ΕΞΟΔΟΣ 6o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----
English----[>]
Exodus 6
1. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Τώρα θέλεις ιδεί τι θέλω κάμει εις τον Φαραώ· διότι διά
χειρός κραταιάς θέλει εξαποστείλει αυτούς· και διά χειρός κραταιάς θέλει
εκδιώξει αυτούς εκ της γης αυτού.
2. Ο Θεός ελάλησεν
έτι προς τον Μωϋσήν και είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι ο Κυριος·
3. και εφάνην εις
τον Αβραάμ, εις τον Ισαάκ και εις τον Ιακώβ, με το όνομα, Θεός Παντοκράτωρ·
δεν εγνωρίσθην όμως εις αυτούς με το όνομά μου Ιεοβά·
4. και έτι έστησα
προς αυτούς την διαθήκην μου, να δώσω εις αυτούς την γην Χαναάν την γην
της παροικίας αυτών, εν ή παρώκησαν·
5. εγώ προσέτι ήκουσα
τους στεναγμούς των υιών Ισραήλ διά την υπό των Αιγυπτίων καταδούλωσιν
αυτών· και ενεθυμήθην την διαθήκην μου·
6. διά τούτο ειπέ
προς τους υιούς Ισραήλ, Εγώ είμαι ο Κύριος· και θέλω σας εκβάλει υποκάτωθεν
των φορτίων των Αιγυπτίων και θέλω σας ελευθερώσει από της δουλείας αυτών
και θέλω σας λυτρώσει με βραχίονα εξηπλωμένον και με κρίσεις μεγάλας·
7. και θέλω σας λάβει
εις εμαυτόν διά λαόν μου και θέλω είσθαι Θεός υμών· και θέλετε γνωρίσει
ότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός υμών, όστις σας εκβάλλω υποκάτωθεν των φορτίων
των Αιγυπτίων·
8. και θέλω σας φέρει
εις την γην, περί της οποίας ύψωσα την χείρα μου, ότι θέλω δώσει αυτήν
εις τον Αβραάμ, εις τον Ισαάκ και εις τον Ιακώβ· και θέλω σας δώσει αυτήν
εις κληρονομίαν. Εγώ ο Κύριος.
9. Και ελάλησεν ο
Μωϋσής ούτω προς τους υιούς Ισραήλ· αλλά δεν εισήκουσαν εις τον Μωϋσήν,
διά την στενοχωρίαν της ψυχής αυτών και διά την σκληράν δουλείαν.
10. Και ελάλησε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, λέγων,
11. Είσελθε, λάλησον
προς Φαραώ, τον βασιλέα της Αιγύπτου, διά να εξαποστείλη τους υιούς Ισραήλ
εκ της γης αυτού.
12. Και ελάλησεν ο
Μωϋσής ενώπιον του Κυρίου, λέγων, Ιδού, οι υιοί Ισραήλ δεν μου εισήκουσαν·
και πως θέλει μου εισακούσει ο Φαραώ, και εγώ είμαι απερίτμητος τα χείλη;
13. και ελάλησε Κύριος
προς τον Μωϋσήν και προς τον Ααρών και απέστειλεν αυτούς προς τους υιούς
Ισραήλ και προς Φαραώ τον βασιλέα της Αιγύπτου, διά να εξαγάγωσι τους υιούς
Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου.
14. Ούτοι είναι οι
αρχηγοί των οίκων των πατριών αυτών· Οι υιοί του Ρουβήν, του πρωτοτόκου
του Ισραήλ, Ανώχ και Φαλλού, Εσρών και Χαρμί· αύται είναι αι συγγένειαι
του Ρουβήν.
15. Και οι υιοί του
Συμεών, Ιεμουήλ και Ιαμείν και Αώδ και Ιαχείν και Σωάρ και Σαούλ υιός Χανανίτιδος·
αύται είναι αι συγγένειαι του Συμεών.
16. Τα δε ονόματα
των υιών του Λευΐ κατά τας γενεάς αυτών είναι ταύτα· Γηρσών και Καάθ και
Μεραρί· και τα έτη της ζωής του Λευΐ έγειναν εκατόν τριάκοντα επτά έτη.
17. Οι υιοί του Γηρσών,
Λιβνί και Σεμεΐ, κατά τας συγγενείας αυτών.
18. Και οι υιοί του
Καάθ, Αμράμ και Ισαάρ και Χεβρών και Οζιήλ· και τα έτη της ζωής του Καάθ
έγειναν εκατόν τριάκοντα τρία έτη.
19. Και οι υιοί του
Μεραρί, Μααλί και Μουσί· αύται είναι αι συγγένειαι του Λευΐ, κατά τας γενεάς
αυτών.
20. Έλαβε δε ο Αμράμ
εις γυναίκα εαυτού την Ιωχαβέδ, θυγατέρα του αδελφού του πατρός αυτού·
και εγέννησεν εις αυτόν τον Ααρών και τον Μωϋσήν· τα δε έτη της ζωής του
Αμράμ έγειναν εκατόν τριάκοντα επτά έτη.
21. Και οι υιοί του
Ισαάρ, Κορέ και Νεφέγ και Ζιθρί.
22. Και οι υιοί του
Οζιήλ, Μισαήλ και Ελισαφάν και Σιθρί.
23. Έλαβε δε ο Ααρών
εις γυναίκα εαυτού την Ελισάβετ, θυγατέρα του Αμμιναδάβ, αδελφήν του Ναασσών·
και εγέννησεν εις αυτόν τον Ναδάβ και τον Αβιούδ, τον Ελεάζαρ και τον Ιθάμαρ.
24. Και οι υιοί του
Κορέ, Ασείρ και Ελκανά και Αβιάσαφ· αύται είναι αι συγγένειαι των Κοριτών.
25. Ο δε Ελεάζαρ,
ο υιός του Ααρών, έλαβεν εις γυναίκα εαυτού μίαν εκ των θυγατέρων του Φουτιήλ·
και εγέννησεν εις αυτόν τον Φινεές· ούτοι είναι οι αρχηγοί των πατριών
των Λευϊτών, κατά τας συγγενείας αυτών.
26. Ούτοι είναι ο
Ααρών και ο Μωϋσής, προς τους οποίους είπεν ο Κύριος, Εξαγάγετε τους υιούς
Ισραήλ, εκ γης Αιγύπτου κατά τα τάγματα αυτών.
27. Ούτοι είναι οι
λαλήσαντες προς Φαραώ τον βασιλέα της Αιγύπτου, διά να εξαγάγωσι τους υιούς
Ισραήλ εξ Αιγύπτου· αυτοί, ο Μωϋσής και ο Ααρών.
28. Καθ' ην δε ημέραν
ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν εν τη γη της Αιγύπτου,
29. είπε Κύριος προς
τον Μωϋσήν, λέγων, Εγώ είμαι ο Κύριος· λάλησον προς Φαραώ, τον βασιλέα
της Αιγύπτου, πάντα όσα λέγω προς σε.
30. Και είπεν ο Μωϋσής
ενώπιον του Κυρίου, Ιδού, εγώ είμαι απερίτμητος τα χείλη· και πως θέλει
μου εισακούσει ο Φαραώ;
ΕΞΟΔΟΣ 7o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 7
1. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ιδέ, εγώ σε κατέστησα Θεόν εις τον Φαραώ· και Ααρών ο
αδελφός σου θέλει είσθαι προφήτης σου·
2. συ θέλεις λαλήσει
πάντα όσα σε προστάζω· ο δε Ααρών ο αδελφός σου θέλει λαλήσει προς τον
Φαραώ, διά να εξαποστείλη τους υιούς Ισραήλ εκ της γης αυτού·
3. εγώ δε θέλω σκληρύνει
την καρδίαν του Φαραώ και θέλω πληθύνει τα σημείά μου και τα θαυμάσιά μου
εν τη γη της Αιγύπτου·
4. πλην ο Φαραώ δεν
θέλει σας υπακούσει και θέλω επιβάλει την χείρα μου επί την Αίγυπτον και
θέλω εξαγάγει τα στρατεύματά μου, τον λαόν μου, τους υιούς Ισραήλ, εκ γης
Αιγύπτου με κρίσεις μεγάλας·
5. και θέλουσι γνωρίσει
οι Αιγύπτιοι ότι εγώ είμαι ο Κύριος, όταν εκτείνω την χείρα μου επί την
Αίγυπτον και εξαγάγω τους υιούς Ισραήλ εκ μέσου αυτών.
6. Έκαμον δε ο Μωϋσής
και ο Ααρών καθώς προσέταξεν εις αυτούς ο Κύριος· ούτως έκαμον.
7. Ήτο δε ο Μωϋσής
ηλικίας ογδοήκοντα ετών, ο δε Ααρών ογδοήκοντα τριών ετών, ότε ελάλησαν
προς τον Φαραώ.
8. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, και προς τον Ααρών, λέγων,
9. Όταν σας είπη ο
Φαραώ, λέγων, Δείξατε σεις θαύμα· τότε θέλεις ειπεί προς τον Ααρών, Λάβε
την ράβδον σου και ρίψον έμπροσθεν του Φαραώ· και θέλει γείνει όφις.
10. Εισήλθον λοιπόν
ο Μωϋσής και ο Ααρών προς τον Φαραώ, και έκαμον ούτως ως προσέταξεν ο Κύριος·
και έρριψεν ο Ααρών την ράβδον αυτού έμπροσθεν του Φαραώ και έμπροσθεν
των δούλων αυτού, και έγεινεν όφις.
11. Εκάλεσε δε και
ο Φαραώ τους σοφούς και τους μάγους· και οι μάγοι της Αιγύπτου έκαμον και
αυτοί ωσαύτως με τας επωδάς αυτών.
12. Διότι έρριψαν
έκαστος την ράβδον αυτού, και έγειναν όφεις· η ράβδος όμως του Ααρών κατέπιε
τας ράβδους εκείνων.
13. Και εσκληρύνθη
η καρδία του Φαραώ και δεν εισήκουσεν εις αυτούς, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.
14. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Εσκληρύνθη η καρδία του Φαραώ, ώστε να μη εξαποστείλη
τον λαόν·
15. ύπαγε προς τον
Φαραώ το πρωΐ· ιδού, εξέρχεται εις το ύδωρ· και θέλεις σταθή παρά το χείλος
του ποταμού, διά να συναντήσης αυτόν· και την ράβδον, την μεταβληθείσαν
εις όφιν, θέλεις κρατεί εις την χείρα σου·
16. και θέλεις ειπεί
προς αυτόν· Κύριος ο Θεός των Εβραίων με απέστειλε προς σε, λέγων, Εξαπόστειλον
τον λαόν μου, διά να με λατρεύση εν τη ερήμω· αλλ ιδού, δεν εισήκουσας
έως του νύν·
17. ούτω λέγει Κύριος·
Με τούτο θέλεις γνωρίσει ότι εγώ είμαι ο Κύριος· ιδού, με την ράβδον την
εν τη χειρί μου θέλω κτυπήσει επί τα ύδατα του ποταμού και θέλουσι μεταβληθή
εις αίμα·
18. και τα οψάρια
τα εν τω ποταμώ θέλουσι τελευτήσει, και ο ποταμός θέλει βρωμήσει, και οι
Αιγύπτιοι θέλουσιν αηδιάσει να πίωσιν ύδωρ εκ του ποταμού·
19. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ειπέ προς τον Ααρών, Λάβε την ράβδον σου και έκτεινον
την χείρα σου επί τα ύδατα της Αιγύπτου, επί τους ρύακας αυτών, επί τους
ποταμούς αυτών, επί τας λίμνας αυτών, και επί πάσαν συναγωγήν ύδατος αυτών,
και θέλουσι γείνει αίμα· και θέλει είσθαι αίμα καθ' όλην την γην της Αιγύπτου
και εις τα ξύλινα και πέτρινα αγγεία.
20. Και έκαμον ούτως
ο Μωϋσής και ο Ααρών καθώς προσέταξεν ο Κύριος· και υψώσας ο Ααρών την
ράβδον, εκτύπησε τα ύδατα του ποταμού ενώπιον του Φαραώ και ενώπιον των
θεραπόντων αυτού· και μετεβλήθησαν εις αίμα πάντα τα ύδατα του ποταμού.
21. Και τα οψάρια
τα εν τω ποταμώ ετελεύτησαν, και ο ποταμός εβρώμησεν, ώστε οι Αιγύπτιοι
δεν ηδύναντο να πίωσιν ύδωρ εκ του ποταμού· και ήτο αίμα καθ' όλην την
γην της Αιγύπτου.
22. Έκαμον δε το όμοιον
και οι μάγοι της Αιγύπτου με τας επωδάς αυτών· και εσκληρύνθη η καρδία
του Φαραώ και δεν εισήκουσεν εις αυτούς, καθώς είπεν ο Κύριος.
23. Και επιστρέψας
ο Φαραώ, ήλθεν εις τον οίκον αυτού, και δεν επέστησε την καρδίαν αυτού
ουδέ εις τούτο.
24. Πάντες δε οι Αιγύπτιοι
έσκαπτον πέριξ του ποταμού διά να πίωσιν ύδωρ, διότι δεν ηδύναντο να πίωσιν
εκ του ύδατος του ποταμού.
25. Και συνεπληρώθησαν
επτά ημέραι, αφού ο Κύριος εκτύπησε τον ποταμόν.
ΕΞΟΔΟΣ 8o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 8
1. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ύπαγε προς τον Φαραώ, και ειπέ προς αυτόν, ούτω λέγει
Κύριος, Εξαπόστειλον τον λαόν μου διά να με λατρεύση·
2. και αν δεν θέλης
να εξαποστείλης αυτόν, ιδού, εγώ θέλω κτυπήσει πάντα τα όριά σου με βατράχους·
3. και ο ποταμός θέλει
εξεμέσει βατράχους, οίτινες αναβαίνοντες θέλουσιν εισέλθει εις τον οίκόν
σου και εις τον κοιτώνά σου και επί της κλίνης σου και εις τας οικίας των
θεραπόντων σου και επί τον λαόν σου και εις τους κλιβάνους σου και εις
τας σκάφας σου·
4. και επί σε και
επί τον λαόν σου και επί πάντας τους θεράποντάς σου θέλουσιν αναβή οι βάτραχοι.
5. Είπε δε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ειπέ προς τον Ααρών, Έκτεινον την χείρα σου με την ράβδον
σου επί τους ρύακας, επί τους ποταμούς και επί τας λίμνας και ανάγαγε τους
βατράχους επί την γην της Αιγύπτου.
6. Και εξέτεινεν ο
Ααρών την χείρα αυτού επί τα ύδατα της Αιγύπτου· και ανέβησαν οι βάτραχοι
και εκάλυψαν την γην της Αιγύπτου.
7. Και έκαμον ομοίως
οι μάγοι με τας επωδάς αυτών και ανήγαγον τους βατράχους επί την γην της
Αιγύπτου.
8. Τότε εκάλεσεν ο
Φαραώ τον Μωϋσήν και τον Ααρών και είπε, Δεήθητε του Κυρίου να σηκώση τους
βατράχους απ' εμού και από του λαού μου· και θέλω εξαποστείλει τον λαόν
διά να θυσιάσωσιν εις τον Κύριον.
9. Και είπεν ο Μωϋσής
προς τον Φαραώ, Διόρισον εις εμέ, πότε να δεηθώ υπέρ σου και υπέρ των θεραπόντων
σου και υπέρ του λαού σου· διά να εξαλείψη τους βατράχους από σου, και
από των οικιών σου, και μόνον εν τω ποταμώ να μείνωσιν.
10. Ο δε είπεν, Αύριον.
Και είπε, Θέλει γείνει κατά τον λόγον σου· διά να γνωρίσης ότι δεν είναι
ουδείς ως ο Κύριος ο Θεός ημών·
11. και θέλουσι σηκωθή
οι βάτραχοι από σου και από των οικιών σου και από των θεραπόντων σου και
από του λαού σου· μόνον εν τω ποταμώ θέλουσι μείνει.
12. Τότε εξήλθον ο
Μωϋσής και ο Ααρών από του Φαραώ· και εβόησεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον
περί των βατράχων, τους οποίους έφερεν επί τον Φαραώ.
13. Και έκαμεν ο Κύριος
κατά τον λόγον του Μωϋσέως· και ετελεύτησαν οι βάτραχοι εκ των οικιών,
εκ των επαύλεων και εκ των αγρών.
14. Και συνήγαγον
αυτούς σωρούς, και εβρώμησεν η γη.
15. Ιδών δε ο Φαραώ
ότι έγεινεν αναψυχή, εσκλήρυνε την καρδίαν αυτού, και δεν εισήκουσεν εις
αυτούς, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.
16. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ειπέ προς τον Ααρών, Έκτεινον την ράβδον σου και κτύπησον
το χώμα της γης, διά να γείνη σκνίπες καθ' όλην την γην της Αιγύπτου.
17. Και έκαμον ούτω·
διότι εξέτεινεν ο Ααρών την χείρα αυτού με την ράβδον αυτού, και εκτύπησε
το χώμα της γης, και έγεινε σκνίπες εις τους ανθρώπους και εις τα κτήνη·
όλον το χώμα της γης έγεινε σκνίπες καθ' όλην την γην της Αιγύπτου.
18. Και έκαμον ομοίως
οι μάγοι με τας επωδάς αυτών διά να εκβάλωσι σκνίπας· πλην δεν ηδυνήθησαν·
οι σκνίπες λοιπόν ήσαν επί τους ανθρώπους και επί τα κτήνη.
19. Τότε είπον οι
μάγοι προς τον Φαραώ, Δάκτυλος Θεού είναι τούτο. Η καρδία όμως του Φαραώ
εσκληρύνθη και δεν εισήκουσεν εις αυτούς, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.
20. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Σηκώθητι ενωρίς το πρωΐ και στάθητι ενώπιον του Φαραώ·
ιδού, εξέρχεται εις το ύδωρ· και ειπέ προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος· Εξαπόστειλον
τον λαόν μου διά να με λατρεύση·
21. διότι εάν δεν
εξαποστείλης τον λαόν μου, ιδού, θέλω στείλει επί σε και επί τους θεράποντάς
σου και επί τον λαόν σου και επί τας οικίας σου κυνόμυιαν, και αι οικίαι
των Αιγυπτίων και η γη έτι επί της οποίας κατοικούσι θέλουσι γεμίσει από
κυνόμυιαν·
22. θέλω όμως εξαιρέσει
εν εκείνη τη ημέρα την γην Γεσέν, εν ή κατοικεί ο λαός μου, ώστε να μη
ήναι εκεί παντελώς κυνόμυια· διά να γνωρίσης ότι εγώ είμαι ο Κύριος εν
τω μέσω της γής·
23. και θέλω βάλει
διαφοράν μεταξύ του λαού μου και του λαού σου· αύριον θέλει γείνει το σημείον
τούτο.
24. Και έκαμε Κύριος
ούτω· και ήλθε κυνόμυια πλήθος εις την οικίαν του Φαραώ και εις τας οικίας
των θεραπόντων αυτού και εις όλην την γην της Αιγύπτου· η γη διεφθάρη εκ
του πλήθους της κυνομυίας.
25. Και εκάλεσεν ο
Φαραώ τον Μωϋσήν και τον Ααρών και είπεν, Υπάγετε, κάμετε θυσίαν εις τον
Θεόν σας εν ταύτη τη γη.
26. Είπε δε ο Μωϋσής,
Δεν αρμόζει να γείνη ούτω· διότι ημείς θυσιάζομεν εις Κύριον τον Θεόν ημών
θυσίας, τας οποίας οι Αιγύπτιοι βδελύττονται· ιδού, εάν ημείς θυσιάσωμεν
θυσίας, τας οποίας οι Αιγύπτιοι βδελύττονται, έμπροσθεν των οφθαλμών αυτών,
δεν θέλουσι μας λιθοβολήσει;
27. θέλομεν υπάγει
οδόν τριών ημερών εις την έρημον και θέλομεν θυσιάσει εις Κύριον τον Θεόν
ημών, καθώς είπε προς ημάς.
28. Τότε είπεν ο Φαραώ,
Εγώ θέλω σας εξαποστείλει, διά να θυσιάσητε εις Κύριον τον Θεόν σας εν
τη ερήμω· μόνον να μη υπάγητε πολύ μακράν· δεήθητε υπέρ εμού.
29. Και είπεν ο Μωϋσής,
Ιδού, εγώ εξέρχομαι από σου και θέλω δεηθή του Κυρίου, ώστε η κυνόμυια
να σηκωθή αύριον από του Φαραώ, από των θεραπόντων αυτού και από του λαού
αυτού· πλην ας μη εξακολουθή ο Φαραώ να απατά ημάς, μη εξαποστέλλων τον
λαόν, διά να θυσιάση εις τον Κύριον.
30. Τότε εξήλθεν ο
Μωϋσής από του Φαραώ και εδεήθη του Κυρίου.
31. Και έκαμε Κύριος
κατά τον λόγον του Μωϋσέως· και εσήκωσε την κυνόμυιαν από του Φαραώ, από
των θεραπόντων αυτού και από του λαού αυτού· δεν έμεινεν ουδέ μία.
32. Πλην ο Φαραώ και
ταύτην την φοράν εσκλήρυνε την καρδίαν αυτού και δεν εξαπέστειλε τον λαόν.
ΕΞΟΔΟΣ 9o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 9
1. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ύπαγε προς τον Φαραώ και ειπέ προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος
ο Θεός των Εβραίων. Εξαπόστειλον τον λαόν μου, διά να με λατρεύση·
2. διότι, εάν δεν
θέλης να εξαποστείλης και εάν έτι κρατής αυτούς,
3. ιδού, η χειρ του
Κυρίου θέλει είσθαι επί τα κτήνη σου τα εν τω αγρώ, επί τους ίππους, επί
τους όνους, επί τας καμήλους, επί τους βόας, και επί τα πρόβατα· θανατικόν
βαρύ σφόδρα·
4. και θέλει κάμει
ο Κύριος διάκρισιν μεταξύ των κτηνών του Ισραήλ και των κτηνών των Αιγυπτίων·
και εκ πάντων των ανηκόντων εις τους υιούς Ισραήλ δεν θέλει αποθάνει ουδέ
εν.
5. Και διώρισεν ο
Κύριος καιρόν, λέγων, Αύριον θέλει κάμει ο Κύριος το πράγμα τούτο εν τη
γη.
6. Και έκαμεν ο Κύριος
το πράγμα τούτο την επαύριον, και απέθανον πάντα τα κτήνη των Αιγυπτίων·
εκ δε των κτηνών των υιών Ισραήλ δεν απέθανεν ουδέ εν.
7. Και απέστειλεν
ο Φαραώ να ίδωσι, και ιδού, εκ των κτηνών του Ισραήλ δεν απέθανεν ουδέ
έν· και εσκληρύνθη η καρδία του Φαραώ και δεν εξαπέστειλε τον λαόν.
8. Τότε είπεν ο Κύριος
προς τον Μωϋσήν και προς τον Ααρών, Γεμίσατε τας χείρας σας από στάκτην
καμίνου και ας σκορπίση αυτήν ο Μωϋσής προς τον ουρανόν έμπροσθεν του Φαραώ·
9. και θέλει γείνει
λεπτός κονιορτός εφ' όλην την γην της Αιγύπτου· και θέλει γείνει επί τους
ανθρώπους και επί τα κτήνη καύσις αναδιδούσα ελκώδη εξανθήματα καθ' όλην
την γην της Αιγύπτου.
10. Έλαβον λοιπόν
την στάκτην της καμίνου και εστάθησαν ενώπιον του Φαραώ· και εσκόρπισεν
αυτήν ο Μωϋσής προς τον ουρανόν, και έγεινε καύσις αναδιδούσα ελκώδη εξανθήματα
επί τους ανθρώπους και επί τα κτήνη·
11. και δεν ηδύναντο
οι μάγοι να σταθώσιν έμπροσθεν του Μωϋσέως εξ αιτίας της καύσεως· διότι
η καύσις ήτο επί τους μάγους και επί πάντας τους Αιγυπτίους.
12. Εσκλήρυνε δε Κύριος
την καρδίαν του Φαραώ, και δεν εισήκουσεν εις αυτούς, καθώς ελάλησε Κύριος
προς τον Μωϋσήν.
13. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Σηκώθητι ενωρίς το πρωΐ και παραστάθητι έμπροσθεν του
Φαραώ και ειπέ προς αυτόν, ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· Εξαπόστειλον
τον λαόν μου, διά να με λατρεύση·
14. διότι ταύτην την
φοράν εγώ εξαποστέλλω πάσας μου τας πληγάς επί την καρδίαν σου και επί
τους θεράποντάς σου και επί τον λαόν σου· διά να γνωρίσης ότι δεν είναι
ουδείς όμοιός μου εν πάση τη γή·
15. επειδή τώρα θέλω
εκτείνει την χείρα μου και θέλω πατάξει σε και τον λαόν σου με θανατικόν,
και θέλεις απολεσθή από της γής·
16. και διά τούτο
βεβαίως σε διετήρησα, διά να δείξω εν σοι την δύναμίν μου και να κηρυχθή
το όνομά μου εν πάση τη γή·
17. ότι επεγείρεσαι
κατά του λαού μου, διά να μη εξαποστείλης αυτόν;
18. ιδού, αύριον περί
την ώραν ταύτην θέλω βρέξει χάλαζαν βαρείαν σφόδρα, οποία δεν έγεινε ποτέ
εν τη Αιγύπτω αφ' ης ημέρας εθεμελιώθη μέχρι του νύν·
19. τώρα λοιπόν απόστειλον
να συνάξης τα κτήνη σου και πάντα όσα έχεις εν τοις αγροίς· διότι πας άνθρωπος
και ζώον, το οποίον ευρεθή εν τοις αγροίς και δεν φερθή εις οικίαν, και
η χάλαζα καταβή επ' αυτά, θέλουσιν αποθάνει.
20. Όστις εκ των θεραπόντων
του Φαραώ εφοβήθη τον λόγον του Κυρίου, συνήγαγε ταχέως εις τας οικίας
τους δούλους αυτού και τα κτήνη αυτού·
21. όστις όμως δεν
επρόσεξεν εις τον λόγον του Κυρίου, αφήκε τους δούλους αυτού και τα κτήνη
αυτού εν τοις αγροίς.
22. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Έκτεινον την χείρα σου προς τον ουρανόν, και θέλει γείνει
χάλαζα εφ' όλην την γην της Αιγύπτου, επί ανθρώπους και επί κτήνη και επί
πάντα χόρτον του αγρού εν τη γη της Αιγύπτου.
23. Και εξέτεινεν
ο Μωϋσής την ράβδον αυτού προς τον ουρανόν, και ο Κύριος έπεμψε βροντάς
και χάλαζαν και διέτρεχε το πυρ επί την γήν· και ο Κύριος έβρεξε χάλαζαν
επί την γην της Αιγύπτου·
24. ώστε ήτο χάλαζα
και πυρ φλογίζον εν τη χαλάζη, χάλαζα βαρεία, οποία δεν έγεινε ποτέ εφ'
όλην την γην της Αιγύπτου, αφού κατεστάθη έθνος.
25. Και επάταξεν η
χάλαζα εν πάση τη γη της ιγύπτου παν το εν τοις αγροίς, από ανθρώπου έως
κτήνους· και πάντα τον χόρτον του αγρού επάταξεν η χάλαζα και πάντα τα
δένδρα του αγρού συνέτριψε.
26. Μόνον εν τη γη
Γεσέν, όπου ήσαν οι υιοί Ισραήλ, δεν έγεινε χάλαζα.
27. Τότε ο Φαραώ αποστείλας
εκάλεσε τον Μωϋσήν και τον Ααρών και είπε προς αυτούς, Ταύτην την φοράν
ημάρτησα· ο Κύριος είναι δίκαιος· εγώ δε και ο λαός μου είμεθα ασεβείς·
28. δεήθητε του Κυρίου,
ώστε να παύσωσι του να γίνωνται βρονταί Θεού και χάλαζα· και εγώ θέλω σας
εξαποστείλει, και δεν θέλετε μείνει πλέον.
29. Και είπεν ο Μωϋσής
προς αυτόν, καθώς εξέλθω εκ της πόλεως, θέλω εκτείνει τας χείρας μου προς
τον Κύριον· αι βρονταί θέλουσι παύσει και χάλαζα δεν θέλει είσθαι πλέον·
διά να γνωρίσης ότι του Κυρίου είναι η γή·
30. πλην συ και οι
θεράποντές σου, εξεύρω ότι ακόμη δεν θέλετε φοβηθή από προσώπου Κυρίου
του Θεού.
31. Εκτυπήθησαν δε
το λινάριον και η κριθή· διότι η κριθή ήτο σταχυωμένη και το λινάριον καλαμωμένον·
32. ο σίτος όμως και
η ζέα δεν εκτυπήθησαν, διότι ήσαν όψιμα.
33. Και εξήλθεν ο
Μωϋσής έξω της πόλεως από του Φαραώ και εξέτεινε τας χείρας αυτού προς
τον Κύριον· και αι βρονταί και η χάλαζα έπαυσαν και βροχή δεν έσταξε πλέον
επί της γης.
34. Και ότε είδεν
ο Φαραώ ότι έπαυσεν η βροχή και η χάλαζα και αι βρονταί, εξηκολούθησε να
αμαρτάνη και εσκλήρυνε την καρδίαν αυτού, αυτός και οι θεράποντες αυτού.
35. Και εσκληρύνθη
η καρδία του Φαραώ και δεν εξαπέστειλε τους υιούς Ισραήλ, καθώς ελάλησε
Κύριος διά του Μωϋσέως.
ΕΞΟΔΟΣ 10o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Exodus 10
1. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Είσελθε προς τον Φαραώ· διότι εγώ εσκλήρυνα την καρδίαν
αυτού και την καρδίαν των θεραπόντων αυτού, διά να δείξω τα σημείά μου
ταύτα εν μέσω αυτών·
2. και διά να διηγήσαι
εις τα ώτα του υιού σου και εις τον υιόν του υιού σου, τα όσα έπραξα εις
τους Αιγυπτίους και τα σημείά μου όσα έκαμα εν μέσω αυτών, και να γνωρίσητε
ότι εγώ είμαι ο Κύριος.
3. Εισήλθον δε ο Μωϋσής
και ο Ααρών προς τον Φαραώ και είπον προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός
των Εβραίων· Έως πότε αρνείσαι να ταπεινωθής έμπροσθέν μου; εξαπόστειλον
τον λαόν μου διά να με λατρεύση·
4. διότι εάν δεν θέλης
να εξαποστείλης τον λαόν μου, ιδού, αύριον θέλω φέρει ακρίδα επί τα όριά
σου·
5. και θέλει σκεπάσει
το πρόσωπον της γης, ώστε να μη δύναταί τις να ίδη την γήν· και θέλει καταφάγει
το επίλοιπον το διασωθέν, όσον αφήκεν εις εσάς η χάλαζα, και θέλει καταφάγει
πάντα τα δένδρα τα φυόμενα εις εσάς εκ των αγρών·
6. και θέλουσι γεμισθή
αι οικίαι σου και αι οικίαι πάντων των θεραπόντων σου και αι οικίαι πάντων
των Αιγυπτίων· το οποίον δεν είδον οι πατέρες σου ούτε οι πατέρες των πατέρων
σου, αφ' ης ημέρας υπήρξαν επί της γης μέχρι της σήμερον. Έπειτα στραφείς
εξήλθεν από του Φαραώ.
7. Και είπον οι θεράποντες
του Φαραώ προς αυτόν, Έως πότε ούτος θέλει είσθαι πρόσκομμα εις ημάς; εξαπόστειλον
τους ανθρώπους, διά να λατρεύσωσι Κύριον τον Θεόν αυτών· ακόμη δεν εξεύρεις
ότι ηφανίσθη η Αίγυπτος;
8. Τότε έφεραν πάλιν
τον Μωϋσήν και τον Ααρών προς τον Φαραώ· και είπε προς αυτούς, Υπάγετε,
λατρεύσατε τον Κύριον τον Θεόν σας· αλλά ποίοι και ποίοι θέλουσιν υπάγει;
9. Και είπεν ο Μωϋσής·
μετά των νέων ημών και μετά των γερόντων ημών θέλομεν υπάγει, μετά των
υιών ημών και μετά των θυγατέρων ημών, μετά των προβάτων ημών και μετά
των βοών ημών θέλομεν υπάγει διότι έχομεν εορτήν εις τον Κύριον.
10. Ο δε είπε προς
αυτούς, Ούτως ας ήναι ο Κύριος μεθ' υμών, καθώς εγώ θέλω σας εξαποστείλει
μετά των τέκνων σας· ίδετε· διότι κακόν πρόκειται έμπροσθέν σας·
11. ουχί ούτως, οι
άνδρες υπάγετε τώρα, και λατρεύσατε τον Κύριον, διότι τούτο ζητείτε. Και
εξέβαλεν αυτούς ο Φαραώ απ' έμπροσθεν αυτού.
12. Είπε δε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Έκτεινον την χείρα σου επί την γην της Αιγύπτου διά την
ακρίδα, διά να αναβή επί την γην της Αιγύπτου και να καταφάγη πάντα τον
χόρτον της γης, παν ό,τι η χάλαζα αφήκε.
13. Και εξέτεινεν
ο Μωϋσής την ράβδον αυτού επί την γην της Αίγυπτον, και ο Κύριος επέφερεν
επί την γην όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα ανατολικόν άνεμον·
και το πρωΐ ο άνεμος ο ανατολικός έφερε την ακρίδα.
14. Και ανέβη η ακρίς
εφ' όλην την γην της Αιγύπτου και εκάθισεν επί πάντα τα όρια της Αιγύπτου,
πολλή σφόδρα· πρότερον αυτής δεν υπήρξε τοιαύτη ακρίς, ουδέ θέλει υπάρξει
τοιαύτη μετ' αυτήν·
15. και εκάλυψε το
πρόσωπον όλης της γης και εσκοτίσθη η γή· και κατέφαγε πάντα τον χόρτον
της γης και πάντας τους καρπούς των δένδρων, όσους η χάλαζα αφήκε, και
δεν έμεινεν ουδέν χλωρόν ούτε εις τα δένδρα ούτε εις τα χόρτα του αγρού
καθ' όλην την γην της Αιγύπτου.
16. Τότε έσπευσεν
ο Φαραώ να καλέση τον Μωϋσήν και τον Ααρών και είπεν, Ημάρτησα εις Κύριον
τον Θεόν σας και εις εσάς·
17. πλην τώρα συγχωρήσατέ
μοι, παρακαλώ, το αμάρτημά μου, μόνον ταύτην την φοράν, και δεήθητε Κυρίου
του Θεού υμών διά να σηκώση απ' εμού τον θάνατον τούτον μόνον.
18. Και εξήλθεν ο
Μωϋσής από του Φαραώ και εδεήθη του Κυρίου.
19. Και μετέφερεν
ο Κύριος σφοδρότατον δυτικόν άνεμον, όστις εσήκωσε την ακρίδα και έρριψεν
αυτήν εις την Ερυθράν θάλασσαν· δεν έμεινεν ουδεμία ακρίς επί πάντα τα
όρια της Αιγύπτου.
20. Πλην ο Κύριος
εσκλήρυνε την καρδίαν του Φαραώ, και δεν εξαπέστειλε τους υιούς Ισραήλ.
21. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Έκτεινον την χείρα σου προς τον ουρανόν και θέλει γείνει
σκότος επί την γην της Αιγύπτου και σκότος ψηλαφητόν.
22. Και εξέτεινεν
ο Μωϋσής την χείρα αυτού προς τον ουρανόν, και έγεινε σκότος πυκνόν εφ'
όλην την γην της Αιγύπτου τρεις ημέρας.
23. Δεν έβλεπεν ο
εις τον άλλον· ουδέ εσηκώθη τις από του τόπου αυτού τρεις ημέρας· εις πάντας
δε τους υιούς Ισραήλ ήτο φως εν ταις κατοικίαις αυτών.
24. Τότε εκάλεσεν
ο Φαραώ τον Μωϋσήν και είπεν, Υπάγετε, λατρεύσατε τον Κύριον· μόνον τα
πρόβατά σας και οι βόες σας ας μείνωσι και τα τέκνα σας ας έλθωσι μεθ'
υμών.
25. Και είπεν ο Μωϋσής,
Αλλά και θυσίας και ολοκαυτώματα πρέπει συ να μας δώσης, διά να θυσιάσωμεν
εις Κύριον τον Θεόν ημών·
26. τα κτήνη ημών
ομοίως θέλουσιν υπάγει μεθ' ημών· δεν θέλει μείνει οπίσω ουδέ ονύχιον·
διότι εκ τούτων πρέπει να λάβωμεν, διά να λατρεύσωμεν Κύριον τον Θεόν ημών·
και ημείς δεν εξεύρομεν με τι έχομεν να λατρεύσωμεν τον Κύριον, εωσού να
φθάσωμεν εκεί.
27. Αλλ' ο Κύριος
εσκλήρυνε την καρδίαν του Φαραώ, και δεν ηθέλησε να εξαποστείλη αυτούς.
28. Και είπεν ο Φαραώ
προς αυτόν, Φύγε απ' εμού· πρόσεχε εις σεαυτόν, να μη ίδης πλέον το πρόσωπόν
μου· διότι εις οποίαν ημέραν ίδης το πρόσωπόν μου, θέλεις αποθάνει.
29. Και είπεν ο Μωϋσής,
Καθώς είπας, δεν θέλω ιδεί πλέον το πρόσωπόν σου.
[>]