Romans, Chapter 9 Modern Greek Mp3Mp3

01 Αλήθειαν λέγω εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, (έχων συμμαρτυρούσαν με εμέ την συνείδησίν μου εν Πνεύματι Αγίω,)
02 ότι έχω λύπην μεγάλην και αδιάλειπτον οδύνην εν τη καρδία μου.
03 Διότι ηυχόμην αυτός εγώ να ήμαι ανάθεμα από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των κατά σάρκα συγγενών μου
04 οίτινες είναι Ισραηλίται, των οποίων είναι η υιοθεσία, και η δόξα, και αι διαθήκαι, και η νομοθεσία, και η λατρεία, και αι επαγγελίαι
05 των οποίων είναι οι πατέρες, και εκ των οποίων εγεννήθη ο Χριστός το κατά σάρκα, ο ών επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας. Αμήν.
06 Αλλά δεν είναι δυνατόν ότι εξέπεσεν ο λόγος του Θεού. Διότι πάντες οι εκ του Ισραήλ, δεν είναι ούτοι Ισραήλ.
07 Ουδέ διότι είναι σπέρμα του Αβραάμ, διά τούτο είναι πάντες τέκνα  αλλ'  "εν τω Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα."
08 Τουτέστι, τα τέκνα της σαρκός, ταύτα δεν είναι τέκνα Θεού  αλλά τα τέκνα της επαγγελίας λογίζονται διά σπέρμα.
09 Διότι ο λόγος της επαγγελίας είναι ούτος,  "Κατά τον καιρόν τούτον θέλω ελθεί, και η Σάρρα θέλει έχει υιόν."
10 Και ουχί μόνον τούτο, αλλά και ρεβέκκα, ότε συνέλαβε δύο εξ ενός ανδρός, Ισαάκ του πατρός ημών
11 (διότι πριν έτι γεννηθώσι τα παιδία, και πριν πράξωσι τι αγαθόν ή κακόν, δια να μένη ο κατ' εκλογήν προορισμός του Θεού ουχί εκ των έργων, αλλ' εκ του καλούντος,)
12 ερρέθη προς αυτήν,  " Ότι ο μεγαλήτερος θέλει δουλεύσει εις τον μικρότερον."
13 Καθώς είναι γεγραμμένον,  "Τον Ιακώβ ηγάπησα, τον δε Ησαύ εμίσησα."
14 Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί; Μήπως είναι αδικία εις τον Θεόν; Μη γένοιτο.
15 Διότι προς τον Μωϋσήν λέγει, " Θέλω ελεήσει όντινα ελεώ, και θέλω οικτειρήσει όντινα οικτείρω."
16  Άρα λοιπόν δεν είναι του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού.
17 Διότι η γραφή λέγει προς τον Φαραώ,  " Ότι δι' αυτό τούτο σε εξήγειρα, διά να δείξω εν σοί την δύναμίν μου, και διά να διαγγελθή το όνομά μου εν πάση τη γη."
18  Άρα λοιπόν όντινα θέλει, ελεεί. και όντινα θέλει, σκληρύνει.
19 Θέλεις λοιπόν μοί ειπεί, Διά τι πλέον μέμφεται; εις το θέλημα αυτού τις εναντιούται;
20 Αλλά μάλιστα, συ, ω άνθρωπε, τις είσαι όστις ανταποκρίνεσαι προς τον Θεόν; Μήπως το πλάσμα θέλει ειπεί προς τον πλάσαντα, Δια τι με έκαμες ούτως;
21 Η δεν έχει εξουσίαν ο κεραμεύς του πηλού, απο του αυτού μίγματος να κάμη άλλο μεν σκεύος εις τιμήν, άλλο δε εις ατιμίαν;
22 Τι δε, αν ο Θεός θέλων να δείξη την οργήν αυτού και να κάμη γνωστήν την δύναμιν αυτού, υπέφερε μετά πολλής μακροθυμίας σκεύη οργής κατεσκευασμένα εις απώλειαν;
23 Και δια να γνωστοποιήση τον πλούτον της δόξης αυτού επί σκεύη ελέους,τα οποία προητοίμασεν εις δόξαν,
24 ημάς,τους οποίους εκάλεσεν, ουχί μόνον εκ των Ιουδαίων, αλλά και εκ των εθνών;
25 Καθώς και εν τω Ωσηέ λέγει, " θέλω καλέσει λαόν μου, τον ου λαόν μου, και ηγαπημένην, την ουκ ηγαπημένην."
26  "Και εν τω τόπω όπου ερρέθη προς αυτούς, Δεν είσθε λαός μου, εκεί θέλουσι καλεσθή υιοί Θεού ζώντος."
27 Ο δε Ησαϊας κράζει υπέρ του Ισραήλ,  "Αν και ο αριθμός των υιών Ισραήλ ήναι ως η άμμος της θαλάσσης, το υπόλοιπον αυτών θέλει σωθή
28 διότι θέλει τελειώσει και συντέμει λογαριασμόν μετά δικαιοσύνης, επειδή συντετμημένον λογαριασμόν θέλει κάμει ο Κύριος επί της γης."
29 Και καθώς προείπεν ο Ησαϊας,  " Εαν ο Κύριος Σαβαώθ δεν ήθελεν αφήσει εις ημάς σπέρμα, ως τα Σόδομα ηθέλομεν γείνει, και με τα Γόμορρα ηθέλομεν ομοιωθή."
30 Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί;  Ότι τα έθνη τα μη ζητούντα δικαιοσύνην, έφθασαν εις δικαιοσύνην, δικαιοσύνην δε την εκ πίστεως
31 ο δε Ισραήλ ζητών νόμον δικαιοσύνης, εις νόμον δικαιοσύνης δεν έφθασε.
32 Δια τι; Επειδή δεν εζήτει αυτήν εκ πίστεως, αλλ' ως εκ των έργων του νόμου. Διότι προσέκοψαν εις τον λίθον του προσκόμματος
33 καθώς είναι γεγραμμένον,  " Ιδού, θέτω εν Σιών λίθον προσκόμματος, και πέτραν σκανδάλου, και πας ο πιστεύων επ' αυτόν δεν θέλει καταισχυνθή."
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 9 Demotic Greek

1. ΣΑΣ λέω αλήθεια, εν Χριστώ, δεν ψεύδομαι, (έχοντας τη συνείδησή μου να συμμαρτυρεί μαζί μου, με επιβεβαίωση από το Άγιο Πνεύμα),
2. ότι έχω μεγάλη λύπη και αδιάκοπη οδύνη μέσα στην καρδιά μου.
3. Επειδή, ευχόμουν εγώ ο ίδιος να είμαι ανάθεμα από τον Χριστό χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα·
4. που είναι Ισραηλίτες, των οποίων είναι η υιοθεσία, και η δόξα, και οι διαθήκες, και η νομοθεσία, και η λατρεία, και οι υποσχέσεις·
5. των οποίων είναι οι πατέρες, και από τους οποίους γεννήθηκε ο Χριστός, όσον αφορά τη σάρκα, αυτός που είναι επάνω σε όλους ευλογητός Θεός στους αιώνες. Αμήν.
6. Αλλά, δεν είναι δυνατόν ότι ξέπεσε ο λόγος τού Θεού. Επειδή, όλοι από τον Ισραήλ, αυτοί δεν είναι Ισραήλ.
7. Ούτε επειδή είναι σπέρμα τού Αβραάμ, γι' αυτό είναι όλοι παιδιά· αλλά, «στον Ισαάκ θα αποκληθεί σε σένα σπέρμα».
8. Δηλαδή, τα παιδιά κατά σάρκα, αυτά δεν είναι παιδιά τού Θεού· αλλά, τα παιδιά τής υπόσχεσης λογαριάζονται για σπέρμα.
9. Επειδή, ο λόγος τής υπόσχεσης είναι τούτος: «Κατά την ίδια εποχή θάρθω, και η Σάρρα θα έχει έναν γιο».
10. Και όχι μονάχα αυτό, αλλά και η Ρεβέκκα, όταν συνέλαβε δύο από έναν άνδρα, από τον Ισαάκ τον πατέρα μας·
11. (επειδή, πριν ακόμα γεννηθούν τα παιδιά, και πριν κάνουν κάτι, αγαθό ή κακό, για να μένει ο προορισμός τού Θεού κατ' εκλογήν, όχι από τα έργα, αλλά από εκείνον που καλεί),
12. ειπώθηκε σ' αυτήν ότι: «Ο μεγαλύτερος θα γίνει δούλος στον μικρότερο».
13. Καθώς είναι γραμμένο: «Τον Ιακώβ αγάπησα, ενώ τον Ησαύ τον μίσησα».
14. Τι, λοιπόν, θα πούμε; Μήπως υπάρχει αδικία στον Θεό; Μη γένοιτο.
15. Επειδή, λέει στον Μωυσή: «Θα ελεήσω όποιον ελεώ, και θα σπλαχνιστώ όποιον σπλαχνίζομαι».
16. Άρα, λοιπόν, δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από τον Θεό που ελεεί.
17. Επειδή, η γραφή λέει στον Φαραώ ότι: «Γι' αυτό τον σκοπό σε ανύψωσα, για να δείξω σε σένα τη δύναμή μου, και για να εξαγγελθεί το όνομά μου σε όλη τη γη».
18. Άρα, λοιπόν, όποιον θέλει ελεεί· και όποιον θέλει, σκληραίνει.
19. Θα μου πεις, λοιπόν: Ο Θεός γιατί πλέον κατηγορεί; Στο θέλημά του ποιος εναντιώνεται;
20. Αλλά, μάλιστα, εσύ, ω άνθρωπε, ποιος είσαι που αντιμιλάς στον Θεό; Μήπως το πλάσμα θα πει σ' αυτόν που το έπλασε: Γιατί με έπλασες έτσι;
21. Ή, δεν έχει εξουσία ο κεραμέας επάνω στον πηλό, από το ίδιο μίγμα να κάνει το ένα μεν σκεύος για χρήση τιμητική, το άλλο δε για χρήση όχι τιμητική;
22. Και τι, αν ο Θεός, θέλοντας να δείξει την οργή του και να κάνει γνωστή τη δύναμή του, υπέφερε με πολλή μακροθυμία σκεύη οργής καταρτισμένα σε απώλεια;
23. Και για να γνωστοποιήσει τον πλούτο τής δόξας του σε σκεύη ελέους, που προετοίμασε για δόξα,
24. εμάς, που μας κάλεσε, όχι μονάχα από τους Ιουδαίους, αλλά και από τα έθνη;
25. Όπως λέει και στον Ωσηέ: «Θα αποκαλέσω λαό μου, αυτόν που δεν είναι λαός μου, και αγαπημένη, αυτήν που δεν είναι αγαπημένη».
26. «Και στον τόπο που τους ειπώθηκε: Δεν είστε λαός μου, εκεί θα αποκληθούν γιοι τού ζωντανού Θεού».
27. Και ο Ησαϊας κράζει υπέρ του Ισραήλ: «Αν και ο αριθμός των γιων τού Ισραήλ είναι σαν την άμμο τής θάλασσας, το υπόλειμμά τους θα σωθεί·
28. επειδή, ο Κύριος θα τελειώσει και θα κάνει γρήγορα λογαριασμό με δικαιοσύνη, δεδομένου ότι θα κάνει λογαριασμό με γρήγορους ρυθμούς επάνω στη γη».
29. Και όπως προείπε ο Ησαϊας: «Αν ο Κύριος Σαβαώθ δεν άφηνε σε μας σπέρμα, σαν τα Σόδομα θα είχαμε γίνει, και με τα Γόμορρα θα είχαμε εξομοιωθεί».
30. Τι θα πούμε, λοιπόν; Ότι τα έθνη, που δεν ζητούσαν δικαιοσύνη, έφτασαν σε δικαιοσύνη, δικαιοσύνη όμως που στηρίζεται στην πίστη·
31. ενώ ο Ισραήλ, ζητώντας νόμο δικαιοσύνης, σε νόμο δικαιοσύνης δεν έφτασε.
32. Γιατί; Επειδή, δεν τη ζητούσε με βάση την πίστη, αλλά ως αποτέλεσμα των έργων τού νόμου. Επειδή, πρόσκοψαν στην πέτρα τού προσκόμματος·
33. όπως είναι γραμμένο: «Δέστε, βάζω στη Σιών λίθον προσκόμματος, και πέτρα σκανδάλου, και κάθε ένας που πιστεύει σ' αυτόν δεν θα ντροπιαστεί».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Romans

Romans, Chapter 9 Ancient Greek

1. Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ,

2. ὅτι λύπη μοί ἐστι μεγάλη καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου.

3. ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα,

4. οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται, ὧν ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δόξα καὶ αἱ διαθῆκαι καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἐπαγγελίαι,

5. ὧν οἱ πατέρες, καὶ ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

6. Οὐχ οἷον δὲ ὅτι ἐκπέπτωκεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. οὐ γὰρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραήλ, οὗτοι Ἰσραήλ,

7. οὐδ' ὅτι εἰσὶ σπέρμα Ἀβραάμ, πάντες τέκνα, ἀλλ' ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα·

8. τοῦτ' ἔστιν οὐ τὰ τέκνα τῆς σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐπαγγελίας λογίζεται εἰς σπέρμα.

9. ἐπαγγελίας γὰρ ὁ λόγος οὗτος· κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐλεύσομαι καὶ ἔσται τῇ Σάρρᾳ υἱός.

10. οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα, Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν·

11. μήπω γὰρ γεννηθέντων μηδὲ πραξάντων τι ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἵνα ἡ κατ' ἐκλογὴν τοῦ Θεοῦ πρόθεσις μένῃ,

12. οὐκ ἐξ ἔργων, ἀλλ' ἐκ τοῦ καλοῦντος, ἐρρέθη αὐτῇ ὅτι ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι,

13. καθὼς γέγραπται· τὸν Ἰακὼβ ἠγάπησα, τὸν δὲ Ἠσαῦ ἐμίσησα.

14. Τί οὖν ἐροῦμεν; μὴ ἀδικία παρὰ τῷ Θεῷ; μὴ γένοιτο.

15. τῷ γὰρ Μωϋσῇ λέγει· ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω.

16. ἄρα οὖν οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ.

17. λέγει γὰρ ἡ γραφὴ τῷ Φαραὼ ὅτι εἰς αὐτὸ τοῦτο ἐξήγειρά σε, ὅπως ἐνδείξωμαι ἐν σοὶ τὴν δύναμίν μου, καὶ ὅπως διαγγελῇ τὸ ὄνομά μου ἐν πάσῃ τῇ γῇ.

18. ἄρα οὖν ὃν θέλει ἐλεεῖ, ὃν δὲ θέλει σκληρύνει.

19. Ἐρεῖς οὖν μοι· τί ἔτι μέμφεται; τῷ γὰρ βουλήματι αὐτοῦ τίς ἀνθέστηκε;

20. μενοῦνγε, ὦ ἄνθρωπε, σὺ τίς εἶ ὁ ἀνταποκρινόμενος τῷ Θεῷ; μὴ ἐρεῖ τὸ πλάσμα τῷ πλάσαντι, τί με ἐποίησας οὕτως;

21. ἢ οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ὁ κεραμεὺς τοῦ πηλοῦ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ φυράματος ποιῆσαι ὃ μὲν εἰς τιμὴν σκεῦος, ὃ δὲ εἰς ἀτιμίαν;

22. εἰ δὲ θέλων ὁ Θεὸς ἐνδείξασθαι τὴν ὀργὴν καὶ γνωρίσαι τὸ δυνατὸν αὐτοῦ ἤνεγκεν ἐν πολλῇ μακροθυμίᾳ σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰς ἀπώλειαν;

23. καὶ ἵνα γνωρίσῃ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ ἐπὶ σκεύη ἐλέους ἃ προητοίμασεν εἰς δόξαν;

24. οὓς καὶ ἐκάλεσεν ἡμᾶς οὐ μόνον ἐξ Ἰουδαίων ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐθνῶν,

25. ὡς καὶ ἐν τῷ Ὡσηὲ λέγει· καλέσω τὸν οὐ λαόν μου λαόν μου, καὶ τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην·

26. καὶ ἔσται ἐν τῷ τόπῳ οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς, οὐ λαός μου ὑμεῖς, ἐκεῖ κληθήσονται υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος.

27. Ἡσαΐας δὲ κράζει ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ, ἐὰν ᾖ ὁ ἀριθμὸς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα σωθήσεται·

28. λόγον γὰρ συντελῶν καὶ συντέμνων ἐν δικαιοσύνῃ, ὅτι λόγον συντετμημένον ποιήσει Κύριος ἐπὶ τῆς γῆς.

29. καὶ καθὼς προείρηκεν Ἡσαΐας, εἰ μὴ Κύριος Σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμορρα ἂν ὡμοιώθημεν.

30. Τί οὖν ἐροῦμεν; ὅτι ἔθνη τὰ μὴ διώκοντα δικαιοσύνην κατέλαβε δικαιοσύνην, δικαιοσύνην δὲ τὴν ἐκ πίστεως,

31. Ἰσραὴλ δὲ διώκων νόμον δικαιοσύνης εἰς νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασε.

32. διατί; ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως, ἀλλ' ὡς ἐξ ἔργων νόμου· προσέκοψαν γὰρ τῷ λίθῳ τοῦ προσκόμματος,

33. καθὼς γέγραπται· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ πέτραν σκανδάλου, καὶ πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ' αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Romans, Chapter 9 (KJV)

1. I say the truth in Christ, I lie not, my conscience also bearing me witness in the Holy Ghost,
2. That I have great heaviness and continual sorrow in my heart.
3. For I could wish that myself were accursed from Christ for my brethren, my kinsmen according to the flesh:
4. Who are Israelites; to whom pertaineth the adoption, and the glory, and the covenants, and the giving of the law, and the service of God , and the promises;
5. Whose are the fathers, and of whom as concerning the flesh Christ came , who is over all, God blessed for ever. Amen.
6. Not as though the word of God hath taken none effect. For they are not all Israel, which are of Israel:
7. Neither, because they are the seed of Abraham, are they all children: but, In Isaac shall thy seed be called.
8. That is, They which are the children of the flesh, these are not the children of God: but the children of the promise are counted for the seed.
9. For this is the word of promise, At this time will I come, and Sara shall have a son.
10. And not only this ; but when Rebecca also had conceived by one, even by our father Isaac;
11. (For the children being not yet born, neither having done any good or evil, that the purpose of God according to election might stand, not of works, but of him that calleth;)
12.  It was said unto her, The elder shall serve the younger.
13. As it is written, Jacob have I loved, but Esau have I hated.
14. What shall we say then? Is there unrighteousness with God? God forbid.
15. For he saith to Moses, I will have mercy on whom I will have mercy, and I will have compassion on whom I will have compassion.
16. So then it is not of him that willeth, nor of him that runneth, but of God that sheweth mercy.
17. For the scripture saith unto Pharaoh, Even for this same purpose have I raised thee up, that I might shew my power in thee, and that my name might be declared throughout all the earth.
18. Therefore hath he mercy on whom he will have mercy , and whom he will he hardeneth.
19. Thou wilt say then unto me, Why doth he yet find fault? For who hath resisted his will?
20. Nay but, O man, who art thou that repliest against God? Shall the thing formed say to him that formed it , Why hast thou made me thus?
21.  Hath not the potter power over the clay, of the same lump to make one vessel unto honour, and another unto dishonour?
22.  What if God, willing to shew his wrath, and to make his power known, endured with much longsuffering the vessels of wrath fitted to destruction:
23. And that he might make known the riches of his glory on the vessels of mercy, which he had afore prepared unto glory,
24.  Even us, whom he hath called, not of the Jews only, but also of the Gentiles?
25. As he saith also in Osee, I will call them my people, which were not my people; and her beloved, which was not beloved.
26. And it shall come to pass, that in the place where it was said unto them, Ye are not my people; there shall they be called the children of the living God.
27. Esaias also crieth concerning Israel, Though the number of the children of Israel be as the sand of the sea, a remnant shall be saved:
28. For he will finish the work, and cut it short in righteousness: because a short work will the Lord make upon the earth.
29. And as Esaias said before, Except the Lord of Sabaoth had left us a seed, we had been as Sodoma, and been made like unto Gomorrha.
30. What shall we say then? That the Gentiles, which followed not after righteousness, have attained to righteousness, even the righteousness which is of faith.
31. But Israel, which followed after the law of righteousness, hath not attained to the law of righteousness.
32. Wherefore? Because they sought it not by faith, but as it were by the works of the law. For they stumbled at that stumblingstone;
33. As it is written, Behold, I lay in Sion a stumblingstone and rock of offence: and whosoever believeth on him shall not be ashamed.
_
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

_