ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 1o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 1
1. Μετά δε τον θάνατον του Σαούλ, αφού επέστρεψεν ο Δαβίδ
από της σφαγής των Αμαληκιτών, εκάθησεν ο Δαβίδ εν Σικλάγ δύο ημέρας·
2. την δε τρίτην ημέραν, ιδού, ήλθεν άνθρωπος εκ του
στρατοπέδου από πλησίον του Σαούλ, έχων διεσχισμένα τα ιμάτια αυτού και
χώμα επί της κεφαλής αυτού· και καθώς εισήλθε προς τον Δαβίδ, έπεσεν εις
την γην και προσεκύνησε.
3. Και είπε προς αυτόν ο Δαβίδ, Πόθεν έρχεσαι; Ο δε είπε
προς αυτόν, Εγώ εκ του στρατοπέδου του Ισραήλ διεσώθην.
4. Και είπε προς αυτόν ο Δαβίδ, Τι συνέβη; ειπέ μοι,
παρακαλώ. Και απεκρίθη, Ότι έφυγεν ο λαός εκ της μάχης, και πολλοί μάλιστα
εκ του λαού έπεσον και απέθανον· απέθανον δε και Σαούλ και Ιωνάθαν ο υιός
αυτού.
5. Και είπεν ο Δαβίδ προς τον νέον τον απαγγέλλοντα προς
αυτόν, Πως εξεύρεις ότι απέθανεν ο Σαούλ, και Ιωνάθαν ο υιός αυτού;
6. Και είπεν ο νέος ο απαγγέλλων προς αυτόν, Ευρέθην
κατά τύχην εν τω όρει Γελβουέ, και ιδού, ο Σαούλ ήτο κεκλιμένος επί του
δόρατος αυτού, και ιδού, αι άμαξαι και οι ιππείς κατέφθανον αυτόν.
7. και ότε έβλεψεν εις τα οπίσω αυτού, με είδε και με
εκάλεσε· και απεκρίθην, Ιδού, εγώ.
8. Και είπε προς εμέ, Ποίος είσαι; Και απεκρίθην προς
αυτόν, Είμαι Αμαληκίτης.
9. Πάλιν είπε προς εμέ, Στήθι επάνω μου, παρακαλώ, και
θανάτωσόν με· διότι σκοτοδινίασις με κατέλαβεν, επειδή η ζωή μου είναι
έτι όλη εν εμοί.
10. Εστάθην λοιπόν επ' αυτόν και εθανάτωσα αυτόν· επειδή
ήμην βέβαιος ότι δεν ηδύνατο να ζήση αφού έπεσε· και έλαβον το διάδημα
το επί της κεφαλής αυτού και το βραχιόλιον το εν τω βραχίονι αυτού, και
έφερα αυτά ενταύθα προς τον κύριόν μου.
11. Τότε πιάσας ο Δαβίδ τα ιμάτια αυτού, διέσχισεν αυτά·
και πάντες ομοίως οι άνδρες οι μετ' αυτού.
12. Και επένθησαν και έκλαυσαν και ενήστευσαν έως εσπέρας
διά τον Σαούλ και διά Ιωνάθαν τον υιόν αυτού και διά τον λαόν του Κυρίου
και διά τον οίκον του Ισραήλ, διότι έπεσον διά ρομφαίας.
13. Είπε δε ο Δαβίδ προς τον νέον, τον απαγγέλλοντα προς
αυτόν, Πόθεν είσαι; Και απεκρίθη, Είμαι υιός παροίκου τινός Αμαληκίτου.
14. Και είπε προς αυτόν ο Δαβίδ, Πως δεν εφοβήθης να
επιβάλης την χείρα σου διά να θανατώσης τον κεχρισμένον του Κυρίου;
15. Και εκάλεσεν ο Δαβίδ ένα εκ των νέων και είπε, Πλησίασον,
πέσον επ' αυτόν. Και επάταξεν αυτόν, και απέθανε.
16. Και είπε προς αυτόν ο Δαβίδ, Το αίμα σου επί της
κεφαλής σου· διότι το στόμα σου εμαρτύρησεν εναντίον σου, λέγων, Εγώ εθανάτωσα
τον κεχρισμένον του Κυρίου.
17. Και εθρήνησεν ο Δαβίδ τον θρήνον τούτον επί τον Σαούλ
και επί Ιωνάθαν τον υιόν αυτού·
18. και παρήγγειλε να διδάξωσι τους υιούς Ιούδα τούτο
το άσμα του τόξου· ιδού, είναι γεγραμμένον εν τω βιβλίω του Ιασήρ.
19. Ω δόξα του Ισραήλ, επί τους υψηλούς τόπους σου κατηκοντισμένη.
Πως έπεσον οι δυνατοί.
20. Μη αναγγείλητε εις την Γαθ, μη διακηρύξητε εις τας
πλατείας της Ασκάλωνος, μήποτε χαρώσιν αι θυγατέρες των Φιλισταίων, μήποτε
αγαλλιάσωνται αι θυγατέρες των απεριτμήτων·
21. Ορη τα εν Γελβουέ, Ας μη ήναι δρόσος μηδέ βροχή εφ'
υμάς, μηδέ αγροί δίδοντες απαρχάς· διότι εκεί απερρίφθη η ασπίς των ισχυρών,
Η ασπίς του Σαούλ, ως να μη εχρίσθη δι' ελαίου.
22. Από του αίματος των πεφονευμένων, από του στέατος
των ισχυρών, το τόξον του Ιωνάθαν δεν εστρέφετο οπίσω, και η ρομφαία του
Σαούλ δεν επέστρεφε κενή.
23. Σαούλ και Ιωνάθαν ήσαν οι ηγαπημένοι και εράσμιοι
εν τη ζωή αυτών, και εν τω θανάτω αυτών δεν εχωρίσθησαν· ήσαν ελαφρότεροι
αετών, δυνατώτεροι λεόντων.
24. Θυγατέρες Ισραήλ, κλαύσατε επί τον Σαούλ τον ενδύοντα
υμάς κόκκινα μετά καλλωπισμών, τον επιβάλλοντα στολισμούς χρυσούς επί τα
ενδύματα υμών.
25. Πως έπεσον οι δυνατοί εν μέσω της μάχης· Ιωνάθαν,
επί τους υψηλούς τόπους σου τετραυματισμένε.
26. Περίλυπος είμαι διά σε, αδελφέ μου Ιωνάθαν· προσφιλέστατος
εστάθης εις εμέ· η προς εμέ αγάπη σου ήτο εξαίσιος. Υπερέβαινε την αγάπην
των γυναικών.
27. Πως έπεσον οι δυνατοί, και απωλέσθησαν τα όπλα του
πολέμου.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 2o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 2
1. Μετά δε ταύτα ηρώτησεν ο Δαβίδ τον Κύριον, λέγων,
να αναβώ εις τινά των πόλεων Ιούδα; Ο δε Κύριος είπε προς αυτόν, Ανάβα.
Και είπεν ο Δαβίδ, που να αναβώ; Ο δε είπεν, εις Χεβρών.
2. Ανέβη λοιπόν εκεί ο Δαβίδ και αι δύο γυναίκες αυτού,
Αχινοάμ η Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ του Καρμηλίτου.
3. Και τους άνδρας τους μετ' αυτού ανεβίβασεν ο Δαβίδ,
έκαστον μετά της οικογενείας αυτού· και κατώκησαν εν ταις πόλεσι Χεβρών.
4. Και ήλθον οι άνδρες Ιούδα και έχρισαν εκεί τον Δαβίδ
βασιλέα επί τον οίκον Ιούδα. Και απήγγειλαν προς τον Δαβίδ, λέγοντες, Οι
άνδρες της Ιαβείς-γαλαάδ ήσαν οι θάψαντες τον Σαούλ.
5. Και απέστειλεν ο Δαβίδ μηνυτάς προς τους άνδρας της
Ιαβείς-γαλαάδ και είπε προς αυτούς, Ευλογημένοι να ήσθε παρά του Κυρίου,
διότι εκάμετε το έλεος τούτο εις τον κύριόν σας, εις τον Σαούλ, και εθάψατε
αυτόν
6. είθε λοιπόν τώρα να κάμη ο Κύριος προς εσάς έλεος
και αλήθειαν και εγώ προσέτι θέλω ανταποδώσει εις εσάς το καλόν τούτο,
επειδή εκάμετε τούτο το πράγμα·
7. τώρα λοιπόν, ας κραταιωθώσιν αι χείρές σας, και γίνεσθε
ανδρείοι διότι ο κύριός σας ο Σαούλ απέθανε, και προσέτι ο οίκος Ιούδα
έχρισαν εμέ βασιλέα εφ' εαυτών.
8. Ο Αβενήρ όμως, ο υιός του Νηρ, ο αρχιστράτηγος του
Σαούλ, έλαβε τον Ις-βοσθέ, υιόν του Σαούλ, και διεβίβασεν αυτόν εις Μαχαναΐμ,
9. και έκαμεν αυτόν βασιλέα επί της Γαλαάδ, και επί των
Ασσουριτών, και επί της Ιεζραέλ, και επί του Εφραΐμ, και επί του Βενιαμίν,
και επί παντός του Ισραήλ.
10. Τεσσαράκοντα ετών ήτο Ις-βοσθέ ο υιός του Σαούλ,
ότε έγεινε βασιλεύς επί τον Ισραήλ· και εβασίλευσε δύο έτη· ο οίκος όμως
Ιούδα ηκολούθησε τον Δαβίδ.
11. Και ο αριθμός των ημερών, καθ' ας εβασίλευσεν ο Δαβίδ
εν Χεβρών επί του οίκου Ιούδα, ήσαν επτά έτη και εξ μήνες.
12. Εξήλθε δε Αβενήρ ο υιός του Νηρ και οι δούλοι του
Ις-βοσθέ, υιού του Σαούλ, εκ Μαχαναΐμ εις Γαβαών.
13. Και Ιωάβ, ο υιός της Σερουΐας, και οι δούλοι του
Δαβίδ εξήλθον και συναπηντήθησαν πλησίον του υδροστασίου της Γαβαών· και
εκάθησαν οι μεν εντεύθεν του υδροστασίου, οι δε εκείθεν του υδροστασίου.
14. Και είπεν ο Αβενήρ προς τον Ιωάβ, Ας σηκωθώσι τώρα
οι νέοι και ας παίξωσιν έμπροσθεν ημών. Και είπεν ο Ιωάβ, Ας σηκωθώσιν.
15. Εσηκώθησαν λοιπόν και επέρασαν κατά αριθμόν, δώδεκα
εκ του Βενιαμίν, από μέρους του Ις-βοσθέ, υιού του Σαούλ, και δώδεκα εκ
των δούλων του Δαβίδ.
16. Και επίασαν έκαστος τον πλησίον αυτού από της κεφαλής,
και διεπέρασε την μάχαιραν αυτού εις την πλευράν του πλησίον αυτού, και
έπεσον ομού· όθεν ο τόπος εκείνος ωνομάσθη Χελκάθ-ασουρείμ, όστις είναι
εν Γαβαών.
17. Και έγεινεν μάχη σκληροτάτη κατ' εκείνην την ημέραν·
και ο Αβενήρ και οι άνδρες Ισραήλ ενικήθησαν υπό των δούλων του Δαβίδ.
18. Ήσαν δε εκεί οι τρεις υιοί της Σερουΐας, Ιωάβ και
Αβισαί και Ασαήλ· ο δε Ασαήλ ήτο ελαφρός τους πόδας, ως μία των δορκάδων
των εν αγρώ.
19. Και κατεδίωξεν ο Ασαήλ οπίσω του Αβενήρ· και τρέχων,
δεν εξέκλινεν εις τα δεξιά ουδέ εις τα αριστερά, εξόπισθεν του Αβενήρ.
20. Και έβλεψεν ο Αβενήρ εις τα οπίσω αυτού και είπε,
Συ είσαι ο Ασαήλ; Ο δε απεκρίθη, Εγώ.
21. Και είπε προς αυτόν ο Αβενήρ, Στρέψον συ εις τα δεξιά
ή εις τα αριστερά, και πίασον τινά εκ των νέων και λάβε εις σεαυτόν την
πανοπλίαν αυτού· πλην δεν ηθέλησεν ο Ασαήλ να εκκλίνη από όπισθεν αυτού.
22. Και πάλιν είπεν ο Αβενήρ προς τον Ασαήλ, Στρέψον
από όπισθέν μου· διά τι να σε κτυπήσω έως εδάφους; πως θέλω σηκώσει τότε
το πρόσωπόν μου προς Ιωάβ τον αδελφόν σου;
23. Αλλά δεν ήθελε να στρέψη· όθεν επάταξεν αυτόν ο Αβενήρ
με το όπισθεν του δόρατος αυτού εις την πέμπτην πλευράν, και εξήλθε το
δόρυ από των οπισθίων αυτού, και έπεσεν εκεί και απέθανεν εν τω αυτώ τόπω·
και όσοι ήρχοντο εις τον τόπον, όπου ο Ασαήλ έπεσε και απέθανεν, ίσταντο.
24. Ο δε Ιωάβ και ο Αβισαί κατεδίωκον οπίσω του Αβενήρ·
και ο ήλιος έδυεν ότε αυτοί ήλθον έως του βουνού Αμμά, το οποίον είναι
απέναντι Για, κατά την οδόν της ερήμου Γαβαών.
25. Και συνηθροίσθησαν οι υιοί Βενιαμίν οπίσω του Αβενήρ,
και έγειναν εν σώμα και εστάθησαν επί της κορυφής τινός βουνού.
26. Τότε ο Αβενήρ εφώνησε προς τον Ιωάβ και είπε, Θέλει
κατατρώγει ακαταπαύστως ρομφαία; δεν εξεύρεις ότι πικρία θέλει είσθαι εις
το τέλος; έως πότε λοιπόν δεν θέλεις προστάξει τον λαόν να επιστρέψη από
του να καταδιώκωσι τους αδελφούς αυτών;
27. Και είπεν ο Ιωάβ, Ζη ο Θεός, εάν δεν ήθελες λαλήσει,
βεβαίως τότε ο λαός ήθελεν αναβή το πρωΐ, έκαστος από της καταδιώξεως του
αδελφού αυτού.
28. Και εσάλπισεν ο Ιωάβ εν τη σάλπιγγι· και εστάθη πας
ο λαός, και δεν κατεδίωκον πλέον κατόπιν του Ισραήλ ουδέ εμάχοντο πλέον.
29. Και ώδοιπόρησαν ο Αβενήρ και οι άνδρες αυτού διά
της πεδιάδος όλην την νύκτα εκείνην, και διέβησαν τον Ιορδάνην και επέρασαν
δι' όλης της Βιθρών και ήλθον εις Μαχαναΐμ.
30. Ο δε Ιωάβ επέστρεψεν από της καταδιώξεως του Αβενήρ·
και ότε συνήθροισε πάντα τον λαόν, έλειπον εκ των δούλων του Δαβίδ δεκαεννέα
άνδρες και ο Ασαήλ.
31. Οι δούλοι δε του Δαβίδ επάταξαν εκ του Βενιαμίν και
εκ των ανδρών του Αβενήρ τριακοσίους εξήκοντα άνδρας, οίτινες απέθανον.
32. Και εσήκωσαν τον Ασαήλ και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω
του πατρός αυτού, τω εν Βηθλεέμ. Ο δε Ιωάβ και οι άνδρες αυτού ώδοιπόρησαν
όλην την νύκτα και έφθασαν εις Χεβρών περί τα χαράγματα.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 3o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 3
1. Διήρκεσε δε πολύ ο πόλεμος μεταξύ του οίκου του Σαούλ
και του οίκου του Δαβίδ. Και ο μεν Δαβίδ προέβαινε κραταιούμενος· ο δε
οίκος του Σαούλ προέβαινεν εξασθενούμενος.
2. Εγεννήθησαν δε εις τον Δαβίδ υιοί εν Χεβρών· και ο
μεν πρωτότοκος αυτού ήτο Αμνών, εκ της Αχινοάμ της Ιεζραηλίτιδος·
3. ο δε δεύτερος αυτού, Χιλεάβ, εκ της Αβιγαίας, γυναικός
του Νάβαλ του Καρμηλίτου· ο δε τρίτος, Αβεσσαλώμ, υιός της Μααχά, θυγατρός
του Θαλμαΐ, βασιλέως της Γεσσούρ·
4. ο δε τέταρτος, Αδωνίας, υιός της Αγγείθ· και ο πέμπτος,
Σεφατίας, υιός της Αβιτάλ·
5. και ο έκτος, Ιθραάμ, εκ της Αιγλά, της γυναικός του
Δαβίδ. Ούτοι εγεννήθησαν εις τον Δαβίδ εν Χεβρών.
6. Ενώ δε εξηκολούθει ο πόλεμος μεταξύ του οίκου του
Σαούλ και του οίκου του Δαβίδ, ο Αβενήρ υπεστήριζε τον οίκον του Σαούλ.
7. Είχε δε ο Σαούλ παλλακήν, ονομαζομένην Ρεσφά, θυγατέρα
του Αϊά· και είπεν ο Ις-βοσθέ προς τον Αβενήρ, Διά τι εισέρχεσαι προς την
παλλακήν του πατρός μου;
8. Και εθυμώθη σφόδρα ο Αβενήρ διά τους λόγους του Ις-βοσθέ
και είπε, Κεφαλή κυνός είμαι εγώ, όστις κάμνω σήμερον έλεος προς τον οίκον
Σαούλ του πατρός σου, προς τους αδελφούς αυτού και προς τους φίλους αυτού,
εναντίον του Ιούδα, και δεν σε παρέδωκα εις την χείρα του Δαβίδ, ώστε να
ελέγχης σήμερον αδικίαν εις εμέ περί της γυναικός ταύτης;
9. ούτω να κάμη ο Θεός εις τον Αβενήρ και ούτω να προσθέση
εις αυτόν, εάν, καθώς ώμοσεν ο Κύριος εις τον Δαβίδ, δεν κάμω ούτως εις
αυτόν,
10. να μεταβιβάσω την βασιλείαν εκ του οίκου του Σαούλ,
και να στήσω τον θρόνον του Δαβίδ επί τον Ισραήλ και επί τον Ιούδαν, από
Δαν έως Βηρ-σαβεέ.
11. Και δεν ηδύνατο πλέον να αποκριθή λόγον προς τον
Αβενήρ, επειδή εφοβείτο αυτόν.
12. Τότε απέστειλεν ο Αβενήρ μηνυτάς προς τον Δαβίδ από
μέρους αυτού, λέγων, Τίνος είναι η γη; λέγων προσέτι, Κάμε συνθήκην μετ'
εμού, και ιδού, η χειρ μου θέλει είσθαι μετά σου, ώστε να φέρω υπό την
εξουσίαν σου πάντα τον Ισραήλ.
13. Ο δε είπε, Καλώς· εγώ θέλω κάμει συνθήκην μετά σού·
πλην εν πράγμα ζητώ εγώ παρά σού· και είπε, Δεν θέλεις ιδεί το πρόσωπόν
μου, εάν δεν φέρης έμπροσθέν μου Μιχάλ την θυγατέρα του Σαούλ, όταν έλθης
να ίδης το πρόσωπόν μου.
14. Και απέστειλεν ο Δαβίδ μηνυτάς προς τον Ις-βοσθέ,
υιόν του Σαούλ λέγων, Απόδος την γυναίκα μου την Μιχάλ, την οποίαν ενυμφεύθην
εις εμαυτόν διά εκατόν ακροβυστίας Φιλισταίων.
15. Και έστειλεν ο Ις-βοσθέ και έλαβεν αυτήν παρά του
ανδρός αυτής, παρά του Φαλτιήλ υιού του Λαείς.
16. Και υπήγε μετ' αυτής ο ανήρ αυτής, πορευόμενος και
κλαίων κατόπιν αυτής έως Βαουρείμ. Τότε είπε προς αυτόν ο Αβενήρ, Ύπαγε,
επίστρεψον· και επέστρεψεν.
17. Ο δε Αβενήρ συνωμίλησε μετά των πρεσβυτέρων του Ισραήλ,
λέγων, Και χθές και προχθές εζητείτε τον Δαβίδ να βασιλεύση εφ' υμάς·
18. τώρα λοιπόν κάμετε τούτο· διότι ο Κύριος ελάλησε
περί του Δαβίδ, λέγων, Διά χειρός Δαβίδ του δούλου μου θέλω σώσει τον λαόν
μου Ισραήλ εκ χειρός των Φιλισταίων και εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτών.
19. Και ελάλησε προσέτι ο Αβενήρ εις τα ώτα του Βενιαμίν·
και υπήγεν ο Αβενήρ να λαλήση και εις τα ώτα του Δαβίδ εις Χεβρών, πάντα
όσα ήσαν αρεστά εις τον Ισραήλ και εις πάντα τον οίκον του Βενιαμίν.
20. Ήλθε λοιπόν ο Αβενήρ προς τον Δαβίδ εις Χεβρών, και
μετ' αυτού είκοσι άνδρες. Και έκαμεν ο Δαβίδ εις τον Αβενήρ και εις τους
άνδρας τους μετ' αυτού συμπόσιον.
21. Και είπεν ο Αβενήρ προς τον Δαβίδ, Θέλω σηκωθή και
υπάγει, και θέλω συνάξει πάντα τον Ισραήλ προς τον κύριόν μου τον βασιλέα,
διά να κάμωσι συνθήκην μετά σου, και να βασιλεύης καθ' όλην την επιθυμίαν
της ψυχής σου. Και απέστειλεν ο Δαβίδ τον Αβενήρ· και ανεχώρησεν εν ειρήνη.
22. Και ιδού, οι δούλοι του Δαβίδ και ο Ιωάβ ήρχοντο
από εκδρομής, και έφερον μεθ' εαυτών πολλά λάφυρα· αλλ' ο Αβενήρ δεν ήτο
μετά του Δαβίδ εν Χεβρών, διότι είχεν αποστείλει αυτόν, και είχεν αναχωρήσει
εν ειρήνη.
23. Ότε δε ήλθεν ο Ιωάβ και άπαν το στράτευμα το μετ'
αυτού, απήγγειλαν προς τον Ιωάβ, λέγοντες, Αβενήρ ο υιός του Νηρ ήλθε προς
τον βασιλέα, και εξαπέστειλεν αυτόν και ανεχώρησεν εν ειρήνη.
24. Τότε, εισήλθεν ο Ιωάβ προς τον βασιλέα και είπε,
Τι έκαμες; ιδού, ο Αβενήρ ήλθε προς σέ· διά τι εξαπέστειλας αυτόν, και
απήλθεν;
25. εξεύρεις τον Αβενήρ τον υιόν του Νηρ, ότι ήλθε διά
να σε απατήση και να μάθη την έξοδόν σου και την είσοδόν σου και να μάθη
πάντα όσα συ πράττεις.
26. Και καθώς εξήλθεν ο Ιωάβ από του Δαβίδ, έστειλε μηνυτάς
κατόπιν του Αβενήρ, και επέστρεψαν αυτόν από του φρέατος Σιρά· ο Δαβίδ
όμως δεν ήξευρε.
27. Και ότε επέστρεψεν ο Αβενήρ εις Χεβρών, ο Ιωάβ παρεμέρισεν
αυτόν εις τα πλάγια της πύλης, διά να λαλήση προς αυτόν μυστικά· και εκεί
επάταξεν αυτόν υπό την πέμπτην πλευράν, και απέθανε, διά το αίμα Ασαήλ
του αδελφού αυτού.
28. Μετά δε ταύτα ακούσας ο Δαβίδ, είπεν, Αθώος είμαι
εγώ και η βασιλεία μου, ενώπιον του Κυρίου εις τον αιώνα, από του αίματος
του Αβενήρ, υιού του Νήρ·
29. ας μένη επί την κεφαλήν του Ιωάβ και επί πάντα τον
οίκον του πατρός αυτού· και ας μη εκλείψη από του οίκου του Ιωάβ γονόρροιος
ή λεπρός ή επιστηριζόμενος επί βακτηρίαν ή πίπτων εν ρομφαία ή στερούμενος
άρτου.
30. Ούτως ο Ιωάβ και Αβισαί ο αδελφός αυτού εθανάτωσαν
τον Αβενήρ, διότι είχε θανατώσει Ασαήλ τον αδελφόν αυτών εν Γαβαών εν τη
μάχη.
31. Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Ιωάβ και προς πάντα τον
λαόν τον μετ' αυτού, Διασχίσατε τα ιμάτιά σας και περιζώσθητε σάκκον και
κλαύσατε έμπροσθεν του Αβενήρ. Και ο βασιλεύς Δαβίδ ηκολούθει το νεκροκράββατον.
32. Και έθαψαν τον Αβενήρ εν Χεβρών· και ύψωσεν ο βασιλεύς
την φωνήν αυτού και έκλαυσεν επί του τάφου του Αβενήρ· και πας ο λαός έκλαυσε.
33. Και εθρήνησεν ο βασιλεύς επί τον Αβενήρ και είπεν,
Απέθανεν ο Αβενήρ ως αποθνήσκει άφρων;
34. αι χείρές σου δεν εδέθησαν, ουδέ οι πόδες σου ετέθησαν
εν δεσμοίς· έπεσες, καθώς πίπτει τις έμπροσθεν των υιών της αδικίας. Και
πας ο λαός έκλαυσε πάλιν επ' αυτόν.
35. Ήλθεν έπειτα πας ο λαός διά να κάμωσι τον Δαβίδ να
φάγη άρτον, ενώ ήτο έτι ημέρα· αλλ' ο Δαβίδ ώμοσε λέγων, Ούτω να κάμη ο
Θεός εις εμέ και ούτω να προσθέση, εάν γευθώ άρτον ή άλλο τι, πριν δύση
ο ήλιος.
36. Και έμαθε τούτο πας ο λαός, και ήρεσεν εις αυτούς·
καθώς ήρεσκεν εις πάντα τον λαόν ό,τι έκαμεν ο βασιλεύς.
37. Διότι πας ο λαός και πας ο Ισραήλ εγνώρισαν την ημέραν
εκείνην, ότι δεν ήτο από του βασιλέως το να θανατωθή Αβενήρ ο υιός του
Νηρ.
38. Και είπεν ο βασιλεύς προς τους δούλους αυτού, Δεν
εξεύρετε ότι στρατηγός, και μέγας, έπεσε την ημέραν ταύτην εν τω Ισραήλ;
39. εγώ δε είμαι την σήμερον αδύνατος, αν και εχρίσθην
βασιλεύς· και ούτοι οι άνδρες οι υιοί της Σερουΐας παραπολύ δυνατοί ως
προς εμέ· ο Κύριος θέλει κάμει ανταπόδοσιν εις τον εργάτην της κακίας κατά
την κακίαν αυτού.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 4o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 4
1. Και ότε ήκουσεν ο υιός του Σαούλ ότι ο Αβενήρ απέθανεν
εν Χεβρών, αι χείρες αυτού ενεκρώθησαν, και πάντες οι Ισραηλίται συνεταράχθησαν.
2. Είχε δε ο υιός του Σαούλ δύο άνδρας, οίτινες ήσαν
οπλαργηγοί, το όνομα του ενός Βαανά, και το όνομα του άλλου Ρηχάβ, υιοί
Ριμμών του Βηρωθαίου, εκ των υιών Βενιαμίν· διότι και η Βηρώθ ελογίζετο
του Βενιαμίν·
3. οι δε Βηρωθαίοι είχον φύγει εις Γιτθαΐμ και ήσαν εκεί
παροικούντες έως της ημέρας ταύτης.
4. Ιωνάθαν δε, ο υιός του Σαούλ, είχεν υιόν βεβλαμμένον
τους πόδας. Ήτο ηλικίας πέντε ετών ότε ήλθον αι αγγελίαι εξ Ιεζραήλ περί
του Σαούλ και Ιωνάθαν, και εσήκωσεν αυτόν τροφός αυτού και έφυγεν· ενώ
δε έσπευδε να φύγη, έπεσεν αυτός και εχωλώθη· το δε όνομα αυτού Μεμφιβοσθέ.
5. Και υπήγαν οι υιοί Ριμμών του Βηρωθαίου, Ρηχάβ και
Βαανά, και εις το καύμα της ημέρας εισήλθον εις την οικίαν του Ις-βοσθέ
όστις εκοίτετο επί κλίνης το μεσημέριον·
6. και εισήλθον εκεί έως του μέσου της οικίας, ως διά
να λάβωσι σίτον· και εκτύπησαν αυτόν υπό την πέμπτην πλευράν· και ο Ρηχάβ
και Βαανά ο αδελφός αυτού διεσώθησαν.
7. Διότι ότε εισήλθον εις την οικίαν, εκείνος εκοίτετο
επί της κλίνης αυτού εντός του κοιτώνος αυτού· και εκτύπησαν αυτόν και
εθανάτωσαν αυτόν και απέκοψαν την κεφαλήν αυτού, και λαβόντες την κεφαλήν
αυτού, ανεχώρησαν οδοιπορούντες διά της πεδιάδος όλην την νύκτα.
8. Και έφερον την κεφαλήν του Ις-βοσθέ προς τον Δαβίδ
εις Χεβρών και είπον προς τον βασιλέα, Ιδού, η κεφαλή του Ις-βοσθέ, υιού
του Σαούλ του εχθρού σου, όστις εζήτει την ζωήν σου· και ο Κύριος έδωκεν
εκδίκησιν εις τον κύριόν μου τον βασιλέα την ημέραν ταύτην, από του Σαούλ
και από του σπέρματος αυτού.
9. Απεκρίθη δε ο Δαβίδ προς τον Ρηχάβ και προς Βαανά
τον αδελφόν αυτού, τους υιούς Ριμμών του Βηρωθαίου, και είπε προς αυτούς,
Ζη Κύριος, όστις ελύτρωσε την ψυχήν μου από πάσης στενοχωρίας·
10. εκείνον, όστις απήγγειλε προς εμέ, λέγων, Ιδού, απέθανεν
ο Σαούλ, και εστοχάζετο εαυτόν μηνυτήν αγαθής αγγελίας, επίασα αυτόν και
εθανάτωσα αυτόν εν Σικλάγ, αντί να βραβεύσω αυτόν διά την αγγελίαν αυτού·
11. και πόσω μάλλον ανθρώπους πονηρούς, φονεύσαντας άνδρα
δίκαιον εν τη οικία αυτού επί της κλίνης αυτού; τώρα λοιπόν δεν θέλω εκζητήσει
το αίμα αυτού εκ των χειρών σας και δεν θέλω σας εξολοθρεύσει από της γης;
12. Και προσέταξεν ο Δαβίδ τους νέους, και εθανάτωσαν
αυτούς και έκοψαν τας χείρας αυτών και τους πόδας αυτών και εκρέμασαν αυτά
επί το υδροστάσιον εν Χεβρών· την δε κεφαλήν του Ις-βοσθέ έλαβον, και έθαψαν
εν τω τάφω του Αβενήρ εν Χεβρών.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 5o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 5
1. Και ήλθον πάσαι αι φυλαί του Ισραήλ προς τον Δαβίδ
εις Χεβρών και είπον, λέγοντες, Ιδού, οστούν σου και σαρξ σου είμεθα ημείς·
2. και πρότερον έτι, ότε ο Σαούλ εβασίλευεν εφ' ημάς,
συ ήσο ο εξάγων και εισάγων τον Ισραήλ· και προς σε είπεν ο Κύριος, Συ
θέλεις ποιμάνει τον λαόν μου τον Ισραήλ, και συ θέλεις είσθαι ηγεμών επί
τον Ισραήλ.
3. Και ήλθον πάντες οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ προς τον
βασιλέα εις Χεβρών· και έκαμεν ο βασιλεύς Δαβίδ συνθήκην μετ' αυτών εις
Χεβρών ενώπιον του Κυρίου· και έχρισαν τον Δαβίδ βασιλέα επί τον Ισραήλ.
4. Τριάκοντα ετών ήτο ο Δαβίδ ότε έγεινε βασιλεύς, και
εβασίλευσε τεσσαράκοντα έτη·
5. εν μεν Χεβρών εβασίλευσεν επί τον Ιούδαν επτά έτη
και εξ μήνας· εν δε Ιερουσαλήμ εβασίλευσε τριάκοντα τρία έτη επί πάντα
τον Ισραήλ και Ιούδαν.
6. Και υπήγεν ο βασιλεύς και οι άνδρες αυτού εις Ιερουσαλήμ,
προς τους Ιεβουσαίους, τους κατοικούντας την γήν· οίτινες ελάλησαν προς
τον Δαβίδ, λέγοντες, Δεν θέλεις εισέλθει ενταύθα, εάν δεν εκβάλης τους
τυφλούς και χωλούς· λέγοντες ότι ο Δαβίδ δεν ήθελε δυνηθή να εισέλθη εκεί.
7. Ο Δαβίδ όμως εκυρίευσε το φρούριον Σιών· αύτη είναι
η πόλις Δαβίδ.
8. Και είπεν ο Δαβίδ την ημέραν εκείνην, Όστις φθάση
εις τον οχετόν και πατάξη τους Ιεβουσαίους, και τους χωλούς και τους τυφλούς,
τους μισουμένους υπό της ψυχής του Δαβίδ, θέλει είσθαι αρχηγός. Διά τούτο
λέγουσι, Τυφλός και χωλός δεν θέλουσιν εισέλθει εις τον οίκον.
9. Και κατώκησεν ο Δαβίδ εν τίνι φρουρίω και ωνόμασεν
αυτό, Η πόλις Δαβίδ. Και έκαμεν ο Δαβίδ οικοδομάς κύκλω από Μιλλώ και έσω.
10. Και προεχώρει ο Δαβίδ και εμεγαλύνετο, και Κύριος
ο Θεός των δυνάμεων ήτο μετ' αυτού.
11. Και απέστειλεν ο Χειράμ, βασιλεύς της Τύρου, πρέσβεις
προς τον Δαβίδ, και ξύλα κέδρινα και ξυλουργούς και κτίστας, και ωκοδόμησαν
οίκον εις τον Δαβίδ.
12. Και εγνώρισεν ο Δαβίδ, ότι ο Κύριος κατέστησεν αυτόν
βασιλέα επί τον Ισραήλ, και ότι ύψωσε την βασιλείαν αυτού διά τον λαόν
αυτού Ισραήλ.
13. Και έλαβε προσέτι ο Δαβίδ παλλακάς και γυναίκας εκ
της Ιερουσαλήμ, αφού ήλθεν εκ Χεβρών· και εγεννήθησαν έτι εις τον Δαβίδ
υιοί και θυγατέρες.
14. ταύτα δε είναι τα ονόματα των εις αυτόν γεννηθέντων
εν Ιερουσαλήμ· Σαμμουά και Σωβάβ και Νάθαν και Σολομών,
15. και Ιεβάρ και Ελισουά και Νεφέγ και Ιαφιά,
16. και Ελισαμά και Ελιαδά και Ελιφαλέτ.
17. Ότε δε ήκουσαν οι Φιλισταίοι ότι έχρισαν τον Δαβίδ
βασιλέα επί τον Ισραήλ, ανέβησαν πάντες οι Φιλισταίοι να ζητήσωσι τον Δαβίδ·
και ο Δαβίδ ήκουσε περί τούτου και κατέβη εις το φρούριον.
18. Και ήλθον οι Φιλισταίοι και διεχύθησαν εις την κοιλάδα
Ραφαείμ.
19. Και ερώτησεν ο Δαβίδ τον Κύριον, λέγων, Να αναβώ
προς τους Φιλισταίους; θέλεις παραδώσει αυτούς εις την χειρά μου; Και είπεν
ο Κύριος προς τον Δαβίδ, Ανάβα· διότι βεβαίως θέλω παραδώσει τους Φιλισταίους
εις την χείρα σου.
20. Και ήλθεν ο Δαβίδ εις Βάαλ-φερασείμ, και εκεί επάταξεν
αυτούς ο Δαβίδ και είπεν, Ο Κύριος διέκοψε τους εχθρούς μου έμπροσθέν μου,
καθώς διακόπτονται τα ύδατα. Διά τούτο εκαλέσθη το όνομα του τόπου εκείνου
Βάαλ-φερασείμ.
21. Και εκεί κατέλιπον τα είδωλα αύτών, και εσήκωσαν
αυτά ο Δαβίδ και οι άνδρες αυτού.
22. Και ανέβησαν πάλιν οι Φιλισταίοι και διεχύθησαν εις
την κοιλάδα Ραφαείμ.
23. Και ότε ηρώτησεν ο Δαβίδ τον Κύριον, είπε, Μη αναβής·
στρέψον οπίσω αυτών και επίπεσον επ' αυτούς απέναντι των συκαμίνων.
24. και όταν ακούσης θόρυβον διαβάσεως επί των κορυφών
των συκαμίνων, τότε θέλεις σπεύσει διότι τότε ο Κύριος θέλει εξέλθει έμπροσθέν
σου, διά να πατάξη το στρατόπεδον των Φιλισταίων.
25. Και έκαμεν ο Δαβίδ, καθώς προσέταξεν εις αυτόν ο
Κύριος· και επάταξε τους Φιλισταίους από Γαβαά έως της εισόδου Γεζέρ.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 6o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 6
1. Και πάλιν συνήθροισεν ο Δαβίδ πάντας τους εκλεκτούς
εκ του Ισραήλ, τριάκοντα χιλιάδας.
2. Και εσηκώθη ο Δαβίδ και υπήγε, και πας ο λαός ο μετ'
αυτού, από Βάαλ του Ιούδα, διά να αναγάγη εκείθεν την κιβωτόν του Θεού,
εις την οποίαν επικαλείται το Όνομα, το όνομα του Κυρίου των δυνάμεων,
του καθημένου υπεράνω αυτής επί των χερουβείμ.
3. Και επεβίβασαν την κιβωτόν του Θεού επί νέας αμάξης
και εσήκωσαν αυτήν εκ του οίκου του Αβιναδάβ, του εν τω βουνώ· ώδήγησαν
δε την άμαξαν την νέαν ο Ουζά και Αχιώ, υιοί του Αβιναδάβ.
4. Και εσήκωσαν αυτήν από του οίκου του Αβιναδάβ, του
εν τω βουνώ, μετά της κιβωτού του Θεού· και ο Αχιώ προεπορεύετο της κιβωτού.
5. Ο δε Δαβίδ και πας ο οίκος του Ισραήλ έπαιζον έμπροσθεν
του Κυρίου παν είδος οργάνων από ξύλου ελάτης και κιθάρας και ψαλτήρια
και τύμπανα και σείστρα και κύμβαλα.
6. Και ότε ήλθον έως του αλωνίου του Ναχών, εξήπλωσεν
ο Ουζά την χείρα αυτού εις την κιβωτόν του Θεού και εκράτησεν αυτήν· διότι
έσεισαν αυτήν οι βόες.
7. Και εξήφθη ο θυμός του Κυρίου κατά του Ουζά· και επάταξεν
αυτόν ο Θεός εκεί διά την προπέτειαν αυτού· και απέθανεν εκεί παρά την
κιβωτόν του Θεού.
8. Και ελυπήθη ο Δαβίδ, ότι ο Κύριος έκαμε χαλασμόν εις
τον Ουζά· και εκάλεσε το όνομα του τόπου Φαρές-ουζά, έως της ημέρας ταύτης.
9. Και εφοβήθη ο Δαβίδ τον Κύριον την ημέραν εκείνην
και είπε, πως θέλει εισέλθει προς εμέ η κιβωτός του Κυρίου;
10. Και δεν ηθέλησεν ο Δαβίδ να μετακινήση την κιβωτόν
του Κυρίου προς εαυτόν εις την πόλιν Δαβίδ, αλλ' έστρεψεν αυτήν ο Δαβίδ
εις τον οίκον Ωβήδ-εδώμ του Γετθαίου.
11. Και εκάθησεν η κιβωτός του Κυρίου εν τω οίκω Ωβήδ-εδώμ
του Γετθαίου τρεις μήνας· και ευλόγησεν ο Κύριος τον Ωβήδ-εδώμ και πάντα
τον οίκον αυτού.
12. Και απήγγειλαν προς τον βασιλέα Δαβίδ, λέγοντες,
Ο Κύριος ευλόγησε τον οίκον του Ωβήδ-εδώμ και πάντα τα υπάρχοντα αυτού
ένεκα της κιβωτού του Θεού. Τότε υπήγεν ο Δαβίδ και ανεβίβασε την κιβωτόν
του Θεού εκ του οίκου του Ωβήδ-εδώμ εις την πόλιν Δαβίδ εν ευφροσύνη.
13. Και ότε εβάδιζον οι βαστάζοντες την κιβωτόν του Κυρίου
εξ βήματα, εθυσίαζον βουν και σιτευτόν.
14. Και εχόρευεν ο Δαβίδ ενώπιον του Κυρίου εξ όλης δυνάμεως·
και ήτο ο Δαβίδ περιεζωσμένος λινούν εφόδ.
15. Και ο Δαβίδ και πας ο οίκος Ισραήλ ανεβίβασαν την
κιβωτόν του Κυρίου εν αλαλαγμώ και εν φωνή σάλπιγγος.
16. Ενώ δε η κιβωτός του Κυρίου εισήρχετο εις την πόλιν
Δαβίδ, Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, έκυψε διά της θυρίδος, και ιδούσα τον
βασιλέα Δαβίδ ορχούμενον και χορεύοντα ενώπιον του Κυρίου, εξουδένωσεν
αυτόν εν τη καρδία αυτής.
17. Και έφεραν την κιβωτόν του Κυρίου και έθεσαν αυτήν
εις τον τόπον αυτής, εις το μέσον της σκηνής την οποίαν έστησε δι' αυτήν
ο Δαβίδ· και προσέφερεν ο Δαβίδ ολοκαυτώματα και ειρηνικάς προσφοράς ενώπιον
του Κυρίου.
18. Και αφού ετελείωσεν ο Δαβίδ προσφέρων τα ολοκαυτώματα
και τας ειρηνικάς προσφοράς, ευλόγησε τον λαόν εν ονόματι του Κυρίου των
δυνάμεων.
19. Και διεμοίρασεν εις πάντα τον λαόν, εις άπαν το πλήθος
του Ισραήλ, από ανδρός έως γυναικός, εις έκαστον άνθρωπον εν ψωμίον και
εν τμήμα κρέατος και μίαν φιάλην οίνου. Τότε πας ο λαός ανεχώρησεν, έκαστος
εις την οικίαν αυτού.
20. Και επέστρεψεν ο Δαβίδ διά να ευλογήση τον οίκον
αυτού. Και εξελθούσα Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, εις συνάντησιν του Δαβίδ,
είπε, Πόσον ένδοξος ήτο σήμερον ο βασιλεύς του Ισραήλ, όστις εγυμνώθη σήμερον
εις τους οφθαλμούς των θεραπαινίδων των δούλων αυτού, καθώς γυμνόνεται
αναισχύντως εις των μηδαμινών ανθρώπων.
21. Και είπεν ο Δαβίδ προς την Μιχάλ, Ενώπιον του Κυρίου,
όστις με εξέλεξεν υπέρ τον πατέρα σου και υπέρ πάντα τον οίκον αυτού, ώστε
να με καταστήση ηγεμόνα επί τον λαόν του Κυρίου, επί τον Ισραήλ, ναι, ενώπιον
του Κυρίου έπαιξα·
22. και θέλω εξευτελισθή έτι περισσότερον και θέλω ταπεινωθή
εις τους οφθαλμούς μου· και μετά των θεραπαινίδων, περί των οποίων συ ελάλησας,
μετ' αυτών θέλω δοξασθή.
23. Διά τούτο η Μιχάλ, η θυγάτηρ του Σαούλ, δεν εγέννησε
τέκνον έως της ημέρας του θανάτου αυτής.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 7o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 7
1. Αφού δε εκάθησεν ο βασιλεύς εν τω οίκω αυτού και ανέπαυσεν
αυτόν ο Κύριος πανταχόθεν από πάντων των εχθρών αυτού·
2. είπεν ο βασιλεύς προς Νάθαν τον προφήτην, Ιδέ τώρα,
εγώ κατοικώ εν οίκω κεδρίνω· η δε κιβωτός του Θεού κάθηται εν μέσω παραπετασμάτων.
3. Και είπεν ο Νάθαν προς τον βασιλέα, Ύπαγε, κάμε παν
το εν καρδία σου· διότι ο Κύριος είναι μετά σου.
4. Και την νύκτα εκείνην έγεινε λόγος του Κυρίου προς
τον Νάθαν, λέγων,
5. Ύπαγε και ειπέ προς τον δούλον μου τον Δαβίδ, Ούτω
λέγει Κύριος· συ θέλεις οικοδομήσει εις εμέ οίκον, διά να κατοικώ;
6. Διότι δεν κατώκησα εν οίκω, αφ' ης ημέρας ανεβίβασα
τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου μέχρι της ημέρας ταύτης, αλλά περιηρχόμην
εντός σκηνής και παραπετασμάτων.
7. Πανταχού όπου περιεπάτησα μετά πάντων των υιών Ισραήλ,
ελάλησα ποτέ προς τινά εκ των φυλών του Ισραήλ, εις τον οποίον προσέταξα
να ποιμαίνη τον λαόν μου τον Ισραήλ, λέγων, Διά τι δεν ωκοδομήσατε εις
εμέ οίκον κέδρινον;
8. Τώρα λοιπόν, ούτω θέλεις ειπεί προς τον δούλον μου
τον Δαβίδ· Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Εγώ σε έλαβον εκ της μάνδρας,
από όπισθεν των προβάτων, διά να ήσαι ηγεμών επί τον λαόν μου, επί τον
Ισραήλ·
9. και ήμην μετά σου πανταχού όπου περιεπάτησας, και
εξωλόθρευσα πάντας τους εχθρούς σου απ' έμπροσθέν σου, και σε έκαμον ονομαστόν,
κατά το όνομα των μεγάλων των επί της γής·
10. και θέλω διορίσει τόπον διά τον λαόν μου τον Ισραήλ
και θέλω φυτεύσει αυτούς, και θέλουσι κατοικεί εν τόπω ιδίω εαυτών και
δεν θέλουσι μεταφέρεσθαι πλέον· και οι υιοί της αδικίας δεν θέλουσι καταθλίβει
αυτούς πλέον ως το πρότερον,
11. και ως από των ημερών καθ' ας κατέστησα κριτάς επί
τον λαόν μου Ισραήλ· και θέλω σε αναπαύσει από πάντων των εχθρών σου. Ο
Κύριος προσέτι αναγγέλλει προς σε ότι ο Κύριος θέλει οικοδομήσει οίκον
εις σε.
12. Αφού πληρωθώσιν αι ημέραι σου
και κοιμηθής μετά των πατέρων σου, θέλω αναστήσει μετά σε το σπέρμα σου,
το οποίον θέλει εξέλθει εκ των σπλάγχνων σου, και θέλω στερεώσει την βασιλείαν
αυτού.
13. αυτός θέλει οικοδομήσει οίκον εις το όνομα μου· και
θέλω στερεώσει τον θρόνον της βασιλείας αυτού έως αιώνος·
14. εγώ θέλω είσθαι εις αυτόν πατήρ και αυτός θέλει είσθαι
εις εμέ υιός· εάν πράξη ανομίαν, θέλω σωφρονίσει αυτόν εν ράβδω ανδρών
και διά μαστιγώσεων υιών ανθρώπων·
15. το έλεός μου όμως δεν θέλει αφαιρεθή απ' αυτού, ως
αφήρεσα αυτό από του Σαούλ, τον οποίον εξέβαλον απ' έμπροσθέν σου·
16. και θέλει στερεωθή ο οίκός σου και η βασιλεία σου
έμπροσθέν σου έως αιώνος· ο θρόνος σου θέλει είσθαι εστερεωμένος εις τον
αιώνα.
17. Κατά πάντας τους λόγους τούτους και καθ' όλην ταύτην
την όρασιν, ούτως ελάλησεν ο Νάθαν προς τον Δαβίδ.
18. Τότε εισήλθεν ο βασιλεύς Δαβίδ και εκάθησεν ενώπιον
του Κυρίου και είπε, Τις είμαι εγώ, Κύριε Θεέ; και τις ο οίκός μου, ώστε
με έφερες μέχρι τούτου.
19. Αλλά και τούτο έτι εστάθη μικρόν εις τους οφθαλμούς
σου, Κύριε Θεέ· και ελάλησας έτι περί του οίκου του δούλου σου διά μέλλον
μακρόν. Και είναι ούτος ο τρόπος των ανθρώπων, Δέσποτα Κύριε;
20. Και τι δύναται να είπη πλέον ο Δαβίδ προς σε; διότι
συ γνωρίζεις τον δούλον σου, Δέσποτα Κύριε.
21. Διά τον λόγον σου και κατά την καρδίαν σου έπραξας
πάντα ταύτα τα μεγαλεία, διά να γνωστοποιήσης αυτά εις τον δούλον σου.
22. Διά τούτο μέγας είσαι, Κύριε Θεέ· διότι δεν είναι
όμοιός σου· ουδέ είναι Θεός εκτός σου, κατά πάντα όσα ηκούσαμεν με τα ώτα
ημών.
23. Και τι άλλο έθνος επί της γης είναι ως ο λαός σου,
ως ο Ισραήλ, τον οποίον ο Θεός ήλθε να εξαγοράση διά λαόν εαυτού και διά
να κάμη αυτόν ονομαστόν, και να ενεργήση υπέρ υμών πράγματα μεγάλα και
θαυμαστά, υπέρ της γης σου, έμπροσθεν του λαού σου, τον οποίον ελύτρωσας
διά σεαυτόν εξ Αιγύπτου, εκ των εθνών και εκ των θεών αυτών;
24. Διότι εστερέωσας εις σεαυτόν τον λαόν σου Ισραήλ,
διά να ήναι λαός σου εις τον αιώνα· και συ, Κύριε, έγεινες Θεός αυτών.
25. και τώρα, Κύριε Θεέ, τον λόγον τον οποίον ελάλησας
περί του δούλου σου και περί του οίκου αυτού ας στερεωθή ας τον αιώνα,
και κάμε ως ελάλησας.
26. Και ας μεγαλυνθή το όνομά σου έως αιώνος, ώστε να
λέγωσιν, Ο Κύριος των δυνάμεων είναι ο Θεός επί τον Ισραήλ· και ο οίκος
του δούλου σου Δαβίδ ας ήναι εστερεωμένος ενώπιόν σου.
27. Διότι συ, Κύριε των δυνάμεων, Θεέ του Ισραήλ, απεκάλυψας
εις τον δούλον σου, λέγων, Οίκον θέλω οικοδομήσει εις σέ· διά τούτο ο δούλός
σου εύρηκε την καρδίαν αυτού ετοίμην να προσευχηθή προς σε την προσευχήν
ταύτην.
28. Και τώρα, Δέσποτα Κύριε, συ είσαι ο Θεός, και οι
λόγοι σου θέλουσιν είσθαι αληθινοί, και συ υπεσχέθης τα αγαθά ταύτα προς
τον δούλον σου·
29. τώρα λοιπόν ευδόκησον να ευλογήσης τον οίκον του
δούλου σου, διά να ήναι ενώπιόν σου εις τον αιώνα· διότι συ, Δέσποτα Κύριε,
ελάλησας· και υπό της ευλογίας σου ας ήναι ο οίκος του δούλου σου ευλογημένος
εις τον αιώνα.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 8o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 8
1. Μετά δε ταύτα επάταξεν ο Δαβίδ τους Φιλισταίους και
κατετρόπωσεν αυτούς· και έλαβεν ο Δαβίδ την Μεθέγ-αμμά εκ χειρός των Φιλισταίων.
2. Και επάταξε τους Μωαβίτας και διεμέτρησεν αυτούς διά
σχοινίων, απλώσας αυτούς κατά γής· και διεμέτρησε διά δύο σχοινίων διά
να θανατώση, και δι' ενός πλήρους σχοινίου διά να αφήση ζώντας. Ούτως οι
Μωαβίται έγειναν δούλοι του Δαβίδ υποτελείς.
3. Επάταξεν έτι ο Δαβίδ τον Αδαδεζέρ, υιόν του Ρεώβ,
βασιλέα της Σωβά, ενώ υπήγαινε να στήση την εξουσίαν αυτού επί τον ποταμόν
Ευφράτην.
4. Και έλαβεν ο Δαβίδ εξ αυτού χιλίους επτακοσίους ιππείς
και είκοσι χιλιάδας πεζών· και ενευροκόπησεν ο Δαβίδ πάντας τους ίππους
των αμαξών, και εφύλαξεν εξ αυτών εκατόν αμάξας.
5. Και ότε ήλθον οι Σύριοι της Δαμασκού διά να βοηθήσωσι
τον Αδαδέζερ, βασιλέα της Σωβά, ο Δαβίδ επάταξεν εκ των Συρίων εικοσιδύο
χιλιάδας ανδρών.
6. Και έβαλεν ο Δαβίδ φρουράς εν τη Συρία της Δαμασκού·
και οι Σύριοι έγειναν δούλοι υποτελείς του Δαβίδ. Και έσωζεν ο Κύριος τον
Δαβίδ πανταχού, όπου επορεύετο.
7. Και έλαβεν ο Δαβίδ τας ασπίδας τας χρυσάς, αίτινες
ήσαν επί τους δούλους του Αδαδέζερ, και έφερεν αυτάς εις Ιερουσαλήμ.
8. Και εκ της Βετάχ και εκ Βηρωθάϊ, πόλεων του Αδαδέζερ,
ο βασιλεύς Δαβίδ έλαβε χαλκόν πολύν σφόδρα.
9. Ακούσας δε ο Θοεί, βασιλεύς της Αιμάθ, ότι ο Δαβίδ
επάταξε πάσαν την δύναμιν του Αδαδέζερ,
10. απέστειλεν ο Θοεί Ιωράμ, τον υιόν αυτού, προς τον
βασιλέα Δαβίδ, διά να χαιρετήση αυτόν και να ευλογήση αυτόν, ότι κατεπολέμησε
τον Αδαδέζερ και επάταξεν αυτόν· διότι ο Αδαδέζερ ήτο πολέμιος του Θοεί.
Και έφερεν ο Ιωράμ μεθ' εαυτού σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και σκεύη χάλκινα·
11. και ταύτα αφιέρωσεν ο βασιλεύς Δαβίδ εις τον Κύριον
μετά του αργυρίου και του χρυσίου, τα οποία είχεν αφιερώσει εκ πάντων των
εθνών, όσα υπέταξεν·
12. εκ της Συρίας και εκ του Μωάβ και εκ των υιών Αμμών
και εκ των Φιλισταίων και εκ του Αμαλήκ και εκ των λαφύρων του Αδαδέζερ,
υιού του Ρεώβ, βασιλέως της Σωβά.
13. Και απέκτησεν ο Δαβίδ όνομα, ότε επέστρεφε, κατατροπώσας
τους Συρίους εν τη κοιλάδι του άλατος, δεκαοκτώ χιλιάδας.
14. Και έβαλε φρουράς εν τη Ιδουμαία· καθ' όλην την Ιδουμαίαν
έβαλε φρουράς· και πάντες οι Ιδουμαίοι έγειναν δούλοι του Δαβίδ. Και έσωζεν
ο Κύριος τον Δαβίδ πανταχού όπου επορεύετο.
15. Και εβασίλευσεν ο Δαβίδ επί πάντα τον Ισραήλ· και
έκαμεν ο Δαβίδ κρίσιν και δικαιοσύνην εις πάντα τον λαόν αυτού.
16. Και Ιωάβ, ο υιός της Σερουΐας, ήτο επί του στρατεύματος·
Ιωσαφάτ δε, ο υιός του Αχιλούδ, υπομνηματογράφος·
17. και Σαδώκ, ο υιός του Αχιτώβ, και Αχιμέλεχ, ο υιός
του Αβιάθαρ, ιερείς· ο δε Σεραΐας, γραμματεύς.
18. Και Βεναΐας, ο υιός του Ιωδαέ, ήτο επί των Χερεθαίων
και επί των Φελεθαίων· οι δε υιοί του Δαβίδ ήσαν αυλάρχαι.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 9o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 9
1. Και είπεν ο Δαβίδ, Μένει τις έτι εκ του οίκου του
Σαούλ, διά να κάμω έλεος προς αυτόν χάριν του Ιωνάθαν;
2. Ήτο δε δούλός τις εκ του οίκου του Σαούλ, ονομαζόμενος
Σιβά. Και εκάλεσαν αυτόν προς τον Δαβίδ, και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς,
Συ είσαι ο Σιβά; Ο δε είπεν, Ο δούλός σου.
3. Και είπεν ο βασιλεύς, Δεν μένει τις έτι εκ του οίκου
του Σαούλ, διά να κάμω προς αυτόν έλεος Θεού; Και είπεν ο Σιβά προς τον
βασιλέα, Έτι υπάρχει υιός του Ιωνάθαν, βεβλαμμένος τους πόδας.
4. Και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς, Που είναι ούτος; Ο
δε Σιβά είπε προς τον βασιλέα, Ιδού, είναι εν τω οίκω του Μαχείρ, υιού
του Αμμιήλ, εν Λό-δεβάρ.
5. Τότε έστειλεν ο βασιλεύς Δαβίδ και έλαβεν αυτόν εκ
του οίκου του Μαχείρ, υιού του Αμμιήλ, εκ Λό-δεβάρ.
6. Και ότε ήλθε προς τον Δαβίδ ο Μεμφιβοσθέ, υιός του
Ιωνάθαν, υιού του Σαούλ, έπεσε κατά πρόσωπον αυτού και προσεκύνησε. Και
είπεν ο Δαβίδ, Μεμφιβοσθέ· Ο δε είπεν, Ιδού, ο δούλός σου.
7. Και είπεν ο Δαβίδ προς αυτόν, Μη φοβού· διότι βεβαίως
θέλω κάμει προς σε έλεος, χάριν Ιωνάθαν του πατρός σου, και θέλω αποδώσει
εις σε πάντα τα κτήματα Σαούλ του πατρός σου· και συ θέλεις τρώγει άρτον
επί της τραπέζης μου διά παντός.
8. Ο δε προσεκύνησεν αυτόν και είπε, Τις είναι ο δούλός
σου, ώστε να επιβλέψης εις τοιούτον κύνα τεθνηκότα οποίος εγώ;
9. Και εκάλεσεν ο βασιλεύς τον Σιβά, τον δούλον του Σαούλ,
και είπε προς αυτόν, Πάντα όσα είχεν ο Σαούλ και πας ο οίκος αυτού έδωκα
εις τον υιόν του κυρίου σου·
10. θέλεις λοιπόν γεωργεί την γην δι' αυτόν, συ και οι
υιοί σου, και οι δούλοί σου, και θέλεις φέρει τα εισοδήματα, διά να έχη
ο υιός του κυρίου σου τροφήν να τρώγη· πλην ο Μεμφιβοσθέ, ο υιός του κυρίου
σου, θέλει τρώγει διά παντός άρτον επί της τραπέζης μου. Είχε δε ο Σιβά
δεκαπέντε υιούς και είκοσι δούλους.
11. Ο δε Σιβά είπε προς τον βασιλέα, Κατά πάντα όσα προσέταξεν
ο κύριός μου ο βασιλεύς τον δούλον αυτού, ούτω θέλει κάμει ο δούλός σου.
Ο δε Μεμφιβοσθέ, είπεν ο βασιλεύς, θέλει τρώγει επί της τραπέζης μου, ως
εις των υιών του βασιλέως.
12. Είχε δε ο Μεμφιβοσθέ υιόν μικρόν, ονομαζόμενον Μιχά.
Πάντες δε οι κατοικούντες εν τω οίκω του Σιβά ήσαν δούλοι του Μεμφιβοσθέ.
13. Και ο Μεμφιβοσθέ κατώκει εν Ιερουσαλήμ· διότι έτρωγε
διά παντός επί της τραπέζης του βασιλέως· ήτο δε χωλός αμφοτέρους τους
πόδας.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 10
1. Μετά δε ταύτα απέθανεν ο βασιλεύς των υιών Αμμών,
και εβασίλευσεν αντ' αυτού Ανούν ο υιός αυτού.
2. Και είπεν ο Δαβίδ, Θέλω κάμει έλεος προς Ανούν, τον
υιόν του Ναάς, επειδή ο πατήρ αυτού έκαμεν έλεος προς εμέ. Και απέστειλεν
ο Δαβίδ να παρηγορήση αυτόν περί του πατρός αυτού διά χειρός των δούλων
αυτού. Και ήλθον οι δούλοι του Δαβίδ εις την γην των υιών Αμμών.
3. Και είπον οι άρχοντες των υιών Αμμών προς Ανούν τον
κύριον αυτών, Νομίζεις ότι ο Δαβίδ τιμών τον πατέρα σου απέστειλε προς
σε παρηγορητάς; δεν απέστειλεν ο Δαβίδ τους δούλους αυτού προς σε, διά
να ερευνήση την πόλιν και να κατασκοπεύση αυτήν και να καταστρέψη αυτήν;
4. Και επίασεν ο Ανούν τους δούλους του Δαβίδ, και εξύρισε
το ήμισυ του πώγωνος αυτών και απέκοψε το ήμισυ των ιματίων αυτών μέχρι
των γλουτών αυτών, και απέπεμψεν αυτούς.
5. Ότε απήγγειλαν τούτο προς τον Δαβίδ, απέστειλεν εις
συνάντησιν αυτών, επειδή οι άνδρες ήσαν ητιμασμένοι σφόδρα· και είπεν ο
βασιλεύς, Καθήσατε εν Ιεριχώ εωσού αυξηνθώσιν οι πώγωνές σας, και επιστρέψατε.
6. Βλέποντες δε οι υιοί Αμμών ότι ήσαν βδελυκτοί εις
τον Δαβίδ, απέστειλαν οι υιοί Αμμών και εμίσθωσαν εκ των Συρίων Βαιθ-ρεώβ
και των Συρίων Σωβά είκοσι χιλιάδας πεζών, και παρά του βασιλέως Μααχά
χιλίους άνδρας, και παρά του Ις-τωβ δώδεκα χιλιάδας ανδρών.
7. Και ότε ήκουσε ταύτα ο Δαβίδ, απέστειλε τον Ιωάβ και
άπαν το στράτευμα των δυνατών.
8. Και εξήλθον οι υιοί Αμμών και παρετάχθησαν εις πόλεμον
κατά την είσοδον της πύλης· και οι Σύριοι Σωβά και Ρεώβ και Ις-τωβ και
Μααχά ήσαν καθ' εαυτούς εν τη πεδιάδι.
9. Βλέπων δε ο Ιωάβ ότι η μάχη παρετάχθη εναντίον αυτού
έμπροσθεν και όπισθεν, εξέλεξεν εκ πάντων των εκλεκτών του Ισραήλ και παρέταξεν
αυτούς εναντίον των Συρίων·
10. το δε υπόλοιπον του λαού έδωκεν εις την χείρα του
Αβισαί, αδελφού αυτού, και παρέταξεν αυτούς εναντίον των υιών Αμμών.
11. Και είπεν, Εάν οι Σύριοι υπερισχύσωσι κατ' εμού,
τότε συ θέλεις με σώσει εάν δε οι υιοί Αμμών υπερισχύσωσι κατά σου, τότε
εγώ θέλω ελθεί διά να σε σώσω·
12. ανδρίζου, και ας κραταιωθώμεν υπέρ του λαού ημών
και υπέρ των πόλεων του Θεού ημών· ο δε Κύριος ας κάμη το αρεστόν εις τους
οφθαλμούς αυτού.
13. Και προσήλθεν ο Ιωάβ και ο λαός ο μετ' αυτού εις
μάχην εναντίον των Συρίων· οι δε έφυγον απ' έμπροσθεν αυτού.
14. Και ότε είδον οι υιοί Αμμών ότι οι Σύριοι έφυγον,
τότε έφυγον και αυτοί απ' έμπροσθεν του Αβισαί και εισήλθον εις την πόλιν.
Και ο Ιωάβ επέστρεψεν από των υιών Αμμών και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ.
15. Ιδόντες δε οι Σύριοι ότι κατετροπώθησαν έμπροσθεν
του Ισραήλ, συνηθροίσθησαν ομού.
16. Και απέστειλεν ο Αδαρέζερ και εξήγαγε τους Συρίους
τους πέραν του ποταμού· και ήλθον εις Αιλάμ· και Σωβάκ, ο αρχιστράτηγος
του Αδαρέζερ, προεπορεύετο έμπροσθεν αυτών.
17. Και ότε απηγγέλθη προς τον Δαβίδ, συνήθροισε πάντα
τον Ισραήλ και διέβη τον Ιορδάνην και ήλθεν εις Αιλάμ. Οι δε Σύριοι παρετάχθησαν
εναντίον του Δαβίδ και επολέμησαν με αυτόν.
18. Και έφυγον οι Σύριοι απ' έμπροσθεν του Ισραήλ· και
εξωλόθρευσεν ο Δαβίδ εκ των Συρίων επτακοσίας αμάξας και τεσσαράκοντα χιλιάδας
ιππέων, και Σωβάκ τον αρχιστράτηγον αυτών επάταξε, και απέθανεν εκεί.
19. Και ιδόντες πάντες οι βασιλείς, οι δούλοι του Αδαρέζερ,
ότι κατετροπώθησαν έμπροσθεν του Ισραήλ, έκαμον ειρήνην μετά του Ισραήλ
και έγειναν δούλοι αυτών. Και οι Σύριοι εφοβούντο να βοηθήσωσι πλέον τους
υιούς Αμμών.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 11
1. Εν δε τω ακολούθω έτει, καθ' ον καιρόν εκστρατεύουσιν
οι βασιλείς, απέστειλεν ο Δαβίδ τον Ιωάβ και τους δούλους αυτού μετ' αυτού
και πάντα τον Ισραήλ· και κατέστρεψαν τους υιούς Αμμών και επολιόρκησαν
την Ραββά. Ο δε Δαβίδ έμεινεν εν Ιερουσαλήμ.
2. Και προς το εσπέρας, ότε ο Δαβίδ εσηκώθη από της κλίνης
αυτού, περιεπάτει επί του δώματος του βασιλικού οίκου· και είδεν από του
δώματος γυναίκα λουομένην· και η γυνή ήτο ώραία την όψιν σφόδρα.
3. Και απέστειλεν ο Δαβίδ και ηρεύνησε περί της γυναικός.
Και είπε τις, Δεν είναι αύτη Βηθ-σαβεέ, η θυγάτηρ του Ελιάμ, η γυνή Ουρίου
του Χετταίου;
4. Και απέστειλεν ο Δαβίδ μηνυτάς και έλαβεν αυτήν· και
ότε ήλθε προς αυτόν, εκοιμήθη μετ' αυτής, διότι είχε καθαρισθή από της
ακαθαρσίας αυτής· και επέστρεψεν εις τον οίκον αυτής.
5. Και συνέλαβεν η γυνή· και αποστείλασα απήγγειλε προς
τον Δαβίδ και είπεν, Έγκυος είμαι.
6. Και απέστειλεν ο Δαβίδ προς τον Ιωάβ, λέγων, Απόστειλόν
μοι Ουρίαν τον Χετταίον. Και απέστειλεν ο Ιωάβ τον Ουρίαν προς τον Δαβίδ.
7. Και ότε ήλθε προς αυτόν ο Ουρίας, ηρώτησεν ο Δαβίδ
πως έχει ο Ιωάβ και πως έχει ο λαός και πως έχουσι τα του πολέμου.
8. Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Ουρίαν, Κατάβα εις τον
οίκόν σου και νίψον τους πόδας σου· και εξήλθεν ο Ουρίας εκ του οίκου του
βασιλέως· και κατόπιν αυτού ήλθε μερίδιον από της τραπέζης του βασιλέως.
9. Αλλ' ο Ουρίας εκοιμήθη παρά την θύραν του οίκου του
βασιλέως, μετά πάντων των δούλων του κυρίου αυτού και δεν κατέβη εις τον
οίκον αυτού.
10. Και ότε απήγγειλαν προς τον Δαβίδ, λέγοντες, Δεν
κατέβη ο Ουρίας εις τον οίκον αυτού, είπεν ο Δαβίδ προς τον Ουρίαν, Συ
δεν έρχεσαι εξ οδοιπορίας; διά τι δεν κατέβης εις τον οίκόν σου;
11. Και είπεν ο Ουρίας προς τον Δαβίδ, Η κιβωτός και
ο Ισραήλ και ο Ιούδας κατοικούσιν εν σκηναίς, και ο κύριός μου Ιωάβ και
οι δούλοι του κυρίου μου, είναι εστρατοπεδευμένοι επί το πρόσωπον της πεδιάδος·
και εγώ θέλω υπάγει εις τον οίκόν μου, διά να φάγω και να πίω και να κοιμηθώ
μετά της γυναικός μου; ζης και ζη η ψυχή σου, δεν θέλω κάμει το πράγμα
τούτο.
12. Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Ουρίαν, Μείνε ενταύθα
και σήμερον, και αύριον θέλω σε εξαποστείλει. Και έμεινεν ο Ουρίας εν Ιερουσαλήμ
την ημέραν εκείνην και την επαύριον.
13. Και εκάλεσεν αυτόν ο Δαβίδ, και έφαγεν ενώπιον αυτού
και έπιεν· και εμέθυσεν αυτόν· και το εσπέρας εξήλθε να κοιμηθή επί της
κλίνης αυτού μετά των δούλων του κυρίου αυτού, πλην εις τον οίκον αυτού
δεν κατέβη.
14. Και το πρωΐ έγραψεν ο Δαβίδ επιστολήν προς τον Ιωάβ,
και έστειλεν αυτήν διά χειρός του Ουρίου.
15. Και έγραψεν εν τη επιστολή, λέγων, Θέσατε τον Ουρίαν
απέναντι της σκληροτέρας μάχης· έπειτα σύρθητε απ' αυτού, διά να κτυπηθή
και να αποθάνη.
16. Και αφού παρετήρησε την πόλιν ο Ιωάβ, διώρισε τον
Ουρίαν εις θέσιν, όπου ήξευρεν ότι ήσαν άνδρες δυνάμεως.
17. Και εξήλθον οι άνδρες της πόλεως, και επολέμησαν
μετά του Ιωάβ· και έπεσον εκ του λαού τινές των δούλων του Δαβίδ· εθανατώθη
δε και Ουρίας ο Χετταίος.
18. Και απέστειλεν ο Ιωάβ και ανήγγειλε προς τον Δαβίδ
πάντα τα περί του πολέμου.
19. Και προσέταξε τον μηνυτήν, λέγων, Αφού τελειώσης
λαλών προς τον βασιλέα πάντα τα περί του πολέμου,
20. εξαφθή ο θυμός του βασιλέως, και είπη προς σε, Διά
τι επλησιάσατε εις την πόλιν μαχόμενοι; δεν ηξεύρετε ότι ήθελον τοξεύσει
από του τείχους;
21. τις επάταξεν Αβιμέλεχ τον υιόν του Ιερουβέσεθ; γυνή
τις δεν έρριψεν επ' αυτόν τμήμα μυλοπέτρας από του τείχους, και απέθανεν
εν Θαιβαίς; διά τι επλησιάσατε εις το τείχος; τότε ειπέ, Απέθανε και ο
δούλός σου Ουρίας ο Χετταίος.
22. Υπήγε λοιπόν ο μηνυτής και ελθών, απήγγειλε προς
τον Δαβίδ πάντα εκείνα, διά τα οποία απέστειλεν αυτόν ο Ιωάβ.
23. Και είπεν ο μηνυτής προς τον Δαβίδ, ότι υπερίσχυσαν
καθ' ημών οι άνδρες και εξήλθον προς ημάς εις την πεδιάδα, και κατεδιώξαμεν
αυτούς μέχρι της εισόδου της πύλης·
24. αλλ' οι τοξόται ετόξευσαν από του τείχους επί τους
δούλους σου· και τινές των δούλων του βασιλέως απέθανον, και ο δούλός σου
έτι Ουρίας ο Χετταίος απέθανε.
25. Τότε είπεν ο Δαβίδ προς τον μηνυτήν, Ούτω θέλεις
ειπεί προς τον Ιωάβ· Μη σε ανησυχή τούτο το πράγμα· διότι η ρομφαία κατατρώγει
ποτέ μεν ένα, ποτέ δε άλλον· ενίσχυσον την μάχην σου εναντίον της πόλεως
και κατάστρεψον αυτήν· και συ ενθάρρυνε αυτόν.
26. Ότε δε ήκουσεν η γυνή του Ουρίου, ότι Ουρίας ο ανήρ
αυτής απέθανεν, επένθησε διά τον άνδρα αυτής.
27. Και αφού επέρασε το πένθος, απέστειλεν ο Δαβίδ και
παρέλαβεν αυτήν εις τον οίκον αυτού· και έγεινε γυνή αυτού και εγέννησεν
εις αυτόν υιόν· το πράγμα όμως το οποίον έπραξεν ο Δαβίδ, εφάνη κακόν εις
τους οφθαλμούς του Κυρίου.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 12
1. Και απέστειλεν ο Κύριος τον Νάθαν προς τον Δαβίδ.
Και ήλθε προς αυτόν και είπε προς αυτόν, Ήσαν δύο άνδρες εν πόλει τινί,
ο εις πλούσιος, ο δε άλλος πτωχός.
2. Ο πλούσιος είχε ποίμνια και βουκόλια πολλά σφόδρα·
3. ο δε πτωχός δεν είχεν άλλο, ειμή μίαν μικράν αμνάδα,
την οποίαν ηγόρασε και έθρεψε· και εμεγάλωσε μετ' αυτού και μετά των τέκνων
αυτού ομού· από του άρτου αυτού έτρωγε, και από του ποτηρίου αυτού έπινε,
και εν τω κόλπω αυτού εκοιμάτο, και ήτο εις αυτόν ως θυγάτηρ.
4. Ήλθε δε τις διαβάτης προς τον πλούσιον και εφειδωλεύθη
να λάβη εκ των ποιμνίων αυτού και εκ των αγέλων αυτού, διά να ετοιμάση
εις τον οδοιπόρον τον ελθόντα προς αυτόν, και έλαβε την αμνάδα του πτωχού
και ητοίμασεν αυτήν διά τον άνθρωπον τον ελθόντα προς αυτόν.
5. Και εξήφθη η οργή του Δαβίδ κατά του ανθρώπου σφόδρα·
και είπε προς τον Νάθαν, Ζη Κύριος, άξιος θανάτου είναι ο άνθρωπος, όστις
έπραξε τούτο·
6. και θέλει πληρώσει την αμνάδα τετραπλάσιον, επειδή
έπραξε το πράγμα τούτο και επειδή δεν εσπλαγχνίσθη.
7. Και είπεν ο Νάθαν προς τον Δαβίδ, Συ είσαι ο άνθρωπος·
ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Εγώ σε έχρισα βασιλέα επί τον Ισραήλ,
και εγώ σε ηλευθέρωσα εκ χειρός του Σαούλ·
8. και έδωκα εις σε τον οίκον του κυρίου σου και τας
γυναίκας του κυρίου σου εις τον κόλπον σου, και έδωκα εις σε τον οίκον
του Ισραήλ και του Ιούδα· και εάν τούτο ήτο ολίγον, ήθελον προσθέσει εις
σε τοιαύτα και τοιαύτα·
9. διά τι κατεφρόνησας τον λόγον του Κυρίου, ώστε να
πράξης το κακόν εις τους οφθαλμούς αυτού; Ουρίαν τον Χετταίον επάταξας
εν ρομφαία, και την γυναίκα αυτού έλαβες εις σεαυτόν γυναίκα, και αυτόν
εθανάτωσας εν τη ρομφαία των υιών Αμμών·
10. τώρα λοιπόν δεν θέλει αποσυρθή ποτέ ρομφαία εκ του
οίκου σου· επειδή με κατεφρόνησας και έλαβες την γυναίκα Ουρίου του Χετταίου,
διά να ήναι γυνή σου.
11. Ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, θέλω επεγείρει εναντίον
σου κακά εκ του οίκου σου, και θέλω λάβει τας γυναίκάς σου έμπροσθεν των
οφθαλμών σου και δώσει αυτάς εις τον πλησίον σου, και θέλει κοιμηθή μετά
των γυναικών σου ενώπιον του ηλίου τούτου·
12. διότι συ έπραξας κρυφίως· αλλ' εγώ θέλω κάμει τούτο
το πράγμα έμπροσθεν παντός του Ισραήλ και κατέναντι του ηλίου.
13. Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Νάθαν, Ημάρτησα εις τον
Κύριον. Ο δε Νάθαν είπε προς τον Δαβίδ, Και ο Κύριος παρέβλεψε το αμάρτημά
σου· δεν θέλεις αποθάνει·
14. επειδή όμως διά ταύτης της πράξεως έδωκας μεγάλην
αφορμήν εις τους εχθρούς του Κυρίου να βλασφημώσι, διά τούτο το παιδίον
το γεννηθέν εις σε εξάπαντος θέλει αποθάνει.
15. Και απήλθεν ο Νάθαν εις τον οίκον αυτού. Ο δε Κύριος
επάταξε το παιδίον, το οποίον εγέννησεν η γυνή του Ουρίου εις τον Δαβίδ,
και ηρρώστησε.
16. Και ικέτευσεν ο Δαβίδ τον Θεόν υπέρ του παιδίου·
και ενήστευσεν ο Δαβίδ και εισελθών διενυκτέρευσε, κοιτόμενος κατά γης.
17. Και εσηκώθησαν οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού, και
ήλθον προς αυτόν διά να σηκώσωσιν αυτόν από της γής· πλην δεν ηθέλησεν
ουδέ έφαγεν άρτον μετ' αυτών.
18. Και την ημέραν την εβδόμην απέθανε το παιδίον. Και
εφοβήθησαν οι δούλοι του Δαβίδ να αναγγείλωσι προς αυτόν ότι το παιδίον
απέθανε· διότι έλεγον, Ιδού, ενώ έζη έτι το παιδίον, ελαλούμεν προς αυτόν,
και δεν εισήκουε της φωνής ημών· πόσον λοιπόν κακόν θέλει κάμει, εάν είπωμεν
προς αυτόν ότι το παιδίον απέθανεν;
19. Αλλ' ιδών ο Δαβίδ ότι οι δούλοι αυτού εψιθύριζον
μετ' αλλήλων, ενόησεν ο Δαβίδ ότι το παιδίον απέθανεν· όθεν είπεν ο Δαβίδ
προς τους δούλους αυτού, Απέθανε το παιδίον; οι δε είπον, Απέθανε.
20. Τότε εσηκώθη ο Δαβίδ από της γης και ελούσθη και
ηλείφθη και ήλλαξε τα ιμάτια αυτού, και εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου,
και προσεκύνησεν· έπειτα εισήλθεν εις τον οίκον αυτού· και εζήτησε να φάγη
και έβαλον έμπροσθεν αυτού άρτον, και έφαγεν.
21. Οι δε δούλοι αυτού είπον προς αυτόν, Τι είναι τούτο,
το οποίον έκαμες; ενήστευες και έκλαιες περί του παιδίου, ενώ έζη· αφού
δε απέθανε το παιδίον, εσηκώθης και έφαγες άρτον.
22. Και είπεν, Ενώ έτι έζη το παιδίον, ενήστευσα και
έκλαυσα, διότι είπα, Τις εξεύρει; ίσως ο Θεός με ελεήση, και ζήση το παιδίον·
23. αλλά τώρα απέθανε· διά τι να νηστεύω; μήπως δύναμαι
να επιστρέψω αυτό πάλιν; εγώ θέλω υπάγει προς αυτό, αυτό όμως δεν θέλει
αναστρέψει προς εμέ.
24. Και παρηγόρησεν ο Δαβίδ την Βηθ-σαβεέ την γυναίκα
αυτού, και εισήλθε προς αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής, και εγέννησεν υιόν,
και εκάλεσε το όνομα αυτού Σολομών· και ο Κύριος ηγάπησεν αυτόν.
25. Και έστειλε διά χειρός Νάθαν του προφήτου, και εκάλεσε
το όνομα αυτού Ιεδιδία, διά τον Κύριον.
26. Ο δε Ιωάβ επολέμησεν εναντίον της Ραββά των υιών
Αμμών, και εκυρίευσε την βασιλικήν πόλιν.
27. Και απέστειλεν ο Ιωάβ μηνυτάς προς τον Δαβίδ και
είπεν, Επολέμησα εναντίον της Ραββά, μάλιστα εκυρίευσα την πόλιν των υδάτων·
28. τώρα λοιπόν σύναξον το επίλοιπον του λαού, και στρατοπέδευσον
εναντίον της πόλεως και κυρίευσον αυτήν, διά να μη κυριεύσω εγώ την πόλιν,
και ονομασθή το όνομά μου επ' αυτήν.
29. Και συνήθροισεν ο Δαβίδ πάντα τον λαόν, και υπήγεν
εις Ραββά και επολέμησεν εναντίον αυτής και εκυρίευσεν αυτήν·
30. και έλαβε τον στέφανον του βασιλέως αυτών από της
κεφαλής αυτού, το βάρος του οποίου ήτο εν τάλαντον χρυσίου με λίθους πολυτίμους·
και ετέθη επί της κεφαλής του Δαβίδ· και λάφυρα της πόλεως εξέφερε πολλά
σφόδρα·
31. και τον λαόν τον εν αυτή εξήγαγε και έβαλεν υπό πρίονας
και υπό τριβόλους σιδηρούς και υπό πελέκεις σιδηρούς, και επέρασεν αυτούς
διά της καμίνου των πλίνθων. Και ούτως έκαμεν εις πάσας τας πόλεις των
υιών Αμμών. Τότε επέστρεψεν ο Δαβίδ και πας ο λαός εις Ιερουσαλήμ.
ΣΑΜΟΥΗΛ Β' 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
II Samuel 13
1. Μετά δε ταύτα Αβεσσαλώμ
ο υιός του Δαβίδ είχεν αδελφήν ώραίαν, ονόματι Θάμαρ, και ηγάπησεν αυτήν
Αμνών ο υιός του Δαβίδ.
2. Και έπασχε τόσον
ο Αμνών, ώστε ηρρώστησε διά την αδελφήν αυτού Θάμαρ· διότι ήτο παρθένος,
και εφαίνετο εις τον Αμνών δυσκολώτατον να πράξη τι εις αυτήν.
3. είχε δε ο Αμνών
φίλον, ονομαζόμενον Ιωναδάβ, υιόν του Σαμαά, αδελφού του Δαβίδ· ήτο δε
ο Ιωναδάβ άνθρωπος πανούργος σφόδρα.
4. Και είπε προς αυτόν,
Διά τι συ, υιέ του βασιλέως, αδυνατείς τόσον από ημέρας εις ημέραν; δεν
θέλεις φανερώσει τούτο προς εμέ; Και είπε προς αυτόν ο Αμνών, Αγαπώ Θάμαρ,
την αδελφήν Αβεσσαλώμ του αδελφού μου.
5. Και ο Ιωναδάβ είπε
προς αυτόν, Πλαγίασον επί της κλίνης σου και προσποιήθητι τον άρρωστον·
και όταν ο πατήρ σου έλθη να σε ίδη, ειπέ προς αυτόν, Ας έλθη, παρακαλώ,
Θάμαρ η αδελφή μου, και ας μοι δώση να φάγω, και ας ετοιμάση έμπροσθέν
μου το φαγητόν, διά να ίδω και να φάγω εκ της χειρός αυτής.
6. Και επλαγίασεν
ο Αμνών και προσεποιήθη τον άρρωστον· και ότε ήλθεν ο βασιλεύς να ίδη αυτόν,
είπεν ο Αμνών προς τον βασιλέα, Ας έλθη, παρακαλώ, Θάμαρ η αδελφή μου,
και ας κάμη έμπροσθέν μου δύο κολλύρια, διά να φάγω εκ της χειρός αυτής.
7. Και απέστειλεν
ο Δαβίδ εις τον οίκον προς την Θάμαρ, λέγων, Ύπαγε τώρα εις τον οίκον του
αδελφού σου Αμνών, και ετοίμασον εις αυτόν φαγητόν.
8. Και υπήγεν η Θάμαρ
εις τον οίκον του αδελφού αυτής Αμνών, όστις ήτο πλαγιασμένος· και έλαβε
το άλευρον και εζύμωσε και έκαμε κολλύρια έμπροσθεν αυτού και έψησε τα
κολλύρια.
9. Έπειτα έλαβε το
τηγάνιον και εκένωσεν αυτά έμπροσθεν αυτού· πλην δεν ηθέλησε να φάγη. Και
είπεν ο Αμνών, Εκβάλετε πάντα άνθρωπον απ' έμπροσθέν μου. Και εξήλθον απ'
αυτού πάντες.
10. Και είπεν ο Αμνών
προς την Θάμαρ, Φέρε το φαγητόν εις τον κοιτώνα, διά να φάγω εκ της χειρός
σου. Και η Θάμαρ έλαβε τα κολλύρια, τα οποία έκαμε, και έφερεν εις τον
κοιτώνα προς Αμνών τον αδελφόν αυτής.
11. Και ότε προσέφερε
προς αυτόν διά να φάγη, επίασεν αυτήν και είπε προς αυτήν, Ελθέ, κοιμήθητι
μετ' εμού, αδελφή μου.
12. Η δε είπε προς
αυτόν, Μη, αδελφέ μου, μη με ταπεινώσης· διότι δεν πρέπει τοιούτον πράγμα
να γείνη εν τω Ισραήλ· μη κάμης την αφροσύνην ταύτην·
13. και εγώ πως θέλω
απαλείψει το όνειδός μου; αλλά και συ θέλεις είσθαι ως εις εκ των αφρόνων
εν τω Ισραήλ· τώρα λοιπόν, παρακαλώ, λάλησον προς τον βασιλέα· διότι δεν
θέλει με αρνηθή εις σε.
14. Δεν ηθέλησεν όμως
να εισακούση της φωνής αυτής· αλλ' υπερισχύσας εκείνης, εβίασεν αυτήν και
εκοιμήθη μετ' αυτής.
15. Τότε ο Αμνών εμίσησεν
αυτήν μίσος μέγα σφόδρα· ώστε το μίσος, με το οποίον εμίσησεν αυτήν, ήτο
μεγαλήτερον παρά την αγάπην, με την οποίαν ηγάπησεν αυτήν. Και είπε προς
αυτήν ο Αμνών, Σηκώθητι, ύπαγε.
16. Η δε είπε προς
αυτόν, Δεν είναι αιτία· το κακόν τούτο, το να με αποβάλης, είναι μεγαλήτερον
του άλλου, το οποίον έπραξας εις εμέ. Δεν ηθέλησεν όμως να εισακούση αυτής.
17. Και έκραξε τον
νέον αυτού τον υπηρετούντα αυτόν και είπεν, Έκβαλε τώρα ταύτην απ' εμού
έξω, και μόχλωσον την θύραν κατόπιν αυτής.
18. Ήτο δε ενδεδυμένη
χιτώνα ποικιλόχρουν· διότι αι θυγατέρες του βασιλέως, αι παρθένοι, τοιαύτα
επενδύματα ενεδύοντο. Και εξέβαλεν αυτήν έξω ο υπηρέτης αυτού και εμόχλωσε
την θύραν κατόπιν αυτής.
19. Λαβούσα δε η Θάμαρ
στάκτην επί της κεφαλής αυτής, και διασχίσασα τον εφ' αυτής χιτώνα τον
ποικιλόχρουν, και βαλούσα τας χείρας αυτής επί της κεφαλής αυτής, απήρχετο,
πορευομένη και κράζουσα.
20. Και είπε προς
αυτήν Αβεσσαλώμ ο αδελφός αυτής, Μήπως Αμνών ο αδελφός σου ευρέθη μετά
σου; πλην τώρα σιώπησον, αδελφή μου· αδελφός σου είναι μη κατάθλιβε την
καρδίαν σου διά το πράγμα τούτο. Η Θάμαρ λοιπόν εκάθητο χηρεύουσα εν τω
οίκω του αδελφού αυτής Αβεσσαλώμ.
21. Ακούσας δε ο βασιλεύς
Δαβίδ πάντα ταύτα τα πράγματα, εθυμώθη σφόδρα.
22. Ο δε Αβεσσαλώμ
δεν ελάλησε μετά του Αμνών ούτε καλόν ούτε κακόν· διότι εμίσει ο Αβεσσαλώμ
τον Αμνών, επειδή εταπείνωσε την αδελφήν αυτού Θάμαρ.
23. Και μετά δύο ολόκληρα
έτη, ο Αβεσσαλώμ είχε κουρευτάς εν Βαάλ-ασώρ, ήτις είναι πλησίον του Εφραΐμ,
και προσεκάλεσεν ο Αβεσσαλώμ πάντας τους υιούς του βασιλέως.
24. Και ήλθεν ο Αβεσσαλώμ
προς τον βασιλέα και είπεν, Ιδού, τώρα, ο δούλός σου έχει κουρευτάς· ας
έλθη, παρακαλώ, ο βασιλεύς και οι δούλοι αυτού μετά του δούλου σου.
25. Και είπεν ο βασιλεύς
προς τον Αβεσσαλώμ, Ουχί, υιέ μου, ας μη έλθωμεν τώρα πάντες, διά να μη
ήμεθα βάρος εις σε. Και εβίασεν αυτόν, πλην δεν ηθέλησε να υπάγη, αλλ'
ευλόγησεν αυτόν.
26. Τότε είπεν ο Αβεσσαλώμ,
Αν όχι, ας έλθη καν μεθ' ημών Αμνών, ο αδελφός μου. Και είπεν ο βασιλεύς
προς αυτόν, Διά τι να έλθη μετά σου;
27. πλην ο Αβεσσαλώμ
εβίασεν αυτόν, ώστε απέστειλε μετ' αυτού τον Αμνών και πάντας τους υιούς
του βασιλέως.
28. Τότε προσέταξεν
ο Αβεσσαλώμ τους υπηρέτας αυτού λέγων. Ιδέτε τώρα όταν ευφρανθή η καρδία
του Αμνών εκ του οίνου, και είπω προς εσάς, Πατάξατε τον Αμνών, τότε θανατώσατε
αυτόν· μη φοβείσθε· δεν είμαι εγώ όστις σας προστάζω; ανδρίζεσθε και γίνεσθε
υιοί δυνάμεως.
29. Και έκαμον οι
υπηρέται του Αβεσσαλώμ προς τον Αμνών, ως προσέταξεν ο Αβεσσαλώμ. Τότε
σηκωθέντες πάντες οι υιοί του βασιλέως, εκάθησαν έκαστος επί της ημιόνου
αυτού και έφυγον.
30. Ενώ δε ούτοι ήσαν
καθ' οδόν, η φήμη έφθασε προς τον Δαβίδ, λέγουσα, Ο Αβεσσαλώμ επάταξε πάντας
τους υιούς του βασιλέως, και δεν εναπελείφθη εξ αυτών ουδέ εις.
31. Τότε σηκωθείς
ο βασιλεύς διέσχισε τα ιμάτια αυτού και επλαγίασε κατά γής· και πάντες
οι δούλοι αυτού οι περιεστώτες διέσχισαν τα ιμάτια αυτών.
32. Και απεκρίθη Ιωναδάβ,
ο υιός του Σαμαά, αδελφού του Δαβίδ, και είπεν, Ας μη λέγη ο κύριός μου
ότι εθανατώθησαν πάντες οι νέοι, οι υιοί του βασιλέως· διότι ο Αμνών μόνος
απέθανεν· επειδή ο Αβεσσαλώμ είχεν αποφασίσει τούτο, αφ' ης ημέρας εταπείνωσε
Θάμαρ την αδελφήν αυτού·
33. τώρα λοιπόν ας
μη βάλη ο κύριός μου ο βασιλεύς το πράγμα εν τη καρδία αυτού, λέγων ότι
πάντες οι υιοί του βασιλέως απέθανον· διότι ο Αμνών μόνος απέθανεν.
34. Ο δε Αβεσσαλώμ
έφυγε. Και υψώσας ο νέος, ο σκοπός, τους οφθαλμούς αυτού, είδε, και ιδού,
λαός πολύς επορεύετο διά της οδού όπισθεν αυτού κατά το πλευρόν του όρους.
35. Και είπεν ο Ιωναδάβ
προς τον βασιλέα, Ιδού, οι υιοί του βασιλέως έρχονται κατά τον λόγον του
δούλου σου, ούτως έγεινε.
36. Και ως ετελείωσε
λαλών, ιδού, οι υιοί του βασιλέως ήλθον και ύψωσαν την φωνήν αυτών και
έκλαυσαν· και ο βασιλεύς έτι, και πάντες οι δούλοι αυτού έκλαυσαν κλαυθμόν
μέγαν σφόδρα.
37. Ο δε Αβεσσαλώμ
έφυγε και υπήγε προς τον Θαλμαΐ, υιόν του Αμμιούδ, βασιλέα της Γεσσούρ·
και επένθησεν ο Δαβίδ διά τον υιόν αυτού πάσας τας ημέρας.
38. Ο Αβεσσαλώμ λοιπόν
έφυγε και υπήγεν εις Γεσσούρ, και ήτο εκεί τρία έτη.
39. Επεπόθησε δε ο
βασιλεύς Δαβίδ να υπάγη προς τον Αβεσσαλώμ, διότι είχε παρηγορηθή διά τον
θάνατον του Αμνών.
[>]