ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 1o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 1
1. Ήτο δε άνθρωπός τις εκ Ραμαθαΐμ-σοφίμ, εκ του όρους
Εφραΐμ, και το όνομα αυτού Ελκανά, υιός του Ιεροάμ, υιού Ελιού, υιού Θοού,
υιού Σούφ, Εφραθαίος.
2. Και είχεν ούτος δύο γυναίκας· το όνομα της μιας Άννα,
και το όνομα της δευτέρας Φενίννα· η μεν Φενίννα είχε τέκνα, η δε Άννα
δεν είχε τέκνα.
3. Ανέβαινε δε ο άνθρωπος ούτος εκ της πόλεως αυτού κατ'
έτος, διά να προσκυνήση και να προσφέρη θυσίαν προς τον Κύριον των δυνάμεων
εν Σηλώ. Και ήσαν εκεί οι δύο υιοί του Ηλεί, Οφνεί και Φινεές, ιερείς του
Κυρίου.
4. Έφθασε δε η ημέρα, καθ' ην εθυσίασεν ο Ελκανά και
έδωκε μερίδας εις την Φενίνναν την γυναίκα αυτού και εις πάντας τους υιούς
αυτής και τας θυγατέρας αυτής.
5. εις δε την Άνναν έδωκε διπλασίαν μερίδα· διότι ηγάπα
την Ανναν· αλλ' ο Κύριος είχε κλείσει την μήτραν αυτής.
6. Και η αντίζηλος αυτής παρώξυνεν αυτήν σφόδρα, ώστε
να κάμνη αυτήν να αδημονή, ότι ο Κύριος είχε κλείσει την μήτραν αυτής.
7. Και ούτως έκαμνε κατ' έτος· οσάκις ανέβαινεν εις τον
οίκον του Κυρίου, ούτω παρώξυνεν αυτήν· και εκείνη έκλαιε και δεν έτρωγεν.
8. Είπε δε προς αυτήν Ελκανά ο ανήρ αυτής, Άννα, διά
τι κλαίεις; και διά τι δεν τρώγεις; και διά τι η καρδία σου είναι τεθλιμμένη;
δεν είμαι εγώ εις σε καλήτερος παρά δέκα υιούς;
9. Και εσηκώθη η Άννα, αφού έφαγον εν Σηλώ και αφού έπιον·
ο δε Ηλεί ο ιερεύς εκάθητο επί καθέδρας, πλησίον του παραστάτου της πύλης
του ναού του Κυρίου.
10. Και αυτή ήτο καταπικραμένη την ψυχήν και προσηύχετο
εις τον Κύριον, κλαίουσα καθ' υπερβολήν.
11. Και ηυχήθη ευχήν, λέγουσα, Κύριε των δυνάμεων, εάν
επιβλέψης τωόντι εις την ταπείνωσιν της δούλης σου και με ενθυμηθής και
δεν λησμονήσης την δούλην σου, αλλά δώσης εις την δούλην σου τέκνον αρσενικόν,
τότε θέλω δώσει αυτό εις τον Κύριον πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού, και
ξυράφιον δεν θέλει αναβή επί την κεφαλήν αυτού.
12. Ενώ δε αυτή εξηκολούθει προσευχομένη ενώπιον του
Κυρίου, ο Ηλεί παρετήρει το στόμα αυτής.
13. Πλην η Άννα αυτή ελάλει εν τη καρδία αυτής· μόνον
τα χείλη αυτής εκινούντο, αλλ' η φωνή αυτής δεν ηκούετο· όθεν ο Ηλεί ενόμισεν
ότι ήτο μεθυσμένη.
14. Και είπε προς αυτήν ο Ηλεί, Έως πότε θέλεις είσθαι
μεθύουσα; απόβαλε τον οίνόν σου από σου.
15. Και απεκρίθη η Άννα και είπεν, Ουχί, κύριέ μου, εγώ
είμαι γυνή κατατεθλιμμένη την ψυχήν· ούτε οίνον ούτε σίκερα δεν έπιον,
αλλ' εξέχεα την ψυχήν μου ενώπιον του Κυρίου·
16. μη υπολάβης την δούλην σου ως αχρείαν γυναίκα· διότι
εκ του πλήθους του πόνου μου και της θλίψεώς μου ελάλησα έως τώρα.
17. Τότε απεκρίθη ο Ηλεί και είπεν, Ύπαγε εις ειρήνην·
και ο Θεός του Ισραήλ ας σοι δώση την αίτησίν σου, την οποίαν ήτησας παρ'
αυτού.
18. Η δε είπεν, Είθε η δούλη σου να εύρη χάριν εις τους
οφθαλμούς σου. Τότε απήλθεν η γυνή εις την οδόν αυτής και έφαγε, και το
πρόσωπον αυτής δεν ήτο πλέον σκυθρωπόν.
19. Και το πρωΐ εσηκώθησαν ενωρίς, και προσκυνήσαντες
ενώπιον του Κυρίου, επέστρεψαν και ήλθον εις την οικίαν αυτών εις Ραμάθ.
Και ο Ελκανά εγνώρισεν Άνναν την γυναίκα αυτού· και ο Κύριος ενεθυμήθη
αυτήν.
20. Και ότε επληρώθησαν αι ημέραι αφότου η Άννα συνέλαβεν,
εγέννησεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμουήλ, Διότι παρά Κυρίου ήτησα
αυτόν, είπε.
21. Και ανέβη ο άνθρωπος Ελκανά και πας ο οίκος αυτού,
διά να προσφέρη προς τον Κύριον την ετήσιον θυσίαν και την ευχήν αυτού.
22. Αλλ' η Άννα δεν ανέβη· διότι είπε προς τον άνδρα
αυτής, Δεν θέλω αναβή εωσού το παιδίον απογαλακτισθή· και τότε θέλω φέρει
αυτό, διά να εμφανισθή ενώπιον του Κυρίου και εκεί να κατοική διαπαντός.
23. Και είπε προς αυτήν Ελκανά ο ανήρ αυτής, Κάμε ό,τι
σοι φαίνεται καλόν· κάθου εωσού απογαλακτίσης αυτό· μόνον ο Κύριος να εκπληρώση
τον λόγον αυτού. Και εκάθισεν η γυνή και εθήλαζε τον υιόν αυτής, εωσού
απεγαλάκτισεν αυτόν.
24. Και αφού απεγαλάκτισεν αυτόν, ανεβίβασεν αυτόν μεθ'
εαυτής, μετά τριών μόσχων και ενός εφά αλεύρου και ασκού οίνου, και έφερεν
αυτόν εις τον οίκον του Κυρίου εν Σηλώ· το δε παιδίον ήτο μικρόν.
25. Και έσφαξαν τον μόσχον και έφεραν το παιδίον προς
τον Ηλεί.
26. Και είπεν η Άννα, Ω, κύριέ μου ζη η ψυχή σου, κύριέ
μου, εγώ είμαι η γυνή, ήτις εστάθη ενταύθα πλησίον σου, δεομένη του Κυρίου·
27. περί του παιδίου τούτου εδεόμην· και ο Κύριος έδωκεν
εις εμέ την αίτησίν μου, την οποίαν ήτησα παρ' αυτού·
28. όθεν και εγώ εδάνεισα αυτό εις τον Κύριον· πάσας
τας ημέρας της ζωής αυτού θέλει είσθαι δανεισμένον εις τον Κύριον. Και
προσεκύνησεν εκεί τον Κύριον.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 2o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 2
1. Και προσηυχήθη η Άννα, και είπεν, Ευφράνθη η καρδία
μου εις τον Κύριον· υψώθη το κέρας μου διά του Κυρίου· επλατύνθη το στόμα
μου εναντίον των εχθρών μου· διότι ευφράνθην εις την σωτηρίαν σου.
2. Δεν υπάρχει άγιος καθώς ο Κύριος· διότι δεν είναι
άλλος πλην σου, ουδέ βράχος καθώς ο Θεός ημών.
3. Μη καυχάσθε, μη λαλείτε υπερηφάνως· ας μη εξέλθη μεγαλορρημοσύνη
εκ του στόματός σας· διότι ο Κύριος είναι Θεός γνώσεων, και παρ' αυτού
σταθμίζονται αι πράξεις.
4. Τα τόξα των δυνατών συνετρίβησαν, και οι αδύνατοι
περιεζώσθησαν δύναμιν.
5. Οι κεχορτασμένοι εμίσθωσαν εαυτούς διά άρτον· οι δε
πεινώντες έπαυσαν· έως και η στείρα εγέννησεν επτά, η δε πολύτεκνος εξησθένησεν.
6. Ο Κύριος θανατόνει και ζωοποιεί· καταβιβάζει εις τον
άδην και αναβιβάζει.
7. Ο Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινόνει και υψόνει.
8. Ανεγείρει τον πένητα από του χώματος, και ανυψόνει
τον πτωχόν από της κοπρίας, διά να καθίση αυτούς μεταξύ των αρχόντων, και
να κάμη αυτούς να κληρονομήσωσι θρόνον δόξης· διότι του Κυρίου είναι οι
στύλοι της γης, και έστησε την οικουμένην επ' αυτούς.
9. Θέλει φυλάττει τους πόδας των οσίων αυτού· οι δε ασεβείς
θέλουσιν απολεσθή εν τω σκότει· επειδή διά δυνάμεως δεν θέλει υπερισχύσει
ο άνθρωπος.
10. Ο Κύριος θέλει συντρίψει τους αντιδίκους αυτού· εξ
ουρανού θέλει βροντήσει επ' αυτούς· ο Κύριος θέλει κρίνει τα πέρατα της
γής· και θέλει δώσει ισχύν εις τον βασιλέα αυτού, και υψώσει το κέρας του
χριστού αυτού.
11. Τότε ανεχώρησεν ο Ελκανά εις Ραμάθ προς τον οίκον
αυτού. Το δε παιδίον υπηρέτει τον Κύριον ενώπιον Ηλεί του ιερέως.
12. Του Ηλεί όμως οι υιοί ήσαν αχρείοι άνθρωποι δεν εγνώριζον
τον Κύριον.
13. Η συνήθεια δε των ιερέων προς τον λαόν ήτο τοιαύτη·
ότε τις προσέφερε θυσίαν, ήρχετο ο υπηρέτης του ιερέως, ενώ εψήνετο το
κρέας, έχων εις την χείρα αυτού κρεάγραν τριόδοντον·
14. και εβύθιζεν αυτήν εις το κακκάβιον, ή εις τον λέβητα,
ή εις την χύτραν, ή εις το χαλκείον· και ό,τι ανεβίβαζεν η κρεάγρα, ελάμβανεν
ο ιερεύς δι' εαυτόν. Ούτως έκαμνον προς πάντας τους Ισραηλίτας τους ερχομένους
εκεί εις Σηλώ.
15. Πριν έτι καύσωσι το πάχος, ήρχετο ο υπηρέτης του
ιερέως, και έλεγε προς τον άνθρωπον τον προσφέροντα την θυσίαν, Δος κρέας
διά ψητόν εις τον ιερέα· διότι δεν θέλει να λάβη παρά σου κρέας βρασμένον,
αλλά ωμόν.
16. Και εάν ο άνθρωπος έλεγε προς αυτόν, Ας καύσωσι πρώτον
το πάχος, και έπειτα λάβε όσον επιθυμεί η ψυχή σου· τότε απεκρίνετο προς
αυτόν, Ουχί, αλλά τώρα θέλεις δώσει ειδέ μη, θέλω λάβει μετά βίας.
17. Διά τούτο η αμαρτία των νέων ήτο μεγάλη σφόδρα ενώπιον
του Κυρίου· διότι οι άνθρωποι απεστρέφοντο την θυσίαν του Κυρίου.
18. Ο δε Σαμουήλ υπηρέτει ενώπιον του Κυρίου, παιδάριον
περιεζωσμένον λινούν εφόδ.
19. Και η μήτηρ αυτού έκαμνεν εις αυτόν επένδυμα μικρόν,
και έφερε προς αυτόν κατ' έτος, ότε ανέβαινε μετά του ανδρός αυτής διά
να προσφέρη την ετήσιον θυσίαν.
20. Και ευλόγησεν ο Ηλεί τον Ελκανά και την γυναίκα αυτού,
λέγων, Ο Κύριος να αποδώση εις σε σπέρμα εκ της γυναικός ταύτης, αντί του
δανείου το οποίον εδάνεισεν εις τον Κύριον. Και ανεχώρησαν εις τον τόπον
αυτών.
21. Επεσκέφθη δε ο Κύριος την Ανναν· και συνέλαβε και
εγέννησε τρεις υιούς και δύο θυγατέρας· το δε παιδίον ο Σαμουήλ εμεγάλονεν
ενώπιον του Κυρίου.
22. Ήτο δε ο Ηλεί πολύ γέρων· και ήκουσε πάντα όσα έπραττον
οι υιοί αυτού εις πάντα τον Ισραήλ· και ότι εκοιμώντο μετά των γυναικών,
των συνερχομένων εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.
23. Και είπε προς αυτούς, Διά τι κάμνετε τοιαύτα πράγματα;
διότι εγώ ακούω κακά πράγματα διά σας παρά παντός τούτου του λαού·
24. μη, τέκνα μου· διότι δεν είναι καλή η φήμη, την οποίαν
εγώ ακούω· σεις κάμνετε τον λαόν του Κυρίου να γίνηται παραβάτης·
25. εάν αμαρτήση άνθρωπος εις άνθρωπον, θέλει ικεσία
γίνεσθαι εις τον Θεόν υπέρ αυτού· αλλ' εάν τις αμαρτήση εις τον Κύριον,
τις θέλει ικετεύσει υπέρ αυτού; Εκείνοι όμως δεν υπήκουον εις την φωνήν
του πατρός αυτών· διότι ο Κύριος ήθελε να θανατώση αυτούς.
26. Το δε παιδίον ο Σαμουήλ εμεγάλονε και ευηρέστει και
εις τον Κύριον και εις τους ανθρώπους.
27. Ήλθε δε άνθρωπός τις του Θεού προς τον Ηλεί και είπε
προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος· Δεν απεκαλύφθην φανερά εις τον οίκον του
πατρός σου, ότε αυτοί ήσαν εν τη Αιγύπτω εν τω οίκω του Φαραώ;
28. Και δεν εξέλεξα αυτόν εκ πασών των φυλών του Ισραήλ
εις εμαυτόν διά ιερέα, διά να κάμνη προσφοράς επί του θυσιαστηρίου μου,
να καίη θυμίαμα, να φορή εφόδ ενώπιόν μου; και δεν έδωκα εις τον οίκον
του πατρός σου πάσας τας διά πυρός γινομένας προσφοράς των υιών Ισραήλ;
29. Διά τι λακτίζετε εις την θυσίαν μου και εις την προσφοράν
μου, την οποίαν προσέταξα να κάμνωσιν εν τω κατοικητηρίω μου, και δοξάζεις
τους υιούς σου υπέρ εμέ, ώστε να παχύνησθε με το καλήτερον πασών των προσφορών
του Ισραήλ του λαού μου;
30. Διά τούτο Κύριος ο Θεός του Ισραήλ λέγει, Είπα βεβαίως
ότι ο οίκός σου και ο οίκος του πατρός σου ήθελον περιπατεί ενώπιόν μου
έως αιώνος· αλλά τώρα ο Κύριος λέγει, Μακράν απ' εμού· διότι τους δοξάζοντάς
με θέλω δοξάσει, οι δε καταφρονούντές με θέλουσιν ατιμασθή.
31. Ιδού, έρχονται ημέραι, ότε θέλω κόψει τον βραχίονά
σου και τον βραχίονα του οίκου του πατρός σου, ώστε άνθρωπος γέρων δεν
θέλει είσθαι εν τω οίκω σου.
32. Και θέλεις ιδεί εν τω κατοικητηρίω μου αντίπαλον,
μεταξύ πάντων των διδομένων αγαθών εις τον Ισραήλ· και δεν θέλει υπάρχει
γέρων εν τω οίκω σου εις τον αιώνα.
33. Όντινα δε εκ των ιδικών σου δεν αποκόψω από του θυσιαστηρίου
μου, θέλει είσθαι διά να καταναλίσκη τους οφθαλμούς σου και να κατατήκη
την ψυχήν σου· πάντες δε οι έκγονοι του οίκου σου θέλουσι τελευτά εις ανδρικήν
ηλικίαν.
34. Και τούτο θέλει είσθαι σημείον εις σε, το οποίον
θέλει ελθεί επί τους δύο υιούς σου, επί Οφνεί και Φινεές· εν μιά ημέρα
θέλουσιν αποθάνει αμφότεροι.
35. Και θέλω ανεγείρει εις εμαυτόν ιερέα πιστόν, πράττοντα
κατά την καρδίαν μου και κατά την ψυχήν μου· και θέλω οικοδομήσει εις αυτόν
οίκον ασφαλή· και θέλει περιπατεί ενώπιον του χριστού μου εις τον αιώνα.
36. Και πας ο εναπολειφθείς εν τω οίκω σου θέλει έρχεσθαι
προσπίπτων εις αυτόν διά ολίγον αργύριον και διά κομμάτιον ψωμίου, και
θέλει λέγει, Διόρισόν με, παρακαλώ, εις τινά των ιερατικών υπηρεσιών, διά
να τρώγω ολίγον άρτον.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 3o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 3
1. Και το παιδίον ο Σαμουήλ υπηρέτει τον Κύριον έμπροσθεν
του Ηλεί. Ο λόγος δε του Κυρίου ήτο σπάνιος κατ' εκείνας τας ημέρας· όρασις
δεν εφαίνετο.
2. Κατ' εκείνον δε τον καιρόν, ότε ο Ηλεί εκοίτετο εν
τω τόπω αυτού, και οι οφθαλμοί αυτού ήσαν ημαυρωμένοι, ώστε δεν ηδύνατο
να βλέπη,
3. ο δε Σαμουήλ εκοίτετο εν τω ναώ του Κυρίου, όπου ήτο
η κιβωτός του Θεού, πριν ο λύχνος του Θεού σβεσθή,
4. εκάλεσεν ο Κύριος τον Σαμουήλ· ο δε απεκρίθη, Ιδού,
εγώ.
5. Και έτρεξε προς τον Ηλεί και είπεν, Ιδού, εγώ· διότι
με εκάλεσας. Ο δε είπε, Δεν σε εκάλεσα· επίστρεψον να κοιμηθής. Και υπήγε
να κοιμηθή.
6. Ο δε Κύριος εκάλεσε πάλιν εκ δευτέρου, Σαμουήλ. Και
εσηκώθη ο Σαμουήλ και υπήγε προς τον Ηλεί και είπεν, Ιδού, εγώ· διότι με
εκάλεσας. Ο δε απεκρίθη, Δεν σε εκάλεσα, τέκνον μου· επίστρεψον να κοιμηθής.
7. Και Σαμουήλ δεν εγνώριζεν έτι τον Κύριον, και ο λόγος
του Κυρίου δεν είχεν έτι αποκαλυφθή εις αυτόν.
8. Και εκάλεσεν ο Κύριος τον Σαμουήλ πάλιν εκ τρίτου.
Και εσηκώθη και υπήγε προς τον Ηλεί και είπεν, Ιδού, εγώ· διότι με εκάλεσας.
Και ενόησεν ο Ηλεί ότι ο Κύριος εκάλεσε το παιδίον.
9. Και είπεν ο Ηλεί προς τον Σαμουήλ, Ύπαγε να κοιμηθής·
και εάν σε κράξη, θέλεις ειπεί, Λάλησον, Κύριε· διότι ο δούλός σου ακούει.
Και ο Σαμουήλ υπήγε και εκοιμήθη εν τω τόπω αυτού.
10. Και ήλθεν ο Κύριος και σταθείς εκάλεσε καθώς το πρότερον,
Σαμουήλ, Σαμουήλ. Τότε ο Σαμουήλ απεκρίθη, Λάλησον, διότι ο δούλός σου
ακούει.
11. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σαμουήλ, Ιδού, εγώ θέλω
κάμει εις τον Ισραήλ πράγμα, ώστε παντός ακούοντος αυτό θέλουσιν ηχήσει
αμφότερα τα ώτα·
12. εν εκείνη τη ημέρα θέλω εκτελέσει εναντίον του Ηλεί
πάντα όσα ελάλησα περί του οίκου αυτού· θέλω αρχίσει και θέλω επιτελέσει,
13. διότι ανήγγειλα προς αυτόν, ότι εγώ θέλω κρίνει τον
οίκον αυτού έως αιώνος διά την ανομίαν· επειδή γνωρίσας ότι οι υιοί αυτού
έφερον κατάραν εφ' εαυτούς, δεν συνέστειλεν αυτούς·
14. και διά τούτο ώμοσα εναντίον του οίκου του Ηλεί,
ότι η ανομία των υιών του Ηλεί δεν θέλει καθαρισθή εις τον αιώνα διά θυσίας
ουδέ διά προσφοράς.
15. Και εκοιμήθη ο Σαμουήλ έως πρωΐας· έπειτα ήνοιξε
τας θύρας του οίκου του Κυρίου. Και εφοβείτο ο Σαμουήλ να αναγγείλη την
όρασιν προς τον Ηλεί.
16. Εκάλεσε δε ο Ηλεί τον Σαμουήλ και είπε, Σαμουήλ,
τέκνον μου. Ο δε απεκρίθη, Ιδού, εγώ.
17. Και είπε, Ποίος είναι ο λόγος, ο λαληθείς προς σε;
μη κρύψης αυτόν, παρακαλώ, απ' εμού· ούτω να κάμη εις σε ο Θεός και ούτω
να προσθέση, εάν κρύψης απ' εμού τινά εκ πάντων των λόγων των λαληθέντων
προς σε.
18. Και ανήγγειλε προς αυτόν ο Σαμουήλ πάντας τους λόγους,
και δεν έκρυψεν απ' αυτού ουδένα. Και είπεν ο Ηλεί, Αυτός είναι Κύριος·
ας κάμη το αρεστόν εις τους οφθαλμούς αυτού.
19. Και εμεγάλονεν ο Σαμουήλ· και ο Κύριος ήτο μετ' αυτού
και δεν άφινε να πίπτη ουδείς εκ των λόγων αυτού εις την γην.
20. Και πας ο Ισραήλ, από Δαν έως Βηρ-σαβεέ, εγνώρισεν
ότι ο Σαμουήλ ήτο διωρισμένος εις το να ήναι προφήτης του Κυρίου.
21. Και εξηκολούθησεν ο Κύριος να φανερόνηται εν Σηλώ·
διότι απεκαλύπτετο ο Κύριος προς τον Σαμουήλ εν Σηλώ διά του λόγου του
Κυρίου.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 4o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 4
1. Και έγεινε λόγος του Σαμουήλ προς πάντα τον Ισραήλ.
Και εξήλθεν ο Ισραήλ εναντίον των Φιλισταίων εις μάχην, και εστρατοπέδευσαν
πλησίον του Έβεν-έζερ· οι δε Φιλισταίοι εστρατοπέδευσαν εν Αφέκ.
2. Και παρετάχθησαν οι Φιλισταίοι εναντίον του Ισραήλ·
και ότε εξηπλώθη η μάχη, εκτυπήθη ο Ισραήλ έμπροσθεν των Φιλισταίων· και
εφονεύθησαν εν τω πεδίω κατά την συμπλοκήν έως τέσσαρες χιλιάδες ανδρών.
3. Ότε δε ήλθεν ο λαός εις το στρατόπεδον, είπον οι πρεσβύτεροι
του Ισραήλ, Διά τι ο Κύριος επάταξεν ημάς σήμερον έμπροσθεν των Φιλισταίων;
ας λάβωμεν προς εαυτούς από Σηλώ την κιβωτόν της διαθήκης του Κυρίου, και
ελθούσα εν μέσω ημών θέλει σώσει ημάς εκ της χειρός των εχθρών ημών.
4. Και απέστειλεν ο λαός εις Σηλώ, και εσήκωσαν εκείθεν
την κιβωτόν της διαθήκης του Κυρίου των δυνάμεων, του καθημένου επί των
χερουβείμ· και αμφότεροι οι υιοί του Ηλεί, Οφνεί και Φινεές, ήσαν εκεί
μετά της κιβωτού της διαθήκης του Θεού.
5. Και ότε ήλθεν η κιβωτός της διαθήκης του Κυρίου εις
το στρατόπεδον, πας ο Ισραήλ ηλάλαξε μετά φωνής μεγάλης, ώστε αντήχησεν
η γη.
6. Και ακούσαντες οι Φιλισταίοι την φωνήν του αλαλαγμού,
είπον, Τι σημαίνει η φωνή του μεγάλου τούτου αλαλαγμού εν τω στρατοπέδω
των Εβραίων; Και έμαθον ότι η κιβωτός του Κυρίου ήλθεν εις το στρατόπεδον.
7. Και εφοβήθησαν οι Φιλισταίοι, λέγοντες, Ο Θεός ήλθεν
εις το στρατόπεδον. Και είπον, Ουαί εις ημάς. Διότι δεν εστάθη τοιούτον
πράγμα χθές και προχθές·
8. ουαί εις ημάς. Τις θέλει σώσει ημάς εκ της χειρός
των θεών τούτων των ισχυρών; ούτοι είναι οι θεοί, οι πατάξαντες τους Αιγυπτίους
εν πάση πληγή εν τη ερήμω·
9. ενδυναμώθητε, Φιλισταίοι, και στάθητε ως άνδρες, διά
να μη γείνητε δούλοι εις τους Εβραίους, καθώς αυτοί εστάθησαν δούλοι εις
εσάς· στάθητε ως άνδρες, και πολεμήσατε αυτούς.
10. Τότε οι Φιλισταίοι επολέμησαν· και εκτυπήθη ο Ισραήλ,
και έφυγεν έκαστος εις την σκηνήν αυτού· και έγεινε σφαγή μεγάλη σφόδρα·
και έπεσον εκ του Ισραήλ τριάκοντα χιλιάδες πεζοί.
11. Και η κιβωτός του Θεού επιάσθη· και αμφότεροι οι
υιοί του Ηλεί, Οφνεί και Φινεές, εθανατώθησαν.
12. Και έδραμεν εκ της μάχης άνθρωπός τις εκ του Βενιαμίν,
και ήλθεν εις Σηλώ την αυτήν ημέραν, έχων τα ιμάτια αυτού διεσχισμένα και
χώμα επί την κεφαλήν αυτού.
13. Και ότε ήλθεν, ιδού, ο Ηλεί εκάθητο επί της καθέδρας,
κατά το πλάγιον της οδού, σκοπεύων· διότι η καρδία αυτού έτρεμε περί της
κιβωτού του Θεού. Και ότε ο άνθρωπος ελθών εις την πόλιν ανήγγειλε ταύτα,
ανεβόησε πάσα η πόλις.
14. Και ακούσας ο Ηλεί την φωνήν της βοής, είπε, Τι σημαίνει
η φωνή της βοής ταύτης; Και ο άνθρωπος ήλθε σπεύδων και ανήγγειλε προς
τον Ηλεί.
15. Ήτο δε ο Ηλεί ενενήκοντα οκτώ ετών· και οι οφθαλμοί
αυτού ήσαν ημαυρωμένοι, ώστε δεν ηδύνατο να βλέπη.
16. Και είπεν ο άνθρωπος προς τον Ηλεί, Εγώ είμαι ο ελθών
εκ της μάχης, και έφυγον εγώ εκ της μάχης σήμερον. Και είπε, Τι έγεινε,
τέκνον μου;
17. Και απεκρίθη ο μηνυτής και είπεν, Έφυγεν ο Ισραήλ
έμπροσθεν των Φιλισταίων, και έτι μεγάλη σφαγή έγεινεν εις τον λαόν· και
προσέτι αμφότεροι οι υιοί σου, Οφνεί και Φινεές, απέθανον· και η κιβωτός
του Θεού επιάσθη.
18. Και καθώς ανέφερε περί της κιβωτού του Θεού, ο Ηλεί
έπεσεν εκ της καθέδρας εις τα οπίσθια προς το πλάγιον της πύλης, και συνετρίβη
ο τράχηλος αυτού, και απέθανε· διότι ήτο γέρων ο άνθρωπος και βαρύς. Έκρινε
δε αυτός τον Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη.
19. Και η νύμφη αυτού, η γυνή του Φινεές, ούσα έγκυος,
ετοίμη να γεννήση, ως ήκουσε την αγγελίαν, ότι η κιβωτός του Θεού επιάσθη
και ότι ο πενθερός αυτής και ο ανήρ αυτής απέθανον, εκυρτώθη και εγέννησε·
διότι ήλθον εις αυτήν οι πόνοι.
20. Και καθ' ον καιρόν απέθνησκεν, αι γυναίκες αι παριστάμεναι
είπον προς αυτήν, Μη φοβού· διότι εγέννησας υιόν. Εκείνη όμως δεν απεκρίθη
ουδέ έβαλεν αυτό εις την καρδίαν αυτής.
21. Και εκάλεσε το παιδίον Ιχαβώδ, λέγουσα, Η δόξα έφυγεν
εκ του Ισραήλ· διότι η κιβωτός του Θεού επιάσθη, και διότι ο πενθερός αυτής
και ο ανήρ αυτής απέθανον.
22. Και είπεν, Η δόξα έφυγεν εκ του Ισραήλ· διότι επιάσθη
η κιβωτός του Θεού.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 5o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 5
1. Οι δε Φιλισταίοι έλαβον την κιβωτόν του Θεού και έφεραν
αυτήν από Έβεν-έζερ εις Άζωτον.
2. Και έλαβον οι Φιλισταίοι την κιβωτόν του Θεού και
έφεραν αυτήν εις τον οίκον του Δαγών, και έθεσαν αυτήν πλησίον του Δαγών.
3. Και ότε οι Αζώτιοι εσηκώθησαν ενωρίς την επαύριον,
ιδού, ο Δαγών πεσμένος κατά πρόσωπον αυτού επί της γης ενώπιον της κιβωτού
του Κυρίου. Και λαβόντες τον Δαγών, κατέστησαν αυτόν εις τον τόπον αυτού.
4. Και την επαύριον ότε εσηκώθησαν ενωρίς το πρωΐ, ιδού,
ο Δαγών πεσμένος κατά πρόσωπον αυτού επί της γης ενώπιον της κιβωτού του
Κυρίου· και η κεφαλή του Δαγών και αι δύο παλάμαι των χειρών αυτού αποκεκομμέναι
επί του κατωφλίου· μόνον ο κορμός του Δαγών εναπέμεινεν εις αυτόν.
5. Διά τούτο εν τη Αζώτω οι ιερείς του Δαγών, και πας
ο εισερχόμενος εις τον οίκον του Δαγών, δεν πατούσιν εις το κατώφλιον του
Δαγών έως της ημέρας ταύτης.
6. Και επεβαρύνθη η χειρ του Κυρίου επί τους Αζωτίους,
και εξωλόθρευσεν αυτούς και επάταξεν αυτούς με αιμορροΐδας, την Άζωτον
και τα όρια αυτής.
7. Και ότε είδον οι άνδρες της Αζώτου ότι έγεινεν ούτως,
είπον, Η κιβωτός του Θεού του Ισραήλ δεν θέλει κατοικεί μεθ' ημών· διότι
η χειρ αυτού εσκληρύνθη εφ' ημάς και επί τον Δαγών τον θεόν ημών.
8. Όθεν αποστείλαντες εσύναξαν προς εαυτούς πάντας τους
σατράπας των Φιλισταίων και είπον, Τι θέλομεν κάμει εις την κιβωτόν του
Θεού του Ισραήλ; οι δε είπον, Η κιβωτός του Θεού του Ισραήλ ας μετακομισθή
εις Γαθ. Και μετεκόμισαν την κιβωτόν του Θεού του Ισραήλ.
9. Αφού δε μετεκόμισαν αυτήν, η χειρ του Κυρίου ήτο εναντίον
της πόλεως με όλεθρον μέγαν σφόδρα· και επάταξε τους άνδρας της πόλεως,
από μικρού έως μεγάλου, και εξεφύησαν εις αυτούς αιμορροΐδες.
10. Διά τούτο απέστειλαν την κιβωτόν του Θεού εις Ακκαρών.
Και ως ήλθεν η κιβωτός του Θεού εις Ακκαρών, οι Ακκαρωνίται εβόησαν, λέγοντες,
Έφεραν την κιβωτόν του Θεού του Ισραήλ εις ημάς, διά να θανατώση ημάς και
τον λαόν ημών.
11. Και αποστείλαντες εσύναξαν πάντας τους σατράπας των
Φιλισταίων και είπον, Αποπέμψατε την κιβωτόν του Θεού του Ισραήλ, και ας
επιστρέψη εις τον τόπον αυτής, διά να μη θανατώση ημάς και τον λαόν ημών·
διότι ήτο τρόμος θανάτου εφ' όλην την πόλιν· η χειρ του Θεού ήτο εκεί βαρεία
σφόρα.
12. Και οι άνδρες όσοι δεν απέθανον, εκτυπήθησαν από
αιμορροΐδας· και η κραυγή της πόλεως ανέβη εις τον ουρανόν.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 6o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 6
1. Και ήτο η κιβωτός του Κυρίου εν τη γη των Φιλισταίων
επτά μήνας.
2. Και έκραξαν οι Φιλισταίοι τους ιερείς και τους μάντεις,
λέγοντες, Τι να κάμωμεν εις την κιβωτόν του Κυρίου; φανερώσατε εις ημάς
τίνι τρόπω θέλομεν αποστείλει αυτήν εις τον τόπον αυτής.
3. Οι δε είπον, Εάν εξαποστείλητε την κιβωτόν του Θεού
του Ισραήλ, μη αποστείλητε αυτήν κενήν· αλλά κατά πάντα τρόπον απόδοτε
εις αυτόν προσφοράν περί ανομίας· τότε θέλετε ιαθή και θέλετε γνωρίσει
διά τι η χειρ αυτού δεν απεσύρθη από σας.
4. Και είπον, Ποία είναι η περί ανομίας προσφορά, την
οποίαν θέλομεν αποδώσει εις αυτόν; Οι δε απεκρίθησαν, Κατά τον αριθμόν
των σατραπών των Φιλισταίων, πέντε αιμορροΐδες χρυσαί και πέντε χρυσοί
ποντικοί· διότι η αυτή πληγή ήτο επί πάντας υμάς και επί τους σατράπας
υμών·
5. διά τούτο θέλετε κάμει ομοιώματα των αιμορροΐδων σας
και ομοιώματα των ποντικών σας των φθειρόντων την γήν· και θέλετε δώσει
δόξαν εις τον Θεόν του Ισραήλ· ίσως ελαφρύνη την χείρα αυτού αφ' υμών και
από των θεών υμών και από της γης υμών·
6. διά τι λοιπόν σκληρύνετε τας καρδίας σας, καθώς οι
Αιγύπτιοι και ο Φαραώ εσκλήρυναν τας καρδίας αυτών; ότε έκαμε τεράστια
εν τω μέσω αυτών, δεν αφήκαν αυτούς να υπάγωσι, και αυτοί ανεχώρησαν;
7. τώρα λοιπόν λάβετε και ετοιμάσατε μίαν άμαξαν νέαν
και δύο βους θηλαζούσας, εις τας οποίας δεν επεβλήθη ζυγός, και ζεύξατε
τας βους εις την άμαξαν, τους δε μόσχους αυτών επαναφέρετε απ' όπισθεν
αυτών εις τον οίκον·
8. και λάβετε την κιβωτόν του Κυρίου και θέσατε αυτήν
επί της αμάξης· και τα σκεύη τα χρυσά, τα οποία αποδίδετε εις αυτόν προσφοράν
περί ανομίας, θέσατε εν κιβωτίω εις τα πλάγια αυτής· και εξαποστείλατε
αυτήν να υπάγη·
9. και βλέπετε, εάν αναβαίνη διά της οδού των ορίων αυτής
εις Βαιθ-σεμές, αυτός έκαμεν εις ημάς το μέγα τούτο κακόν· εάν δε μη, τότε
θέλομεν γνωρίσει ότι δεν επάταξεν ημάς η χειρ αυτού, αλλ' ότι τούτο εστάθη
τυχαίον εις ημάς.
10. Και έκαμον ούτως οι άνδρες, και λαβόντες δύο βους
θηλαζούσας, έζευξαν αυτάς εις την άμαξαν, τους δε μόσχους αυτών απέκλεισαν
εν τω οίκω.
11. Και έθεσαν την κιβωτόν του Κυρίου επί της αμάξης
και το κιβώτιον μετά των χρυσών ποντικών και των ομοιωμάτων των αιμορροΐδων
αυτών.
12. Και διευθύνθησαν αι βους εις την οδόν την εις Βαιθ-σεμές·
την αυτήν οδόν εξηκολούθουν, μυκώμεναι ενώ υπήγαινον, και δεν μετεστρέφοντο
δεξιά ή αριστερά· οι δε σατράπαι των Φιλισταίων επορεύοντο κατόπιν αυτών
έως των ορίων της Βαιθ-σεμές.
13. Και οι Βαιθ-σεμίται εθέριζον τον σίτον αυτών εν τη
κοιλάδι και υψώσαντες τους οφθαλμούς αυτών, είδον την κιβωτόν και ιδόντες
υπερεχάρησαν.
14. Και εισήλθεν η άμαξα εις τον αγρόν Ιησού του Βαιθ-σεμίτου
και εστάθη εκεί, όπου ήτο λίθος μέγας· και έσχισαν τα ξύλα της αμάξης,
και προσέφεραν τας βους ολοκαύτωμα εις τον Κύριον.
15. Και οι Λευΐται κατεβίβασαν την κιβωτόν του Κυρίου
και το κιβώτιον το μετ' αυτής, το περιέχον τα χρυσά σκεύη, και έθεσαν επί
του λίθου του μεγάλου· και οι άνδρες της Βαιθ-σεμές προσέφεραν ολοκαυτώματα
και έθυσαν θυσίας εις τον Κύριον την αυτήν ημέραν.
16. Και αφού οι πέντε σατράπαι των Φιλισταίων είδον,
επέστρεψαν εις Ακκαρών την αυτήν ημέραν.
17. Αύται δε ήσαν αι αιμορροΐδες αι χρυσαί, τας οποίας
οι Φιλισταίοι απέδωκαν προσφοράν περί ανομίας εις τον Κύριον· της Αζώτου
μία, της Γάζης μία, της Ασκαλώνος μία, της Γαθ μία, της Ακκαρών μία·
18. και οι ποντικοί οι χρυσοί κατά τον αριθμόν πασών
των πόλεων των Φιλισταίων, των πέντε σατραπών, από πόλεων περιτετειχισμένων
και κωμών απεριτειχίστων, έως μάλιστα του λίθου του μεγάλου, Αβέλ, επί
του οποίου κατέθεσαν την κιβωτόν του Κυρίου· όστις σώζεται έως της ημέρας
ταύτης εν τω αγρώ Ιησού του Βαιθ-σεμίτου.
19. Και επάταξεν ο Κύριος τους άνδρας της Βαιθ-σεμές,
διότι ενέβλεψαν εις την κιβωτόν του Κυρίου· και επάταξεν εκ του λαού άνδρας
πεντήκοντα χιλιάδας και εβδομήκοντα· και επένθησεν ο λαός, διότι επάταξεν
αυτόν ο Κύριος εν πληγή μεγάλη.
20. Και είπαν οι άνδρες της Βαιθ-σεμές, Τις δύναται να
σταθή ενώπιον του Κυρίου, του αγίου τούτου Θεού; και προς τίνα θέλει αναβή
αφ' ημών;
21. Και απέστειλαν μηνυτάς προς τους κατοίκους της Κιριάθ
ιαρείμ, λέγοντες, Οι Φιλισταίοι έφεραν οπίσω την κιβωτόν του Κυρίου· κατάβητε,
αναβιβάσατε αυτήν προς εαυτούς.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 7o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 7
1. Και ήλθον οι άνδρες της Κιριάθ-ιαρείμ, και ανεβίβασαν
την κιβωτόν του Κυρίου και έφεραν αυτήν εις τον οίκον του Αβιναδάβ επί
τον λόφον, και Ελεάζαρ τον υιόν αυτού καθιέρωσαν, διά να φυλάττη την κιβωτόν
του Κυρίου.
2. Και αφ' ης ημέρας ετέθη η κιβωτός εν Κιριάθ-ιαρείμ,
παρήλθε καιρός πολύς· και έγειναν είκοσι έτη· και πας ο οίκος Ισραήλ εστέναζεν,
αναζητών τον Κύριον.
3. Και είπε Σαμουήλ προς πάντα τον οίκον Ισραήλ, λέγων,
Εάν σεις επιστρέφητε εξ όλης υμών της καρδίας προς τον Κύριον, αποβάλετε
εκ μέσου υμών τους Θεούς τους αλλοτρίους και τας Ασταρώθ, και ετοιμάσατε
τας καρδίας υμών προς τον Κύριον και αυτόν μόνον λατρεύετε· και θέλει ελευθερώσει
υμάς εκ χειρός των Φιλισταίων.
4. Τότε απέβαλον οι υιοί Ισραήλ τους Βααλείμ και τας
Ασταρώθ και ελάτρευσαν τον Κύριον μόνον.
5. Και είπε Σαμουήλ, Συνάξατε πάντα τον Ισραήλ εις Μισπά,
και θέλω προσευχηθή υπέρ υμών προς τον Κύριον.
6. Και συνήχθησαν ομού εις Μισπά, και ήντλησαν ύδωρ και
εξέχεαν ενώπιον του Κυρίου, και ενήστευσαν την ημέραν εκείνην και είπον
εκεί, Ημαρτήσαμεν εις τον Κύριον. Και έκρινεν ο Σαμουήλ τους υιούς Ισραήλ
εν Μισπά.
7. Ότε δε ήκουσαν οι Φιλισταίοι ότι συνηθροίσθησαν οι
υιοί Ισραήλ εις Μισπά ανέβησαν οι σατράπαι των Φιλισταίων κατά του Ισραήλ.
Και ακούσαντες οι υιοί Ισραήλ, εφοβήθησαν από προσώπου των Φιλισταίων.
8. Και είπον οι υιοί Ισραήλ προς τον Σαμουήλ, Μη παύσης
βοών υπέρ ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών, διά να σώση ημάς εκ χειρός των
Φιλισταίων.
9. Και έλαβεν ο Σαμουήλ εν αρνίον γαλαθηνόν, και προσέφερεν
ολόκληρον ολοκαύτωμα εις τον Κύριον· και εβόησεν ο Σαμουήλ προς τον Κύριον
υπέρ του Ισραήλ· και επήκουσεν αυτού ο Κύριος.
10. Και ενώ προσέφερεν ο Σαμουήλ το ολοκαύτωμα, επλησίασαν
οι Φιλισταίοι διά να πολεμήσωσι κατά του Ισραήλ· και εβρόντησεν ο Κύριος
εν φωνή μεγάλη την ημέραν εκείνην επί τους Φιλισταίους και κατετρόπωσεν
αυτούς· και εκτυπήθησαν έμπροσθεν του Ισραήλ.
11. Και εξήλθον οι άνδρες Ισραήλ εκ Μισπά, και κατεδίωξαν
τους Φιλισταίους και επάταξαν αυτούς, έως υποκάτω της Βαιθ-χαρ.
12. Τότε έλαβεν ο Σαμουήλ ένα λίθον και έστησε μεταξύ
Μισπά και Σεν και εκάλεσε το όνομα αυτού Έβεν-έζερ, λέγων, Μέχρι τούδε
εβοήθησεν ημάς ο Κύριος.
13. Και εταπεινώθησαν οι Φιλισταίοι και δεν ήλθον πλέον
εις τα όρια του Ισραήλ· και ήτο η χειρ του Κυρίου κατά των Φιλισταίων πάσας
τας ημέρας του Σαμουήλ.
14. Και αι πόλεις, τας οποίας οι Φιλισταίοι είχον λάβει
από του Ισραήλ, απεδόθησαν εις τον Ισραήλ, από Ακκαρών έως Γάθ· και ηλευθέρωσεν
ο Ισραήλ τα όρια αυτών εκ χειρός των Φιλισταίων. Και ήτο ειρήνη μεταξύ
Ισραήλ και Αμορραίων.
15. Και έκρινεν ο Σαμουήλ τον Ισραήλ πάσας τας ημέρας
της ζωής αυτού·
16. και επορεύετο κατ' έτος περιερχόμενος εις Βαιθήλ
και Γάλγαλα και Μισπά και έκρινε τον Ισραήλ εν πάσι τοις τόποις τούτοις·
17. η δε επιστροφή αυτού ήτο εις Ραμά· διότι εκεί ήτο
ο οίκος αυτού και εκεί έκρινε τον Ισραήλ· εκεί προσέτι ωκοδόμησε θυσιαστήριον
εις τον Κύριον.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 8o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 8
1. Και ότε εγήρασεν ο Σαμουήλ, κατέστησε τους υιούς αυτού
κριτάς επί τον Ισραήλ.
2. Ήτο δε το όνομα του πρωτοτόκου υιού αυτού Ιωήλ και
το όνομα του δευτέρου αυτού Αβιά· ούτοι ήσαν κριταί εν Βηρ-σαβεέ.
3. Πλην δεν περιεπάτησαν οι υιοί αυτού
εις τας οδούς αυτού, αλλ' εξέκλιναν οπίσω του κέρδους και εδωροδοκούντο
και διέστρεφον την κρίσιν.
4. Όθεν συνηθροίσθησαν πάντες οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ
και ήλθον προς τον Σαμουήλ εις Ραμά,
5. και είπον προς αυτόν, Ιδού, συ εγήρασας, και οι υιοί
σου δεν περιπατούσιν εις τας οδούς σου· κατάστησον λοιπόν εις ημάς βασιλέα
διά να κρίνη ημάς, καθώς έχουσι πάντα τα έθνη.
6. Το πράγμα όμως δεν ήρεσεν εις τον Σαμουήλ, ότι είπον,
Δος εις ημάς βασιλέα διά να κρίνη ημάς. Και εδεήθη ο Σαμουήλ προς τον Κύριον.
7. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σαμουήλ, Άκουσον της φωνής
του λαού, κατά πάντα όσα λέγουσι προς σέ· διότι δεν απέβαλον σε, αλλ' εμέ
απέβαλον από του να βασιλεύω επ' αυτούς·
8. κατά πάντα τα έργα τα οποία έπραξαν, αφ' ης ημέρας
ανεβίβασα αυτούς εξ Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης, εγκαταλίποντές με και
λατρεύσαντες άλλους θεούς, ούτω κάμνουσι και προς σέ·
9. τώρα λοιπόν άκουσον της φωνής αυτών· πλην διαμαρτυρήθητι
παρρησία προς αυτούς και δείξον εις αυτούς τον τρόπον του βασιλέως, όστις
θέλει βασιλεύσει επ' αυτούς.
10. Και ελάλησεν ο Σαμουήλ πάντας τους λόγους του Κυρίου
προς τον λαόν, τον ζητούντα παρ' αυτού βασιλέα·
11. και είπεν, Ούτος θέλει είσθαι ο τρόπος του βασιλέως,
όστις θέλει βασιλεύσει εφ' υμάς· τους υιούς υμών θέλει λαμβάνει και διορίζει
εις εαυτόν, διά τας αμάξας αυτού και διά ιππείς αυτού και διά να προτρέχωσι
των αμαξών αυτού.
12. Και θέλει διορίζει εις εαυτόν χιλιάρχους και πεντηκοντάρχους·
και εις το να εργάζωνται την γην αυτού και να θερίζωσι τον θερισμόν αυτού,
και να κατασκευάζωσι τα πολεμικά αυτού σκεύη και την σκευήν των αμαξών
αυτού.
13. Και τας θυγατέρας σας θέλει λαμβάνει διά μυρεψούς
και μαγειρίσσας και αρτοποιούς·
14. και τους αγρούς σας και τους αμπελώνάς σας και τους
ελαιώνάς σας τους καλητέρους θέλει λάβει και δώσει εις τους δούλους αυτού.
15. Και το δέκατον των σπαρτών σας και των αμπελώνων
σας θέλει λαμβάνει και δίδει εις τους ευνούχους αυτού και εις τους δούλους
αυτού.
16. Και τους δούλους σας και τας δούλας σας και τους
καλητέρους νέους σας και τους όνους σας θέλει λαμβάνει και διορίζει εις
τας εργασίας αυτού.
17. Τα ποίμνιά σας θέλει δεκατίζει· και σεις θέλετε είσθαι
δούλοι αυτού.
18. Και θέλετε βοά εν εκείνη τη ημέρα ένεκα του βασιλέως
σας, τον οποίον σεις εκλέξατε εις εαυτούς· αλλ' ο Κύριος δεν θέλει σας
επακούσει εν εκείνη τη ημέρα.
19. Ο λαός όμως δεν ηθέλησε να υπακούση εις την φωνήν
του Σαμουήλ· και είπον, Ουχί· αλλά βασιλεύς θέλει είσθαι εφ' ημάς·
20. διά να ήμεθα και ημείς ως πάντα τα έθνη· και να κρίνη
ημάς ο βασιλεύς ημών και να εξέρχηται έμπροσθεν ημών και να μάχηται τας
μάχας ημών.
21. Και ήκουσεν ο Σαμουήλ πάντας τους λόγους του λαού
και ανέφερεν αυτούς εις τα ώτα του Κυρίου.
22. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σαμουήλ, Άκουσον της
φωνής αυτών και κατάστησον επ' αυτούς βασιλέα. Και είπεν ο Σαμουήλ προς
τους άνδρας του Ισραήλ, Υπάγετε έκαστος εις την πόλιν αυτού.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 9o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 9
1. Ήτο δε ανήρ τις εκ του Βενιαμίν, ονομαζόμενος Κείς,
υιός του Αβιήλ, υιού του Σερώρ, υιού του Βεχωράθ, υιού του Αφιά, ανδρός
Βενιαμίτου, δυνατός εν ισχύϊ.
2. Είχε δε ούτος υιόν, ονομαζόμενον Σαούλ, εκλεκτόν και
ώραίον· και δεν υπήρχε μεταξύ των υιών Ισραήλ άνθρωπος ώραιότερος αυτού·
από των ώμων αυτού και επάνω εξείχεν υπέρ παντός του λαού.
3. Και αι όνοι του Κείς πατρός του Σαούλ εχάθησαν· και
είπεν ο Κείς προς τον Σαούλ τον υιόν αυτού, Λάβε τώρα μετά σου ένα των
υπηρετών, και σηκωθείς ύπαγε να ζητήσης τας όνους.
4. Και επέρασε διά του όρους Εφραΐμ και επέρασε διά της
γης Σαλισά, αλλά δεν εύρηκαν αυτάς· και επέρασαν διά της γης Σααλείμ, πλην
δεν ήσαν εκεί· και επέρασε διά της γης Ιεμινί, αλλά δεν εύρηκαν αυτάς.
5. Ότε δε ήλθον εις την γην Σούφ, είπεν ο Σαούλ προς
τον υπηρέτην αυτού τον μετ' αυτού, Ελθέ, και ας επιστρέψωμεν, μήποτε ο
πατήρ μου, αφήσας την φροντίδα των όνων, συλλογίζηται περί ημών.
6. Ο δε είπε προς αυτόν, Ιδού τώρα, εν τη πόλει ταύτη
είναι άνθρωπος του Θεού, και ο άνθρωπος είναι ένδοξος· παν ό,τι είπη γίνεται
εξάπαντος· ας υπάγωμεν λοιπόν εκεί· ίσως φανερώση εις ημάς την οδόν ημών,
την οποίαν πρέπει να υπάγωμεν.
7. Και είπεν ο Σαούλ προς τον υπηρέτην αυτού, Αλλ' ιδού,
θέλομεν υπάγει, πλην τι θέλομεν φέρει προς τον άνθρωπον; διότι ο άρτος
εξέλιπεν εκ των αγγείων ημών· και δώρον δεν υπάρχει να προσφέρωμεν εις
τον άνθρωπον του Θεού· τι έχομεν;
8. Και αποκριθείς πάλιν ο υπηρέτης προς τον Σαούλ, είπεν,
Ιδού, ευρίσκεται εν τη χειρί μου εν τέταρτον σίκλου αργυρίου, το οποίον
θέλω δώσει εις τον άνθρωπον του Θεού, και θέλει φανερώσει εις ημάς την
οδόν ημών.
9. Το πάλαι εν τω Ισραήλ, οπότε τις υπήγαινε να ερωτήση
τον Θεόν, έλεγεν ούτως· Έλθετε, και ας υπάγωμεν έως εις τον βλέποντα· διότι
ο σήμερον προφήτης εκαλείτο το πάλαι ο βλέπων.
10. Τότε είπεν ο Σαούλ προς τον υπηρέτην αυτού, Καλός
ο λόγος σου· ελθέ, ας υπάγωμεν. Υπήγαν λοιπόν εις την πόλιν, όπου ήτο ο
άνθρωπος του Θεού.
11. Και ενώ ανέβαινον το ανήφορον της πόλεως, εύρηκαν
κοράσια εξερχόμενα διά να αντλήσωσιν ύδωρ· και είπον προς αυτά, Είναι ενταύθα
ο βλέπων;
12. Και εκείνα απεκρίθησαν προς αυτούς και είπον, Είναι
ιδού, έμπροσθέν σου· τάχυνον λοιπόν· διότι σήμερον ήλθεν εις την πόλιν,
επειδή είναι σήμερον θυσία του λαού επί του υψηλού τόπου·
13. ευθύς όταν εισέλθητε εις την πόλιν, θέλετε ευρεί
αυτόν, πριν αναβή εις τον υψηλόν τόπον διά να φάγη· διότι ο λαός δεν τρώγει
εωσού έλθη αυτός, επειδή ούτος ευλογεί την θυσίαν· μετά ταύτα τρώγουσιν
οι κεκλημένοι τώρα λοιπόν ανάβητε· διότι περί την ώραν ταύτην θέλετε ευρεί
αυτόν.
14. Και ανέβησαν εις την πόλιν· και ενώ εισήρχοντο εις
την πόλιν, ιδού, ο Σαμουήλ εξήρχετο ενώπιον αυτών, διά να αναβή εις τον
υψηλόν τόπον.
15. Είχε δε αποκαλύψει ο Κύριος προς τον Σαμουήλ, μίαν
ημέραν πριν έλθη ο Σαούλ, λέγων;
16. Αύριον περί την ώραν ταύτην θέλω αποστείλει προς
σε άνθρωπον εκ γης Βενιαμίν, και θέλεις χρίσει αυτόν άρχοντα επί τον λαόν
μου Ισραήλ, και θέλει σώσει τον λαόν μου εκ χειρός των Φιλισταίων· διότι
επέβλεψα επί τον λαόν μου, επειδή η βοή αυτών ήλθεν εις εμέ.
17. Και ότε ο Σαμουήλ είδε τον Σαούλ, ο Κύριος είπε προς
αυτόν, Ιδού, ο άνθρωπος, περί του οποίου σοι είπα· ούτος θέλει άρχει επί
τον λαόν μου.
18. Τότε επλησίασεν ο Σαούλ προς τον Σαμουήλ εις την
πύλην και είπε, Δείξον μοι, παρακαλώ, που είναι η οικία του βλέποντος.
19. Και απεκρίθη ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ και είπεν,
Εγώ είμαι ο βλέπων· ανάβα έμπροσθέν μου εις τον υψηλόν τόπον· και θέλετε
φάγει σήμερον μετ' εμού, και το πρωΐ θέλω σε εξαποστείλει και πάντα όσα
είναι εν τη καρδία σου θέλω αναγγείλει προς σέ·
20. περί δε των όνων, τας οποίας έχασας ήδη τρεις ημέρας,
μη φρόντιζε περί αυτών, διότι ευρέθησαν· και προς τίνα είναι πάσα η επιθυμία
του Ισραήλ; δεν είναι προς σε, και προς πάντα τον οίκον του πατρός σου;
21. Αποκριθείς δε ο Σαούλ είπε, Δεν είμαι εγώ Βενιαμίτης,
εκ της μικροτέρας των φυλών Ισραήλ; και η οικογένειά μου η ελαχίστη πασών
των οικογενειών της φυλής Βενιαμίν; διά τι λοιπόν λαλείς ούτω προς εμέ;
22. Και έλαβεν ο Σαμουήλ τον Σαούλ και τον υπηρέτην αυτού
και έφερεν αυτούς εις το οίκημα, και έδωκεν εις αυτούς την πρώτην θέσιν
μεταξύ των κεκλημένων, οίτινες ήσαν περίπου τριάκοντα άνδρες.
23. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον μάγειρον, Φέρε το μερίδιον
το οποίον σοι έδωκα, περί του οποίον σοι είπα, Φύλαττε τούτο πλησίον σου.
24. Και ύψωσεν ο μάγειρος την πλάτην και το επ' αυτήν
και έθεσεν έμπροσθεν του Σαούλ. Και είπεν ο Σαμουήλ, Ιδού, το εναπολειφθέν·
θες αυτό έμπροσθέν σου, φάγε· διότι διά την ώραν ταύτην εφυλάχθη διά σε,
ότε είπα, Προσεκάλεσα τον λαόν. Και έφαγεν ο Σαούλ μετά του Σαμουήλ εν
τη ημέρα εκείνη.
25. Και αφού κατέβησαν εκ του υψηλού τόπου εις την πόλιν,
συνωμίλησεν ο Σαμουήλ μετά του Σαούλ επί του δώματος.
26. Και εσηκώθησαν ενωρίς· και περί τα χαράγματα της
ημέρας, εκάλεσεν ο Σαμουήλ τον Σαούλ όντα επί του δώματος, λέγων, Σηκώθητι,
διά να σε εξαποστείλω. Και εσηκώθη ο Σαούλ, και εξήλθον αμφότεροι, αυτός
και ο Σαμουήλ, έως έξω.
27. Καθώς δε κατέβαινον εις το τέλος της πόλεως, είπεν
ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ, Πρόσταξον τον υπηρέτην να περάση έμπροσθεν ημών·
και εκείνος επέρασε· συ όμως στάθητι ολίγον, και θέλω σοι αναγγείλει τον
λόγον του Θεού.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 10
1. Τότε έλαβεν ο Σαμουήλ την φιάλην του ελαίου, και έχυσεν
επί την κεφαλήν αυτού, και εφίλησεν αυτόν και είπε, Δεν σε έχρισε Κύριος
άρχοντα επί της κληρονομίας αυτού;
2. Αφού αναχωρήσης απ' εμού σήμερον, θέλεις ευρεί δύο
ανθρώπους πλησίον του τάφου της Ραχήλ, κατά το όριον του Βενιαμίν εν Σελσά·
και θέλουσιν ειπεί προς σε, Ευρέθησαν αι όνοι, τας οποίας υπήγες να ζητήσης·
και ιδού, ο πατήρ σου, αφήσας την φροντίδα των όνων, υπερλυπείται διά σας,
λέγων, Τι να κάμω περί του υιού μου;
3. Και προχωρήσας εκείθεν, θέλεις ελθεί έως της δρυός
του Θαβώρ, και εκεί θέλουσι σε ευρεί τρεις άνθρωποι αναβαίνοντες προς τον
Θεόν εις Βαιθήλ, ο εις φέρων τρία ερίφια, και ο άλλος φέρων τρεις άρτους,
και ο άλλος φέρων ασκόν οίνου·
4. και θέλουσι σε χαιρετήσει και σοι δώσει δύο άρτους,
τους οποίους θέλεις δεχθή εκ των χειρών αυτών.
5. Μετά ταύτα θέλεις υπάγει εις το βουνόν του Θεού, όπου
είναι η φρουρά των Φιλισταίων· και όταν υπάγης εκεί εις την πόλιν, θέλεις
απαντήσει άθροισμα προφητών καταβαινόντων από του υψηλού τόπου εν ψαλτηρίω
και τυμπάνω και αυλώ και κιθάρα έμπροσθεν αυτών, και προφητευόντων.
6. Και θέλει επέλθει επί σε πνεύμα Κυρίου, και θέλεις
προφητεύσει μετ' αυτών και θέλεις μεταβληθή εις άλλον άνθρωπον.
7. Και όταν τα σημεία ταύτα έλθωσιν επί σε, κάμνε ό,τι
δύνασαι διότι ο Θεός είναι μετά σου.
8. Και θέλεις καταβή προ εμού εις Γάλγαλα· και ιδού,
εγώ θέλω καταβή προς σε, διά να προσφέρω ολοκαυτώματα, να θυσιάσω θυσίας
ειρηνικάς· πρόσμενε επτά ημέρας, εωσού έλθω προς σε και σοι αναγγείλω τι
έχεις να κάμης.
9. Και ότε έστρεψε τα νώτα αυτού διά να αναχωρήση από
του Σαμουήλ, ο Θεός έδωκεν εις αυτόν άλλην καρδίαν· και ήλθον πάντα εκείνα
τα σημεία εν τη ημέρα εκείνη.
10. Και ότε ήλθον εκεί εις το βουνόν, ιδού, άθροισμα
προφητών συνήντησεν αυτόν· και επήλθεν επ' αυτόν Πνεύμα Θεού, και επροφήτευσε
μεταξύ αυτών.
11. Και ως είδον οι γνωρίζοντες αυτόν πρότερον, και ιδού,
προεφήτευε μετά των προφητών, τότε έλεγεν ο λαός, έκαστος προς τον πλησίον
αυτού, Τι είναι τούτο, το οποίον έγεινεν εις τον υιόν του Κείς; και Σαούλ
εν προφήταις;
12. Εις δε εκ των εκεί απεκρίθη και είπεν, Και τις είναι
ο πατήρ αυτών; Διά τούτο έγεινε παροιμία, Και Σαούλ εν προφήταις;
13. Και αφού ετελείωσε προφητεύων, ήλθεν εις τον υψηλόν
τόπον.
14. Και είπεν ο θείος του Σαούλ προς αυτόν και προς τον
υπηρέτην αυτού, Που υπήγετε; Και είπε, να ζητήσωμεν τας όνους. και ότε
είδομεν ότι δεν ήσαν, ήλθομεν προς τον Σαμουήλ.
15. Και είπεν ο θείος του Σαούλ, Ανάγγειλόν μοι, σε παρακαλώ,
τι σας είπεν ο Σαμουήλ.
16. Και είπεν ο Σαούλ προς τον θείον αυτού, Μας είπε
μετά βεβαιότητος ότι ευρέθησαν αι όνοι· τον λόγον όμως περί της βασιλείας,
τον οποίον ο Σαμουήλ είπε, δεν εφανέρωσεν εις αυτόν.
17. Και συνήγαγεν ο Σαμουήλ τον λαόν προς τον Κύριον
εις Μισπά·
18. και είπε προς τους υιούς Ισραήλ, Ούτω λέγει Κύριος
ο Θεός του Ισραήλ· Εγώ ανεβίβασα τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου, και σας ηλευθέρωσα
εκ χειρός των Αιγυπτίων και εκ χειρός πασών των βασιλειών, αίτινες σας
κατέθλιβον·
19. και σεις την ημέραν ταύτην απεβάλετε τον Θεόν σας,
όστις σας έσωσεν από πάντων των κακών σας και των θλίψεών σας, και είπετε
προς αυτόν, Ουχί, αλλά κατάστησον βασιλέα εφ' ημάς. Τώρα λοιπόν παρουσιάσθητε
ενώπιον του Κυρίου, κατά τας φυλάς σας και κατά τας χιλιάδας σας.
20. Και ότε έκαμεν ο Σαμουήλ πάσας τας φυλάς του Ισραήλ
να πλησιάσωσιν, επιάσθη η φυλή του Βενιαμίν.
21. Και αφού έκαμε την φυλήν του Βενιαμίν να πλησιάση
κατά τας οικογενείας αυτών, επιάσθη η οικογένεια του Ματρεί, και επιάσθη
ο Σαούλ ο υιός του Κείς· εζήτησαν δε αυτόν και δεν ευρέθη.
22. Όθεν εζήτησαν έτι παρά του Κυρίου, αν ο άνθρωπος
έρχηται έτι εκεί. Και είπε Κύριος, Ιδού, αυτός είναι κεκρυμμένος μεταξύ
της αποσκευής.
23. Τότε έδραμον και έλαβον αυτόν εκείθεν· και ότε εστάθη
μεταξύ του λαού, εξείχεν υπέρ πάντα τον λαόν, από τους ώμους αυτού και
επάνω.
24. Και είπεν ο Σαμουήλ προς πάντα τον λαόν, Βλέπετε
εκείνον, τον οποίον εξέλεξεν ο Κύριος, ότι δεν είναι όμοιος αυτού μεταξύ
παντός του λαού; Και πας ο λαός ηλάλαξε και είπε, Ζήτω ο βασιλεύς.
25. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον λαόν τον τρόπον της
βασιλείας, και έγραψεν αυτόν εν βιβλίω και έθεσεν έμπροσθεν του Κυρίου.
Και απέλυσεν ο Σαμουήλ πάντα τον λαόν, έκαστον εις τον οίκον αυτού.
26. Και ο Σαούλ ομοίως ανεχώρησεν εις τον οίκον αυτού
εις Γαβαά· και υπήγε μετ' αυτού εκεί τάγμα πολεμιστών, των οποίων τας καρδίας
είχε διαθέσει ο Θεός.
27. Άνθρωποι όμως κακοί είπον, Πως θέλει σώσει ημάς ούτος;
Και κατεφρόνησαν αυτόν και δεν προσέφεραν προς αυτόν δώρα· εκείνος όμως
έκαμνε τον κωφόν.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 11
1. Ανέβη δε Νάας ο Αμμωνίτης και εστρατοπέδευσεν εναντίον
της Ιαβείς-γαλαάδ· και είπον πάντες οι άνδρες της Ιαβείς εις τον Νάας,
Κάμε συνθήκην προς ημάς, και θέλομεν σε δουλεύει.
2. Και είπε προς αυτούς Νάας ο Αμμωνίτης, Με τούτο θέλω
κάμει συνθήκην προς εσάς, να εξορύξω πάντας τους δεξιούς οφθαλμούς σας,
και να βάλω τούτο όνειδος επί πάντα τον Ισραήλ.
3. Και είπον προς αυτόν οι πρεσβύτεροι της Ιαβείς, Δος
εις ημάς επτά ημερών αναβολήν, διά να αποστείλωμεν μηνυτάς εις πάντα τα
όρια του Ισραήλ· και τότε, εάν δεν ήναι τις να μας σώση, θέλομεν εξέλθει
προς σε.
4. Ήλθον λοιπόν οι μηνυταί εις Γαβαά του Σαούλ και είπον
τους λόγους εις τα ώτα του λαού· και ύψωσαν πας ο λαός την φωνήν αυτών
και έκλαυσαν.
5. Και ιδού, ο Σαούλ ήρχετο κατόπιν της αγέλης εκ του
αγρού· και είπεν ο Σαούλ, Τι έχει ο λαός και κλαίει; Και διηγήθησαν προς
αυτόν τους λόγους των ανδρών της Ιαβείς.
6. Και επήλθεν επί τον Σαούλ πνεύμα Θεού, ότε ήκουσε
τους λόγους εκείνους· και εξήφθη η οργή αυτού σφόδρα.
7. Και έλαβε ζεύγος βοών, και κατακόψας αυτούς εις τμήματα,
απέστειλεν αυτά κατά πάντα τα όρια του Ισραήλ διά χειρός μηνυτών, λέγων,
Όστις δεν εξέλθη κατόπιν του Σαούλ και κατόπιν του Σαμουήλ, ούτω θέλει
γείνει εις τους βόας αυτού. Και επέπεσε φόβος Κυρίου επί τον λαόν, και
εξήλθον ως εις άνθρωπος.
8. Και ότε απηρίθμησεν αυτούς εν Βεζέκ, οι υιοί Ισραήλ
ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες και οι άνδρες Ιούδα τριάκοντα χιλιάδες.
9. Και είπον προς τους ελθόντας μηνυτάς, Ούτω θέλετε
ειπεί προς τους άνδρας της Ιαβείς-γαλαάδ· Αύριον, καθώς ο ήλιος θερμάνη,
θέλει είσθαι εις εσάς σωτηρία. Και ήλθον οι μηνυταί και ανήγγειλαν προς
τους άνδρας της Ιαβείς· και υπερεχάρησαν.
10. Και είπον οι άνδρες της Ιαβείς, Αύριον θέλομεν εξέλθει
προς εσάς, και θέλετε κάμει εις ημάς παν ό,τι σας φαίνεται καλόν.
11. Και την επαύριον διήρεσεν ο Σαούλ τον λαόν εις τρία
τάγματα· και εισήλθον εις το μέσον του στρατοπέδου, εν τη πρωϊνή φυλακή,
και επάταξαν τους Αμμωνίτας εωσού θερμάνη η ημέρα· και οι εναπολειφθέντες
διεσκορπίσθησαν, ώστε ουδέ δύο εξ αυτών δεν έμειναν ηνωμένοι.
12. Και είπεν ο λαός προς τον Σαμουήλ, Τις είναι εκείνος
όστις είπεν, Ο Σαούλ θέλει βασιλεύσει εφ' ημάς; παραδώσατε τους άνδρας,
διά να θανατώσωμεν αυτούς.
13. Και είπεν ο Σαούλ, Δεν θέλει θανατωθή ουδείς την
ημέραν ταύτην· διότι σήμερον έκαμεν ο Κύριος σωτηρίαν εν τω Ισραήλ.
14. Τότε είπεν ο Σαμουήλ προς τον λαόν, Έλθετε, και ας
υπάγωμεν εις Γάλγαλα και ας εγκαινίσωμεν εκεί την βασιλείαν.
15. Και υπήγε πας ο λαός εις Γάλγαλα· και εκεί έκαμον
τον Σαούλ βασιλέα ενώπιον του Κυρίου εν Γαλγάλοις· και εκεί εθυσίασαν θυσίας
ειρηνικάς ενώπιον του Κυρίου· και εκεί ευφράνθησαν ο Σαούλ και πάντες οι
άνδρες Ισραήλ σφόδρα.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 12
1. Και είπεν ο Σαμουήλ προς πάντα τον Ισραήλ, Ιδού, υπήκουσα
εις την φωνήν σας κατά πάντα όσα είπετε προς εμέ, και κατέστησα βασιλέα
εφ' υμάς·
2. και τώρα, ιδού, ο βασιλεύς πορεύεται έμπροσθέν σας·
εγώ δε είμαι γέρων και πολιός· και οι υιοί μου, ιδού, είναι μεθ' υμών·
και εγώ περιεπάτησα ενώπιόν σας εκ νεότητός μου έως της ημέρας ταύτης·
3. ιδού, εγώ· μαρτυρήσατε κατ' εμού
ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον του κεχρισμένου αυτού· τίνος τον βουν έλαβον;
ή τίνος τον όνον έλαβον; ή τίνα ηδίκησα; τίνα κατεδυνάστευσα; ή εκ χειρός
τίνος έλαβον δώρα, διά να τυφλώσω τους οφθαλμούς μου διά τούτων; και θέλω
αποδώσει εις εσάς.
4. Οι δε είπον, Δεν ηδίκησας ημάς ουδέ κατεδυνάστευσας
ημάς ουδέ έλαβές τι εκ της χειρός τινός.
5. Και είπε προς αυτούς, Μάρτυς ο Κύριος εις εσάς, μάρτυς
και ο κεχρισμένος αυτού την ημέραν ταύτην, ότι δεν ευρήκατε εις την χείρα
μου ουδέν. Και απεκρίβησαν, Μάρτυς.
6. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον λαόν, Μάρτυς ο Κύριος
ο καταστήσας τον Μωϋσήν και τον Ααρών, και αναβιβάσας τους πατέρας σας
εκ γης Αιγύπτου.
7. Τώρα λοιπόν στάθητε, διά να διαλεχθώ με σας ενώπιον
του Κυρίου, διά πάσας τας δικαιοσύνας του Κυρίου, τας οποίας έκαμεν εις
εσάς και εις τους πατέρας σας.
8. Αφού ο Ιακώβ ήλθεν εις την Αίγυπτον, και οι πατέρες
σας εβόησαν προς τον Κύριον, τότε απέστειλεν ο Κύριος τον Μωϋσήν και τον
Ααρών, και εξήγαγον τους πατέρας σας εξ Αιγύπτου και κατώκισαν αυτούς εν
τω τόπω τούτω.
9. Ελησμόνησαν όμως Κύριον τον Θεόν αυτών· όθεν παρέδωκεν
αυτούς εις την χείρα του Σισάρα, αρχηγού του στρατεύματος του Ασώρ, και
εις την χείρα των Φιλισταίων και εις την χείρα του βασιλέως Μωάβ, και επολέμησαν
εναντίον αυτών.
10. Και εβόησαν προς τον Κύριον και είπον, Ημαρτήσαμεν,
επειδή εγκατελίπομεν τον Κύριον και ελατρεύσαμεν τους Βααλείμ και τας Ασταρώθ·
αλλά τώρα ελευθέρωσον ημάς εκ της χειρός των εχθρών ημών, και θέλομεν λατρεύσει
σε.
11. Και απέστειλεν ο Κύριος τον Ιεροβάαλ και τον Βεδάν
και τον Ιεφθάε και τον Σαμουήλ, και σας ηλευθέρωσεν εκ της χειρός των εχθρών
σας πανταχόθεν, και κατωκήσατε εν ασφαλεία.
12. Αλλ' ότε είδετε ότι Νάας ο βασιλεύς των υιών Αμμών
ήλθεν εναντίον σας, είπετε προς εμέ, Ουχί, αλλά βασιλεύς θέλει βασιλεύει
εφ' ημάς· ενώ Κύριος ο Θεός σας ήτο ο βασιλεύς σας.
13. Τώρα λοιπόν, ιδού, ο βασιλεύς, τον οποίον εξελέξατε,
τον οποίον εζητήσατε· και ιδού, ο Κύριος κατέστησε βασιλέα εφ' υμάς.
14. Εάν φοβήσθε τον Κύριον και λατρεύητε αυτόν και υπακούητε
εις την φωνήν αυτού και δεν στασιάζητε εναντίον της προσταγής του Κυρίου,
τότε και σεις και ο βασιλεύς ο βασιλεύων εφ' υμάς θέλετε περιπατεί κατόπιν
Κυρίου του Θεού σας·
15. εάν όμως δεν υπακούητε εις την φωνήν του Κυρίου,
αλλά στασιάζητε εναντίον της προσταγής του Κυρίου, τότε η χειρ του Κυρίου
θέλει είσθαι εναντίον σας, καθώς εστάθη εναντίον των πατέρων σας.
16. Τώρα λοιπόν παραστάθητε και ίδετε το μέγα τούτο πράγμα,
το οποίον ο Κύριος θέλει κάμει έμπροσθεν των οφθαλμών σας·
17. δεν είναι θερισμός των σίτων σήμερον; θέλω επικαλεσθή
τον Κύριον, και θέλει πέμψει βροντάς και βροχήν· διά να γνωρίσητε και να
ίδητε ότι το κακόν σας είναι μέγα, το οποίον επράξατε ενώπιον του Κυρίου,
ζητήσαντες εις εαυτούς βασιλέα.
18. Τότε επεκαλέσθη ο Σαμουήλ τον Κύριον· και έπεμψεν
ο Κύριος βροντάς και βροχήν την ημέραν εκείνην· και πας ο λαός εφοβήθη
σφόδρα τον Κύριον και τον Σαμουήλ.
19. Και είπε πας ο λαός προς τον Σαμουήλ, Δεήθητι υπέρ
των δούλων σου προς Κύριον τον Θεόν σου, διά να μη αποθάνωμεν· διότι επροσθέσαμεν
εις πάσας τας αμαρτίας ημών το κακόν, να ζητήσωμεν εις εαυτούς βασιλέα.
20. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον λαόν, Μη φοβείσθε· σεις
επράξατε όλον τούτο το κακόν· πλην μη παραδρομήσητε από όπισθεν του Κυρίου,
αλλά λατρεύετε τον Κύριον εξ όλης της καρδίας σας·
21. και μη παραδρομήσητε· διότι τότε ηθέλετε υπάγει κατόπιν
των ματαίων, τα οποία δεν δύνανται να ωφελήσωσιν ουδέ να ελευθερώσωσιν,
επειδή είναι μάταια·
22. διότι δεν θέλει εγκαταλείψει ο Κύριος τον λαόν αυτού,
διά το όνομα αυτού το μέγα, επειδή ηυδόκησεν ο Κύριος να σας κάμη λαόν
αυτού·
23. εις εμέ δε μη γένοιτο να αμαρτήσω εις τον Κύριον,
ώστε να παύσω από του να δέωμαι υπέρ υμών· αλλά θέλω σας διδάσκει την οδόν
την αγαθήν και ευθείαν·
24. μόνον φοβείσθε τον Κύριον και λατρεύετε αυτόν εν
αληθεία εξ όλης καρδίας σας· διότι είδετε πόσα μεγαλεία έκαμεν υπέρ υμών·
25. αλλ' εάν εξακολουθήτε να πράττητε το κακόν, και σεις
και ο βασιλεύς υμών θέλετε απολεσθή.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 13
1. Ο Σαούλ ήτο βασιλεύς ενός έτους· αφού δε εβασίλευσε
δύο έτη επί τον Ισραήλ,
2. εξέλεξεν ο Σαούλ εις εαυτόν τρεις χιλιάδας εκ του
Ισραήλ· και ήσαν μετά του Σαούλ δύο χιλιάδες εν Μιχμάς και εν τω όρει Βαιθήλ,
και χίλιοι ήσαν μετά του Ιωνάθαν εν Γαβαά του Βενιαμίν· το δε υπόλοιπον
του λαού εξαπέστειλεν έκαστον εις την σκηνήν αυτού.
3. Και επάταξεν ο Ιωνάθαν την φρουράν των Φιλισταίων
την εν τω βουνώ· και ήκουσαν οι Φιλισταίοι. Και εσάλπισεν ο Σαούλ διά της
σάλπιγγος εν πάση τη γη, λέγων, Ας ακούσωσιν οι Εβραίοι.
4. Και πας ο Ισραήλ ήκουσε να λέγωσιν, Επάταξεν ο Σαούλ
την φρουράν των Φιλισταίων, και μάλιστα ο Ισραήλ μισείται υπό των Φιλισταίων.
Και συνήχθη ο λαός κατόπιν του Σαούλ εν Γαλγάλοις.
5. Οι δε Φιλισταίοι συνηθροίσθησαν διά να πολεμήσωσι
μετά του Ισραήλ, τριάκοντα χιλιάδες αμαξών και εξ χιλιάδες ιππέων και λαός
ως η άμμος η επί του χείλους της θαλάσσης κατά το πλήθος· και ανέβησαν
και εστρατοπέδευσαν εν Μιχμάς, προς ανατολάς της Βαιθ-αυέν.
6. Ότε οι άνδρες του Ισραήλ είδον ότι ήσαν εν αμηχανία,
διότι ο λαός εμικροψύχει, τότε εκρύπτετο ο λαός εις τα σπήλαια και εις
τα πυκνόφυτα και εις τους βράχους και εις τα οχυρά μέρη και εις τους λάκκους.
7. Και τινές εκ των Εβραίων διέβησαν τον Ιορδάνην προς
την γην Γαδ και Γαλαάδ. Ο δε Σαούλ αυτός ήτο ακόμη εν Γαλγάλοις· και πας
ο λαός τρέμων κατόπιν αυτού.
8. Και περιέμεινεν επτά ημέρας, κατά τον διωρισμένον
καιρόν υπό του Σαμουήλ· αλλ' ο Σαμουήλ δεν ήρχετο εις Γάλγαλα· και ο λαός
διεσκορπίζετο από πλησίον αυτού.
9. Και είπεν ο Σαούλ, Φέρετε εδώ προς εμέ το ολοκαύτωμα,
και τας ειρηνικάς προσφοράς. Και προσέφερε το ολοκαύτωμα.
10. Και ως ετελείωσε προσφέρων το ολοκαύτωμα, ιδού, ήλθεν
ο Σαμουήλ· και εξήλθεν ο Σαούλ εις συνάντησιν αυτού, διά να χαιρετήση αυτόν.
11. Και είπεν ο Σαμουήλ, Τι έκαμες; Και απεκρίθη ο Σαούλ,
Επειδή είδον ότι ο λαός διεσκορπίζετο απ' εμού, και συ δεν ήλθες την διωρισμένην
ημέραν, οι δε Φιλισταίοι συνηθροίζοντο εις Μιχμάς,
12. διά τούτο είπα, Τώρα θέλουσι καταβή οι Φιλισταίοι
εναντίον μου εις Γάλγαλα, και εγώ δεν έκαμα δέησιν προς τον Κύριον· ετόλμησα
λοιπόν, και προσέφερα το ολοκαύτωμα.
13. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ, Συ έπραξας αφρόνως·
δεν εφύλαξας το πρόσταγμα Κυρίου του Θεού σου, το οποίον προσέταξεν εις
σέ· διότι τώρα ο Κύριος ήθελε στερεώσει την βασιλείαν σου επί τον Ισραήλ
έως του αιώνος·
14. αλλά τώρα η βασιλεία σου δεν θέλει στηριχθή· ο Κύριος
εζήτησεν εις εαυτόν άνθρωπον κατά την καρδίαν αυτού, και διώρισεν ο Κύριος
αυτόν να ήναι άρχων επί τον λαόν αυτού, επειδή δεν εφύλαξας εκείνο το οποίον
προσέταξεν εις σε ο Κύριος.
15. Και εσηκώθη ο Σαμουήλ και ανέβη από Γαλγάλων εις
Γαβαά του Βενιαμίν. Ο δε Σαούλ ηρίθμησε τον λαόν τον ευρεθέντα μετ' αυτού,
περίπου εξακοσίους άνδρας.
16. Και ο Σαούλ και Ιωνάθαν ο υιός αυτού και ο λαός ο
ευρεθείς μετ' αυτών, εκάθηντο εν Γαβαά του Βενιαμίν· οι δε Φιλισταίοι ήσαν
εστρατοπεδευμένοι εν Μιχμάς.
17. Και εξήλθον λεηλάται εκ του στρατοπέδου των Φιλισταίων
εις τρία σώματα· το εν σώμα εστράφη εις την οδόν Οφρά, προς την γην Σωγάλ·
18. και το άλλο σώμα εστράφη εις την οδόν Βαιθ-ωρών·
και το άλλο σώμα εστράφη εις την οδόν του ορίου, το οποίον βλέπει προς
την κοιλάδα Σεβωείμ, κατά την έρημον.
19. Και σιδηρουργός δεν ευρίσκετο εν πάση τη γη Ισραήλ·
διότι οι Φιλισταίοι είπον, Μήποτε οι Εβραίοι κατασκευάσωσι ρομφαίας ή λόγχας·
20. αλλά κατέβαινον πάντες οι Ισραηλίται προς τους Φιλισταίους,
διά να ακονώσιν έκαστος το υνίον αυτού και την δικέλλαν αυτού και την αξίνην
αυτού, και την σκαπάνην αυτού,
21. οσάκις ήθελον αμβλυνθή αι σκαπάναι και αι δικέλλαι
και τα τρίκρανα και αι αξίναι αυτών· και διά να οξύνωσι τα βούκεντρα αυτών.
22. Διά τούτο εν τη ημέρα της μάχης, δεν ευρίσκετο ούτε
μάχαιρα ούτε λόγχη εις την χείρα τινός εκ του λαού του όντος μετά του Σαούλ
και Ιωνάθαν· εις τον Σαούλ όμως και εις τον Ιωνάθαν τον υιόν αυτού ευρέθησαν.
23. Η δε φρουρά των Φιλισταίων εξήλθε προς το πέρασμα
Μιχμάς.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 14
1. Ημέραν δε τινά είπεν Ιωνάθαν, ο υιός του Σαούλ, προς
τον νέον τον βαστάζοντα τα όπλα αυτού, Ελθέ, και ας περάσωμεν προς την
φρουράν των Φιλισταίων, την εν τω πέραν· προς τον πατέρα αυτού όμως δεν
εφανέρωσε τούτο.
2. Ο δε Σαούλ εκάθητο επί του άκρου του Γαβαά, υπό την
ροδιάν την εν Μιγρών· και ο λαός ο μετ' αυτού ήτο έως εξακόσιοι άνδρες·
3. και Αχιά, ο υιός του Αχιτώβ, αδελφού του Ιχαβώδ, υιού
του Φινεές, υιού του Ηλεί, ιερεύς του Κυρίου εν Σηλώ, φορών εφόδ. Και ο
λαός δεν ήξευρεν ότι υπήγεν ο Ιωνάθαν.
4. Μεταξύ δε των διαβάσεων, διά των οποίων ο Ιωνάθαν
εζήτει να περάση προς την φρουράν των Φιλισταίων, ήτο απότομος βράχος εξ
ενός μέρους και απότομος βράχος εκ του άλλου μέρους· και το όνομα του ενός
Βοσές, το δε όνομα του άλλον Σενέ.
5. Το μέτωπον του ενός βράχου ήτο προς βορράν απέναντι
Μιχμάς, και το του άλλου προς νότον απέναντι Γαβαά.
6. Και είπεν ο Ιωνάθαν προς τον νέον τον βαστάζοντα τα
όπλα αυτού, Ελθέ, και ας περάσωμεν προς την φρουράν των απεριτμήτων τούτων·
ίσως ενεργήση ο Κύριος υπέρ ημών· διότι δεν είναι εις τον Κύριον εμπόδιον
να σώση διά πολλών ή δι' ολίγων.
7. Και είπε προς αυτόν ο οπλοφόρος αυτού, Κάμε ό,τι είναι
εν τη καρδία σου· προχώρει· ιδού, εγώ είμαι μετά σου κατά την καρδίαν σου.
8. Τότε είπεν ο Ιωνάθαν, Ιδού, ημείς θέλομεν περάσει
προς τους άνδρας και θέλομεν δειχθή εις αυτούς·
9. εάν είπωσι προς ημάς ούτω, Στάθητε έως να έλθωμεν
προς εσάς· τότε θέλομεν σταθή εν τω τόπω ημών και δεν θέλομεν αναβή προς
αυτούς·
10. αλλ' εάν είπωσιν ούτως, Ανάβητε προς ημάς· τότε θέλομεν
αναβή· διότι ο Κύριος παρέδωκεν αυτούς εις την χείρα ημών· και τούτο θέλει
είσθαι εις ημάς το σημείον.
11. Εδείχθησαν λοιπόν αμφότεροι εις την φρουράν των Φιλισταίων·
και οι Φιλισταίοι είπον, Ιδού, οι Εβραίοι εξέρχονται εκ των τρυπών, όπου
είχον κρυφθή.
12. Και ελάλησαν οι άνδρες της φρουράς προς τον Ιωνάθαν
και προς τον βαστάζοντα τα όπλα αυτού, και είπον, Ανάβητε προς ημάς, και
θέλομεν σας φανερώσει τι. Και είπεν ο Ιωνάθαν προς τον οπλοφόρον αυτού,
Ανάβα κατόπιν μου· διότι παρέδωκεν αυτούς ο Κύριος εις την χείρα του Ισραήλ.
13. Και ανέρπυσεν ο Ιωνάθαν με τας χείρας αυτού και με
τους πόδας αυτού, και ο βαστάζων τα όπλα αυτού κατόπιν αυτού· και έπεσον
έμπροσθεν του Ιωνάθαν· και ο βαστάζων τα όπλα αυτού εθανάτονεν αυτούς κατόπιν
αυτού.
14. Αύτη δε η πρώτη σφαγή, την οποίαν έκαμον ο Ιωνάθαν
και ο οπλοφόρος αυτού, ήτο περίπου είκοσι άνδρες, εις διάστημα γης ημίσεως
στρέμματος.
15. Και έγεινε τρόμος εν τω στρατοπέδω, εν τοις αγροίς
και εν παντί τω λαώ· η φρουρά και οι λεηλατούντες, και αυτοί κατετρόμαξαν,
και η γη συνεταράχθη· ώστε ήτο ως τρόμος Θεού.
16. Και είδον οι φρουροί του Σαούλ εν Γαβαά του Βενιαμίν,
και ιδού, το πλήθος διελύετο και βαθμηδόν διεσκορπίζετο.
17. Τότε είπεν ο Σαούλ προς τον λαόν τον μετ' αυτού,
Απαριθμήσατε τώρα και ιδέτε τις ανεχώρησεν εξ ημών. Και ότε απηρίθμησαν,
ιδού, ο Ιωνάθαν και ο οπλοφόρος αυτού δεν ήσαν.
18. Και είπεν ο Σαούλ προς τον Αχιά, Φέρε εδώ την κιβωτόν
του Θεού. Διότι η κιβωτός του Θεού ήτο τότε μετά των υιών Ισραήλ.
19. Και ενώ ελάλει ο Σαούλ προς τον ιερέα, ο θόρυβος
εν τω στρατοπέδω των Φιλισταίων επροχώρει επί το μάλλον και επληθύνετο·
ο δε Σαούλ είπε προς τον ιερέα, Σύρε οπίσω την χείρα σου.
20. Και συνηθροίσθησαν ο Σαούλ και πας ο λαός ο μετ'
αυτού και ήλθον έως εις την μάχην· και ιδού, παντός ανδρός η ρομφαία ήτο
εναντίον του συντρόφου αυτού, σφαγή μεγάλη σφόδρα.
21. οι δε Εβραίοι οι μετά των Φιλισταίων όντες ως άλλοτε,
οίτινες είχον αναβή μετ' αυτών εις το στρατόπεδον εκ των πέριξ, και αυτοί
έτι ηνώθησαν μετά των Ισραηλιτών, οίτινες ήσαν μετά του Σαούλ και Ιωνάθαν.
22. Και πάντες οι άνδρες του Ισραήλ οι κρυπτόμενοι εν
τω όρει Εφραΐμ, ακούσαντες ότι οι Φιλισταίοι έφευγον, έδραμον και αυτοί
κατόπιν αυτών εις πόλεμον.
23. Και έσωσεν ο Κύριος τον Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη·
και η μάχη επέρασεν εις Βαιθ-αυέν.
24. Οι δε άνδρες του Ισραήλ απέκαμον την ημέραν εκείνην·
διότι ο Σαούλ είχεν ορκίσει τον λαόν, λέγων, Επικατάρατος ο άνθρωπος, όστις
φάγη τροφήν έως εσπέρας, και εκδικηθώ από των εχθρών μου. Όθεν δεν εγεύθη
τροφήν πας ο λαός.
25. Και παν το πλήθος ήλθεν εις δάσος, όπου ήτο μέλι
κατά γης.
26. Και ότε εισήλθεν ο λαός εις το δάσος, ιδού, το μέλι
εστάλαξεν· ουδείς όμως επλησίασε την χείρα αυτού εις το στόμα αυτού· διότι
εφοβήθη ο λαός τον όρκον.
27. Ο Ιωνάθαν όμως δεν είχεν ακούσει, ότε ο πατήρ αυτού
ώρκισε τον λαόν· όθεν ήπλωσε το άκρον της ράβδου της εν τη χειρί αυτού
και εβύθισεν αυτό εις κηρήθραν και έβαλε την χείρα αυτού εις το στόμα αυτού,
και ανέβλεψαν οι οφθαλμοί αυτού.
28. Απεκρίθη δε εις εκ του λαού και είπεν, Ο πατήρ σου
ώρκισε δι' όρκου τον λαόν, λέγων, Επικατάρατος ο άνθρωπος, όστις φάγη τροφήν
σήμερον· διά τούτο ο λαός είναι εκλελυμένος.
29. Ο δε Ιωνάθαν είπεν, Ετάραξεν ο πατήρ μου τον κόσμον·
ιδέτε, παρακαλώ, πόσον ανέβλεψαν οι οφθαλμοί μου, διότι εγεύθην ολίγον
εκ τούτου του μέλιτος·
30. πόσω μάλλον, εάν ο λαός ήθελε φάγει την σήμερον ελευθέρως
εκ των λαφύρων των εχθρών αυτού, τα οποία εύρηκε; διότι δεν ήθελε γείνει
τώρα πολύ μεγαλητέρα σφαγή μεταξύ των Φιλισταίων;
31. Επάταξαν δε εν εκείνη τη ημέρα τους Φιλισταίους από
Μιχμάς έως Αιαλών· και ο λαός ήτο εκλελυμένος σφόδρα.
32. Όθεν ερρίφθη ο λαός εις τα λάφυρα, και έλαβε πρόβατα
και βόας και μόσχους και έσφαξαν κατά γής· και έτρωγεν ο λαός μετά του
αίματος.
33. Ανήγγειλαν δε προς τον Σαούλ, λέγοντες, Ιδού, ο λαός
αμαρτάνει εις τον Κύριον, διότι τρώγουσι μετά του αίματος. Και είπε, Παραβάται
εστάθητε· κυλίσατε προς εμέ σήμερον λίθον μέγαν.
34. Και είπεν ο Σαούλ, Διασπάρθητε μεταξύ του λαού και
είπατε προς αυτούς, Φέρετέ μοι ενταύθα έκαστος τον βουν αυτού και έκαστος
το πρόβατον αυτού, και σφάξατε ενταύθα και φάγετε· και μη αμαρτάνετε εις
τον Κύριον, τρώγοντες μετά του αίματος. Και έφεραν πας ο λαός έκαστος τον
βουν αυτού μεθ' εαυτού εκείνην την νύκτα και έσφαξαν εκεί.
35. Και ωκοδόμησεν ο Σαούλ θυσιαστήριον εις τον Κύριον·
τούτο ήτο το πρώτον θυσιαστήριον, το οποίον ωκοδόμησεν ο Σαούλ εις τον
Κύριον.
36. Και είπεν ο Σαούλ, Ας καταβώμεν εξοπίσω των Φιλισταίων
διά νυκτός, και ας διαρπάσωμεν αυτούς έως να φέγξη η ημέρα, και ας μη αφήσωμεν
μηδέ ένα εξ αυτών. Και είπον, Κάμε παν ό,τι σοι φαίνεται καλόν. Τότε είπεν
ο ιερεύς, Ας προσέλθωμεν ενταύθα εις τον Θεόν.
37. Και ηρώτησεν ο Σαούλ τον Θεόν, Να καταβώ εξοπίσω
των Φιλισταίων; θέλεις παραδώσει αυτούς εις την χείρα του Ισραήλ; Αλλά
δεν απεκρίθη προς αυτόν την ημέραν εκείνην.
38. Και είπεν ο Σαούλ, Πλησιάσατε ενταύθα πάντες οι αρχηγοί
του λαού· και μάθετε και ιδέτε, εις ποίον εστάθη η αμαρτία αύτη σήμερον·
39. διότι ζη Κύριος, ο σώσας τον Ισραήλ, ότι και εις
τον Ιωνάθαν τον υιόν μου αν εστάθη, θέλει βεβαίως θανατωθή. Και δεν ευρέθη
ουδείς μεταξύ παντός του λαού, όστις απεκρίθη προς αυτόν.
40. Και είπε προς πάντα τον Ισραήλ, Σταθήτε σεις εκ του
ενός μέρους, εγώ δε και Ιωνάθαν ο υιός μου θέλομεν σταθή εκ του άλλου μέρους.
Και είπεν ο λαός προς τον Σαούλ, Κάμε παν ό,τι σοι φαίνεται καλόν.
41. Τότε είπεν ο Σαούλ προς τον Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ,
Δείξον τον αθώον. Και επιάσθη ο Ιωνάθαν και ο Σαούλ· ο δε λαός απελύθη.
42. Και είπεν ο Σαούλ, Ρίψατε κλήρους μεταξύ εμού και
Ιωνάθαν του υιού μου. Και επιάσθη ο Ιωνάθαν.
43. Τότε είπεν ο Σαούλ προς τον Ιωνάθαν, Φανέρωσόν μοι
τι έπραξας. Και εφανέρωσε προς αυτόν ο Ιωνάθαν, και είπε, Τωόντι εγεύθην
ολίγον μέλι διά του άκρου της ράβδου της εν τη χειρί μου· ιδού, εγώ, αποθνήσκω.
44. Και απεκρίθη ο Σαούλ, Ούτω να κάμη ο Θεός και ούτω
να προσθέση· βεβαίως θέλεις αποθάνει, Ιωνάθαν.
45. Ο δε λαός είπε προς τον Σαούλ, Ο Ιωνάθαν θέλει αποθάνει,
όστις έκαμε την μεγάλην ταύτην σωτηρίαν εις τον Ισραήλ; Μη γένοιτο· Ζη
Κύριος, ουδέ μία θριξ εκ της κεφαλής αυτού θέλει πέσει εις την γήν· διότι
ενήργησε μετά του Θεού την ημέραν ταύτην. Και ελύτρωσεν ο λαός τον Ιωνάθαν,
και δεν απέθανε.
46. Τότε ανέβη ο Σαούλ εκ της καταδιώξεως των Φιλισταίων·
και οι Φιλισταίοι υπήγαν εις τον τόπον αυτών.
47. Και έλαβεν ο Σαούλ την βασιλείαν επί τον Ισραήλ,
και επολέμησεν εναντίον πάντων των εχθρών αυτού κύκλω· εναντίον του Μωάβ
και εναντίον των υιών του Αμμών και εναντίον του Εδώμ και εναντίον των
βασιλέων της Σωβά και εναντίον των Φιλισταίων· και εναντίον πάντων όπου
και αν εστρέφετο, κατετρόπονε.
48. Συνεκρότησεν έτι δύναμιν και επάταξε τον Αμαλήκ,
και ηλευθέρωσε τον Ισραήλ εκ χειρός των διαρπαζόντων αυτούς.
49. Οι δε υιοί του Σαούλ ήσαν Ιωνάθαν και Ισονεί και
Μελχί-σουέ· και τα ονόματα των δύο θυγατέρων αυτού, το όνομα της πρωτοτόκου
Μεράβ, και το όνομα της νεωτέρας Μιχάλ·
50. το δε όνομα της γυναικός του Σαούλ ήτο Αχινοάμ, θυγάτηρ
του Αχιμάας. Και το όνομα του αρχιστρατήγου αυτού Αβενήρ, υιός του Νηρ,
θείου του Σαούλ.
51. Ο δε Κείς ο πατήρ του Σαούλ, και ο Νηρ ο πατήρ του
Αβενήρ, ήσαν υιοί του Αβιήλ.
52. Ήτο δε πόλεμος δυνατός εναντίον των Φιλισταίων κατά
πάσας τας ημέρας του Σαούλ· και οπότε έβλεπεν ο Σαούλ άνδρα τινά δυνατόν
ή άνδρείον, παρελάμβανεν αυτόν πλησίον εαυτού.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 15
1. Είπε δε Σαμουήλ προς τον Σαούλ, Εμέ απέστειλεν ο Κύριος
να σε χρίσω βασιλέα επί τον λαόν αυτού, επί τον Ισραήλ· τώρα λοιπόν άκουσον
της φωνής των λόγων του Κυρίου.
2. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Θέλω εκδικήσει όσα
έκαμεν ο Αμαλήκ εις τον Ισραήλ, ότι αντεστάθη εις αυτόν εν τη οδώ, ότε
ανέβαινεν εξ Αιγύπτου·
3. ύπαγε τώρα και πάταξον τον Αμαλήκ, και εξολόθρευσον
παν ό,τι έχει και μη φεισθής αυτούς· αλλά θανάτωσον και άνδρα και γυναίκα
και παιδίον και θηλάζον και βουν και πρόβατον και κάμηλον και όνον.
4. Και ο Σαούλ εκάλεσε τον λαόν και απηρίθμησεν αυτούς
εν Τελαΐμ, διακοσίας χιλιάδας πεζών και δέκα χιλιάδας ανδρών Ιούδα.
5. Και ήλθεν ο Σαούλ έως της πόλεως του Αμαλήκ και ενέδρευσεν
εν τη φάραγγι.
6. Και είπεν ο Σαούλ προς τους Κεναίους, Υπάγετε, αναχωρήσατε,
κατάβητε εκ μέσου των Αμαληκιτών, διά να μη σας συμπεριλάβω μετ' αυτών·
διότι σεις εδείξατε έλεος εις πάντας τους υιούς Ισραήλ, ότε ανέβαινον εξ
Αιγύπτου. Και ανεχώρησαν οι Κεναίοι εκ μέσου των Αμαληκιτών.
7. Και επάταξεν ο Σαούλ τους Αμαληκίτας από Αβιλά έως
της εισόδου Σούρ, της κατά πρόσωπον Αιγύπτου.
8. Και συνέλαβεν Αγάγ τον βασιλέα των Αμαληκιτών ζώντα,
πάντα δε τον λαόν εξωλόθρευσεν εν στόματι μαχαίρας.
9. Πλην εφείσθη ο Σαούλ και ο λαός τον Αγάγ και τα καλήτερα
των προβάτων και των βοών και των δευτερευόντων και των αρνίων και παντός
αγαθού, και δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν αυτά· αλλά παν το ευτελές και
εξουδενωμένον, εκείνο εξωλόθρευσαν.
10. Τότε έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Σαμουήλ, λέγων,
11. Μετεμελήθην ότι έκαμα τον Σαούλ βασιλέα· διότι εστράφη
από όπισθέν μου και τους λόγους μου δεν εξετέλεσε. Και τούτο ελύπησε τον
Σαμουήλ, και εβόησε προς τον Κύριον δι' όλης της νυκτός.
12. Και ότε εξηγέρθη ο Σαμουήλ ενωρίς διά να υπάγη εις
συνάντησιν του Σαούλ το πρωΐ, ανήγγειλαν προς τον Σαμουήλ, λέγοντες, Ο
Σαούλ ήλθεν εις τον Κάρμηλον, και ιδού, ανήγειρεν εις εαυτόν τρόπαιον·
έπειτα εστράφη και διεπέρασε και κατέβη εις Γάλγαλα.
13. Και υπήγεν ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ· και είπεν ο
Σαούλ προς αυτόν, Ευλογημένος να ήσαι παρά του Κυρίου· εξετέλεσα τον λόγον
του Κυρίου.
14. Είπε δε ο Σαμουήλ, Και τις η φωνή αύτη των προβάτων
εις τα ώτα μου, και η φωνή των βοών, την οποίαν ακούω;
15. Και είπεν ο Σαούλ, Εκ των Αμαληκιτών έφεραν αυτά·
διότι ο λαός εφείσθη τα καλήτερα των προβάτων και των βοών, διά να θυσιάση
εις Κύριον τον Θεόν σου· τα δε λοιπά εξωλοθρεύσαμεν.
16. Τότε είπεν ο Σαμουήλ προς τον Σαούλ, Άφες, και θέλω
απαγγείλει προς σε τι ελάλησεν ο Κύριος εις εμέ την νύκτα. Ο δε είπε προς
αυτόν, Λέγε.
17. Και είπεν ο Σαμουήλ, Ενώ συ ήσο μικρός έμπροσθεν
των οφθαλμών σου, δεν έγεινες η κεφαλή των φυλών του Ισραήλ, και σε έχρισεν
ο Κύριος βασιλέα επί τον Ισραήλ;
18. και σε έστειλεν ο Κύριος εις την οδόν και είπεν,
Ύπαγε και εξολόθρευσον τους αμαρτάνοντας εις εμέ, τους Αμαληκίτας, και
πολέμησον εναντίον αυτών εωσού εξαφανίσης αυτούς·
19. διά τι λοιπόν δεν υπήκουσας της φωνής του Κυρίου,
αλλ' ώρμησας επί τα λάφυρα και έπραξας το κακόν ενώπιον του Κυρίου;
20. Και είπεν ο Σαούλ προς τον Σαμουήλ, Ναι, υπήκουσα
της φωνής του Κυρίου και υπήγα εις την οδόν εις την οποίαν ο Κύριος με
απέστειλε και έφερα τον Αγάγ τον βασιλέα του Αμαλήκ, τους δε Αμαληκίτας
εξωλόθρευσα·
21. ο λαός όμως έλαβεν εκ των λαφύρων πρόβατα και βόας,
τα καλήτερα από των απηγορευμένων, διά να θυσιάση εις Κύριον τον Θεόν σου
εν Γαλγάλοις.
22. Και είπεν ο Σαμουήλ, Μήπως ο Κύριος αρέσκεται εις
τα ολοκαυτώματα και εις τας θυσίας, καθώς εις το να υπακούωμεν της φωνής
του Κυρίου; ιδού, η υποταγή είναι καλητέρα παρά την θυσίαν· η υπακοή, παρά
το πάχος των κριών·
23. διότι η απείθεια είναι καθώς το αμάρτημα της μαγείας·
και το πείσμα, καθώς η ασέβεια και ειδωλολατρεία· επειδή συ απέρριψας τον
λόγον του Κυρίου, διά τούτο και αυτός απέρριψε σε από του να ήσαι βασιλεύς.
24. Και είπεν ο Σαούλ προς τον Σαμουήλ, Ημάρτησα· διότι
παρέβην το πρόσταγμα του Κυρίου και τους λόγους σου, φοβηθείς τον λαόν
και υπακούσας εις την φωνήν αυτών·
25. τώρα λοιπόν συγχώρησον, παρακαλώ, το αμάρτημά μου
και επίστρεψον μετ' εμού, διά να προσκυνήσω τον Κύριον.
26. Ο δε Σαμουήλ είπε προς τον Σαούλ, Δεν θέλω επιστρέψει
μετά σού· διότι απέρριψας τον λόγον του Κυρίου, και ο Κύριος απέρριψε σε
από του να ήσαι βασιλεύς επί τον Ισραήλ.
27. Και καθώς εστράφη ο Σαμουήλ διά να αναχωρήση, εκείνος
επίασεν αυτόν από του κρασπέδου του ιματίου αυτού· και εξεσχίσθη.
28. Και είπε προς αυτόν ο Σαμουήλ, Εξέσχισεν η Κύριος
την βασιλείαν του Ισραήλ από σου σήμερον και έδωκεν αυτήν εις τον πλησίον
σου, τον καλήτερόν σου·
29. ουδέ θέλει ψευσθή ο Ισχυρός του Ισραήλ ουδέ μεταμεληθή·
διότι ούτος δεν είναι άνθρωπος, ώστε να μεταμεληθή.
30. Ο δε είπεν, Ημάρτησα· αλλά τίμησόν με τώρα, παρακαλώ,
έμπροσθεν των πρεσβυτέρων του λαού μου και έμπροσθεν του Ισραήλ, και επίστρεψον
μετ' εμού, διά να προσκυνήσω Κύριον τον Θεόν σου.
31. Και επέστρεψεν ο Σαμουήλ κατόπιν του Σαούλ και προσεκύνησεν
ο Σαούλ τον Κύριον.
32. Τότε είπεν ο Σαμουήλ, Φέρετέ μοι ενταύθα Αγάγ τον
βασιλέα των Αμαληκιτών. Και ήλθε προς αυτόν ο Αγάγ χαριέντως· διότι έλεγεν
ο Αγάγ, Βεβαίως η πικρία του θανάτου επέρασεν.
33. Ο δε Σαμουήλ είπε, Καθώς ητέκνωσε γυναίκας η ρομφαία
σου, ούτω θέλει ατεκνωθή μεταξύ των γυναικών η μήτηρ σου. Και κατέκοψεν
ο Σαμουήλ τον Αγάγ ενώπιον του Κυρίου εν Γαλγάλοις.
34. Τότε ανεχώρησεν ο Σαμουήλ εις Ραμά· ο δε Σαούλ ανέβη
εις τον οίκον αυτού, εις Γαβαά Σαούλ.
35. Ο δε Σαμουήλ δεν είδε πλέον τον Σαούλ έως της ημέρας
του θανάτου αυτού· επένθησεν όμως ο Σαμουήλ διά τον Σαούλ. Και ο Κύριος
μετεμελήθη ότι έκαμε τον Σαούλ βασιλέα επί τον Ισραήλ.
ΣΑΜΟΥΗΛ Α' 16o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
I Samuel 16
1. Και είπε Κύριος προς τον Σαμουήλ, Έως πότε συ πενθείς
διά τον Σαούλ, επειδή εγώ απεδοκίμασα αυτόν από του να βασιλεύη επί τον
Ισραήλ; γέμισον το κέρας σου έλαιον και ύπαγε· εγώ σε αποστέλλω προς τον
Ιεσσαί τον Βηθλεεμίτην· διότι προέβλεψα εις εμαυτόν βασιλέα μεταξύ των
υιών αυτού.
2. Και είπεν ο Σαμουήλ, Πως να υπάγω; διότι θέλει ακούσει
τούτο ο Σαούλ και θέλει με θανατώσει. Και είπεν ο Κύριος, Λάβε μετά σου
δάμαλιν και ειπέ, Ήλθον να θυσιάσω προς τον Κύριον.
3. Και κάλεσον τον Ιεσσαί εις την θυσίαν, και εγώ θέλω
φανερώσει προς σε τι θέλεις κάμει και θέλεις χρίσει εις εμέ όντινα σοι
είπω.
4. Και έκαμεν ο Σαμουήλ εκείνο το οποίον είπεν ο Κύριος,
και ήλθεν εις Βηθλεέμ. Ετρόμαξαν δε οι πρεσβύτεροι της πόλεως εις την συνάντησιν
αυτού και είπον, Εν ειρήνη έρχεσαι;
5. Ο δε είπεν, Εν ειρήνη· έρχομαι διά να θυσιάσω προς
τον Κύριον· αγιάσθητε και έλθετε μετ' εμού εις την θυσίαν. Και ηγίασε τον
Ιεσσαί και τους υιούς αυτού και εκάλεσεν αυτούς εις την θυσίαν.
6. Και ενώ εισήρχοντο, ιδών τον Ελιάβ, είπε, Βεβαίως
έμπροσθεν του Κυρίου είναι ο κεχρισμένος αυτού.
7. Και είπε Κύριος προς τον Σαμουήλ, Μη επιβλέψης εις
την όψιν αυτού ή εις το ύψος του αναστήματος αυτού, επειδή απεδοκίμασα
αυτόν· διότι δεν βλέπει ο Κύριος καθώς βλέπει ο άνθρωπος· διότι ο άνθρωπος
βλέπει το φαινόμενον, ο δε Κύριος βλέπει την καρδίαν.
8. Τότε εκάλεσεν ο Ιεσσαί τον Αβιναδάβ και διεβίβασεν
αυτόν ενώπιον του Σαμουήλ. Και είπεν, ουδέ τούτον δεν εξέλεξεν ο Κύριος.
9. Τότε διεβίβασεν ο Ιεσσαί τον Σαμμά. Ο δε είπεν, Ουδέ
τούτον δεν εξέλεξεν ο Κύριος.
10. Και διεβίβασεν ο Ιεσσαί επτά εκ των υιών αυτού ενώπιον
του Σαμουήλ. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον Ιεσσαί, Ο Κύριος δεν εξέλεξε
τούτους.
11. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον Ιεσσαί, Ετελείωσαν τα
παιδία; Και είπε, Μένει έτι ο νεώτερος· και ιδού, ποιμαίνει τα πρόβατα.
Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον Ιεσσαί, Πέμψον και φέρε αυτόν· διότι δεν θέλομεν
καθίσει εις την τράπεζαν, εωσού έλθη ενταύθα.
12. Και έστειλε και έφερεν αυτόν. Ήτο δε ξανθός και ευόφθαλμος
και ώραίος την όψιν. Και είπεν ο Κύριος, Σηκώθητι, χρίσον αυτόν· διότι
ούτος είναι.
13. Τότε έλαβεν ο Σαμουήλ το κέρας του ελαίου και έχρισεν
αυτόν εν μέσω των αδελφών αυτού· και επήλθε πνεύμα Κυρίου επί τον Δαβίδ
από της ημέρας εκείνης και εφεξής. Σηκωθείς δε ο Σαμουήλ απήλθεν εις Ραμά.
14. Και το Πνεύμα του Κυρίου απεσύρθη από του Σαούλ,
και πνεύμα πονηρόν παρά Κυρίου ετάραττεν αυτόν.
15. Και είπον οι δούλοι του Σαούλ προς αυτόν, Ιδού τώρα,
πονηρόν πνεύμα παρά Θεού σε ταράττει·
16. ας προστάξη τώρα ο κύριος ημών τους δούλους σου,
τους έμπροσθέν σου, να ζητήσωσιν άνθρωπον ειδήμονα εις το να παίζη κιθάραν·
και οπότε το πονηρόν πνεύμα παρά Θεού είναι επί σε, να παίζη με την χείρα
αυτού, και καλόν θέλει είσθαι εις σε.
17. Και είπεν ο Σαούλ προς τους δούλους αυτού, Προβλέψατέ
μοι λοιπόν άνθρωπον παίζοντα καλώς και φέρετε προς εμέ.
18. Τότε απεκρίθη εις εκ των δούλων και είπεν, Ιδού,
είδον υιόν του Ιεσσαί του Βηθλεεμίτου, ειδήμονα εις το παίζειν και ανδρειότατον
και άνδρα πολεμικόν και συνετόν εις λόγον και άνθρωπον ώραίον, και ο Κύριος
είναι μετ' αυτού.
19. Και απέστειλεν ο Σαούλ μηνυτάς προς τον Ιεσσαί, λέγων,
Πέμψον μοι Δαβίδ τον υιόν σου, όστις είναι μετά των προβάτων.
20. Και έλαβεν ο Ιεσσαί όνον φορτωμένον με άρτους και
ασκόν οίνου και εν ερίφιον εξ αιγών, και έπεμψεν αυτά διά του Δαβίδ του
υιού αυτού προς τον Σαούλ.
21. Και ήλθεν ο Δαβίδ προς τον Σαούλ και εστάθη έμπροσθεν
αυτού· και ηγάπησεν αυτόν σφόδρα· και έγεινεν οπλοφόρος αυτού.
22. Και απέστειλεν ο Σαούλ προς τον Ιεσσαί, λέγων, Ο
Δαβίδ ας στέκηται, παρακαλώ, έμπροσθέν μου· διότι εύρηκε χάριν εις τους
οφθαλμούς μου.
23. Και οπότε το πονηρόν πνεύμα παρά Θεού ήτο επί τον
Σαούλ, ο Δαβίδ ελάμβανε την κιθάραν και έπαιζε διά της χειρός αυτού· τότε
ανεκουφίζετο ο Σαούλ και ανεπαύετο και απεσύρετο απ' αυτού το πνεύμα το
πονηρόν.
[>]