ΒΑΣΙΛΕΩΝ
Β' 13o κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 13
1. Εν τω εικοστώ τρίτω έτει του Ιωάς, υιού του Οχοζίου,
βασιλέως του Ιούδα, εβασίλευσεν Ιωάχαζ, ο υιός του Ιηού, επί Ισραήλ εν
Σαμαρεία, δεκαεπτά έτη.
2. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου και ηκολούθησε
τας αμαρτίας του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να αμαρτήση·
δεν απεμακρύνθη απ' αυτών.
3. Και εξήφθη η οργή του Κυρίου κατά του Ισραήλ, και
παρέδωκεν αυτούς εις την χείρα του Αζαήλ βασιλέως της Συρίας και εις την
χείρα του Βεν-αδάδ υιού του Αζαήλ, κατά πάσας τας ημέρας.
4. Και εδεήθη του Κυρίου ο Ιωάχαζ, και επήκουσεν αυτού
ο Κύριος· διότι είδε την θλίψιν του Ισραήλ, ότι ο βασιλεύς της Συρίας κατέθλιβεν
αυτούς.
5. Και έδωκεν ο Κύριος εις τον Ισραήλ σωτήρα, και εξήλθον
υποκάτωθεν της χειρός των Συρίων· και κατώκησαν οι υιοί Ισραήλ εν τοις
σκηνώμασιν αυτών, ως το πρότερον.
6. Πλην δεν απεμακρύνθησαν από των αμαρτιών του οίκου
του Ιεροβοάμ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να αμαρτήση· εις αυτάς περιεπάτησαν·
και έτι διέμενε το άλσος εν Σαμαρεία.
7. Διότι δεν έμεινεν εις τον Ιωάχαζ λαός, ειμή πεντήκοντα
ιππείς και δέκα άμαξαι και δέκα χιλιάδες πεζών· διότι κατέστρεψεν αυτούς
ο βασιλεύς της Συρίας και κατέστησεν αυτούς ως το χώμα το καταπατούμενον.
8. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωάχαζ και πάντα όσα έπραξε
και τα κατορθώματα αυτού, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών
των βασιλέων του Ισραήλ;
9. Και εκοιμήθη ο Ιωάχαζ μετά των πατέρων αυτού, και
έθαψαν αυτόν εν Σαμαρεία· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Ιωάς ο υιός αυτού.
10. Εν τω τριακοστώ εβδόμω έτει του Ιωάς βασιλέως του
Ιούδα, εβασίλευσεν Ιωάς ο υιός του Ιωάχαζ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία, δεκαέξ
έτη.
11. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου· δεν απεμακρύνθη
από πασών των αμαρτιών του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ
να αμαρτήση· εις αυτάς περιεπάτησεν.
12. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωάς και πάντα όσα έπραξε,
τα κατορθώματα αυτού, πως επολέμησε κατά του Αμασίου βασιλέως του Ιούδα,
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ;
13. Και εκοιμήθη ο Ιωάς μετά των πατέρων αυτού· εκάθησε
δε επί του θρόνου αυτού ο Ιεροβοάμ· και ετάφη ο Ιωάς εν Σαμαρεία μετά των
βασιλέων του Ισραήλ.
14. Ο δε Ελισσαιέ ηρρώστησε την αρρωστίαν αυτού υπό της
οποίας απέθανε. Και κατέβη προς αυτόν Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ και έκλαυσεν
επί τω προσώπω αυτού και είπε, Πάτερ μου, πάτερ μου, άμαξα του Ισραήλ και
ιππικόν αυτού.
15. Και είπε προς αυτόν ο Ελισσαιέ, Λάβε τόξον και βέλη.
Και έλαβεν εις εαυτόν τόξον και βέλη.
16. Και είπε προς τον βασιλέα του Ισραήλ, Επίθες την
χείρα σου επί το τόξον. Και επέθηκε την χείρα αυτού· και επέθηκεν ο Ελισσαιέ
τας χείρας αυτού επί τας χείρας του βασιλέως.
17. Και είπεν, Άνοιξον το παράθυρον κατά ανατολάς. Και
ήνοιξε. Και είπεν ο Ελισσαιέ, Τόξευσον. Και ετόξευσε. Και είπε, το βέλος
της σωτηρίας του Κυρίου και το βέλος της σωτηρίας εκ των Συρίων. Και θέλεις
πατάξει τους Συρίους εν Αφέκ, εωσού συντελέσης αυτούς.
18. Και είπε, Λάβε τα βέλη. Και έλαβε. Και είπε προς
τον βασιλέα του Ισραήλ, Πάταξον επί την γην. Και επάταξε τρίς και εστάθη.
19. Και ωργίσθη εις αυτόν ο άνθρωπος του Θεού και είπεν,
Έπρεπε να πατάξης πεντάκις ή εξάκις· τότε ήθελες πατάξει τους Συρίους εωσού
συντελέσης αυτούς· τώρα όμως τρίς θέλεις πατάξει τους Συρίους.
20. Και απέθανεν ο Ελισσαιέ, και έθαψαν αυτόν· το δε
ακόλουθον έτος τάγματα Μωαβιτών έκαμον εισβολήν εις την γην.
21. Και ενώ έθαπτον άνθρωπον τινά, ιδού, είδον τάγμα·
και έρριψαν τον άνθρωπον εις τον τάφον του Ελισσαιέ· και καθώς ο άνθρωπος
υπήγε και ήγγισε τα οστά του Ελισσαιέ, ανέζησε και εστάθη επί τους πόδας
αυτού.
22. Ο δε Αζαήλ ο βασιλεύς της Συρίας, κατέθλιψε τον Ισραήλ
πάσας τας ημέρας του Ιωάχαζ.
23. Και ηλέησεν ο Κύριος αυτούς και ωκτείρησεν αυτούς
και επέβλεψεν επ' αυτούς, διά την διαθήκην αυτού την μετά του Αβραάμ, Ισαάκ,
και Ιακώβ· και δεν ηθέλησε να εξολοθρεύση αυτούς και δεν απέρριψεν αυτούς
από προσώπου αυτού, μέχρι του νυν.
24. Απέθανε δε ο Αζαήλ βασιλεύς της Συρίας, και εβασίλευσεν
αντ' αυτού Βεν-αδάδ ο υιός αυτού.
25. Και έλαβε πάλιν Ιωάς ο υιός του Ιωάχαζ εκ της χειρός
του Βεν-αδάδ υιού του Αζαήλ τας πόλεις, τας οποίας ο Αζαήλ είχε λάβει εκ
της χειρός Ιωάχαζ του πατρός αυτού εν τω πολέμω. Τρίς επάταξεν αυτόν ο
Ιωάς και επανέλαβε τας πόλεις του Ισραήλ.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 14o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 14
1. Εν τω δευτέρω έτει του Ιωάς, υιού του Ιωάχαζ βασιλέως
του Ισραήλ, εβασίλευσεν Αμασίας, ο υιός του Ιωάς βασιλέως του Ιούδα.
2. Εικοσιπέντε ετών ηλικίας ήτο ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσεν
εικοσιεννέα έτη εν Ιερουσαλήμ. Το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο Ιωαδάν
εξ Ιερουσαλήμ.
3. Και έπραξε το ευθές ενώπιον Κυρίου, πλην ουχί ως ο
Δαβίδ ο πατήρ αυτού· έπραξε κατά πάντα όσα είχε πράξει Ιωάς ο πατήρ αυτού.
4. Οι υψηλοί όμως τόποι δεν αφηρέθησαν· ο λαός εθυσίαζεν
έτι και εθυμίαζεν επί τους υψηλούς τόπους.
5. Ως δε η βασιλεία εκραταιώθη εν τη χειρί αυτού, εθανάτωσε
τους δούλους αυτού τους θανατώσαντας τον βασιλέα τον πατέρα αυτού.
6. Όμως τα τέκνα των φονευτών δεν εθανάτωσε· κατά το
γεγραμμένον εν τω βιβλίω του νόμου του Μωϋσέως, όπου προσέταξεν ο Κύριος,
λέγων, Οι πατέρες δεν θέλουσι θανατόνεσθαι διά τα τέκνα, ουδέ τα τέκνα
θέλουσι θανατόνεσθαι διά τους πατέρας, αλλ' έκαστος θέλει θανατόνεσθαι
διά το εαυτού αμάρτημα.
7. Ούτος εθανάτωσεν εκ του Εδώμ δέκα χιλιάδας εν τη κοιλάδι
του άλατος, και εκυρίευσε την Σελά διά πολέμου και εκάλεσε το όνομα αυτής
Ιοχθεήλ μέχρι της ημέρας ταύτης.
8. Τότε απέστειλεν ο Αμασίας μηνυτάς προς τον Ιωάς, υιόν
του Ιωάχαζ, υιού του Ιηού βασιλέως του Ισραήλ, λέγων, Ελθέ, να ίδωμεν αλλήλους
προσωπικώς.
9. Και απέστειλεν ο Ιωάς βασιλεύς του Ισραήλ προς τον
Αμασίαν βασιλέα του Ιούδα, λέγων, Η άκανθα η εν τω Λιβάνω απέστειλε προς
την κέδρον την εν τω Λιβάνω, λέγουσα, Δος την θυγατέρα σου εις τον υιόν
μου διά γυναίκα· πλην διέβη θηρίον του αγρού το εν τω Λιβάνω, και κατεπάτησε
την άκανθαν·
10. επάταξας τωόντι τον Εδώμ, και η καρδία σου σε ύψωσε·
χαίρου την δόξαν σου καθήμενος εν τω οίκω σου· διά τι εμπλέκεσαι εις κακόν,
διά το οποίον ήθελες πέσει, συ και ο Ιούδας μετά σου;
11. Αλλ' ο Αμασίας δεν υπήκουσεν. Ανέβη λοιπόν ο Ιωάς
βασιλεύς του Ισραήλ, και είδον αλλήλους προσωπικώς, αυτός και Αμασίας ο
βασιλεύς του Ιούδα, εν Βαιθ-σεμές, ήτις είναι του Ιούδα.
12. Και εκτυπήθη ο Ιούδας έμπροσθεν του Ισραήλ· και έφυγον
έκαστος εις τας σκηνάς αυτού.
13. Και συνέλαβεν ο Ιωάς ο βασιλεύς του Ισραήλ τον Αμασίαν
βασιλέα του Ιούδα, υιόν του Ιωάς υιού του Οχοζίου, εν Βαιθ-σεμές· και ελθών
εις Ιερουσαλήμ, κατηδάφισε το τείχος της Ιερουσαλήμ από της πύλης Εφραΐμ
έως της πύλης της γωνίας, τετρακοσίας πήχας.
14. Και λαβών παν το χρυσίον και το αργύριον και πάντα
τα σκεύη τα ευρεθέντα εν τω οίκω του Κυρίου και εν τοις θησαυροίς του οίκου
του βασιλέως, και ανθρώπους ενέχυρα, επέστρεψεν εις Σαμάρειαν.
15. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωάς, όσας έπραξε, και τα
κατορθώματα αυτού, και πως επολέμησε μετά του Αμασίου βασιλέως του Ιούδα,
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ;
16. Και εκοιμήθη ο Ιωάς μετά των πατέρων αυτού και ετάφη
εν Σαμαρεία μετά των βασιλέων του Ισραήλ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Ιεροβοάμ
ο υιός αυτού.
17. Ο δε Αμασίας, ο υιός του Ιωάς, ο βασιλεύς του Ιούδα,
έζησε μετά τον θάνατον του Ιωάς υιού του Ιωάχαζ, βασιλέως του Ισραήλ, δεκαπέντε
έτη.
18. Αι δε λοιπαί πράξεις του Αμασίου δεν είναι γεγραμμέναι
εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
19. Έκαμον δε κατ' αυτού συνωμοσίαν εν Ιερουσαλήμ, και
έφυγεν εις Λαχείς· απέστειλαν όμως κατόπιν αυτού εις Λαχείς και εθανάτωσαν
αυτόν εκεί.
20. Και έφεραν αυτόν επί ίππων, και ετάφη εν Ιερουσαλήμ
μετά των πατέρων αυτού, εν τη πόλει Δαβίδ.
21. Έλαβε δε πας ο λαός του Ιούδα τον Αζαρίαν, όντα ηλικίας
δεκαέξ ετών, και έκαμον αυτόν βασιλέα αντί του πατρός αυτού Αμασίου.
22. Και ωκοδόμησε την Ελάθ και επέστρεψεν αυτήν εις τον
Ιούδα, αφού ο βασιλεύς εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού.
23. Εν τω δεκάτω πέμπτω έτει του Αμασίου, υιού του Ιωάς,
βασιλέως του Ιούδα, εβασίλευσεν εν Σαμαρεία ο Ιεροβοάμ υιός του Ιωάς, βασιλέως
του Ισραήλ, έτη τεσσαράκοντα και εν.
24. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου· δεν απεμακρύνθη
από πασών των αμαρτιών του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ
να αμαρτήση.
25. Ούτος αποκατέστησε το όριον του Ισραήλ, από της εισόδου
της Αιμάθ έως της θαλάσσης της πεδιάδος, κατά τον λόγον Κυρίου του Θεού
του Ισραήλ, τον οποίον ελάλησε διά του δούλου αυτού Ιωνά, υιού του Αμαθί,
του προφήτου, του από Γαθ-εφέρ.
26. Διότι είδεν ο Κύριος την θλίψιν του Ισραήλ πικράν
σφόδρα, ότι δεν ήτο ουδέν κεκλεισμένον και ουδέν αφειμένον, ουδέ ο βοηθήσων
τον Ισραήλ.
27. Και δεν είπεν ο Κύριος να εξαλείψη υποκάτωθεν του
ουρανού το όνομα του Ισραήλ, αλλ' έσωσεν αυτούς διά χειρός του Ιεροβοάμ
υιού του Ιωάς.
28. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιεροβοάμ και πάντα όσα έπραξε
και τα κατορθώματα αυτού, πως επολέμησε και πως επανέλαβε την Δαμασκόν
και την Αιμάθ του Ιούδα εις τον Ισραήλ, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω
των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ;
29. Και εκοιμήθη ο Ιεροβοάμ μετά των πατέρων αυτού, μετά
των βασιλέων του Ισραήλ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Ζαχαρίας ο υιός αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 15o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 15
1. Εν τω εικοστώ εβδόμω έτει του Ιεροβοάμ βασιλέως του
Ισραήλ εβασίλευσεν ο Αζαρίας, υιός του Αμασίου, βασιλέως του Ιούδα.
2. Δεκαέξ ετών ηλικίας ήτο ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσε
πεντήκοντα δύο έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο Ιεχολία,
εξ Ιερουσαλήμ.
3. Και έπραξε το ευθές ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα
όσα είχε πράξει Αμασίας ο πατήρ αυτού.
4. Πλην οι υψηλοί τόποι δεν αφηρέθησαν· ο λαός έτι εθυσίαζε
και εθυμίαζεν επί τους υψηλούς τόπους.
5. Και επάταξεν ο Κύριος τον βασιλέα, και ήτο λεπρός
έως της ημέρας του θανάτου αυτού και κατώκει εν οικία αποκεχωρισμένη. Ήτο
δε επί του οίκου Ιωθάμ ο υιός του βασιλέως, κρίνων τον λαόν της γης.
6. Αι δε λοιπαί πράξεις του Αζαρίου και πάντα όσα έπραξε
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
7. Και εκοιμήθη ο Αζαρίας μετά των πατέρων αυτού· και
έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαβίδ· εβασίλευσε δε αντ'
αυτού Ιωθάμ ο υιός αυτού.
8. Εν τω τριακοστώ ογδόω έτει του Αζαρίου βασιλέως του
Ιούδα, Ζαχαρίας ο υιός του Ιεροβοάμ εβασίλευσεν επί τον Ισραήλ εν Σαμαρεία,
εξ μήνας.
9. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ως είχον πράξει
οι πατέρες αυτού· δεν απεμακρύνθη από των αμαρτιών του Ιεροβοάμ υιού του
Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να αμαρτήση.
10. Και συνώμοσε κατ' αυτού Σαλλούμ ο υιός του Ιαβείς,
και επάταξεν αυτόν κατέμπροσθεν του λαού και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν
αντ' αυτού.
11. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ζαχαρίου, ιδού, είναι γεγραμμέναι
εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ.
12. Ούτος ήτο ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον ελάλησε
προς τον Ιηού, λέγων, Οι υιοί σου θέλουσι καθίσει επί του θρόνου του Ισραήλ
έως τετάρτης γενεάς. Και έγεινεν ούτως.
13. Εβασίλευσε δε Σαλλούμ ο υιός του Ιαβείς εν τω τριακοστώ
εννάτω έτει του Οζίου βασιλέως του Ιούδα, και εβασίλευσεν ένα μήνα εν Σαμαρεία.
14. Και ανέβη Μεναήμ ο υιός του Γαδεί από Θερσά, και
ήλθεν εις Σαμάρειαν και εκτύπησε τον Σαλλούμ τον υιόν του Ιαβείς εν Σαμαρεία,
και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν αντ' αυτού.
15. Αι δε λοιπαί πράξεις του Σαλλούμ, και η συνωμοσία
αυτού την οποίαν έκαμεν, ιδού, είναι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω των χρονικών
των βασιλέων του Ισραήλ.
16. Τότε επάταξεν ο Μεναήμ την Θαψά και πάντας τους εν
αυτή και τα όρια αυτής από Θερσά· επειδή δεν ήνοιξαν εις αυτόν, διά τούτο
επάταξεν αυτήν· και πάσας τας εν αυτή εγκυμονούσας διέσχισεν.
17. Εν τω τριακοστώ εννάτω έτει του Αζαρίου βασιλέως
του Ιούδα, Μεναήμ ο υιός του Γαδεί εβασίλευσεν επί τον Ισραήλ, δέκα έτη
εν Σαμαρεία.
18. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου· δεν απεμακρύνθη
κατά πάσας τας ημέρας αυτού από των αμαρτιών του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ,
όστις έκαμε τον Ισραήλ να αμαρτήση.
19. Τότε ήλθεν ο Φούλ βασιλεύς της Ασσυρίας εναντίον
της γης. και έδωκεν ο Μεναήμ εις τον Φούλ χίλια τάλαντα αργυρίου, διά να
ήναι μετ' αυτού η χειρ αυτού εις το να ενισχύση την βασιλείαν εν τη χειρί
αυτού.
20. Και απέσπασεν ο Μεναήμ το αργύριον από του Ισραήλ,
από πάντων των δυνατών εις πλούτη, πεντήκοντα σίκλους αργυρίου αφ' εκάστου,
διά να δώση εις τον βασιλέα της Ασσυρίας. Και επέστρεψεν ο βασιλεύς της
Ασσυρίας και δεν εστάθη εκεί εν τη γη.
21. Αι δε λοιπαί πράξεις του Μεναήμ και πάντα όσα έπραξε,
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ;
22. Και εκοιμήθη ο Μεναήμ μετά των πατέρων αυτού· εβασίλευσε
δε αντ' αυτού Φακείας ο υιός αυτού.
23. Εν τω πεντηκοστώ έτει του Αζαρίου βασιλέως του Ιούδα,
Φακείας ο υιός του Μεναήμ εβασίλευσεν επί τον Ισραήλ εν Σαμαρεία, δύο έτη.
24. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου· δεν απεμακρύνθη
από των αμαρτιών του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να
αμαρτήση.
25. Και συνώμοσε κατ' αυτού ο Φεκά υιός του Ρεμαλία,
ο στρατηγός αυτού, και επάταξεν αυτόν εν Σαμαρεία, εν τω παλατίω του οίκου
του βασιλέως, μετά του Αργόβ και Αριέ, έχων μεθ' εαυτού και πεντήκοντα
άνδρας εκ των Γαλααδιτών· και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν αντ' αυτού.
26. Αι δε λοιπαί πράξεις του Φακείου και πάντα όσα έπραξεν,
ιδού, είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ.
27. Εν τω πεντηκοστώ δευτέρω έτει του Αζαρίου βασιλέως
του Ιούδα, Φεκά ο υιός του Ρεμαλία εβασίλευσεν επί τον Ισραήλ εν Σαμαρεία,
είκοσι έτη.
28. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου· δεν απεμακρύνθη
από των αμαρτιών του Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να
αμαρτήση.
29. Εν ταις ημέραις του Φεκά βασιλέως του Ισραήλ, ήλθεν
ο Θεγλάθ-φελασάρ βασιλεύς της Ασσυρίας, και εκυρίευσε την Ιϊών και την
Αβέλ-βαίθ-μααχά και την Ιανώχ, και την Κεδές και την Ασώρ και την Γαλαάδ
και την Γαλιλαίαν, πάσαν την γην Νεφθαλί, και μετώκισεν αυτούς εις Ασσυρίαν.
30. Και έκαμεν Ωσηέ ο υιός του Ηλά συνωμοσίαν κατά του
Φεκά υιού του Ρεμαλία, και επάταξεν αυτόν και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν
αντ' αυτού, εν τω εικοστώ έτει του Ιωθάμ υιού του Οζίου.
31. Αι δε λοιπαί πράξεις του Φεκά, και πάντα όσα έπραξεν,
ιδού, είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ισραήλ.
32. Εν τω δευτέρω έτει του Φεκά υιού του Ρεμαλία βασιλέως
του Ισραήλ, εβασίλευσεν ο Ιωθάμ υιός του Οζίου βασιλέως του Ιούδα.
33. Εικοσιπέντε ετών ηλικίας ήτο ότε εβασίλευσε, και
εβασίλευσε δεκαέξ έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο Ιερουσά
θυγάτηρ του Σαδώκ.
34. Και έπραξε το ευθές ενώπιον Κυρίου· έπραξε κατά πάντα
όσα έπραξεν Οζίας ο πατήρ αυτού.
35. Πλην οι υψηλοί τόποι δεν αφηρέθησαν· ο λαός έτι εθυσίαζε
και εθυμίαζεν επί τους υψηλούς τόπους. Ούτος ωκοδόμησε την υψηλήν πύλην
του οίκου του Κυρίου.
36. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωθάμ και πάντα όσα έπραξε,
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
37. Εν ταις ημέραις εκείναις ήρχισεν ο Κύριος να εξαποστέλλη
κατά του Ιούδα τον Ρεσίν βασιλέα της Συρίας και τον Φεκά υιόν του Ρεμαλία.
38. Ο δε Ιωθάμ εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού, και ετάφη
μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαβίδ του πατρός αυτού· εβασίλευσε δε αντ'
αυτού Άχαζ ο υιός αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 16o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 16
1. Εν τω δεκάτω εβδόμω έτει του Φεκά υιού του Ρεμαλία,
εβασίλευσεν ο Άχαζ υιός του Ιωθάμ, βασιλέως του Ιούδα.
2. Είκοσι ετών ηλικίας ήτο ο Άχαζ ότε εβασίλευσε, και
εβασίλευσε δεκαέξ έτη εν Ιερουσαλήμ. Δεν έπραξεν όμως το ευθές ενώπιον
Κυρίου του Θεού αυτού, ως ο Δαβίδ ο πατήρ αυτού.
3. Αλλά περιεπάτησεν εν τη οδώ των βασιλέων του Ισραήλ,
και μάλιστα διεβίβασε τον υιόν αυτού διά του πυρός, κατά τα βδελύγματα
των εθνών, τα οποία ο Κύριος εξεδίωξεν απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ.
4. Και εθυσίαζε και εθυμίαζεν επί τους υψηλούς τόπους
και επί τους λόφους και υποκάτω παντός πρασίνου δένδρου.
5. Τότε ανέβησαν εις Ιερουσαλήμ διά πόλεμον Ρεσίν, ο
βασιλεύς της Συρίας, και Φεκά, ο υιός του Ρεμαλία, βασιλεύς του Ισραήλ·
και επολιόρκησαν τον Άχαζ, πλην δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι.
6. Κατ' εκείνον τον καιρόν Ρεσίν ο βασιλεύς της Συρίας
αποκατέστησε την Ελάθ υπό την εξουσίαν της Συρίας, και εδίωξε τους Ιουδαίους
από της Ελάθ· και ελθόντες Σύριοι εις την Ελάθ, κατώκησαν εκεί έως της
ημέρας ταύτης.
7. Ο δε Άχαζ απέστειλε μηνυτάς προς τον Θεγλάθ-φελασάρ,
βασιλέα της Ασσυρίας, λέγων, Εγώ είμαι δούλός σου και υιός σου· ανάβα και
σώσον με εκ χειρός του βασιλέως της Συρίας και εκ χειρός του βασιλέως του
Ισραήλ, οίτινες εσηκώθησαν εναντίον μου.
8. Και έλαβεν ο Άχαζ το αργύριον και το χρυσίον το ευρεθέν
εν τω οίκω του Κυρίου και εν τοις θησαυροίς του οίκου του βασιλέως, και
απέστειλε δώρον εις τον βασιλέα της Ασσυρίας.
9. Και εισήκουσεν αυτού ο βασιλεύς της Ασσυρίας· και
ανέβη ο βασιλεύς της Ασσυρίας επί την Δαμασκόν και εκυρίευσεν αυτήν, και
μετώκισε τον λαόν αυτής εις Κιρ, τον δε Ρεσίν εθανάτωσε.
10. Και υπήγεν ο βασιλεύς Άχαζ εις την Δαμασκόν, προς
συνάντησιν του Θεγλάθ-φελασάρ, βασιλέως της Ασσυρίας, και είδε το θυσιαστήριον
το εν Δαμασκώ· και έστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ προς τον Ουρίαν τον ιερέα το
ομοίωμα του θυσιαστηρίου και τον τύπον αυτού, καθ' όλην την εργασίαν αυτού.
11. Και ωκοδόμησεν Ουρίας ο ιερεύς το θυσιαστήριον, κατά
η πάντα όσα ο βασιλεύς Άχαζ απέστειλεν εκ Δαμασκού. Ούτως έκαμεν Ουρίας
ο ιερεύς, εωσού έλθη ο βασιλεύς Άχαζ εκ της Δαμασκού.
12. Και ότε ήλθεν ο βασιλεύς εκ της Δαμασκού, είδεν ο
βασιλεύς το θυσιαστήριον· και επλησίασεν ο βασιλεύς προς το θυσιαστήριον
και έκαμε προσφοράν επ' αυτού.
13. Και έκαυσε το ολοκαύτωμα αυτού και την εξ αλφίτων
προσφοράν αυτού, και επέχεε την σπονδήν αυτού, και ερράντισε το αίμα των
ειρηνικών αυτού προσφορών, επί το θυσιαστήριον.
14. Και μετέφερε το χάλκινον θυσιαστήριον, το έμπροσθεν
του Κυρίου, από του προσώπου του οίκου, από του μεταξύ του θυσιαστηρίου
και του οίκου του Κυρίου, και έθεσεν αυτό κατά το βόρειον πλευρόν του θυσιαστηρίου.
15. Και προσέταξεν ο βασιλεύς Άχαζ τον Ουρίαν τον ιερέα,
λέγων, Επί το θυσιαστήριον το μέγα πρόσφερε το ολοκαύτωμα το πρωϊνόν και
την εσπερινήν εξ αλφίτων προσφοράν και το ολοκαύτωμα του βασιλέως και την
εξ αλφίτων προσφοράν αυτού, μετά του ολοκαυτώματος παντός του λαού της
γης, και την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών· και ράντισον
επ' αυτό άπαν το αίμα του ολοκαυτώματος και άπαν το αίμα της θυσίας· το
δε χάλκινον θυσιαστήριον θέλει είσθαι εις εμέ διά να ερωτώ τον Κύριον.
16. Και έκαμεν Ουρίας ο ιερεύς κατά πάντα όσα προσέταξεν
ο βασιλεύς Άχαζ.
17. Και απέκοψεν ο βασιλεύς Άχαζ τα συγκλείσματα των
βάσεων, και εσήκωσεν επάνωθεν αυτών τον λουτήρα· και κατεβίβασε την θάλασσαν
επάνωθεν των χαλκίνων βοών των υποκάτω αυτής, και έθεσεν αυτήν επί βάσιν
λιθίνην.
18. Και το στέγασμα του σαββάτου, το οποίον είχον οικοδομήσει
εν τω οίκω, και την είσοδον του βασιλέως την έξω μετετόπισεν από του οίκου
του Κυρίου, εξ αιτίας του βασιλέως της Ασσυρίας.
19. Αι δε λοιπαί πράξεις του Άχαζ, όσας έπραξε, δεν είναι
γεγραμμέναι εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
20. Και εκοιμήθη ο Άχαζ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη
μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαβίδ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Εζεκίας
ο υιός αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 17o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 17
1. Εν τω δωδεκάτω έτει του Άχαζ βασιλέως του Ιούδα, εβασίλευσεν
Ωσηέ ο υιός του Ηλά εν Σαμαρεία επί τον Ισραήλ, εννέα έτη.
2. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, πλην ουχί ως
οι βασιλείς του Ισραήλ οίτινες ήσαν προ αυτού.
3. Επ' αυτόν ανέβη Σαλμανασάρ ο βασιλεύς της Ασσυρίας·
και έγεινεν Ωσηέ δούλος αυτού και έδιδεν εις αυτόν φόρον.
4. Εύρηκε δε ο βασιλεύς της Ασσυρίας συνωμοσίαν εν τω
Ωσηέ· διότι απέστειλε μηνυτάς προς τον Σω, βασιλέα της Αιγύπτου, και δεν
έδωκε φόρον εις τον βασιλέα της Ασσυρίας, ως έκαμνε κατ' έτος· όθεν συνέκλεισεν
αυτόν ο βασιλεύς της Ασσυρίας και έδεσεν αυτόν εν φυλακή.
5. Και ανέβη ο βασιλεύς της Ασσυρίας διά πάσης της γής·
και ανέβη εις την Σαμάρειαν και επολιόρκησεν αυτήν τρία έτη.
6. Εν τω εννάτω έτει του Ωσηέ, ο βασιλεύς της Ασσυρίας
εκυρίευσε την Σαμάρειαν και μετώκισε τον Ισραήλ εις την Ασσυρίαν, και κατώκισεν
αυτούς εν Αλά και εν Αβώρ, παρά τον ποταμόν Γωζάν, και εν ταις πόλεσι των
Μήδων.
7. Έγεινε δε τούτο, διότι οι υιοί του Ισραήλ ημάρτησαν
εις Κύριον τον Θεόν αυτών, όστις ανήγαγεν αυτούς εκ γης Αιγύπτου, υποκάτωθεν
της χειρός του Φαραώ βασιλέως της Αιγύπτου, και εσεβάσβησαν άλλους θεούς,
8. και περιεπάτησαν εις τα νόμιμα των εθνών, τα οποία
εξεδίωξεν ο Κύριος απέμπροσθεν των υιών Ισραήλ, και τα των βασιλέων του
Ισραήλ, τα οποία εθέσπισαν.
9. Και έπραττον οι υιοί του Ισραήλ κρυφίως πράγματα,
τα οποία δεν ήσαν ευθέα ενώπιον Κυρίου του Θεού αυτών, και ωκοδόμησαν εις
εαυτούς υψηλούς τόπους εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτών, από πύργου φυλάκων
έως οχυράς πόλεως.
10. Και ανήγειραν εις εαυτούς αγάλματα και άλση επί πάντα
υψηλόν λόφον και υποκάτω παντός δένδρου πρασίνου.
11. Και εκεί εθυμίαζον επί πάντας τους υψηλούς τόπους,
καθώς τα έθνη τα οποία ο Κύριος εξεδίωξεν απέμπροσθεν αυτών· και έπραττον
πονηρά πράγματα διά να παροργίζωσι τον Κύριον·
12. και ελάτρευσαν τα είδωλα, περί των οποίων ο Κύριος
είπε προς αυτούς, Δεν θέλετε κάμει το πράγμα τούτο.
13. Και διεμαρτυρήθη ο Κύριος κατά του Ισραήλ και κατά
του Ιούδα, διά χειρός πάντων των προφητών, πάντων των βλεπόντων, λέγων,
Επιστρέψατε από των οδών υμών των πονηρών και φυλάττετε τας εντολάς μου,
τα διατάγματά μου, κατά πάντα τον νόμον τον οποίον προσέταξα εις τους πατέρας
σας και τον οποίον απέστειλα εις εσάς διά μέσου των δούλων μου των προφητών.
14. Πλην αυτοί δεν υπήκουσαν, αλλ' εσκλήρυναν τον τράχηλον
αυτών, ως τον τράχηλον των πατέρων αυτών, οίτινες δεν επίστευσαν εις Κύριον
τον Θεόν αυτών.
15. Και απέρριψαν τα διατάγματα αυτού και την διαθήκην
αυτού, την οποίαν έκαμε μετά των πατέρων αυτών, και τας διαμαρτυρήσεις
αυτού, τας οποίας διεμαρτυρήθη εναντίον αυτών· και υπήγαν οπίσω της ματαιότητος,
και εματαιώθησαν, και οπίσω των εθνών των πέριξ αυτών, περί των οποίων
ο Κύριος προσέταξεν αυτούς, να μη πράξωσιν ως εκείνα.
16. Και εγκατέλιπον πάσας ταις εντολάς Κυρίου του Θεού
αυτών, και έκαμον εις εαυτούς χωνευτά, δύο μόσχους, και έκαμον άλση και
προσεκύνησαν πάσαν την στρατιάν του ουρανού και ελάτρευσαν τον Βάαλ.
17. Και διεβίβαζον τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας
αυτών διά του πυρός, και μετεχειρίζοντο μαντείας και οιωνισμούς, και επώλησαν
εαυτούς εις το να πράττωσι πονηρά ενώπιον του Κυρίου, διά να παροργίζωσιν
αυτόν.
18. Διά ταύτα ο Κύριος ωργίσθη σφόδρα κατά του Ισραήλ
και απέβαλεν αυτούς από προσώπου αυτού· δεν εναπελείφθη, παρά μόνη η φυλή
του Ιούδα.
19. Και ο Ιούδας έτι δεν εφύλαξε τας εντολάς Κυρίου του
Θεού αυτού, αλλά περιεπάτησαν εις τα διατάγματα του Ισραήλ, τα οποία έκαμον.
20. Και απέβαλεν ο Κύριος παν το σπέρμα του Ισραήλ και
κατέθλιψεν αυτούς, και παρέδωκεν αυτούς εις την χείρα των διαρπαζόντων,
εωσού απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού.
21. Διότι απεσχίσθη ο Ισραήλ από του οίκου Δαβίδ, και
έκαμον βασιλέα τον Ιεροβοάμ υιόν του Ναβάτ· και ο Ιεροβοάμ απέσπασε τον
Ισραήλ εξόπισθεν του Κυρίου, και έκαμεν αυτούς να αμαρτήσωσιν αμαρτίαν
μεγάλην.
22. Διότι οι υιοί Ισραήλ περιεπάτησαν εν πάσαις ταις
αμαρτίαις του Ιεροβοάμ, τας οποίας έπραξε· δεν απεμακρύνθησαν απ' αυτών,
23. εωσού ο Κύριος απέβαλε τον Ισραήλ από προσώπου αυτού,
καθώς ελάλησε διά χειρός πάντων των δούλων αυτού των προφητών. Και μετωκίσθη
ο Ισραήλ από της γης αυτού εις την Ασσυρίαν, έως της ημέρας ταύτης.
24. Και έφερεν ο βασιλεύς της Ασσυρίας ανθρώπους εκ Βαβυλώνος
και από Χουθά και από Αυά και από Αιμάθ και από Σεφαρουΐμ, και κατώκισεν
εν ταις πόλεσι της Σαμαρείας αντί των υιών Ισραήλ, και εκληρονόμησαν την
Σαμάρειαν και κατώκησαν εν ταις πόλεσιν αυτής.
25. Και εν τη αρχή της εκεί κατοικήσεως αυτών, δεν εφοβήθησαν
τον Κύριον· και απέστειλεν ο Κύριος τους λέοντας μεταξύ αυτών, και εθανάτονον
εξ αυτών.
26. Και είπον προς τον βασιλέα της Ασσυρίας, λέγοντες,
Τα έθνη, τα οποία μετώκισας και εκάθισας εν ταις πόλεσι της Σαμαρείας,
δεν γνωρίζουσι τον νόμον του Θεού της γής· διά τούτο απέστειλε τους λέοντας
μεταξύ αυτών, και ιδού, θανατόνουσιν αυτούς, επειδή δεν γνωρίζουσι τον
νόμον του Θεού της γης.
27. Τότε ο βασιλεύς της Ασσυρίας προσέταξε, λέγων, Φέρετε
εκεί ένα των ιερέων, τους οποίους μετωκίσατε εκείθεν· και ας υπάγωσι και
ας κατοικήσωσιν εκεί· και ας διδάξη αυτούς τον νόμον του Θεού της γης.
28. Και εις των ιερέων, τους οποίους μετώκισαν εκ της
Σαμαρείας, ήλθε και κατώκησεν εν Βαιθήλ, και εδίδασκεν αυτούς πως να φοβώνται
τον Κύριον.
29. Έκαστον όμως έθνος έκαμον θεούς εις εαυτούς και έθεσαν
εις τους οίκους των υψηλών τόπων, τους οποίους οι Σαμαρείται έκαμον, έκαστον
έθνος εν ταις πόλεσιν αυτών, όπου κατώκουν.
30. Και οι άνδρες της Βαβυλώνος έκαμον την Σοκχώθ-βενώθ,
οι δε άνδρες της Χουθά έκαμον την Νεργάλ, και οι άνδρες της Αιμάθ έκαμον
την Ασιμά,
31. και οι Αυίται έκαμον την Νιβάζ και τον Ταρτάκ, και
οι Σεφαρουΐται έκαιον τους υιούς αυτών διά του πυρός εις τον Αδραμμέλεχ
και Αναμμέλεχ, θεούς των Σεφαρουϊτών.
32. Ούτως εφοβούντο τον Κύριον· έκαμον δε εις εαυτούς
εκ των εσχάτων μεταξύ αυτών ιερείς των υψηλών τόπων, οίτινες εθυσίαζον
υπέρ αυτών εν τοις οίκοις των υψηλών τόπων.
33. Εφοβούντο μεν τον Κύριον, ελάτρευον όμως τους ιδίους
αυτών θεούς, κατά τον τρόπον των εθνών, όθεν μετωκίσθησαν.
34. Έως της ημέρας ταύτης κάμνουσι κατά τους προτέρους
τρόπους· δεν φοβούνται τον Κύριον και δεν πράττουσι κατά τα διατάγματα
αυτών και κατά τας κρίσεις αυτών και κατά τον νόμον και την εντολήν, την
οποίαν προσέταξεν ο Κύριος εις τους υιούς Ιακώβ, τον οποίον ωνόμασεν Ισραήλ·
35. και έκαμε προς αυτούς ο Κύριος διαθήκην και προσέταξεν
αυτούς, λέγων, Δεν θέλετε φοβηθή άλλους θεούς, και δεν θέλετε προσκυνήσει
αυτούς ουδέ λατρεύσει αυτούς ουδέ θυσιάσει εις αυτούς·
36. αλλά τον Κύριον, όστις σας ανήγαγεν εκ γης Αιγύπτου
μετά δυνάμεως μεγάλης και εν βραχίονι εξηπλωμένω, αυτόν θέλετε φοβείσθαι
και αυτόν θέλετε προσκυνεί και εις αυτόν θέλετε θυσιάζει,
37. και τα διατάγματα και τας κρίσεις και τον νόμον και
την εντολήν, την οποίαν έγραψε διά σας, θέλετε προσέχει να εκτελήτε πάντοτε·
άλλους δε θεούς δεν θέλετε φοβηθή·
38. και την διαθήκην, την οποίαν έκαμα προς εσάς, δεν
θέλετε λησμονήσει και δεν θέλετε φοβηθή άλλους θεούς·
39. αλλά Κύριον τον Θεόν σας θέλετε φοβείσθαι και αυτός
θέλει σας ελευθερώσει εκ χειρός πάντων των εχθρών σας.
40. Πλην δεν υπήκουσαν, αλλ' έκαμνον κατά τους προτέρους
τρόπους αυτών.
41. Και τα έθνη ταύτα εφοβούντο μεν τον Κύριον, ελάτρευον
όμως τα γλυπτά αυτών· και οι υιοί αυτών και των υιών αυτών οι υιοί, καθώς
οι πατέρες αυτών έκαμνον, ούτω κάμνουσιν έως της ημέρας ταύτης.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 18o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 18
1. Εν δε τω τρίτω
έτει του Ωσηέ υιού του Ηλά, βασιλέως του Ισραήλ, εβασίλευσεν Εζεκίας ο
υιός του Άχαζ βασιλέως του Ιούδα.
2. Εικοσιπέντε ετών
ηλικίας ήτο, ότε εβασίλευσεν· εβασίλευσε δε εικοσιεννέα έτη εν Ιερουσαλήμ.
Και το όνομα της μητρός αυτού ήτο Αβί, θυγάτηρ του Ζαχαρίου.
3. Και έκαμε το ευθές
ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα όσα έκαμε Δαβίδ ο πατήρ αυτού.
4. Αυτός αφήρεσε τους
υψηλούς τόπους και κατέθραυσε τα αγάλματα και κατέκοψε τα άλση και κατεσύντριψε
τον χάλκινον όφιν, τον οποίον έκαμεν ο Μωϋσής· διότι έως των ημερών εκείνων
οι υιοί του Ισραήλ εθυμίαζον εις αυτόν· και εκάλεσεν αυτόν Νεουσθάν.
5. Επί Κύριον τον
Θεόν του Ισραήλ ήλπισε· και δεν εστάθη μετ' αυτόν όμοιος αυτού μεταξύ πάντων
των βασιλέων του Ιούδα, αλλ' ουδέ των προ αυτού·
6. διότι προσεκολλήθη
εις τον Κύριον· δεν απεμακρύνθη από όπισθεν αυτού, αλλ' εφύλαξε τας εντολάς
αυτού, τας οποίας ο Κύριος προσέταξεν εις τον Μωϋσήν.
7. Και ήτο ο Κύριος
μετ' αυτού· κατευοδούτο όπου εξήρχετο· και απεστάτησε κατά του βασιλέως
της Ασσυρίας και δεν εδούλευσεν εις αυτόν.
8. Αυτός επάταξε τους
Φιλισταίους, έως Γάζης και των ορίων αυτής, από πύργου φυλάκων έως οχυράς
πόλεως.
9. Εν δε τω τετάρτω
έτει του βασιλέως Εζεκίου, το οποίον ήτο το έβδομον έτος του Ωσηέ, υιού
του Ηλά βασιλέως του Ισραήλ, Σαλμανασάρ ο βασιλεύς της Ασσυρίας ανέβη επί
την Σαμάρειαν και επολιόρκει αυτήν.
10. Και εν τω τέλει
τριών ετών εκυρίευσαν αυτήν· εν τω έκτω έτει του Εζεκίου, το οποίον είναι
το έννατον του Ωσηέ βασιλέως του Ισραήλ, εκυριεύθη η Σαμάρεια.
11. Και μετώκισεν
ο βασιλεύς της Ασσυρίας τον Ισραήλ εις την Ασσυρίαν, και έθεσεν αυτούς
εν Αλά και εν Αβώρ παρά τον ποταμόν Γωζάν και εν ταις πόλεσι των Μήδων·
12. διότι δεν υπήκουσαν
της φωνής Κυρίου του Θεού αυτών, αλλά παρέβησαν την διαθήκην αυτού, πάντα
όσα προσέταξε Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου, και δεν υπήκουσαν ουδέ έκαμον
αυτά.
13. Εν δε τω δεκάτω
τετάρτω έτει του βασιλέως Εζεκίου, ανέβη Σενναχειρείμ ο βασιλεύς της Ασσυρίας
επί πάσας τας οχυράς πόλεις του Ιούδα και εκυρίευσεν αυτάς.
14. Και απέστειλεν
ο Εζεκίας βασιλεύς του Ιούδα προς τον βασιλέα της Ασσυρίας εις Λαχείς,
λέγων, Ημάρτησα· απόστρεψον απ' εμού· ό,τι επιβάλης επ' εμέ, θέλω βαστάσει
αυτό. Και επέβαλεν ο βασιλεύς της Ασσυρίας επί τον Εζεκίαν τον βασιλέα
του Ιούδα, τριακόσια τάλαντα αργυρίου και τριάκοντα τάλαντα χρυσίου.
15. Και έδωκεν εις
αυτόν ο Εζεκίας άπαν το αργύριον το ευρεθέν εν τω οίκω του Κυρίου και εν
τοις θησαυροίς του οίκου του βασιλέως.
16. Κατ' εκείνον τον
καιρόν απέκοψεν ο Εζεκίας τας θύρας του ναού του Κυρίου και τους στύλους,
τους οποίους Εζεκίας ο βασιλεύς του Ιούδα είχε περισκεπάσει με χρυσίον,
και έδωκεν αυτό εις τον βασιλέα της Ασσυρίας.
17. Και απέστειλεν
ο βασιλεύς της Ασσυρίας τον Ταρτάν και τον Ραβ-σαρείς, και τον Ραβ-σάκην,
από Λαχείς, προς τον βασιλέα Εζεκίαν, μετά δυνάμεως μεγάλης εις Ιερουσαλήμ·
οι δε ανέβησαν και ήλθον εις την Ιερουσαλήμ. Και ότε ανέβησαν, ήλθον και
εστάθησαν εν τω υδραγωγώ της άνω κολυμβήθρας, ήτις είναι εν τη μεγάλη οδώ
του αγρού του γναφέως.
18. Και εβόησαν προς
τον βασιλέα, και εξήλθον προς αυτούς Ελιακείμ, ο υιός του Χελκίου, ο οικονόμος,
και Σομνάς ο γραμματεύς και Ιωάχ, ο υιός του Ασάφ, ο υπομνηματογράφος.
19. Και είπε προς
αυτούς ο Ραβ-σάκης, Είπατε τώρα προς τον Εζεκίαν, Ούτω λέγει ο βασιλεύς
ο μέγας, ο βασιλεύς της Ασσυρίας· Ποίον είναι το θάρρος τούτο επί το οποίον
θαρρείς;
20. συ λέγεις, πλην
είναι λόγοι χειλέων, Έχω βουλήν και δύναμιν διά πόλεμον· αλλ' επί τίνα
θαρρείς, ώστε απεστάτησας εναντίον μου;
21. τώρα ιδού, συ
θαρρείς επί την ράβδον του συντετριμμένου εκείνου καλάμου, επί την Αίγυπτον,
επί τον οποίον εάν τις επιστηριχθή, θέλει εμπηχθή εις την χείρα αυτού και
τρυπήσει αυτήν· τοιούτος είναι Φαραώ ο βασιλεύς της Αιγύπτου προς πάντας
τους θαρρούντας επ' αυτόν.
22. Αλλ' εάν είπητε
προς εμέ, Επί Κύριον τον Θεόν ημών θαρρούμεν· δεν είναι αυτός, του οποίου
τους υψηλούς τόπους και τα θυσιαστήρια αφήρεσεν ο Εζεκίας, και είπε προς
τον Ιούδαν και προς την Ιερουσαλήμ, Έμπροσθεν τούτου του θυσιαστηρίου θέλετε
προσκυνήσει εν Ιερουσαλήμ;
23. Τώρα λοιπόν, δος
ενέχυρα εις τον κύριόν μου τον βασιλέα της Ασσυρίας, και εγώ θέλω σοι δώσει
δισχιλίους ίππους, αν δύνασαι από μέρους σου να δώσης επιβάτας επ' αυτούς.
24. Πως λοιπόν θέλεις
στρέψει οπίσω το πρόσωπον ενός τοπάρχου εκ των ελαχίστων δούλων του κυρίου
μου, και ήλπισας επί την Αίγυπτον διά αμάξας και διά ιππέας;
25. Και τώρα άνευ
του Κυρίου ανέβην εγώ επί τον τόπον τούτον, διά να καταστρέψω αυτόν; Ο
Κύριος είπε προς εμέ, Ανάβα επί την γην ταύτην και κατάστρεψον αυτήν.
26. Τότε είπεν Ελιακείμ
ο υιός του Χελκίου, και ο Σομνάς και ο Ιωάχ, προς τον Ραβ-σάκην, Λάλησον,
παρακαλώ, προς τους δούλους σου εις την Συριακήν γλώσσαν· διότι καταλαμβάνομεν
αυτήν· και μη λάλει προς ημάς Ιουδαϊστί, εις επήκοον του λαού επί του τείχους.
27. Αλλ' ο Ραβ-σάκης
είπε προς αυτούς, Μήπως ο κύριός μου απέστειλεν εμέ προς τον κύριόν σου
ή και προς σε, διά να λαλήσω τους λόγους τούτους; δεν με απέστειλε προς
τους άνδρας τους καθημένους επί του τείχους, διά να φάγωσι την κόπρον αυτών
και να πίωσι το ούρον αυτών με σας;
28. Τότε ο Ραβ-σάκης
εστάθη και εφώνησεν Ιουδαϊστί μετά φωνής μεγάλης και ελάλησε, λέγων, Ακούσατε
τον λόγον του βασιλέως του μεγάλου, του βασιλέως της Ασσυρίας.
29. ούτω λέγει ο βασιλεύς·
Μη σας απατά ο Εζεκίας· διότι δεν θέλει δυνηθή να σας λυτρώση εκ της χειρός
αυτού·
30. και μη σας κάμνη
ο Εζεκίας να θαρρήτε επί τον Κύριον, λέγων, Ο Κύριος βεβαίως θέλει μας
λυτρώσει, και η πόλις αύτη δεν θέλει παραδοθή εις την χείρα του βασιλέως
της Ασσυρίας.
31. Μη ακούετε του
Εζεκίου· διότι ούτω λέγει ο βασιλεύς της Ασσυρίας. Κάμετε συμβιβασμόν μετ'
εμού και εξέλθετε προς εμέ· και φάγετε έκαστος από της αμπέλου αυτού και
έκαστος από της συκής αυτού, και πίετε έκαστος από των υδάτων της δεξαμενής
αυτού·
32. εωσού έλθω και
σας λάβω εις γην ομοίαν με την γην σας, γην σίτου και οίνου, γην άρτου
και αμπελώνων, γην ελαίου και μέλιτος, διά να ζήσητε και να μη αποθάνητε·
και μη ακούετε του Εζεκίου, όταν σας απατά, λέγων, Ο Κύριος θέλει μας λυτρώσει.
33. Μήπως ελύτρωσέ
τις τωόντι εκ των θεών των εθνών την γην αυτού εκ της χειρός του βασιλέως
της Ασσυρίας;
34. που οι θεοί της
Αιμάθ και Αρφάδ; που οι θεοί της Σεφαρουΐμ, της Ενά και της Αυά; μήπως
ελύτρωσαν εκ της χειρός μου την Σαμάρειαν;
35. τίνες μεταξύ πάντων
των θεών των τόπων ελύτρωσαν την γην αυτών εκ της χειρός μου, ώστε και
ο Κύριος να λυτρώση την Ιερουσαλήμ εκ της χειρός μου;
36. Ο δε λαός εσιώπα
και δεν απεκρίθη λόγον προς αυτόν· διότι ο βασιλεύς είχε προστάξει, λέγων,
Μη αποκριθήτε προς αυτόν.
37. Τότε Ελιακείμ,
ο υιός του Χελκίου, ο οικονόμος, και Σομνάς ο γραμματεύς και Ιωάχ, ο υιός
του Ασάφ, ο υπομνηματογράφος, ήλθον προς τον Εζεκίαν με διεσχισμένα ιμάτια
και απήγγειλαν προς αυτόν τους λόγους του Ραβ-σάκη.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 19o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 19
1. Και ότε ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας, διέσχισε τα ιμάτια
αυτού και εσκεπάσθη με σάκκον και εισήλθεν εις τον οίκον του Κυρίου.
2. Και απέστειλεν Ελιακείμ τον οικονόμον και Σομνάν τον
γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων, εσκεπασμένους με σάκκους, προς
τον προφήτην Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς.
3. Και είπον προς αυτόν, Ούτω λέγει ο Εζεκίας· Ημέρα
θλίψεως και ονειδισμού και βλασφημίας η ημέρα αύτη· διότι τα τέκνα ήλθον
εις την ακμήν της γέννας, πλην δύναμις δεν είναι εις την τίκτουσαν·
4. είθε να ήκουσε Κύριος ο Θεός σου πάντας τους λόγους
του Ραβ-σάκη, τον οποίον ο βασιλεύς της Ασσυρίας ο κύριος αυτού απέστειλε
διά να ονειδίση τον ζώντα θεόν, και να υβρίση διά των λόγων, τους οποίους
ήκουσε Κύριος ο Θεός σου· διά τούτο ύψωσον δέησιν υπέρ του υπολοίπου του
σωζομένου.
5. Και ήλθον προς τον Ησαΐαν οι δούλοι του βασιλέως Εζεκίου.
6. Και είπε προς αυτούς ο Ησαΐας, Ούτω θέλετε ειπεί προς
τον κύριόν σας· Ούτω λέγει Κύριος· Μη φοβού από των λόγων τους οποίους
ήκουσας, διά των οποίων οι δούλοι του βασιλέως της Ασσυρίας με ωνείδισαν·
7. ιδού, εγώ θέλω βάλει εις αυτόν τοιούτον πνεύμα, ώστε,
ακούσας θόρυβον, θέλει επιστρέψει εις την γην αυτού· και θέλω κάμει αυτόν
να πέση διά μαχαίρας εν τη γη αυτού.
8. Ο Ραβ-σάκης λοιπόν επέστρεψε και εύρηκε τον βασιλέα
της Ασσυρίας πολεμούντα εναντίον της Λιβνά· διότι ήκουσεν ότι έφυγεν από
Λαχείς.
9. Και ο βασιλεύς, ότε ήκουσε να λέγωσι περί Θιρακά του
βασιλέως της Αιθιοπίας, Ιδού, εξήλθε να σε πολεμήση, απέστειλε πάλιν πρέσβεις
προς τον Εζεκίαν, λέγων,
10. Ούτω θέλετε ειπεί προς Εζεκίαν, τον βασιλέα του Ιούδα,
λέγοντες, Ο Θεός σου, επί τον οποίον θαρρείς, ας μη σε απατά, λέγων, Η
Ιερουσαλήμ δεν θέλει παραδοθή εις την χείρα του βασιλέως της Ασσυρίας·
11. ιδού, συ ήκουσας τι έκαμον οι βασιλείς της Ασσυρίας
εις πάντας τους τόπους, καταστρέφοντες αυτούς· και συ θέλεις λυτρωθή;
12. μήπως οι θεοί των εθνών ελύτρωσαν εκείνους, τους
οποίους οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γωζάν και την Χαρράν και Ρεσέφ
και τους υιούς του Εδέν τους εν Τελασσάρ;
13. που ο βασιλεύς της Αιμάθ, και ο βασιλεύς της Αρφάδ,
και ο βασιλεύς της πόλεως Σεφαρουΐμ, Ενά και Αυά;
14. Και λαβών ο Εζεκίας την επιστολήν εκ της χειρός των
πρέσβεων, ανέγνωσεν αυτήν· και ανέβη ο Εζεκίας εις τον οίκον του Κυρίου
και εξετύλιξεν αυτήν ενώπιον του Κυρίου.
15. Και προσηυχήθη ενώπιον του Κυρίου ο Εζεκίας, λέγων,
Κύριε Θεέ του Ισραήλ, ο καθήμενος επί των χερουβείμ, συ αυτός είσαι ο Θεός,
ο μόνος, πάντων των βασιλείων της γής· συ έκαμες τον ουρανόν και την γήν·
16. κλίνον, Κύριε, το ους σου και άκουσον· άνοιξον, Κύριε,
τους οφθαλμούς σου και ιδέ· και άκουσον τους λόγους του Σενναχειρείμ, όστις
απέστειλε τούτον διά να ονειδίση τον ζώντα Θεόν·
17. αληθώς, Κύριε, οι βασιλείς της Ασσυρίας ηρήμωσαν
τα έθνη και τους τόπους αυτών,
18. και έρριψαν εις το πυρ, τους θεούς αυτών· διότι δεν
ήσαν θεοί, αλλ' έργον χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι· διά τούτο κατέστρεψαν
αυτούς·
19. τώρα λοιπόν, Κύριε Θεέ ημών, σώσον ημάς, δέομαι,
εκ της χειρός αυτού· διά να γνωρίσωσι πάντα τα βασίλεια της γης, ότι συ
είσαι Κύριος ο Θεός, ο μόνος.
20. Τότε απέστειλεν Ησαΐας ο υιός του Αμώς προς τον Εζεκίαν,
λέγων, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ήκουσα όσα προσηυχήθης εις
εμέ κατά του Σενναχειρείμ βασιλέως της Ασσυρίας.
21. Ούτος είναι ο λόγος τον οποίον ο Κύριος ελάλησε περί
αυτού· Σε κατεφρόνησε, σε ενέπαιξεν παρθένος, η θυγάτηρ της Σιών· οπίσω
σου έσεισε κεφαλήν η θυγάτηρ της Ιερουσαλήμ.
22. Τίνα ωνείδισας και εβλασφήμησας; και κατά τίνος ύψωσας
φωνήν και εσήκωσας υψηλά τους οφθαλμούς σου; Κατά του Αγίου του Ισραήλ.
23. Τον Κύριον ωνείδισας διά των πρέσβεών σου και είπας,
Με το πλήθος των αμαξών μου ανέβην εγώ εις το ύψος των ορέων, εις τα πλευρά
του Λιβάνου· και θέλω κόψει τας υψηλάς κέδρους αυτού, τας εκλεκτάς ελάτους
αυτού· και θέλω εισέλθει εις τα έσχατα οικήματα αυτού, εις το δάσος του
Καρμήλου αυτού·
24. εγώ ανέσκαψα και έπιον ύδατα ξένα· και με το ίχνος
των ποδών μου εξήρανα πάντας τους ποταμούς των πολιορκουμένων.
25. Μη δεν ήκουσας ότι εγώ έκαμον τούτο παλαιόθεν, και
από ημερών αρχαίων εβουλεύθην αυτό; τώρα δε εξετέλεσα τούτο, ώστε συ να
ήσαι διά να καταστρέφης πόλεις ωχυρωμένας εις ερειπίων σωρούς.
26. Διά τούτο οι κάτοικοι αυτών ήσαν μικράς δυνάμεως,
ετρόμαξαν και κατησχύνθησαν· ήσαν ως ο χόρτος του αγρού και ως η χλόη,
ως ο χόρτος των δωμάτων και ως ο σίτος ο καιόμενος πριν καλαμώση.
27. Πλην εγώ εξεύρω την κατοικίαν σου και την έξοδόν
σου και την είσοδόν σου και την κατ' εμού λύσσαν σου.
28. Επειδή η κατ' εμού λύσσα σου και η αλαζονεία σου
ανέβησαν εις τα ώτα μου, διά τούτο θέλω βάλει τον κρίκον μου εις τους μυκτήράς
σου και τον χαλινόν μου εις τα χείλη σου, και θέλω σε επιστρέψει διά της
οδού δι' ης ήλθες.
29. Και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον· Το έτος
τούτο θέλετε φάγει ό,τι είναι αυτοφυές· και το δεύτερον έτος, ό,τι εκφύεται
από του αυτού· το δε τρίτον έτος, σπείρατε και θερίσατε και φυτεύσατε αμπελώνας
και φάγετε τον καρπόν αυτών.
30. Και το υπόλοιπον εκ του οίκου Ιούδα, το διασωθέν,
θέλει ριζώσει πάλιν υποκάτωθεν και θέλει δώσει επάνω καρπούς.
31. Διότι εξ Ιερουσαλήμ θέλει εξέλθει το υπόλοιπον και
εκ του όρους Σιών το διασωθέν· ο ζήλος του Κυρίου των δυνάμεων θέλει εκτελέσει
τούτο.
32. Όθεν ούτω λέγει Κύριος περί του βασιλέως της Ασσυρίας·
Δεν θέλει εισέλθει εις την πόλιν ταύτην ουδέ θέλει τοξεύσει εκεί βέλος
ουδέ θέλει προβάλει κατ' αυτής ασπίδα ουδέ θέλει υψώσει εναντίον αυτής
πρόχωμα.
33. Διά της οδού δι' ης ήλθε, δι' αυτής θέλει επιστρέψει,
και εις την πόλιν ταύτην δεν θέλει εισέλθει, λέγει Κύριος.
34. Διότι θέλω υπερασπισθή την πόλιν ταύτην, ώστε να
σώσω αυτήν, ένεκεν εμού και ένεκεν του δούλου μου Δαβίδ.
35. Και την νύκτα εκείνην εξήλθεν ο άγγελος του Κυρίου
και επάταξεν εν τω στρατοπέδω των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας·
και ότε εξηγέρθησαν το πρωΐ, ιδού, ήσαν πάντες σώματα νεκρά.
36. Και εσηκώθη Σενναχειρείμ, ο βασιλεύς της Ασσυρίας,
και έφυγε και επέστρεψε και κατώκησεν εν Νινευή.
37. Και ενώ προσεκύνει εν τω οίκω Νισρώκ του θεού αυτού,
Αδραμμέλεχ και Σαρασάρ οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν εν μαχαίρα. αυτοί δε
έφυγον εις γην Αραράτ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Εσαραδδών ο υιός αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 20o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 20
1. Κατ' εκείνας τας ημέρας ηρρώστησεν ο Εζεκίας εις θάνατον·
και ήλθε προς αυτόν Ησαΐας ο προφήτης, ο υιός του Αμώς, και είπε προς αυτόν,
Ούτω λέγει Κύριος· Διάταξον περί του οίκου σου, επειδή αποθνήσκεις και
δεν θέλεις ζήσει.
2. Τότε έστρεψε το πρόσωπον αυτού προς τον τοίχον και
προσηυχήθη εις τον Κύριον, λέγων,
3. Δέομαι, Κύριε, ενθυμήθητι τώρα, πως περιεπάτησα ενώπιόν
σου εν αληθεία και εν καρδία τελεία και έπραξα το αρεστόν ενώπιόν σου.
Και έκλαυσεν ο Εζεκίας κλαυθμόν μέγαν.
4. Και πριν εξέλθη ο Ησαΐας εις την αυλήν την μεσαίαν,
έγεινε λόγος Κυρίου προς αυτόν, λέγων,
5. Επίστρεψον και ειπέ προς τον Εζεκίαν τον ηγεμόνα του
λαού μου, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Δαβίδ του πατρός σου· Ήκουσα την
προσευχήν σου, είδον τα δάκρυά σου· ιδού, εγώ θέλω σε ιατρεύσει την τρίτην
ημέραν θέλεις αναβή εις τον οίκον του Κυρίου·
6. και θέλω προσθέσει εις τας ημέρας σου δεκαπέντε έτη·
και θέλω ελευθερώσει σε και την πόλιν ταύτην εκ της χειρός του βασιλέως
της Ασσυρίας· και θέλω υπερασπισθή την πόλιν ταύτην, ένεκεν εμού και ένεκεν
του δούλου μου Δαβίδ.
7. Και είπεν ο Ησαΐας, Λάβετε παλάθην σύκων. Και έλαβον
και επέθεσαν αυτήν επί το έλκος, και ανέλαβε την υγείαν αυτού.
8. Και είπεν ο Εζεκίας προς τον Ησαΐαν, Τι είναι το σημείον
ότι ο Κύριος θέλει με ιατρεύσει, και ότι θέλω αναβή εις τον οίκον του Κυρίου
την τρίτην ημέραν;
9. Και είπεν ο Ησαΐας, Τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον
παρά Κυρίου, ότι θέλει κάμει ο Κύριος το πράγμα το οποίον ελάλησε· να προχωρήση
η σκιά δέκα βαθμούς, ή να στραφή δέκα βαθμούς;
10. Και απεκρίθη ο Εζεκίας, Ελαφρόν πράγμα είναι να καταβή
η σκιά δέκα βαθμούς· ουχί, αλλ' ας στραφή οπίσω δέκα βαθμούς η σκιά.
11. Και εβόησεν ο Ησαΐας ο προφήτης προς τον Κύριον,
και έστρεψεν οπίσω την σκιάν δέκα βαθμούς, διά των βαθμών τους οποίους
κατέβη διά των βαθμών του Άχαζ.
12. Κατ' εκείνον τον καιρόν Βερωδάχ-βαλαδάν, ο υιός του
Βαλαδάν, βασιλεύς της Βαβυλώνος, έστειλεν επιστολάς και δώρον προς τον
Εζεκίαν· διότι ήκουσεν ότι ηρρώστησεν ο Εζεκίας.
13. Και ηκροάσθη αυτούς ο Εζεκίας και έδειξεν εις αυτούς
πάντα τον οίκον των πολυτίμων αυτού πραγμάτων, τον άργυρον και τον χρυσόν
και τα αρώματα και τα πολύτιμα μύρα και όλην την οπλοθήκην αυτού και παν
ό,τι ευρίσκετο εν τοις θησαυροίς αυτού· δεν ήτο ουδέν εν τω οίκω αυτού
ουδέ υπό πάσαν την εξουσίαν αυτού, το οποίον ο Εζεκίας δεν έδειξεν εις
αυτούς.
14. Τότε ήλθεν Ησαΐας ο προφήτης προς τον βασιλέα Εζεκίαν
και είπε προς αυτόν, Τι λέγουσιν ούτοι οι άνθρωποι; και πόθεν ήλθον προς
σε; Και είπεν ο Εζεκίας, Από γης μακράς έρχονται, από Βαβυλώνος.
15. Ο δε είπε, Τι είδον εν τω οίκω σου; Και απεκρίθη
ο Εζεκίας, Είδον παν ό,τι είναι εν τω οίκω μου· δεν είναι ουδέν εν τοις
θησαυροίς μου, το οποίον δεν έδειξα εις αυτούς.
16. Τότε είπεν ο Ησαΐας προς τον Εζεκίαν, Άκουσον τον
λόγον του Κυρίου·
17. Ιδού, έρχονται ημέραι, καθ' ας παν ό,τι είναι εν
τω οίκω σου και ό,τι οι πατέρες σου εναπεταμίευσαν μέχρι της ημέρας ταύτης,
θέλει μετακομισθή εις την Βαβυλώνα· δεν θέλει μείνει ουδέν, λέγει Κύριος·
18. και εκ των υιών σου οίτινες θέλουσιν εξέλθει από
σου, τους οποίους θέλεις γεννήσει, θέλουσι λάβει και θέλουσι γείνει ευνούχοι
εν τω παλατίω του βασιλέως της Βαβυλώνος.
19. Τότε είπεν ο Εζεκίας προς τον Ησαΐαν, Καλός ο λόγος
του Κυρίου, τον οποίον ελάλησας. Είπεν έτι, Δεν θέλει είσθαι ειρήνη και
ασφάλεια εν ταις ημέραις μου;
20. Αι δε λοιπαί πράξεις του Εζεκίου και πάντα τα κατορθώματα
αυτού, και τίνι τρόπω έκαμε το υδροστάσιον και το υδραγωγείον και έφερε
το ύδωρ εις την πόλιν, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των
βασιλέων του Ιούδα;
21. Και εκοιμήθη ο Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού· εβασίλευσε
δε αντ' αυτού Μανασσής ο υιός αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 21o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 21
1. Δώδεκα ετών ηλικίας ήτο ο Μανασσής, ότε εβασίλευσεν·
εβασίλευσε δε πεντήκοντα πέντε έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός
αυτού ήτο Εφσιβά.
2. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά τα βδελύγματα
των εθνών, τα οποία εξεδίωξεν ο Κύριος απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ.
3. Και ανωκοδόμησε τους υψηλούς τόπους, τους οποίους
Εζεκίας ο πατήρ αυτού κατέστρεψε· και ανήγειρε θυσιαστήρια εις τον Βάαλ
και έκαμεν άλσος, καθώς έκαμεν Αχαάβ ο βασιλεύς του Ισραήλ· και προσεκύνησε
πάσαν την στρατιάν του ουρανού και ελάτρευσεν αυτά.
4. Και ωκοδόμησε θυσιαστήρια εν τω οίκω του Κυρίου, περί
του οποίου ο Κύριος είπεν, Εν Ιερουσαλήμ θέλω θέσει το όνομά μου.
5. Και ωκοδόμησε θυσιαστήρια εις πάσαν την στρατιάν του
ουρανού, εντός των δύο αυλών του οίκου του Κυρίου.
6. Και διεβίβασε τον υιόν αυτού διά του πυρός, και προεμάντευε
καιρούς, και έκαμνεν οιωνισμούς, και εσύστησεν ανταποκριτάς δαιμονίων και
επαοιδούς· έπραξε πολλά πονηρά ενώπιον του Κυρίου, διά να παροργίση αυτόν.
7. Και έστησε το γλυπτόν του άλσους, το οποίον έκαμεν,
εν τω οίκω, περί του οποίου ο Κύριος είπε προς τον Δαβίδ και προς τον Σολομώντα
τον υιόν αυτού, Εν τω οίκω τούτω και εν Ιερουσαλήμ, την οποίαν εξέλεξα
από πασών των φυλών του Ισραήλ, θέλω θέσει το όνομά μου εις τον αιώνα·
8. και δεν θέλω μετασαλεύσει τον πόδα του Ισραήλ από
της γης, την οποίαν έδωκα εις τους πατέρας αυτών· εάν μόνον προσέξωσι να
κάμνωσι κατά πάντα όσα προσέταξα εις αυτούς, και κατά πάντα τον νόμον τον
οποίον ο δούλός μου Μωϋσής προσέταξεν εις αυτούς.
9. Πλην δεν υπήκουσαν· και επλάνησεν αυτούς ο Μανασσής,
ώστε να πράττωσι πονηρότερα παρά τα έθνη, τα οποία ο Κύριος ηφάνισεν απ'
έμπροσθεν των υιών του Ισραήλ.
10. Και ελάλησε Κύριος διά χειρός των δούλων αυτού των
προφητών, λέγων,
11. Επειδή Μανασσής ο βασιλεύς του Ιούδα έπραξε τα βδελύγματα
ταύτα, πονηρότερα υπέρ πάντα όσα έπραξαν οι Αμορραίοι οι προ αυτού, και
έκαμεν έτι τον Ιούδαν να αμαρτήση διά των ειδώλων αυτού,
12. διά ταύτα ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού,
εγώ επιφέρω κακόν επί την Ιερουσαλήμ και επί τον Ιούδαν, ώστε παντός ακούοντος
περί αυτού θέλουσιν ηχήσει αμφότερα τα ώτα αυτού·
13. και θέλω εκτείνει επί την Ιερουσαλήμ το σχοινίον
της Σαμαρείας και την στάθμην του οίκου του Αχαάβ· και θέλω σπογγίσει την
Ιερουσαλήμ, καθώς σπογγίζει τις τρυβλίον και σπογγίσας στρέφει άνω κάτω·
14. και θέλω εγκαταλείψει το υπόλοιπον της κληρονομίας
μου και παραδώσει αυτούς εις την χείρα των εχθρών αυτών· και θέλουσιν είσθαι
εις διαρπαγήν και λεηλασίαν εις πάντας τους εχθρούς αυτών·
15. διότι έπραξαν πονηρά ενώπιόν μου και με παρώργισαν,
αφ' ης ημέρας οι πατέρες αυτών εξήλθον εξ Αιγύπτου, έως της ημέρας ταύτης.
16. Και αίμα έτι αθώον έχυσεν ο Μανασσής πολύ σφόδρα,
εωσού ενέπλησε την Ιερουσαλήμ απ' άκρου έως άκρου· εκτός της αμαρτίας αυτού,
διά της οποίας έκαμε τον Ιούδαν να αμαρτήση, πράξας πονηρά ενώπιον του
Κυρίου.
17. Αι δε λοιπαί πράξεις του Μανασσή και πάντα όσα έκαμε
και η αμαρτία αυτού, την οποίαν ημάρτησε, δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω
των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
18. Εκοιμήθη δε ο Μανασσής μετά των πατέρων αυτού, και
ετάφη εν τω κήπω του οίκου αυτού εν τω κήπω Ουζά· και εβασίλευσεν αντ'
αυτού Αμών ο υιός αυτού.
19. Εικοσιδύο ετών ηλικίας ήτο ο Αμών ότε εβασίλευσε,
και εβασίλευσε δύο έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο
Μεσουλλεμέθ, θυγάτηρ του Αρούς από Ιοτεβά.
20. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, καθώς έπραξε
Μανασσής ο πατήρ αυτού.
21. Και περιεπάτησεν εις πάσας τας οδούς, εις τας οποίας
περιεπάτησεν ο πατήρ αυτού· και ελάτρευσε τα είδωλα, τα οποία ελάτρευσεν
ο πατήρ αυτού, και προσεκύνησεν αυτά.
22. Και εγκατέλιπε Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτού
και δεν περιεπάτησεν εις την οδόν του Κυρίου.
23. Και συνώμοσαν οι δούλοι του Αμών εναντίον αυτού·
και εθανάτωσαν τον βασιλέα εν τω οίκω αυτού.
24. Ο δε λαός της γης εθανάτωσε πάντας τους συνωμόσαντας
κατά του βασιλέως Αμών· και έκαμεν ο λαός της γης Ιωσίαν τον υιόν αυτού
βασιλέα αντ' αυτού.
25. Αι δε λοιπαί πράξεις του Αμών, όσας έπραξε, δεν είναι
γεγραμμέναι εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
26. Και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού, εν τω κήπω Ουζά·
εβασίλευσε δε αντ' αυτού Ιωσίας ο υιός αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β'22o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 22
1. Οκτώ ετών ηλικίας ήτο ο Ιωσίας ότε εβασίλευσε, και
εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ έτη τριάκοντα και έν· το δε όνομα της μητρός
αυτού ήτο Ιεδιδά, θυγάτηρ του Αδαΐου, από Βοσκάθ.
2. Και έπραξε το ευθές ενώπιον του Κυρίου και περιεπάτησεν
εις πάσας τας οδούς Δαβίδ του πατρός αυτού, και δεν εξέκλινε δεξιά ή αριστερά.
3. Και εν τω δεκάτω ογδόω έτει του βασιλέως Ιωσία, εξαπέστειλεν
ο βασιλεύς τον Σαφάν, υιόν του Αζαλίου υιού του Μεσουλλάμ, τον γραμματέα,
εις τον οίκον του Κυρίου, λέγων,
4. Ανάβα προς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν, και ειπέ να
απαριθμήση το αργύριον το εισαχθέν εις τον οίκον του Κυρίου, το οποίον
οι φυλάττοντες την θύραν εσύναξαν παρά του λαού·
5. και ας παραδώσωσιν αυτό εις την χείρα των ποιούντων
τα έργα, των επιστατούντων εν τω οίκω του Κυρίου· οι δε ας δώσωσιν αυτό
εις τους εργαζομένους τα έργα τα εν τω οίκω του Κυρίου, διά να επισκευάσωσι
τα χαλάσματα του οίκου,
6. εις τους ξυλουργούς και οικοδόμους και τοιχοποιούς,
και διά να αγοράσωσι ξύλα και λίθους λατομητούς, διά να επισκευάσωσι τον
οίκον.
7. πλην δεν εγίνετο μετ' αυτών ουδείς λογαριασμός περί
του διδομένου εις τας χείρας αυτών αργυρίου, διότι ειργάζοντο εν πίστει.
8. Είπε δε Χελκίας ο ιερεύς ο μέγας προς Σαφάν τον γραμματέα,
Εύρηκα το βιβλίον του νόμου εν τω οίκω του Κυρίου. Και έδωκεν ο Χελκίας
το βιβλίον εις τον Σαφάν, και ανέγνωσεν αυτό.
9. Και ήλθε Σαφάν ο γραμματεύς προς τον βασιλέα και ανέφερε
λόγον προς τον βασιλέα και είπεν, Οι δούλοί σου εσύναξαν το αργύριον το
ευρεθέν εν τω οίκω, και παρέδωκαν αυτό εις την χείρα των ποιούντων τα έργα,
των επιστατούντων εις τον οίκον του Κυρίου.
10. Και απήγγειλε Σαφάν ο γραμματεύς προς τον βασιλέα,
λέγων, Χελκίας ο ιερεύς έδωκεν εις εμέ βιβλίον. Και ανέγνωσεν αυτό ο Σαφάν
ενώπιον του βασιλέως.
11. Και ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους του βιβλίου
του νόμου, διέσχισε τα ιμάτια αυτού.
12. Και προσέταξεν ο βασιλεύς Χελκίαν τον ιερέα και Αχικάμ
τον υιόν του Σαφάν και Αχβώρ τον υιόν του Μιχαΐου και Σαφάν τον γραμματέα
και Ασαΐαν τον δούλον του βασιλέως, λέγων,
13. Υπάγετε, ερωτήσατε τον Κύριον περί εμού και περί
του λαού και περί παντός του Ιούδα, περί των λόγων του βιβλίου τούτου,
το οποίον ευρέθη· διότι μεγάλη είναι η οργή του Κυρίου η εξαφθείσα εναντίον
ημών, επειδή οι πατέρες ημών δεν υπήκουσαν εις τους λόγους του βιβλίου
τούτου, ώστε να πράττωσι κατά πάντα τα γεγραμμένα περί ημών.
14. Τότε Χελκίας ο ιερεύς, και Αχικάμ και Αχβώρ και Σαφάν
και Ασαΐας, υπήγαν εις την Όλδαν την προφήτιν, την γυναίκα του Σαλλούμ
υιού του Τικβά, υιού του Αράς, του ιματιοφύλακος· κατώκει δε αύτη εν Ιερουσαλήμ,
κατά το Μισνέ· και ώμίλησαν μετ' αυτής.
15. Και είπε προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του
Ισραήλ· Είπατε προς τον άνθρωπον, όστις σας απέστειλε προς εμέ,
16. Ούτω λέγει Κύριος· Ιδού εγώ επιφέρω κακά επί τον
τόπον τούτον και επί τους κατοίκους αυτού, πάντας τους λόγους του βιβλίου,
το οποίον ο βασιλεύς του Ιούδα ανέγνωσε·
17. διότι με εγκατέλιπον και εθυμίασαν εις άλλους θεούς,
διά να με παροργίσωσι διά πάντων των έργων των χειρών αυτών· διά τούτο
θέλει εκχυθή ο θυμός μου επί τον τόπον τούτον και δεν θέλει σβεσθή.
18. Προς τον βασιλέα όμως του Ιούδα, όστις σας απέστειλε
να ερωτήσητε τον Κύριον, ούτω θέλετε ειπεί προς αυτόν· Ούτω λέγει Κύριος
ο Θεός του Ισραήλ· Περί των λόγων τους οποίους ήκουσας,
19. επειδή η καρδία σου ηπαλύνθη, και εταπεινώθης ενώπιον
του Κυρίου, ότε ήκουσας όσα ελάλησα εναντίον του τόπου τούτου και εναντίον
των κατοίκων αυτού, ότι θέλουσι κατασταθή ερήμωσις και κατάρα, και διέσχισας
τα ιμάτιά σου και έκλαυσας ενώπιόν μου· διά τούτο και εγώ επήκουσα, λέγει
Κύριος·
20. ιδού λοιπόν, εγώ θέλω σε συνάξει εις τους πατέρας
σου, και θέλεις συναχθή εις τον τάφον σου εν ειρήνη· και δεν θέλουσιν ιδεί
οι οφθαλμοί σου πάντα τα κακά, τα οποία εγώ επιφέρω επί τον τόπον τούτον.
Και έφεραν απόκρισιν προς τον βασιλέα.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 23o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 23
1. Και απέστειλεν ο βασιλεύς, και συνήγαγον προς αυτόν
πάντας τους πρεσβυτέρους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.
2. Και ανέβη ο βασιλεύς εις τον οίκον του Κυρίου, και
πάντες οι άνδρες Ιούδα και πάντες οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ μετ' αυτού,
και οι ιερείς και οι προφήται και πας ο λαός, από μικρού έως μεγάλου· και
ανέγνωσεν εις επήκοον αυτών πάντας τους λόγους του βιβλίου της διαθήκης,
το οποίον ευρέθη εν τω οίκω του Κυρίου.
3. Και σταθείς ο βασιλεύς πλησίον του στύλου, έκαμε την
διαθήκην ενώπιον του Κυρίου, να περιπατή κατόπιν του Κυρίου και να φυλάττη
τας εντολάς αυτού και τα μαρτύρια αυτού και τα διατάγματα αυτού εξ όλης
καρδίας και εξ όλης ψυχής, ώστε να εκτελώσι τους λόγους της διαθήκης ταύτης,
τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω τούτω. Και πας ο λαός εστάθη εις την διαθήκην.
4. Και προσέταξεν ο βασιλεύς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν
και τους ιερείς της δευτέρας τάξεως και τους φύλακας της πύλης, να εκβάλωσιν
εκ του ναού του Κυρίου πάντα τα σκεύη, τα κατεσκευασμένα διά τον Βάαλ και
διά το άλσος και διά πάσαν την στρατιάν του ουρανού· και κατέκαυσεν αυτά
έξω της Ιερουσαλήμ εν τοις αγροίς Κέδρων, και μετεκόμισαν την στάκτην αυτών
εις Βαιθήλ.
5. Και κατήργησε τους ειδωλολάτρας ιερείς, τους οποίους
οι βασιλείς του Ιούδα διώρισαν να θυμιάζωσιν εν τοις υψηλοίς τόποις, εν
ταις πόλεσι του Ιούδα και εν τοις πέριξ της Ιερουσαλήμ· και τους θυμιάζοντας
εις τον Βάαλ, εις τον ήλιον και εις την σελήνην και εις τα ζώδια και εις
πάσαν την στρατιάν του ουρανού.
6. Και εξέβαλε το άλσος εκ του οίκου του Κυρίου, έξω
της Ιερουσαλήμ, εις τον χείμαρρον Κέδρων, και κατέκαυσεν αυτό εν τω χειμάρρω
Κέδρων και κατελέπτυνεν αυτό εις σκόνην, και έρριψε την σκόνην αυτού επί
των μνημάτων των υιών του όχλου.
7. Και κατεκρήμνισε τους οίκους των σοδομιτών, τους εν
τω οίκω του Κυρίου, όπου αι γυναίκες ύφαινον παραπετάσματα διά το άλσος.
8. Και έφερε πάντας τους ιερείς εκ των πόλεων του Ιούδα,
και εβεβήλωσε τους υψηλούς τόπους, εις τους οποίους οι ιερείς εθυμίαζον,
από Γεβά έως Βηρ-σαβεέ, και κατεκρήμνισε τους υψηλούς τόπους των πυλών,
των εν τη εισόδω της πύλης Ιησού του άρχοντος της πόλεως, τη εξ αριστερών
της πύλης της πόλεως.
9. Πλην οι ιερείς των υψηλών τόπων δεν ανέβησαν προς
το θυσιαστήριον του Κυρίου εν Ιερουσαλήμ, αλλ' έτρωγον άζυμα μεταξύ των
αδελφών αυτών.
10. Και εβεβήλωσε τον Τοφέθ, τον εν τη φάραγγι των υιών
του Εννόμ· ώστε να μη δύναται μηδείς να διαβιβάση τον υιόν αυτού ή την
θυγατέρα αυτού διά του πυρός εις τον Μολόχ.
11. Και αφήρεσε τους ίππους, τους οποίους οι βασιλείς
του Ιούδα έστησαν εις τον ήλιον, κατά την είσοδον του οίκου του Κυρίου,
πλησίον του οικήματος του Νάθαν-μελέχ του ευνούχου, το οποίον ήτο εν Φαρουρείμ,
και κατέκαυσεν εν πυρί τας αμάξας του ηλίου.
12. Και τα θυσιαστήρια τα επί του δώματος του υπερώου
του Άχαζ, τα οποία έκαμον οι βασιλείς του Ιούδα, και τα θυσιαστήρια, τα
οποία έκαμεν ο Μανασσής εν ταις δύο αυλαίς του οίκου του Κυρίου, κατέστρεψεν
αυτά ο βασιλεύς και κατεκρήμνισεν εκείθεν και έρριψε την σκόνην αυτών εις
τον χείμαρρον Κέδρων.
13. Και τους υψηλούς τόπους τους κατά πρόσωπον της Ιερουσαλήμ,
τους εν δεξιά του όρους της διαφθοράς, τους οποίους ωκοδόμησε Σολομών ο
βασιλεύς του Ισραήλ διά την Αστάρτην το βδέλυγμα των Σιδωνίων, και διά
τον Χεμώς το βδέλυγμα των Μωαβιτών, και διά τον Μελχώμ το βδέλυγμα των
υιών Αμμών, εβεβήλωσεν ο βασιλεύς.
14. Και συνέτριψε τα αγάλματα και κατέκοψε τα άλση και
εγέμισε τους τόπους αυτών από οστά ανθρώπων.
15. Και το θυσιαστήριον το εν Βαιθήλ και τον υψηλόν τόπον,
τον οποίον έκαμεν Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, όστις έκαμε τον Ισραήλ να
αμαρτήση, και εκείνο το θυσιαστήριον και τον υψηλόν τόπον κατεχάλασε και
κατέκαυσε τον υψηλόν τόπον και ελέπτυνεν αυτά εις σκόνην και το άλσος κατέκαυσεν.
16. Ότε δε ο Ιωσίας εστράφη και είδε τους τάφους τους
εκεί εν τω όρει, έστειλε και έλαβε τα οστά εκ των τάφων και κατέκαυσεν
αυτά επί του θυσιαστηρίου, και εβεβήλωσεν αυτό· κατά τον λόγον του Κυρίου,
τον οποίον εκήρυξεν ο άνθρωπος του Θεού, ο λαλήσας τους λόγους τούτους.
17. Τότε είπε, Τι μνημείον είναι εκείνο το οποίον εγώ
βλέπω; Και οι άνδρες της πόλεως είπον προς αυτόν, Ο τάφος του ανθρώπου
του Θεού, όστις ήλθεν εξ Ιούδα και εκήρυξε τα πράγματα ταύτα, τα οποία
συ έκαμες κατά του θυσιαστηρίου της Βαιθήλ.
18. Και είπεν, Αφήσατε αυτόν· ας μη κινήση μηδείς τα
οστά αυτού. Και διέσωσαν τα οστά αυτού, μετά των οστέων του προφήτου του
ελθόντος εκ Σαμαρείας.
19. Και πάντας έτι τους οίκους των υψηλών τόπων τους
εν ταις πόλεσι της Σαμαρείας, τους οποίους έκαμον οι βασιλείς του Ισραήλ
διά να παροργίσωσι τον Κύριον, ο Ιωσίας αφήρεσε, και έκαμεν εις αυτούς
κατά πάντα τα έργα όσα έκαμεν εις Βαιθήλ.
20. Και εθυσίασεν επί των θυσιαστηρίων πάντας τους ιερείς
των υψηλών τόπων τους εκεί, και κατέκαυσεν επ' αυτών τα οστά των ανθρώπων
και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ.
21. Τότε προσέταξεν ο βασιλεύς εις πάντα τον λαόν, λέγων,
Κάμετε το πάσχα εις Κύριον τον Θεόν σας, κατά το γεγραμμένον εν τω βιβλίω
τούτω της διαθήκης.
22. Βεβαίως δεν έγεινε τοιούτον πάσχα από των ημερών
των κριτών οίτινες έκρινον τον Ισραήλ, ουδέ εν πάσαις ταις ημέραις των
βασιλέων του Ισραήλ και των βασιλέων του Ιούδα,
23. οποίον έγεινε προς τον Κύριον εν Ιερουσαλήμ το πάσχα
τούτο, κατά το δέκατον όγδοον έτος του βασιλέως Ιωσίου.
24. Αφήρεσεν έτι ο Ιωσίας και τους ανταποκριτάς των δαιμονίων
και τους μάντεις και τα ξόανα και τα είδωλα και πάντα τα βδελύγματα τα
οποία εφαίνοντο εν τη γη του Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ, διά να εκτελέση τους
λόγους του νόμου τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω, το οποίον εύρηκε Χελκίας
ο ιερεύς εν τω οίκω του Κυρίου.
25. Και όμοιος αυτού δεν υπήρξε προ αυτού βασιλεύς, όστις
επέστρεψεν εις τον Κύριον εξ όλης αυτού της καρδίας και εξ όλης αυτού της
ψυχής και εξ όλης αυτού της δυνάμεως, κατά πάντα τον νόμον του Μωϋσέως·
ουδέ ηγέρθη μετ' αυτόν όμοιος αυτού.
26. Πλην ο Κύριος δεν εστράφη από του θυμού της οργής
αυτού της μεγάλης, καθ' ον εξήφθη η οργή αυτού κατά του Ιούδα, εξ αιτίας
πάντων των παροργισμών, διά των οποίων παρώργισεν αυτόν ο Μανασσής.
27. Και είπε Κύριος, Και τον Ιούδαν θέλω εκβάλει απ'
έμπροσθέν μου, καθώς εξέβαλον τον Ισραήλ, και θέλω απορρίψει την πόλιν
ταύτην, την Ιερουσαλήμ, την οποίαν εξέλεξα, και τον οίκον περί του οποίου
είπα, ο όνομά μου θέλει είσθαι εκεί.
28. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωσίου και πάντα όσα έπραξε,
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
29. Εν ταις ημέραις αυτού ανέβη ο Φαραώ-νεχαώ, βασιλεύς
της Αιγύπτου, κατά του βασιλέως της Ασσυρίας επί τον ποταμόν Ευφράτην.
Και υπήγεν ο βασιλεύς Ιωσίας εις απάντησιν αυτού· και εκείνος, ως είδεν
αυτόν, εθανάτωσεν αυτόν εν Μεγιδδώ.
30. Και οι δούλοι αυτού επεβίβασαν αυτόν νεκρόν εις άμαξαν
από Μεγιδδώ, και έφεραν αυτόν εις Ιερουσαλήμ, και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω
αυτού. Ο δε λαός της γης έλαβε τον Ιωάχαζ υιόν του Ιωσίου, και έχρισαν
αυτόν και έκαμον αυτόν βασιλέα αντί του πατρός αυτού.
31. Εικοσιτριών ετών ηλικίας ήτο ο Ιωάχαζ, ότε εβασίλευσε·
και εβασίλευσε τρεις μήνας εν Ιερουσαλήμ. Το δε όνομα της μητρός αυτού
ήτο Αμουτάλ, θυγάτηρ του Ιερεμίου από Λιβνά.
32. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα
όσα έπραξαν οι πατέρες αυτού.
33. Και εφυλάκισεν αυτόν ο Φαραώ-νεχαώ εν Ριβλά εν τη
γη Αιμάθ, διά να μη βασιλεύη εν Ιερουσαλήμ· και κατεδίκασε την γην εις
πρόστιμον εκατόν ταλάντων αργυρίου και ενός ταλάντου χρυσίου.
34. Και έκαμεν ο Φαραώ-νεχαώ τον Ελιακείμ τον υιόν του
Ιωσίου βασιλέα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού, και μετήλλαξε το όνομα αυτού
εις Ιωακείμ· τον δε Ιωάχαζ έλαβε και έφερεν εις Αίγυπτον, και απέθανεν
εκεί.
35. Ο δε Ιωακείμ έδωκεν εις τον Φαραώ το αργύριον και
το χρυσίον· εφορολόγησεν όμως την γην, διά να δώση το αργύριον κατά την
προσταγήν του Φαραώ· ο λαός της γης συνεισέφερε το αργύριον και το χρυσίον,
έκαστος κατά την εκτίμησιν αυτού, διά να δώση εις τον Φαραώ-νεχαώ.
36. Εικοσιπέντε ετών ηλικίας ήτο ο Ιωακείμ, ότε εβασίλευσεν·
εβασίλευσε δε ένδεκα έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού ήτο
Ζεβουδά, θυγάτηρ του Φεδαίου από Ρουμά.
37. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα
όσα έπραξαν οι πατέρες αυτού.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β' 24o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 24
1. Εν ταις ημέραις αυτού ανέβη Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος, και ο Ιωακείμ έγεινε δούλος αυτού τρία έτη· έπειτα εστράφη
και απεστάτησε κατ' αυτού.
2. Και απέστειλεν ο Κύριος εναντίον αυτού τα τάγματα
των Χαλδαίων και τα τάγματα των Συρίων και τα τάγματα των Μωαβιτών και
τα τάγματα των υιών Αμμών, και απέστειλεν αυτούς εναντίον του Ιούδα, διά
να καταστρέψωσιν αυτόν· κατά τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον ελάλησε διά
χειρός των δούλων αυτού των προφητών.
3. Τω όντι κατά προσταγήν του Κυρίου έγεινε τούτο εις
τον Ιούδαν, διά να αποβάλη αυτόν από προσώπου αυτού, διά τας αμαρτίας του
Μανασσή, κατά πάντα όσα έπραξε·
4. και έτι διά το αθώον αίμα το οποίον έχυσε, διότι εγέμισε
την Ιερουσαλήμ αίμα αθώον· και δεν ηθέλησεν ο Κύριος να συγχωρήση αυτόν.
5. Αι δε λοιπαί πράξεις του Ιωακείμ και πάντα όσα έπραξε,
δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω των χρονικών των βασιλέων του Ιούδα;
6. Και εκοιμήθη ο Ιωακείμ μετά των πατέρων αυτού, και
εβασίλευσεν αντ' αυτού Ιωαχείν ο υιός αυτού.
7. Ο δε βασιλεύς της Αιγύπτου δεν εξήλθε πλέον εκ της
γης αυτού· διότι ο βασιλεύς της Βαβυλώνος έλαβεν, από του ποταμού της Αιγύπτου
μέχρι του ποταμού Ευφράτου, πάντα όσα ήσαν του βασιλέως της Αιγύπτου.
8. Δεκαοκτώ ετών ηλικίας ήτο ο Ιωαχείν, ότε εβασίλευσε·
και εβασίλευσε τρεις μήνας εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός αυτού
ήτο Νεουσθά, θυγάτηρ του Ελναθάν εξ Ιερουσαλήμ.
9. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα όσα
έπραξεν ο πατήρ αυτού.
10. Κατ' εκείνον τον καιρόν ανέβησαν οι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ
βασιλέως της Βαβυλώνος επί την Ιερουσαλήμ και επολιόρκησαν την πόλιν.
11. Και ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος
κατά της πόλεως, και οι δούλοι αυτού επολιόρκουν αυτήν.
12. Και εξήλθεν ο Ιωαχείν βασιλεύς του Ιούδα προς τον
βασιλέα της Βαβυλώνος, αυτός και η μήτηρ αυτού και οι δούλοι αυτού και
οι άρχοντες αυτού και οι ευνούχοι αυτού· και συνέλαβεν αυτόν ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος, εν τω ογδόω έτει της βασιλείας αυτού.
13. Και εξήγαγεν εκείθεν πάντας τους θησαυρούς του οίκου
του Κυρίου και τους θησαυρούς του οίκου του βασιλέως, και κατέκοψε πάντα
τα σκεύη τα χρυσά, τα οποία έκαμε Σολομών ο βασιλεύς του Ισραήλ εν τω ναώ,
του Κυρίου, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.
14. Και μετώκισε πάσαν την Ιερουσαλήμ και πάντας τους
άρχοντας και πάντας τους δυνατούς πολεμιστάς, δέκα χιλιάδας αιχμαλώτων,
και πάντας τους ξυλουργούς και σιδηρουργούς· δεν έμεινεν ειμή το πτωχότερον
μέρος του λαού της γης.
15. Και μετώκισε τον Ιωαχείν εις την Βαβυλώνα· και την
μητέρα του βασιλέως και τας γυναίκας του βασιλέως και τους ευνούχους αυτού
και τους δυνατούς της γης έφερεν αιχμαλώτους εξ Ιερουσαλήμ εις την Βαβυλώνα·
16. και πάντας τους πολεμιστάς, επτά χιλιάδας, και τους
ξυλουργούς και τους σιδηρουργούς, χιλίους, πάντας δυνατούς και επιτηδείους
εις πόλεμον· και μετώκισεν αυτούς εις Βαβυλώνα ο βασιλεύς της Βαβυλώνος.
17. Και έκαμεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος βασιλέα, αντ'
αυτού, Ματθανίαν τον αδελφόν του πατρός αυτού, και μετήλλαξε το όνομα αυτού
εις Σεδεκίαν.
18. Ενός και είκοσι ετών ηλικίας ήτο ο Σεδεκίας, ότε
εβασίλευσεν· εβασίλευσε δε ένδεκα έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της μητρός
αυτού ήτο Αμουτάλ, θυγάτηρ του Ιερεμίου από Λιβνά.
19. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά πάντα
όσα έπραξεν ο Ιωακείμ·
20. διότι εξ οργής του Κυρίου κατά της Ιερουσαλήμ και
του Ιούδα, εωσού απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού, έγεινε να αποστατήση
ο Σεδεκίας κατά του βασιλέως της Βαβυλώνος.
ΒΑΣΙΛΕΩΝ Β'25o
κεφάλαιο
[<]----English----[>]
II Kings 25
1. Και εν τω ενάτω
έτει της βασιλείας αυτού, τον δέκατον μήνα, την δεκάτην του μηνός, ήλθε
Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, αυτός και παν το στράτευμα αυτού,
κατά της Ιερουσαλήμ, και εστρατοπέδευσεν εναντίον αυτής· και ωκοδόμησαν
περιτειχίσματα εναντίον αυτής κύκλω.
2. Και η πόλις επολιορκείτο
μέχρι του ενδεκάτου έτους του βασιλέως Σεδεκίου.
3. Και την ενάτην
του τετάρτου μηνός η πείνα υπερίσχυσεν εν τη πόλει, και δεν ήτο άρτος διά
τον λαόν του τόπου.
4. Και εξεπορθήθη
η πόλις, και πάντες οι άνδρες του πολέμου έφυγον την νύκτα, διά της οδού
της πύλης της μεταξύ των δύο τειχών, της πλησίον του βασιλικού κήπου· οι
δε Χαλδαίοι ήσαν πλησίον της πόλεως κύκλω· και ο βασιλεύς υπήγε κατά την
οδόν της πεδιάδος.
5. Το δε στράτευμα
των Χαλδαίων κατεδίωξεν οπίσω του βασιλέως, και έφθασαν αυτόν εις τας πεδιάδας
της Ιεριχώ· και παν το στράτευμα αυτού διεσκορπίσθη από πλησίον αυτού.
6. Και συνέλαβον τον
βασιλέα και ανήγαγον αυτόν προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος εις Ριβλά· και
επρόφεραν καταδίκην επ' αυτόν.
7. Και έσφαξαν τους
υιούς του Σεδεκίου έμπροσθεν των οφθαλμών αυτού, και εξετύφλωσαν τους οφθαλμούς
του Σεδεκίου, και δέσαντες αυτόν με δύο χαλκίνας αλύσεις, έφεραν αυτόν
εις Βαβυλώνα.
8. Εν δε τω πέμπτω
μηνί, την εβδόμην του μηνός, του δεκάτου ενάτου έτους του Ναβουχοδονόσορ,
βασιλέως της Βαβυλώνος, ήλθεν επί Ιερουσαλήμ Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ,
ο δούλος του βασιλέως της Βαβυλώνος·
9. και κατέκαυσε τον
οίκον του Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάντας τους οίκους της
Ιερουσαλήμ, και πάντα μέγαν οίκον κατέκαυσεν εν πυρί.
10. Και παν το στράτευμα
των Χαλδαίων, το μετά του αρχισωματοφύλακος, κατεκρήμνισε τα τείχη της
Ιερουσαλήμ κύκλω.
11. Το δε υπόλοιπον
του λαού, το εναπολειφθέν εν τη πόλει, και τους φυγόντας, οίτινες προσέφυγον
προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος, και το εναπολειφθέν του πλήθους μετώκισεν
ο Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ.
12. Εκ των πτωχών
όμως της γης αφήκεν ο αρχισωματοφύλαξ, διά αμπελουργούς και γεωργούς.
13. Και τους στύλους
τους χαλκίνους, τους εν τω οίκω του Κυρίου, και τας βάσεις και την χαλκίνην
θάλασσαν την εν τω οίκω του Κυρίου, οι Χαλδαίοι κατέκοψαν και μετεκόμισαν
τον χαλκόν αυτών εις την Βαβυλώνα.
14. Έλαβον δε και
τους λέβητας και τα πτυάρια και τα λυχνοψάλιδα και τα θυμιατήρια και πάντα
τα σκεύη τα χάλκινα, διά των οποίων εγίνετο η υπηρεσία.
15. Έλαβε προσέτι
ο αρχισωματοφύλαξ και τα πυροδοχεία και τας φιάλας, ό,τι ήτο χρυσούν και
ό,τι αργυρούν·
16. τους δύο στύλους,
την μίαν θάλασσαν και τας βάσεις, τας οποίας ο Σολομών έκαμε διά τον οίκον
του Κυρίου· ο χαλκός πάντων τούτων των σκευών ήτο αζύγιστος.
17. Το ύψος του ενός
στύλου ήτο δεκαοκτώ πηχών, και το κιονόκρανον το επ' αυτού χάλκινον. Το
δε ύψος του κιονοκράνου τριών πηχών· και το δικτυωτόν και τα ρόδια επί
του κιονοκράνου κύκλω ήσαν πάντα χάλκινα· τα αυτά είχε και ο δεύτερος στύλος
μετά του δικτυωτού.
18. Και έλαβεν ο αρχισωματοφύλαξ
Σεραΐαν τον πρώτον ιερέα και Σοφονίαν τον δεύτερον ιερέα και τους τρεις
θυρωρούς·
19. και εκ της πόλεως
έλαβεν ένα ευνούχον, όστις ήτο επιστάτης επί των ανδρών των πολεμιστών,
και πέντε άνδρας εκ των παρισταμένων έμπροσθεν του βασιλέως, τους ευρεθέντας
εν τη πόλει, και τον γραμματέα τον άρχοντα των στρατευμάτων, όστις έκαμνε
την στρατολογίαν του λαού της γης, και εξήκοντα άνδρας εκ του λαού της
γης, τους ευρεθέντας εν τη πόλει.
20. Και λαβών αυτούς
Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ, έφερεν αυτούς προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος
εις Ριβλά.
21. Και επάταξεν αυτούς
ο βασιλεύς της Βαβυλώνος και εθανάτωσεν αυτούς εν Ριβλά, εν τη γη Αιμάθ.
Ούτω μετωκίσθη ο Ιούδας από της γης αυτού.
22. Περί δε του λαού
του εναπολειφθέντος εν τη γη Ιούδα, τους οποίους Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος αφήκεν, επί τούτους κατέστησε Γεδαλίαν τον υιόν του Αχικάμ,
υιού του Σαφάν.
23. Ακούσαντες δε
πάντες οι άρχοντες των στρατευμάτων, αυτοί και οι άνδρες αυτών, ότι ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος κατέστησε τον Γεδαλίαν, ήλθον προς τον Γεδαλίαν εις Μισπά,
και Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου και Ιωανάν ο υιός του Καρηά και Σεραΐας
ο υιός του Τανουμέθ ο Νετωφαθίτης και Ιααζανίας, υιός Μααχαθίτου τινός,
αυτοί και οι άνδρες αυτών.
24. Και ώμοσεν ο Γεδαλίας
προς αυτούς και προς τους άνδρας αυτών και είπε προς αυτούς, Μη φοβείσθε
να ήσθε δούλοι των Χαλδαίων. Κατοικήσατε εν τη γη και δουλεύετε τον βασιλέα
της Βαβυλώνος· και θέλει είσθαι καλόν εις εσάς.
25. Εν δε τω εβδόμω
μηνί, Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου, υιού του Ελισαμά, εκ του βασιλικού σπέρματος,
ήλθεν, έχων μεθ' εαυτού δέκα άνδρας, και επάταξαν τον Γεδαλίαν, ώστε απέθανε,
και τους Ιουδαίους και Χαλδαίους, τους όντας μετ' αυτού εν Μισπά.
26. Και εσηκώθη πας
ο λαός, από μικρού έως μεγάλου, και οι άρχοντες των στρατευμάτων, και ήλθον
εις την Αίγυπτον· διότι εφοβήθησαν από προσώπου των Χαλδαίων.
27. Εν δε τω τριακοστώ
εβδόμω έτει της μετοικεσίας του Ιωαχείν βασιλέως του Ιούδα, τον δωδέκατον
μήνα, την εικοστήν εβδόμην του μηνός, ο Ευείλ-μερωδάχ βασιλεύς της Βαβυλώνος,
κατά το έτος καθ' ο εβασίλευσεν, ύψωσεν εκ της φυλακής την κεφαλήν του
Ιωαχείν βασιλέως του Ιούδα·
28. και ελάλησεν ευμενώς
μετ' αυτού, και έθεσε τον θρόνον αυτού επάνωθεν του θρόνου των βασιλέων,
των μετ' αυτού εν Βαβυλώνι.
29. και ήλλαξε τα
ιμάτια της φυλακής αυτού· και έτρωγεν άρτον πάντοτε μετ' αυτού πάσας τας
ημέρας της ζωής αυτού·
30. και το σιτηρέσιον
αυτού ήτο παντοτεινόν σιτηρέσιον, διδόμενον εις αυτόν παρά του βασιλέως,
ημερήσιος χορηγία πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.
[>]