Romans, Chapter 8 Modern Greek Mp3Mp3

01 Δεν είναι τώρα λοιπόν ουδεμία κατάκρισις εις τους εν Χριστώ Ιησού, τους μη περιπατούντας κατά την σάρκα, αλλά κατά το Πνεύμα.
02 Διότι ο νόμος του πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού με ηλευθέρωσεν απο του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου.
03 Επειδή το αδύνατον εις τον νόμον, καθότι ήτο ανίσχυρος δια της σαρκός, ο Θεός πέμψας τον εαυτού Υιόν με ομοίωμα
σαρκός αμαρτίας, και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εκ τη σαρκί
04 δια να πληρωθή η δικαιοσύνη του νόνου εις ημάς τους μη περιπατούντας κατά την σάρκα, αλλά κατά το Πνεύμα.
05 Διότι οι ζώντες κατά την σάρκα, τα της σαρκός φρονούσιν οι δε κατά το Πνεύμα τα του Πνεύματος.
06 Επειδή το φρόνημα της σαρκός είναι θάνατος  το δε φρόνημα του πνεύματος, ζωή και ειρήνη.
07 Διότι το φρόνημα της σαρκός είναι έχθρα εις τον Θεόν επειδή εις τον νόμον του Θεού δεν υποτάσσεται, αλλ' ουδέ δύναται.
08 Όσοι δε είναι της σαρκός, δεν δύνανται να αρέσωσιν εις τον Θεόν.
09 Σεις όμως δεν είσθε της σαρκός, αλλά του πνεύματος, εαν το Πνεύμα του Θεού κατοική εν υμίν. Αλλ' εαν τις δεν έχη το Πνεύμα του Χριστού, ούτος δεν είναι αυτού.
10 Εαν δε ο Χριστός ήναι εν υμίν, το μεν σώμα είναι νεκρόν δια την αμαρτίαν  το δε πνεύμα ζωή δια την δικαιοσύνην.
11 Εαν δε κατοική εν υμίν το πνεύμα του αναστήσαντος τον Ιησούν εκ νεκρών, ο αναστήσας τον Χριστόν εκ νεκρών θέλει ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών, δια του Πνεύματος αυτού του κατοικούντος εν υμίν.
12  Άρα λοιπόν, αδελφοί, είμεθα χρεώσται, ουχί εις την σάρκα, ώστε να ζώμεν κατά σάρκα.
13 Διότι εάν ζήτε κατά την σάρκα, μέλλετε να αποθάνητε, αλλ' εάν δια του Πνεύματος θανατόνητε τας πράξεις του σώματος, θέλετε ζήσει.
14 Επειδή όσοι διοικούνται υπό του Πνεύματος του Θεού, ούτοι είναι υιοί του Θεού.
15 Διότι δεν ελάβετε πνεύμα δουλείας δια να φοβήσθε πάλιν, αλλ' ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, δια του οποίου κράζομεν, Αββά, ο Πατήρ.
16 Αυτό το Πνεύμα συμμαρτυρεί με το πνεύμα ημών, ότι είμεθα τέκνα Θεού.
17 Εαν δε τέκνα, και κληρονόμοι  κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού  εάν συμπάσχωμεν, δια να γείνωμεν και συμμέτοχοι της δόξης αυτού.
18 Επειδή φρονώ ότι τα παθήματα του παρόντος δεν είναι άξια να συγκριθώσι με την δόξαν την μέλλουσαν να αποκαλυφθή εις ημάς.
19 Διότι η μεγάλη προσδοκία της κτίσεως προσμένει την φανέρωσιν των υιών του Θεού.
20 Επειδή η κτίσις υπετάχθη εις την ματαιότητα, ουχί εκουσίως, αλλά δια τον υποτάξαντα αυτήν,
21 επ' ελπίδι ότι και αυτή η κτίσις θέλει ελευθερωθή απο της δουλείας της φθοράς και μεταβή εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού.
22 Επειδή εξεύρομεν ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συναγωνιά εως του νυν.
23 Και ουχί μόνον αυτή, αλλά και αυτοί οίτινες έχομεν την απαρχήν του πνεύματος, και ημείς αυτοί στενάζομεν εν εαυτοίς, περιμένοντες την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος ημών.
24 Διότι με την ελπίδα εσώθημεν  ελπίς δε ήτις βλέπεται, δεν είναι ελπίς  διότι εκείνο το οποίον βλέπει τις, δια τι και ελπίζει;
25 Εαν ελπίζωμεν εκείνο το οποίον δεν βλέπομεν, δια της υπομονής περιμένομεν αυτό.
26 Ωσαύτως δε και το Πνεύμα συμβοηθεί εις τας ασθενείας ημών  επειδή το τι να προσευχηθώμεν ως πρέπει, δεν εξεύρομεν, αλλ' αυτό το Πνεύμα ικετεύει υπέρ ημών δια στεναγμών αλαλήτων.
27 Ο δε ερευνών τας καρδίας εξεύρει τι είναι το φρόνημα του Πνεύματος, ότι κατά θεόν ικετεύει υπέρ των αγίων.
28 Εξεύρομεν δε ότι πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν, εις τους κεκλημένους κατά τον προορισμόν αυτού.
29 Διότι όσους προεγνώρισε, τούτους και προώρισε συμμόρφους της εικόνος του Υιού αυτού, δια να ήναι αυτός πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών
30 όσους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε  και όσους εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσε  και όσους εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε.
31 τι λοιπόν θέλομεν ειπεί προς ταύτα; Εαν ο Θεός ήναι υπέρ ημών, τις θέλει είσθαι καθ' ημών;
32 Επειδή όστις τον ίδιον εαυτού Υιόν δεν εφείσθη, αλλά παρέδωκεν αυτόν υπέρ πάντων, πως και μετ' αυτού δεν θέλει χαρίσει εις ημάς τα πάντα;
33 Τις θέλει εγκαλέσει τους εκλεκτούς του Θεού; Θεός είναι ο δικαιών.
34 Τις θέλει είσθαι ο κατακρίνων; Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και αναστάς, όστις και είναι εν τη δεξιά του Θεού, όστις και μεσιτεύει υπέρ ημών.
35 Τις θέλει μας χωρίσει απο της αγάπης του Χριστού; Θλίψις, ή στενοχωρία, ή διωγμός, ή πείνα, ή γυμνότης, ή κίνδυνος, ή μάχαιρα;
36 (καθώς είναι γεγραμμένον,  " Ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν  ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής.")
37 Αλλ' εις πάντα ταύτα υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς.
38 Επειδή είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις, ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα,
39 ούτε ύψωμα ούτε βάθος, ούτε άλλη τις κτίσις, θέλει δυνηθή να χωρίση ημάς απο της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 8 Demotic Greek

1. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τώρα καμιά κατάκριση για εκείνους που είναι στον Ιησού Χριστό, αυτούς που δεν περπατούν σύμφωνα με τη σάρκα, αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα.
2. Επειδή, ο νόμος τού Πνεύματος της ζωής, η οποία υπάρχει στον Ιησού Χριστό, με ελευθέρωσε από τον νόμο τής αμαρτίας και του θανάτου.
3. Επειδή, το αδύνατο στον νόμο, καθότι ήταν ανίσχυρος εξαιτίας τής σάρκας, ο Θεός, στέλνοντας τον δικό του Υιό με ομοίωμα σάρκας αμαρτίας, και σε σχέση με την αμαρτία, κατέκρινε την αμαρτία στη σάρκα·
4. για να εκπληρωθεί η δικαιοσύνη τού νόμου, σε μας, που δεν περπατάμε σύμφωνα με τη σάρκα, αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα.
5. Επειδή, εκείνοι που ζουν σύμφωνα με τη σάρκα, φρονούν αυτά που ζητάει η σάρκα· ενώ, εκείνοι που ζουν σύμφωνα με το Πνεύμα, αυτά που ζητάει το Πνεύμα.
6. Για τον λόγο ότι, το φρόνημα της σάρκας είναι θάνατος· ενώ, το φρόνημα του Πνεύματος, ζωή και ειρήνη.
7. Επειδή, το φρόνημα της σάρκας είναι έχθρα στον Θεό· για τον λόγο ότι, στον νόμο τού Θεού δεν υποτάσσεται, αλλά ούτε μπορεί.
8. Όσοι, όμως, είναι τής σάρκας δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεό.
9. Εσείς, όμως, δεν είστε τής σάρκας, αλλά του Πνεύματος, αν το Πνεύμα τού Θεού κατοικεί μέσα σας. Αλλά, αν κάποιος δεν έχει το Πνεύμα τού Χριστού, αυτός δεν είναι δικός του.
10. Αν, όμως, ο Χριστός είναι μέσα σας, το μεν σώμα είναι νεκρό για την αμαρτία· το δε πνεύμα ζωή για τη δικαιοσύνη.
11. Και αν το Πνεύμα εκείνου, που ανέστησε τον Ιησού από τους νεκρούς, κατοικεί μέσα σας, αυτός που ανέστησε τον Ιησού από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει και τα θνητά σας σώματα, διαμέσου τού Πνεύματός του, που κατοικεί μέσα σας.
12. Άρα, λοιπόν, αδελφοί, είμαστε χρεώστες, όχι στη σάρκα, ώστε να ζούμε σύμφωνα με τη σάρκα.
13. Επειδή, αν ζείτε σύμφωνα με τη σάρκα, πρόκειται να πεθάνετε, αν, όμως, διαμέσου τού Πνεύματος, θανατώνετε τις πράξεις τού σώματος, θα ζήσετε.
14. Επειδή, όσοι διοικούνται από το Πνεύμα τού Θεού, αυτοί είναι γιοι τού Θεού.
15. Δεδομένου ότι, δεν λάβατε πνεύμα δουλείας, ώστε πάλι να φοβάστε, αλλά λάβατε πνεύμα υιοθεσίας, με το οποίο κράζουμε: Αββά, Πατέρα.
16. Το ίδιο το Πνεύμα δίνει μαρτυρία, μαζί με το πνεύμα μας, ότι είμαστε παιδιά τού Θεού.
17. Και αν είμαστε παιδιά, είμαστε και κληρονόμοι· κληρονόμοι μεν του Θεού, συγκληρονόμοι δε του Χριστού· αν συμπάσχουμε, για να γίνουμε και συμμέτοχοι της δόξας του.
18. Επειδή, θεωρώ ότι τα παθήματα του παρόντα καιρού δεν είναι άξια να συγκριθούν με τη δόξα που πρόκειται να αποκαλυφθεί σε μας.
19. Δεδομένου ότι, η μεγάλη προσδοκία τής κτίσης προσμένει τη φανέρωση των παιδιών τού Θεού.
20. Επειδή, η φύση υποτάχθηκε στη ματαιότητα, όχι θεληματικά, αλλά εξαιτίας εκείνου που την υπέταξε,
21. με την ελπίδα ότι, και η ίδια η κτίση θα ελευθερωθεί από τη δουλεία τής φθοράς, και θα μεταβεί στην ελευθερία τής δόξας των παιδιών τού Θεού.
22. Επειδή, ξέρουμε καλά ότι ολόκληρη η κτίση συστενάζει, και συμπάσχει με ωδίνες, μέχρι και τώρα.
23. Και όχι μονάχα αυτή, αλλά και εμείς οι ίδιοι που έχουμε την απαρχή τού Πνεύματος, και εμείς οι ίδιοι στενάζουμε μέσα μας, περιμένοντας την υιοθεσία, την απολύτρωση του σώματός μας.
24. Επειδή, σωθήκαμε με την ελπίδα· ελπίδα, όμως, που κάποιος τη βλέπει, δεν είναι ελπίδα· επειδή, εκείνο που κανείς βλέπει, γιατί και το ελπίζει;
25. Αν, όμως, ελπίζουμε εκείνο που δεν βλέπουμε, το περιμένουμε με υπομονή.
26. Παρόμοια, όμως, και το Πνεύμα συμβοηθάει στις ασθένειές μας· επειδή, το τι να προσευχηθούμε, καθώς πρέπει, δεν ξέρουμε, αλλά το ίδιο το Πνεύμα ικετεύει για χάρη μας με στεναγμούς αλάλητους.
27. Κι αυτός που ερευνά τις καρδιές ξέρει τι είναι το φρόνημα του Πνεύματος, ότι ικετεύει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού για χάρη των άγιων.
28. Και ξέρουμε ότι όλα συνεργούν προς το αγαθό σ' αυτούς που αγαπούν τον Θεό, τους προσκαλεσμένους σύμφωνα με τον προορισμό του.
29. Επειδή, όσους προγνώρισε, αυτούς και προόρισε να γίνουν σύμμορφοι με την εικόνα τού Υιού του, για να είναι αυτός πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς·
30. και όσους προόρισε, τούτους και κάλεσε· και όσους κάλεσε, τούτους και δικαίωσε· και όσους δικαίωσε, τούτους και δόξασε.
31. Τι θα πούμε, λοιπόν, απέναντι σ' αυτά; Αν ο Θεός είναι μαζί μας, ποιος θα είναι εναντίον μας;
32. Επειδή, αυτός, που τον ίδιο του τον Υιό δεν λυπήθηκε, αλλά τον παρέδωσε για χάρη όλων μας, πώς και μαζί μ' αυτόν δεν θα χαρίσει σε μας τα πάντα;
33. Ποιος θα κατηγορήσει τούς εκλεκτούς τού Θεού; Ο Θεός είναι αυτός που τους ανακηρύσσει δίκαιους.
34. Ποιος θα είναι εκείνος που τους κατακρίνει; Ο Χριστός είναι αυτός που πέθανε, επιπλέον δε και αναστήθηκε, ο οποίος και είναι στα δεξιά τού Θεού, ο οποίος και μεσιτεύει για μας.
35. Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη τού Χριστού; Θλίψη ή στενοχώρια ή διωγμός ή πείνα ή γυμνότητα ή κίνδυνος ή μάχαιρα;
36. (Καθώς είναι γραμμένο: «Ότι για χάρη σου θανατωνόμαστε όλη την ημέρα· λογαριαστήκαμε σαν πρόβατα για σφαγή»).
37. Σε όλα αυτά, όμως, υπερνικούμε, διαμέσου εκείνου που μας αγάπησε.
38. Επειδή, είμαι πεπεισμένος ότι, ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα
39. ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κάποια άλλη κτίση, θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη τού Θεού, η οποία υπάρχει στον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
  Romans

Romans, Chapter 8 Ancient Greek

1. Οὐδὲν ἄρα νῦν κατάκριμα τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα.

2. ὁ γὰρ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.

3. τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς σαρκός, ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί,

4. ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν ἡμῖν τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα·

5. οἱ γὰρ κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν, οἱ δὲ κατὰ πνεῦμα τὰ τοῦ πνεύματος.

6. τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη·

7. διότι τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεόν· τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδὲ γὰρ δύναται·

8. οἱ δὲ ἐν σαρκὶ ὄντες Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται.

9. ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ' ἐν πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ.

10. εἰ δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρὸν δι' ἁμαρτίαν, τὸ δὲ πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην.

11. εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τοῦ ἐνοικοῦντος αὐτοῦ Πνεύματος ἐν ὑμῖν.

12. Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, ὀφειλέται ἐσμὲν οὐ τῇ σαρκὶ τοῦ κατὰ σάρκα ζῆν·

13. εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε.

14. ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ.

15. οὐ γὰρ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ' ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ.

16. αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ.

17. εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν.

18. Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς.

19. ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται.

20. τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ' ἐλπίδι

21. ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

22. οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν·

23. οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος ἔχοντες καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς στενάζομεν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν.

24. τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν· ἐλπὶς δὲ βλεπομένη οὐκ ἔστιν ἐλπίς· ὃ γὰρ βλέπει τις, τί καὶ ἐλπίζει;

25. εἰ δὲ ὃ οὐ βλέπομεν ἐλπίζομεν, δι' ὑπομονῆς ἀπεκδεχόμεθα.

26. Ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν· τὸ γὰρ τί προσευξώμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ' αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις·

27. ὁ δὲ ἐρευνῶν τὰς καρδίας οἶδε τί τὸ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ὅτι κατὰ Θεὸν ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἁγίων.

28. Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν·

29. ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς·

30. οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε.

31. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ' ἡμῶν;

32. ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ' ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται;

33. τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ;

34. Θεὸς ὁ δικαιῶν· τίς ὁ κατακρινῶν; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν.

35. τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;

36. καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς.

37. ἀλλ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.

38. πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα

39. οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 8 (KJV)

1. There is therefore now no condemnation to them which are in Christ Jesus, who walk not after the flesh, but after the Spirit.
2. For the law of the Spirit of life in Christ Jesus hath made me free from the law of sin and death.
3. For what the law could not do, in that it was weak through the flesh, God sending his own Son in the likeness of sinful flesh, and for sin, condemned sin in the flesh:
4. That the righteousness of the law might be fulfilled in us, who walk not after the flesh, but after the Spirit.
5. For they that are after the flesh do mind the things of the flesh; but they that are after the Spirit the things of the Spirit.
6. For to be carnally minded is death; but to be spiritually minded is life and peace.
7. Because the carnal mind is enmity against God: for it is not subject to the law of God, neither indeed can be.
8. So then they that are in the flesh cannot please God.
9. But ye are not in the flesh, but in the Spirit, if so be that the Spirit of God dwell in you. Now if any man have not the Spirit of Christ, he is none of his.
10. And if Christ be in you, the body is dead because of sin; but the Spirit is life because of righteousness.
11. But if the Spirit of him that raised up Jesus from the dead dwell in you, he that raised up Christ from the dead shall also quicken your mortal bodies by his Spirit that dwelleth in you.
12. Therefore, brethren, we are debtors, not to the flesh, to live after the flesh.
13. For if ye live after the flesh, ye shall die: but if ye through the Spirit do mortify the deeds of the body, ye shall live.
14. For as many as are led by the Spirit of God, they are the sons of God.
15. For ye have not received the spirit of bondage again to fear; but ye have received the Spirit of adoption, whereby we cry, Abba, Father.
16. The Spirit itself beareth witness with our spirit, that we are the children of God:
17. And if children, then heirs; heirs of God, and joint-heirs with Christ; if so be that we suffer with him , that we may be also glorified together.
18. For I reckon that the sufferings of this present time are not worthy to be compared with the glory which shall be revealed in us.
19. For the earnest expectation of the creature waiteth for the manifestation of the sons of God.
20. For the creature was made subject to vanity, not willingly, but by reason of him who hath subjected the same in hope,
21. Because the creature itself also shall be delivered from the bondage of corruption into the glorious liberty of the children of God.
22. For we know that the whole creation groaneth and travaileth in pain together until now.
23. And not only they , but ourselves also, which have the firstfruits of the Spirit, even we ourselves groan within ourselves, waiting for the adoption, to wit , the redemption of our body.
24. For we are saved by hope: but hope that is seen is not hope: for what a man seeth, why doth he yet hope for?
25. But if we hope for that we see not, then do we with patience wait for it .
26.  Likewise the Spirit also helpeth our infirmities: for we know not what we should pray for as we ought: but the Spirit itself maketh intercession for us with groanings which cannot be uttered.
27. And he that searcheth the hearts knoweth what is the mind of the Spirit, because he maketh intercession for the saints according to the will of God.
28. And we know that all things work together for good to them that love God, to them who are the called according to his  purpose.
29. For whom he did foreknow, he also did predestinate to be conformed to the image of his Son, that he might be the firstborn among many brethren.
30. Moreover whom he did predestinate, them he also called: and whom he called, them he also justified: and whom he justified, them he also glorified.
31. What shall we then say to these things? If God be for us, who can be against us?
32. He that spared not his own Son, but delivered him up for us all, how shall he not with him also freely give us all things?
33. Who shall lay any thing to the charge of God's elect? It is God that justifieth.
34. Who is he that condemneth? It is Christ that died, yea rather, that is risen again, who is even at the right hand of God, who also maketh intercession for us.
35. Who shall separate us from the love of Christ? shall tribulation, or distress, or persecution, or famine, or nakedness, or peril, or sword?
36. As it is written, For thy sake we are killed all the day long; we are accounted as sheep for the slaughter.
37. Nay, in all these things we are more than conquerors through him that loved us.
38. For I am persuaded, that neither death, nor life, nor angels, nor principalities, nor powers, nor things present, nor things to come,
39. Nor height, nor depth, nor any other creature, shall be able to separate us from the love of God, which is in Christ Jesus our Lord.
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

_