ΕΞΟΔΟΣ 1o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 1
1. Και ταύτα είναι τα ονόματα των υιών Ισραήλ, των εισελθόντων
εις Αίγυπτον μετά του Ιακώβ· έκαστος μετά της οικογένειας αυτού εισήλθον.
2. Ρουβήν, Συμεών, Λευΐ και Ιούδας,
3. Ισσάχαρ, Ζαβουλών και Βενιαμίν,
4. Δαν και Νεφθαλί, Γαδ και Ασήρ.
5. Και πάσαι αι ψυχαί αι εξελθούσαι εκ του μηρού του
Ιακώβ ήσαν ψυχαί εβδομήκοντα· ο δε Ιωσήφ ήτο ήδη εν Αιγύπτω.
6. Ετελεύτησε δε ο Ιωσήφ και πάντες οι αδελφοί αυτού,
και πάσα η γενεά εκείνη.
7. Και ηυξήνθησαν οι υιοί Ισραήλ και επληθύνθησαν, και
επολλαπλασιάσθησαν, και ενεδυναμώθησαν σφόδρα, ώστε ο τόπος εγέμισεν απ'
αυτών.
8. Εσηκώθη δε νέος βασιλεύς επί την Αίγυπτον, όστις δεν
εγνώριζε τον Ιωσήφ.
9. Και είπε προς τον λαόν αυτού, Ιδού, ο λαός των υιών
Ισραήλ είναι πολύ πλήθος και ισχυρότερος ημών·
10. έλθετε, ας σοφισθώμεν κατ' αυτών, διά να μη πολλαπλασιασθώσι,
και αν συμβή πόλεμος ενωθώσι και ούτοι μετά των εχθρών ημών και πολεμήσωσιν
ημάς και αναχωρήσωσιν εκ του τόπου.
11. Κατέστησαν λοιπόν επ' αυτούς επιστάτας των εργασιών,
διά να καταθλίβωσιν αυτούς με τα βάρη αυτών· και ωκοδόμησαν εις τον Φαραώ
πόλεις αποθηκών, την Πιθώμ και την Ραμεσσή.
12. Όσον όμως κατέθλιβον αυτούς, τόσω μάλλον επληθύνοντο
και ηυξάνοντο. Και οι Αιγύπτιοι απεστρέφοντο τους υιούς Ισραήλ.
13. Και κατεδυνάστευον οι Αιγύπτιοι τους υιούς Ισραήλ
αυστηρώς·
14. και κατεπίκραινον την ζωήν αυτών διά της σκληράς
δουλείας εις τον πηλόν και εις τας πλίνθους, και εις πάσας τας εργασίας
των πεδιάδων· πάσαι αι εργασίαι αυτών, με τας οποίας κατεδυνάστευον αυτούς,
ήσαν αυστηραί.
15. Και ελάλησεν ο βασιλεύς των Αιγυπτίων προς τας μαίας
των Εβραίων, εκ των οποίων η μία ωνομάζετο Σεπφώρα, και η άλλη Φουά,
16. και είπεν, Όταν μαιεύητε τας Εβραίας και ίδητε αυτάς
επί της γέννας, εάν μεν ήναι αρσενικόν, θανατόνετε αυτό· εάν δε ήναι θηλυκόν,
τότε ας ζήση.
17. Εφοβήθησαν δε αι μαίαι τον Θεόν και δεν έκαμνον ως
είπε προς αυτάς ο βασιλεύς της Αιγύπτου, αλλ' άφινον ζώντα τα αρσενικά.
18. Καλέσας δε ο βασιλεύς της Αιγύπτου τας μαίας, είπε
προς αυτάς, Διά τι εκάμετε το πράγμα τούτο, και αφίνετε ζώντα τα αρσενικά;
19. Και απεκρίθησαν αι μαίαι προς τον Φαραώ, Ότι αι Εβραίαι
δεν είναι ως αι γυναίκες της Αιγύπτου· διότι είναι εύρωστοι και γεννώσι
πριν εισέλθωσιν εις αυτάς αι μαίαι.
20. Ο δε Θεός ηγαθοποίει τας μαίας· και επληθύνετο ο
λαός και ενεδυναμούτο σφόδρα.
21. Και επειδή αι μαίαι εφοβούντο τον Θεόν, έκαμεν εις
αυτάς οίκους.
22. Ο δε Φαραώ προσέταξε πάντα τον λαόν αυτού, λέγων,
Παν αρσενικόν το οποίον γεννηθή, εις τον ποταμόν ρίπτετε αυτό· παν δε θηλυκόν,
αφίνετε να ζη.
ΕΞΟΔΟΣ 2o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 2
1. Υπήγε δε άνθρωπός τις εκ του οίκου Λευΐ, και έλαβεν
εις γυναίκα μίαν εκ των θυγατέρων Λευΐ.
2. Και συνέλαβεν η γυνή και εγέννησεν υιόν· ιδούσα δε
αυτόν ότι ήτο εύμορφος, έκρυψεν αυτόν τρεις μήνας.
3. Μη δυναμένη δε να κρύπτη αυτόν πλέον, έλαβε δι' αυτόν
κιβώτιον σπάρτινον και κατέχρισεν αυτό με άσφαλτον και πίσσαν και ενέβαλε
το παιδίον εις αυτό και έθεσεν εις το ελώδες μέρος παρά το χείλος του ποταμού.
4. Η δε αδελφή αυτού παρεμόνευε μακρόθεν, διά να ίδη
το αποβησόμενον εις αυτό.
5. Και κατέβη η θυγάτηρ του Φαραώ διά να λουσθή εις τον
ποταμόν, αι δε θεράπαιναι αυτής περιεπάτουν επί την όχθην του ποταμού·
και ότε είδε το κιβώτιον εις το ελώδες μέρος, έστειλε την παιδίσκην αυτής
και έλαβεν αυτό·
6. και ανοίξασα βλέπει το παιδίον και ιδού, το νήπιον
έκλαιε· και ελυπήθη αυτό, λέγουσα, Εκ των παιδίων των Εβραίων είναι τούτο.
7. Τότε είπεν η αδελφή αυτού προς την θυγατέρα του Φαραώ,
Θέλεις να υπάγω να καλέσω εις σε γυναίκα θηλάζουσαν εκ των Εβραίων, διά
να σοι θηλάση το παιδίον;
8. Και είπε προς αυτήν η θυγάτηρ του Φαραώ, Ύπαγε. Και
υπήγε το κοράσιον και εκάλεσε την μητέρα του παιδίου.
9. Και είπε προς αυτήν η θυγάτηρ του Φαραώ, Λάβε το παιδίον
τούτο και θήλασόν μοι αυτό, και εγώ θέλω σοι δώσει τον μισθόν σου.
10. Έλαβε δε η γυνή το παιδίον και εθήλαζεν αυτό. Και
αφού εμεγάλωσε το παιδίον, έφερεν αυτό προς την θυγατέρα του Φαραώ, και
έγεινεν υιός αυτής· και εκάλεσε το όνομα αυτού Μωϋσήν, λέγουσα, Ότι εκ
του ύδατος ανέσυρα αυτό.
11. Κατά δε τας ημέρας εκείνας, αφού ο Μωϋσής εμεγάλωσεν,
εξήλθε προς τους αδελφούς αυτού· και παρατηρών τα βάρη αυτών, βλέπει άνθρωπον
Αιγύπτιον τύπτοντα Εβραίον τινά εκ των αδελφών αυτού.
12. Περιβλέψας δε εδώ και εκεί και ιδών ότι δεν ήτο ουδείς,
επάταξε τον Αιγύπτιον και έκρυψεν αυτόν εν τη άμμω.
13. Και εξήλθε την ακόλουθον ημέραν και ιδού, δύο άνδρες
Εβραίοι διεπληκτίζοντο· και λέγει προς τον αδικούντα, Διά τι τύπτεις τον
πλησίον σου;
14. Ο δε είπε, Τις σε κατέστησεν άρχοντα και κριτήν εφ'
ημάς; Μήπως θέλεις συ να με φονεύσης, καθώς εφόνευσας τον Αιγύπτιον; Και
εφοβήθη ο Μωϋσής και είπε, Βεβαίως το πράγμα τούτο έγεινε γνωστόν.
15. Ακούσας δε ο Φαραώ το πράγμα τούτο, εζήτει να θανατώση
τον Μωϋσήν· αλλ' ο Μωϋσής έφυγεν από προσώπου του Φαραώ και κατώκησεν εν
τη γη Μαδιάμ· εκάθισε δε πλησίον του φρέατος.
16. Ο δε ιερεύς της Μαδιάμ είχεν επτά θυγατέρας, αίτινες
ελθούσαι ήντλησαν ύδωρ και εγέμισαν τας ποτίστρας διά να ποτίσωσι τα πρόβατα
του πατρός αυτών.
17. Ελθόντες δε οι ποιμένες εδίωξαν αυτάς· και σηκωθείς
ο Μωϋσής εβοήθησεν αυτάς και επότισε τα πρόβατα αυτών.
18. Και ότε ήλθον προς Ραγουήλ τον πατέρα αυτών, είπε
προς αυτάς, Διά τι τόσον ταχέως ήλθετε σήμερον;
19. Αι δε είπον, Άνθρωπος Αιγύπτιος ελύτρωσεν ημάς εκ
των χειρών των ποιμένων και προσέτι ήντλησεν εις ημάς ύδωρ και επότισε
τα πρόβατα.
20. Ο δε είπε προς τας θυγατέρας αυτού, Και που είναι;
διά τι αφήκατε τον άνθρωπον; καλέσατε αυτόν διά να φάγη άρτον.
21. Και ευχαριστήθη ο Μωϋσής να κατοική μετά του ανθρώπου·
όστις έδωκεν εις τον Μωϋσήν εις γυναίκα Σεπφώραν την θυγατέρα αυτού.
22. Και εγέννησεν υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Γηρσώμ,
λέγων, Πάροικος είμαι εν ξένη γή·
23. Μετά δε πολύν καιρόν, ετελεύτησεν ο βασιλεύς της
Αιγύπτου· και κατεστέναξαν οι υιοί Ισραήλ διά την δουλείαν και ανεβόησαν·
και η βοή αυτών ανέβη προς τον Θεόν εξ αιτίας της δουλείας.
24. Και εισήκουσεν ο Θεός των στεναγμών αυτών· και ενεθυμήθη
ο Θεός την διαθήκην αυτού την προς τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ·
25. και επέβλεψεν ο Θεός επί τους υιούς Ισραήλ και ηλέησεν
αυτούς ο Θεός.
ΕΞΟΔΟΣ 3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 3
1. Ο δε Μωϋσής έβοσκε τα πρόβατα του Ιοθόρ, πενθερού
αυτού, ιερέως της Μαδιάμ· και έφερε τα πρόβατα εις το όπισθεν μέρος της
ερήμου και ήλθεν εις το όρος του Θεού, το Χωρήβ.
2. Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου εν φλογί πυρός εκ
μέσου της βάτου· και είδε και ιδού, η βάτος εκαίετο υπό του πυρός και η
βάτος δεν κατεκαίετο.
3. Και είπεν ο Μωϋσής, Ας στρέψω και ας παρατηρήσω το
μέγα τούτο θέαμα, διά τι η βάτος δεν κατακαίεται.
4. Και ως είδεν ο Κύριος τον Μωϋσήν ότι έστρεψε να παρατηρήση,
εφώνησε προς αυτόν ο Θεός εκ μέσου της βάτου και είπε, Μωϋσή, Μωϋσή. Ο
δε είπεν, Ιδού, εγώ.
5. Και είπε, Μη πλησιάσης εδώ· λύσον τα υποδήματά σου
εκ των ποδών σου· διότι ο τόπος επί του οποίου ίστασαι είναι γη αγία.
6. Και είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι ο Θεός του πατρός σου,
ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Έκρυψε δε το
πρόσωπον αυτού ο Μωϋσής· διότι εφοβείτο να εμβλέψη εις τον Θεόν.
7. Και είπεν ο Κύριος, Είδον, είδον την ταλαιπωρίαν του
λαού μου του εν Αιγύπτω και ήκουσα την κραυγήν αυτών εξ αιτίας των εργοδιωκτών
αυτών· διότι εγνώρισα την οδύνην αυτών·
8. και κατέβην διά να ελευθερώσω αυτούς εκ της χειρός
των Αιγυπτίων και να αναβιβάσω αυτούς εκ της γης εκείνης εις γην καλήν
και ευρύχωρον, εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι, εις τον τόπον των Χαναναίων
και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων·
9. και τώρα ιδού, η κραυγή των υιών Ισραήλ ήλθεν εις
εμέ· και είδον έτι την κατάθλιψιν, με την οποίαν οι Αιγύπτιοι καταθλίβουσιν
αυτούς·
10. ελθέ λοιπόν τώρα και θέλω σε αποστείλει προς τον
Φαραώ, και θέλεις εξαγάγει τον λαόν μου τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου.
11. Και απεκρίθη ο Μωϋσής προς τον Θεόν, Τις είμαι εγώ,
διά να υπάγω προς τον Φαραώ και να εξαγάγω τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου;
12. Και είπεν ο Θεός, Βεβαίως εγώ θέλω είσθαι μετά σού·
και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον, ότι εγώ σε απέστειλα· Αφού εξαγάγης
τον λαόν μου εξ Αιγύπτου, θέλετε λατρεύσει τον Θεόν επί του όρους τούτου.
13. Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Θεόν, Ιδού, όταν εγώ
υπάγω προς τους υιούς Ισραήλ και είπω προς αυτούς, Ο Θεός των πατέρων σας
με απέστειλε προς εσάς, και εκείνοι μ' ερωτήσωσι, Τι είναι το όνομα αυτού;
τι θέλω ειπεί προς αυτούς;
14. Και είπεν ο Θεός προς τον Μωϋσήν, Εγώ είμαι ο Ων·
και είπεν, Ούτω θέλεις ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ· Ο Ων με απέστειλε
προς εσάς.
15. Και είπεν έτι ο Θεός προς τον Μωϋσήν, Ούτω θέλεις
ειπεί προς τους υιούς Ισραήλ· Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός του
Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ, με απέστειλε προς εσάς·
τούτο θέλει είσθαι το όνομά μου εις τον αιώνα και τούτο το μνημόσυνόν μου
εις γενεάς γενεών·
16. ύπαγε και σύναξον τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ και
ειπέ προς αυτούς, Κύριος ο Θεός των πατέρων σας, ο Θεός του Αβραάμ, του
Ισαάκ και του Ιακώβ, εφάνη εις εμέ, λέγων, Επεσκέφθην αληθώς εσάς και τα
όσα κάμνουσιν εις εσάς εν Αιγύπτω·
17. και είπα, Θέλω σας αναβιβάσει εκ της ταλαιπωρίας
των Αιγυπτίων εις την γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και
Φερεζαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων, εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι·
18. και θέλουσιν υπακούσει εις την φωνήν σου· και θέλεις
υπάγει, συ και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, προς τον βασιλέα της Αιγύπτου
και θέλετε ειπεί προς αυτόν, Κύριος ο Θεός των Εβραίων συνήντησεν ημάς·
τώρα λοιπόν άφες να υπάγωμεν οδόν τριών ημερών εις την έρημον, διά να προσφέρωμεν
θυσίαν εις Κύριον τον Θεόν ημών·
19. εγώ δε εξεύρω, ότι δεν θέλει σας αφήσει ο βασιλεύς
της Αιγύπτου να υπάγητε, ειμή διά χειρός κραταιάς·
20. και εκτείνας την χείρα μου, θέλω πατάξει την Αίγυπτον
με πάντα τα θαυμάσιά μου τα οποία θέλω κάμει εν μέσω αυτής· και μετά ταύτα
θέλει σας εξαποστείλει·
21. και θέλω δώσει χάριν εις τον λαόν τούτον έμπροσθεν
των Αιγυπτίων· και όταν αναχωρήτε, δεν θέλετε αναχωρήσει κενοί·
22. αλλά πάσα γυνή θέλει ζητήσει παρά της γείτονος αυτής
και παρά της συγκατοίκου αυτής σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και ενδύματα·
και θέλετε επιθέσει αυτά επί τους υιούς σας και επί τας θυγατέρας σας και
θέλετε γυμνώσει τους Αιγυπτίους.
ΕΞΟΔΟΣ 4o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 4
1. Απεκρίθη δε ο Μωϋσής και είπε, Αλλ' ιδού, δεν θέλουσι
πιστεύσει εις εμέ ουδέ θέλουσιν εισακούσει εις την φωνήν μου· διότι θέλουσιν
ειπεί, δεν εφάνη εις σε ο Κύριος.
2. Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Τι είναι τούτο, το εν
τη χειρί σου; Ο δε είπε, Ράβδος.
3. Και είπε, Ρίψον αυτήν κατά γης. Και έρριψεν αυτήν
κατά γης και έγεινεν όφις· και έφυγεν ο Μωϋσής απ' έμπροσθεν αυτού.
4. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Έκτεινον την χείρα
σου και πίασον αυτόν από της ουράς· και εκτείνας την χείρα αυτού επίασεν
αυτόν και έγεινε ράβδος εν τη χειρί αυτού·
5. διά να πιστεύσωσιν ότι εφάνη εις σε Κύριος ο Θεός
των πατέρων αυτών, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ.
6. Και είπεν έτι προς αυτόν ο Κύριος, Βάλε τώρα την χείρα
σου εις τον κόλπον σου. Και έβαλε την χείρα αυτού εις τον κόλπον αυτού·
και ότε εξήγαγεν αυτήν, ιδού, η χειρ αυτού λεπρά ως χιών.
7. Και είπε, Βάλε πάλιν την χείρα σου εις τον κόλπον
σου. Και έβαλε την χείρα αυτού εις τον κόλπον αυτού· και ότε εξήγαγεν αυτήν
εκ του κόλπου αυτού, ιδού, αποκατεστάθη καθώς η σαρξ αυτού.
8. Εάν δε, είπεν ο Κύριος, δεν πιστεύσωσιν εις σε μηδέ
εισακούσωσιν εις την φωνήν του σημείου του πρώτου, θέλουσι πιστεύσει εις
την φωνήν του σημείου του δευτέρου·
9. εάν δε δεν πιστεύσωσι και εις τα δύο ταύτα σημεία
μηδέ εισακούσωσιν εις την φωνήν σου, θέλεις λάβει εκ του ύδατος του ποταμού
και θέλεις χύσει αυτό επί της ξηράς· και το ύδωρ, το οποίον ήθελες λάβει
εκ του ποταμού, θέλει γείνει αίμα επί της ξηράς.
10. Και είπεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον, Δέομαι, Κύριε·
εγώ δεν είμαι εύλαλος ούτε από χθές ούτε από προχθές ούτε αφ' ης ώρας ελάλησας
προς τον δούλον σου· αλλ' είμαι βραδύστομος και βραδύγλωσσος.
11. Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Τις έδωκε στόμα εις
τον άνθρωπον; ή τις έκαμε τον εύλαλον, ή τον κωφόν ή τον βλέποντα ή τον
τυφλόν; ουχί εγώ ο Κύριος;
12. ύπαγε λοιπόν τώρα και εγώ θέλω είσθαι μετά του στόματός
σου και θέλω σε διδάξει ό,τι μέλλεις να λαλήσης.
13. Ο δε είπε, Δέομαι, Κύριε, απόστειλον όντινα έχεις
να αποστείλης.
14. Και εξήφθη ο θυμός του Κυρίου κατά του Μωϋσέως· και
είπε, Δεν είναι Ααρών ο αδελφός σου ο Λευΐτης; εξεύρω ότι αυτός δύναται
να λαλή καλώς· και μάλιστα, ιδού, εξέρχεται εις συνάντησίν σου και όταν
σε ίδη, θέλει χαρή εν τη καρδία αυτού·
15. συ λοιπόν θέλεις λαλεί προς αυτόν και θέλεις βάλλει
τους λόγους εις το στόμα αυτού· εγώ δε θέλω είσθαι μετά του στόματός σου
και μετά του στόματος εκείνου και θέλω σας διδάξει ό,τι πρέπει να πράξητε·
16. και αυτός θέλει λαλεί αντί σου προς τον λαόν· και
αυτός θέλει είσθαι εις σε αντί στόματος, συ δε θέλεις είσθαι εις αυτόν
αντί Θεού·
17. λάβε δε εις την χείρα σου την ράβδον ταύτην, με την
οποίαν θέλεις κάμνει τα σημεία.
18. Και ανεχώρησεν ο Μωϋσής και επέστρεψε προς τον Ιοθόρ
τον πενθερόν αυτού και είπε προς αυτόν, Ας υπάγω, παρακαλώ, και ας επιστρέψω
προς τους αδελφούς μου, τους εν Αιγύπτω, και ας ίδω αν ζώσιν έτι. Και είπεν
ο Ιοθόρ προς τον Μωϋσήν, Ύπαγε εν ειρήνη.
19. Ο δε Κύριος είπε προς τον Μωϋσήν εν Μαδιάμ, Ύπαγε,
επίστρεψον εις Αίγυπτον· διότι απέθανον πάντες οι άνθρωποι οι ζητούντες
την ψυχήν σου.
20. Τότε παραλαβών ο Μωϋσής την γυναίκα αυτού και τα
τέκνα αυτού και καθίσας αυτά επί όνους επέστρεψεν εις την γην της Αιγύπτου·
έλαβε δε ο Μωϋσής την ράβδον του Θεού εν τη χειρί αυτού.
21. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Όταν υπάγης και
επιστρέψης εις Αίγυπτον, ιδέ να κάμης έμπροσθεν του Φαραώ πάντα τα θαυμάσια,
τα οποία έδωκα εις την χείρα σου· πλην εγώ θέλω σκληρύνει την καρδίαν αυτού,
και δεν θέλει εξαποστείλει τον λαόν·
22. και θέλεις ειπεί προς τον Φαραώ, Ούτω λέγει Κύριος·
Υιός μου είναι, πρωτότοκός μου, ο Ισραήλ·
23. και προς σε λέγω, Εξαπόστειλον τον υιόν μου, διά
να με λατρεύση· και εάν δεν θέλης να εξαποστείλης αυτόν, ιδού, εγώ θέλω
θανατώσει τον υιόν σου, τον πρωτότοκόν σου.
24. Ενώ δε ο Μωϋσής ήτο εν τη οδώ, εν τω καταλύματι,
συνήντησεν αυτόν ο Κύριος και εζήτει να θανατώση αυτόν.
25. Και λαβούσα η Σεπφώρα λιθάριον κοπτερόν, περιέτεμε
την ακροβυστίαν του υιού αυτής, και έρριψεν εις τους πόδας αυτού, λέγουσα,
Βεβαίως νυμφίος αιμάτων είσαι εις εμέ.
26. Και απήλθεν απ' αυτού· η δε είπε, Νυμφίος αιμάτων
είσαι ένεκα της περιτομής.
27. Είπε δε Κύριος προς τον Ααρών, Ύπαγε προς συνάντησιν
του Μωϋσέως εις την έρημον. Και υπήγε και συνήντησεν αυτόν εν τω όρει του
Θεού και ησπάσθη αυτόν.
28. Και απήγγειλεν ο Μωϋσής προς τον Ααρών πάντας τους
λόγους του Κυρίου, τους οποίους παρήγγειλεν εις αυτόν, και πάντα τα σημεία,
τα οποία προσέταξεν εις αυτόν.
29. Υπήγαν λοιπόν ο Μωϋσής και ο Ααρών και συνήγαγον
πάντας τους πρεσβυτέρους των υιών Ισραήλ·
30. και ελάλησεν ο Ααρών πάντας τους λόγους, τους οποίους
ο Κύριος ελάλησε προς τον Μωϋσήν, και έκαμε τα σημεία ενώπιον του λαού.
31. Και επίστευσεν ο λαός· και ότε ήκουσεν ότι ο Κύριος
επεσκέφθη τους υιούς Ισραήλ και ότι επέβλεψεν επί την ταλαιπωρίαν αυτών,
κύψαντες προσεκύνησαν.
ΕΞΟΔΟΣ 5o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 5
1. Μετά δε ταύτα,
εισελθόντες ο Μωϋσής και ο Ααρών, είπαν προς τον Φαραώ, Ούτω λέγει Κύριος
ο Θεός του Ισραήλ· Εξαπόστειλον τον λαόν μου, διά να εορτάσωσιν εις εμέ
εν τη ερήμω.
2. Ο δε Φαραώ είπε,
Τις είναι ο Κύριος, εις του οποίου την φωνήν θέλω υπακούσει, ώστε να εξαποστείλω
τον Ισραήλ; δεν γνωρίζω τον Κύριον και ουδέ τον Ισραήλ θέλω εξαποστείλει.
3. Οι δε είπον, Ο
Θεός των Εβραίων συνήντησεν ημάς· άφες λοιπόν να υπάγωμεν οδόν τριών ημερών
εις την έρημον, διά να προσφέρωμεν θυσίαν εις Κύριον τον Θεόν ημών, μήποτε
έλθη καθ' ημών με θανατικόν ή με μάχαιραν.
4. Και είπε προς αυτούς
ο βασιλεύς της Αιγύπτου, Διά τι, Μωϋσή και Ααρών, αποκόπτετε τον λαόν από
των εργασιών αυτού; υπάγετε εις τα έργα σας.
5. Και είπεν ο Φαραώ,
Ιδού, ο λαός του τόπου είναι τώρα πολυπληθής και σεις κάμνετε αυτούς να
παύωσιν από των έργων αυτών.
6. Και την αυτήν ημέραν
προσέταξεν ο Φαραώ τους εργοδιώκτας τον λαού και τους επιτρόπους αυτών,
λέγων,
7. Δεν θέλετε δώσει
πλέον εις τον λαόν τούτον άχυρον καθώς χθές και προχθές, διά να κάμνωσι
τας πλίνθους· ας υπάγωσιν αυτοί και ας συνάγωσιν εις εαυτούς άχυρον·
8. θέλετε όμως επιβάλει
εις αυτούς το ποσόν των πλίνθων, το οποίον έκαμνον πρότερον· παντελώς δεν
θέλετε ελαττώσει αυτό· διότι μένουσιν αργοί και διά τούτο φωνάζουσι, λέγοντες,
Άφες να υπάγωμεν, διά να προσφέρωμεν θυσίαν εις τον Θεόν ημών·
9. ας επιβαρυνθώσιν
αι εργασίαι των ανθρώπων τούτων, διά να ήναι ενησχολημένοι εις αυτάς και
να μη προσέχωσιν εις λόγια μάταια.
10. Εξήλθον λοιπόν
οι εργοδιώκται του λαού και οι επίτροποι αυτού και ελάλησαν προς τον λαόν,
λέγοντες, Ούτως είπεν ο Φαραώ· Δεν σας δίδω άχυρον·
11. σεις αυτοί υπάγετε,
συνάγετε άχυρον, όπου δύνασθε να εύρητε· πλην δεν θέλει ελαττωθή εκ των
εργασιών σας ουδέν.
12. Και διεσπάρη ο
λαός καθ' όλην την γην της Αιγύπτου, διά να συνάγη καλάμην αντί αχύρου.
13. Οι δε εργοδιώκται
εβίαζον αυτούς, λέγοντες, Τελειόνετε τας εργασίας σας, το διωρισμένον καθ'
ημέραν, καθώς ότε εδίδετο το άχυρον.
14. Και εμαστιγώθησαν
οι επίτροποι των υιών Ισραήλ, οι διωρισμένοι επ' αυτούς υπό των εργοδιωκτών
του Φαραώ, λεγόντων, Διά τι δεν ετελειώσατε χθές και σήμερον το διωρισμένον
εις εσάς ποσόν των πλίνθων, καθώς πρότερον;
15. Εισελθόντες δε
οι επίτροποι των υιών Ισραήλ, κατεβόησαν προς τον Φαραώ, λέγοντες, Διά
τι κάμνεις ούτως εις τους δούλους σου;
16. άχυρον δεν δίδεται
εις τους δούλους σου και λέγουσιν εις ημάς, Κάμνετε πλίνθους· και ιδού,
εμαστιγώθησαν οι δούλοί σου· το δε σφάλμα είναι του λαού σου.
17. Ο δε απεκρίθη,
Οκνηροί είσθε, οκνηροί· διά τούτο λέγετε, Άφες να υπάγωμεν να προσφέρωμεν
θυσίαν προς τον Κύριον·
18. υπάγετε λοιπόν
τώρα, δουλεύετε· διότι άχυρον δεν θέλει σας δοθή· θέλετε όμως αποδίδει
το ποσόν των πλίνθων.
19. Και έβλεπον εαυτούς
οι επίτροποι των υιών Ισραήλ εν κακή περιστάσει, αφού ερρέθη προς αυτούς,
Δεν θέλει ελαττωθή ουδέν από του καθημερινού ποσού των πλίνθων.
20. Εξερχόμενοι δε
από του Φαραώ, συνήντησαν τον Μωϋσήν και τον Ααρών, ερχομένους εις συνάντησιν
αυτών·
21. και είπον προς
αυτούς, Ο Κύριος να σας ίδη και να κρίνη· διότι σεις εκάμετε βδελυκτήν
την οσμήν ημών έμπροσθεν του Φαραώ και έμπροσθεν των δούλων αυτού, ώστε
να δώσητε εις τας χείρας αυτών μάχαιραν διά να θανατώσωσιν ημάς.
22. Και επέστρεψεν
ο Μωϋσής προς τον Κύριον και είπε, Κύριε, διά τι κατέθλιψας τον λαόν τούτον;
και διά τι με απέστειλας;
23. διότι, αφού ήλθον
προς τον Φαραώ να ομιλήσω εν ονόματί σου, κατέθλιψε τον λαόν τούτον· και
συ ποσώς δεν ηλευθέρωσας τον λαόν σου.
[>]