται το κακό.
22. Επειδή, βρίσκω μεν ευχαρίστηση στον νόμο τού Θεού κατά τον εσωτερικό άνθρωπο·
23. όμως, βλέπω μέσα στα μέλη μου έναν άλλο νόμο, που αντιμάχεται στον νόμο τού νου μου, και με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας, που είναι μέσα στα μέλη μου.
24. Ω, ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ· ποιος θα με ελευθερώσει από το σώμα αυτού τού θανάτου;
25. Ευχαριστώ τον Θεό διαμέσου τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας. Άρα, λοιπόν, εγώ ο ίδιος με τον νου μεν δουλεύω στον νόμο τού Θεού· με τη σάρκα, όμως, στον νόμο τής αμαρτίας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
  Romans

Romans, Chapter 7 Ancient Greek

1. Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί, γινώσκουσι γὰρ νόμον λαλῶ, ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ' ὅσον χρόνον ζῇ;

2. ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός.

3. ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.

4. ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ.

5. ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ·

6. νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος.

7. Τί οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, οὐκ ἐπιθυμήσεις·

8. ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά.

9. ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν,

10. ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωήν, αὕτη εἰς θάνατον·

11. ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ δι' αὐτῆς ἀπέκτεινεν.

12. ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή.

13. τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτία, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ' ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς.

14. οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν.

15. ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ' ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.

16. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός.

17. νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ' ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.

18. οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ' ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὐρίσκω·

19. οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ' ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω.

20. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ' ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.

21. εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται·

22. συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον,

23. βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου.

24. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος· τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;

25. εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοῒ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 7 (KJV)

1.  Know ye not, brethren, (for I speak to them that know the law,) how that the law hath dominion over a man as long as he liveth?
2. For the woman which hath an husband is bound by the law to her husband so long as he liveth; but if the husband be dead, she is loosed from the law of her husband.
3. So then if, while her husband liveth, she be married to another man, she shall be called an adulteress: but if her husband be dead, she is free from that law; so that she is no adulteress, though she be married to another man.
4. Wherefore, my brethren, ye also are become dead to the law by the body of Christ; that ye should be married to another,  even to him who is raised from the dead, that we should bring forth fruit unto God.
5. For when we were in the flesh, the motions of sins, which were by the law, did work in our members to bring forth fruit unto death.
6. But now we are delivered from the law, that being dead wherein we were held; that we should serve in newness of spirit, and not in the oldness of the letter.
7. What shall we say then? Is the law sin? God forbid. Nay, I had not known sin, but by the law: for I had not known lust, except the law had said, Thou shalt not covet.
8. But sin, taking occasion by the commandment, wrought in me all manner of concupiscence. For without the law sin was  dead.
9. For I was alive without the law once: but when the commandment came, sin revived, and I died.
10. And the commandment, which was ordained to life, I found to be unto death.
11. For sin, taking occasion by the commandment, deceived me, and by it slew me .
12. Wherefore the law is holy, and the commandment holy, and just, and good.
13. Was then that which is good made death unto me? God forbid. But sin, that it might appear sin, working death in me by that which is good; that sin by the commandment might become exceeding sinful.
14. For we know that the law is spiritual: but I am carnal, sold under sin.
15. For that which I do I allow not: for what I would, that do I not; but what I hate, that do I.
16. If then I do that which I would not, I consent unto the law that it is good.
17. Now then it is no more I that do it, but sin that dwelleth in me.
18. For I know that in me (that is, in my flesh,) dwelleth no good thing: for to will is present with me; but how to perform that which is good I find not.
19. For the good that I would I do not: but the evil which I would not, that I do.
20. Now if I do that I would not, it is no more I that do it, but sin that dwelleth in me.
21. I find then a law, that, when I would do good, evil is present with me.
22. For I delight in the law of God after the inward man:
23. But I see another law in my members, warring against the law of my mind, and bringing me into captivity to the law of sin which is in my members.
24. O wretched man that I am! who shall deliver me from the body of this death?
25. I thank God through Jesus Christ our Lord. So then with the mind I myself serve the law of God; but with the flesh the law of sin.
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

_