ΓΕΝΕΣΙΣ 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 11
1. Και ήτο πάσα η
γη μιας γλώσσης και μιας φωνής.
2. Και ότε
εκίνησαν
από της ανατολής, εύρον πεδιάδα εν τη γη Σενναάρ· και κατώκησαν
εκεί.
3. Και είπεν ο
εις
προς τον άλλον, Έλθετε, ας κάμωμεν πλίνθους, και ας ψήσωμεν
αυτάς εν πυρί·
και εχρησίμευσεν εις αυτούς η μεν πλίνθος αντί πέτρας, η δε
άσφαλτος εχρησίμευσεν
εις αυτούς αντί πηλού.
4. Και είπον,
Έλθετε,
ας οικοδομήσωμεν εις εαυτούς πόλιν και πύργον, του οποίου η
κορυφή να φθάνη
έως του ουρανού· και ας αποκτήσωμεν εις εαυτούς όνομα, μήπως
διασπαρώμεν
επί του προσώπου πάσης της γης.
5. Κατέβη δε ο
Κύριος
διά να ίδη την πόλιν και τον πύργον, τον οποίον ωκοδόμησαν οι
υιοί των
ανθρώπων.
6. Και είπεν ο
Κύριος,
Ιδού, εις λαός, και πάντες έχουσι μίαν γλώσσαν, και ήρχισαν να
κάμνωσι
τούτο· και τώρα δεν θέλει εμποδισθή εις αυτούς παν ό,τι
σκοπεύουσι να κάμωσιν·
7. έλθετε, ας
καταβώμεν
και ας συγχύσωμεν εκεί την γλώσσαν αυτών, διά να μη εννοή ο εις
του άλλου
την γλώσσαν.
8. Και
διεσκόρπισεν
αυτούς ο Κύριος εκείθεν επί του προσώπου πάσης της γής· και
έπαυσαν να
οικοδομώσι την πόλιν.
9. Διά τούτο
ωνομάσθη
το όνομα αυτής Βαβέλ· διότι εκεί συνέχεεν ο Κύριος την γλώσσαν
πάσης της
γής· και εκείθεν διεσκόρπισεν αυτούς ο Κύριος επί το πρόσωπον
πάσης της
γης.
10. Αύτη είναι η
γενεαλογία
του Σημ. Ο Σημ ήτο ετών εκατόν, ότε εγέννησε τον Αρφαξάδ δύο έτη
μετά τον
κατακλυσμόν·
11. και έζησεν ο
Σημ,
αφού εγέννησε τον Αρφαξάδ, πεντακόσια έτη, και εγέννησεν υιούς
και θυγατέρας.
12. Και ο Αρφαξάδ
έζησε τριάκοντα πέντε έτη, και εγέννησε τον Σαλά·
13. και έζησεν ο
Αρφαξάδ,
αφού εγέννησε τον Σαλά, τετρακόσια τρία έτη, και εγέννησεν υιούς
και θυγατέρας.
14. Και ο Σαλά
έζησε
τριάκοντα έτη, και εγέννησε τον Εβερ·
15. και έζησεν ο
Σαλά,
αφού εγέννησε τον Έβερ, τετρακόσια τρία έτη, και εγέννησεν υιούς
και θυγατέρας.
16. Και έζησεν ο
Έβερ
τριάκοντα τέσσαρα έτη, και εγέννησε τον Φαλέγ·
17. και έζησεν ο
Έβερ,
αφού εγέννησε τον Φαλέγ, τετρακόσια τριάκοντα έτη, και εγέννησεν
υιούς
και θυγατέρας.
18. Και έζησεν ο
Φαλέγ
τριάκοντα έτη, και εγέννησε τον Ραγαύ·
19. και έζησεν ο
Φαλέγ,
αφού εγέννησε τον Ραγαύ, διακόσια εννέα έτη, και εγέννησεν υιούς
και θυγατέρας.
20. Και έζησεν ο
Ραγαύ
τριάκοντα δύο έτη, και εγέννησε τον Σερούχ·
21. και έζησεν ο
Ραγαύ,
αφού εγέννησε τον Σερούχ, διακόσια επτά έτη, και εγέννησεν υιούς
και θυγατέρας.
22. Και έζησεν ο
Σερούχ
τριάκοντα έτη, και εγέννησε τον Ναχώρ·
23. και έζησεν ο
Σερούχ,
αφού εγέννησε τον Ναχώρ, διακόσια έτη, και εγέννησεν υιούς και
θυγατέρας.
24. Και έζησεν ο
Ναχώρ
εικοσιεννέα έτη, και εγέννησε τον Θάρα·
25. και έζησεν ο
Ναχώρ,
αφού εγέννησε τον Θάρα, εκατόν δεκαεννέα έτη, και εγέννησεν
υιούς και θυγατέρας.
26. Και έζησεν ο
Θάρα
εβδομήκοντα έτη, και εγέννησε τον Άβραμ, τον Ναχώρ, και τον
Αρράν.
27. Και αύτη
είναι
η γενεαλογία του Θάρα· ο Θάρα εγέννησε τον Άβραμ, τον Ναχώρ, και
τον Αρράν·
και ο Αρράν εγέννησε τον Λωτ.
28. Και απέθανεν
ο
Αρράν ενώπιον Θάρα του πατρός αυτού εν τω τόπω της γεννήσεως
αυτού, εν
Ουρ των Χαλδαίων.
29. Και έλαβον ο
Άβραμ
και ο Ναχώρ εις εαυτούς γυναίκας· το όνομα της γυναικός του
Άβραμ ήτο Σάρα·
και το όνομα της γυναικός του Ναχώρ, Μελχά, θυγάτηρ του Αρράν,
πατρός Μελχά,
και πατρός Ιεσχά.
30. Η δε Σάρα ήτο
στείρα, δεν είχε τέκνον.
31. Και έλαβεν ο
Θάρα
Άβραμ τον υιόν αυτού και Λωτ τον υιόν του Αρράν εγγονόν εαυτού,
και Σάραν
την εαυτού νύμφην, την γυναίκα Άβραμ του υιού αυτού· και εξήλθον
ομού από
της Ουρ των Χαλδαίων, διά να υπάγωσιν εις την γην Χαναάν· και
ήλθον έως
Χαρράν και κατώκησαν εκεί.
32. Και έγειναν
αι
ημέραι του Θάρα διακόσια πέντε έτη· και απέθανεν ο Θάρα εν
Χαρράν.
ΓΕΝΕΣΙΣ 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 12
1. Ο δε Κύριος είπε προς τον Άβραμ, Έξελθε εκ της
γης
σου, και εκ της συγγενείας σου, και εκ του οίκου του πατρός σου,
εις την
γην την οποίαν θέλω σοι δείξει·
2. και θέλω σε κάμει εις έθνος μέγα· και θέλω σε
ευλογήσει,
και θέλω μεγαλύνει το όνομά σου· και θέλεις είσθαι εις ευλογίαν·
3. και θέλω ευλογήσει τους
ευλογούντάς
σε, και τους καταρωμένους σε θέλω καταρασθή· και θέλουσιν ευλογηθή
εν σοι
πάσαι αι φυλαί της γης.
4. Και υπήγεν ο Άβραμ, καθώς είπε προς αυτόν ο
Κύριος·
και μετ' αυτού υπήγε και ο Λώτ· ο δε Άβραμ ήτο ηλικίας εβδομήκοντα
πέντε
ετών, ότε εξήλθεν από Χαρράν.
5. Και έλαβεν ο Άβραμ Σάραν την γυναίκα αυτού, και
Λωτ
τον υιόν του αδελφού αυτού, και πάντα τα υπάρχοντα αυτών όσα είχον
αποκτήσει,
και τους ανθρώπους τους οποίους είχον αποκτήσει εν Χαρράν, και
εξήλθον
διά να υπάγωσιν εις την γην Χαναάν· και ήλθον εις την γην Χαναάν.
6. Και διεπέρασεν ο Άβραμ την γην εκείνην έως του
τόπου
Συχέμ, έως της δρυός Μορέχ· οι δε Χαναναίοι τότε κατώκουν εν τη γη
ταύτη.
7. Και εφάνη ο Κύριος εις τον Άβραμ και είπεν, Εις
το
σπέρμα σου θέλω δώσει την γην ταύτην. Και ωκοδόμησεν εκεί
θυσιαστήριον
εις τον Κύριον, όστις εφάνη εις αυτόν.
8. Και εκείθεν μετέβη προς το όρος, το κατά ανατολάς
της Βαιθήλ, και έστησε την σκηνήν αυτού έχων την Βαιθήλ προς
δυσμάς και
την Γαί προς ανατολάς· και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον εις τον
Κύριον,
και επεκαλέσθη το όνομα του Κυρίου.
9. Και μετεσκήνωσεν ο Άβραμ, οδοιπορών και προχωρών
προς
μεσημβρίαν.
10. Έγεινε δε πείνα εν τη γη ταύτη· και κατέβη ο
Άβραμ
εις την Αίγυπτον διά να παροικήση εκεί· διότι η πείνα ήτο βαρεία
εν τη
γη.
11. Και ότε επλησίαζε να εισέλθη εις την Αίγυπτον,
είπε
προς Σάραν την γυναίκα αυτού, Ιδού, γνωρίζω ότι είσαι γυνή
ευειδής·
12. θέλει συμβή λοιπόν, ώστε καθώς σε ίδωσιν οι
Αιγύπτιοι,
θέλουσιν ειπεί, Γυνή αυτού είναι αύτη· και θέλουσι φονεύσει εμέ,
σε δε
θέλουσι φυλάξει ζώσαν.
13. Ειπέ λοιπόν, ότι είσαι αδελφή μου, διά να γείνη
καλόν
εις εμέ εξ αιτίας σου, και να φυλαχθή η ζωή μου διά σε.
14. Και ότε εισήλθεν ο Άβραμ εις την Αίγυπτον, είδον
οι Αιγύπτιοι την γυναίκα ότι ήτο ώραία σφόδρα.
15. Και οι άρχοντες του Φαραώ είδον αυτήν, και
επήνεσαν
αυτήν προς τον Φαραώ· και ελήφθη η γυνή εις την οικίαν του Φαραώ.
16. Τον δε Άβραμ μετεχειρίσθησαν καλώς δι' αυτήν·
και
είχε πρόβατα και βόας και όνους και δούλους και δούλας και όνους
θηλυκάς
και καμήλους.
17. Και επέφερεν ο Κύριος επί τον Φαραώ και επί τον
οίκον
αυτού πληγάς μεγάλας εξ αιτίας Σάρας της γυναικός του Άβραμ.
18. Εκάλεσε δε ο Φαραώ τον Άβραμ, και είπε, Τι είναι
τούτο, το οποίον έκαμες εις εμέ; διά τι δεν μ' εφανέρωσας ότι αύτη
είναι
γυνή σου;
19. διά τι είπας, Αδελφή μου είναι αύτη; και έλαβον
αυτήν
εις εμαυτόν διά γυναίκα· και τώρα, ιδού η γυνή σου· λάβε αυτήν,
και ύπαγε.
20. Και διώρισεν ο Φαραώ ανθρώπους εις αυτόν· και
συμπροέπεμψαν
αυτόν, και την γυναίκα αυτού και πάντα όσα είχε.
ΓΕΝΕΣΙΣ 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 13
1. Ανέβη δε ο Άβραμ εξ Αιγύπτου, αυτός και η γυνή
αυτού,
και πάντα όσα είχε, και ο Λωτ μετ' αυτού, προς μεσημβρίαν.
2. Και ο Άβραμ ήτο πλούσιος σφόδρα εις κτήνη, εις
αργύριον
και εις χρυσίον.
3. Και υπήγεν οδεύων από μεσημβρίας έως Βαιθήλ έως
του
τόπου όπου ήτο η σκηνή αυτού το πρότερον μεταξύ Βαιθήλ και Γαί·
4. εις τον τόπον του θυσιαστηρίου, το οποίον είχε
κάμει
εκεί καταρχάς· και επεκαλέσθη εκεί ο Άβραμ το όνομα του Κυρίου.
5. Και ο Λωτ ακόμη, ο συμπορευόμενος μετά του Άβραμ,
είχε πρόβατα και βόας και σκηνάς.
6. Και δεν εχώρει αυτούς η γη διά να κατοικώσιν
ομού·
διότι ήσαν τα υπάρχοντα αυτών πολλά, και δεν ηδύναντο να
κατοικώσιν ομού.
7. Και συνέβη έρις μεταξύ των ποιμένων των κτηνών
του
Άβραμ και των ποιμένων των κτηνών του Λώτ· οι δε Χαναναίοι και οι
Φερεζαίοι
κατώκουν τότε την γην.
8. Είπε δε ο Άβραμ προς τον Λωτ, Ας μη ήναι,
παρακαλώ,
έρις μεταξύ εμού και σου και μεταξύ των ποιμένων μου και των
ποιμένων σου·
διότι αδελφοί είμεθα ημείς·
9. δεν είναι πάσα η γη έμπροσθέν σου; διαχωρίσθητι
λοιπόν
απ' εμού· εάν συ υπάγης εις τα αριστερά, εγώ υπάγω εις τα δεξιά·
και εάν
συ εις τα δεξιά, εγώ εις τα αριστερά.
10. Και υψώσας ο Λωτ τους οφθαλμούς αυτού, είδε
πάσαν
την περίχωρον του Ιορδάνου, ότι εποτίζετο όλη προ του να
καταστρέψη ο Κύριος
τα Σόδομα και τα Γόμορρα, ως παράδεισος του Κυρίου, ως η γη της
Αιγύπτου,
έως να υπάγη τις εις Σηγώρ.
11. Και έκλεξεν εις εαυτόν ο Λωτ πάσαν την περίχωρον
του Ιορδάνου· και μετεσκήνωσεν ο Λωτ προς ανατολάς, και
διεχωρίσθησαν ο
εις από του άλλου.
12. Ο μεν Άβραμ κατώκησεν εν τη γη Χαναάν· ο δε Λωτ
κατώκησε
μεταξύ των πόλεων της περιχώρου, και έστησε τας σκηνάς αυτού έως
Σοδόμων.
13. Οι δε άνθρωποι των Σοδόμων ήσαν κακοί και
αμαρτωλοί
σφόδρα ενώπιον του Κυρίου.
14. Και είπε Κύριος προς τον Άβραμ, αφού διεχωρίσθη
ο
Λωτ απ' αυτού, Ύψωσον τώρα τους οφθαλμούς σου, και ιδέ από του
τόπου όπου
είσαι, προς άρκτον και μεσημβρίαν και ανατολήν και δύσιν·
15. διότι πάσαν την γην την οποίαν βλέπεις, εις σε
θέλω
δώσει αυτήν και εις το σπέρμα σου έως αιώνος·
16. και θέλω καταστήσει το σπέρμα σου ως την άμμον
της
γής· ώστε εάν δύναταί τις να εξαριθμήση την άμμον της γης, θέλει
αριθμηθή
και το σπέρμα σου.
17. Σηκωθείς διόδευσον την γην εις τε το μήκος αυτής
και εις το πλάτος αυτής· διότι εις σε θέλω δώσει αυτήν.
18. Και εσήκωσε την σκηνήν αυτού ο Άβραμ, και ελθών
κατώκησε
πλησίον των δρυών Μαμβρή, αίτινες είναι εν Χεβρών, και ωκοδόμησεν
εκεί
θυσιαστήριον εις τον Κύριον.
ΓΕΝΕΣΙΣ 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 14
1. Επί των ημερών δε του Αμαρφέλ βασιλέως Σενναάρ,
του
Αριώχ βασιλέως Ελλασάρ, του Χοδολλογομόρ βασιλέως Ελάμ, και του
Θαργάλ
βασιλέως εθνών,
2. έκαμον αυτοί πόλεμον μετά του Βερά βασιλέως
Σοδόμων,
και του Βαρσά βασιλέως Γομόρρων, του Σενναάβ βασιλέως Αδαμά, και
του Σεμοβόρ
βασιλέως Σεβωείμ, και του βασιλέως της Βελά· αύτη είναι η Σηγώρ.
3. Πάντες ούτοι ηνώθησαν ομού εν τη κοιλάδι Σιδδίμ
ήτις
είναι η αλμυρά θάλασσα.
4. Δώδεκα έτη εδούλευον εις τον Χοδολλογομόρ· εν δε
τω
δεκάτω τρίτω απεστάτησαν.
5. Και εν τω δεκάτω τετάρτω έτει ήλθεν ο
Χοδολλογομόρ
και οι βασιλείς οι μετ' αυτού, και επάταξαν τους Ραφαείμ εν
Ασταρώθ-καρναΐμ,
και τους Ζουζείμ εν Αμ, και τους Εμμαίους εν Σαυή-κιριαθαΐμ,
6. και τους Χορραίους εν τω όρει αυτών Σηείρ έως της
πεδιάδος Φαράν, ήτις είναι εν τη ερήμω.
7. Επέστρεψαν δε και ήλθον εις την Εν-μισπάτ ήτις
είναι
η Κάδης· και επάταξαν πάντα τον τόπον του Αμαλήκ, και τους
Αμορραίους τους
κατοικούντας εν Ασασών-θαμάρ.
8. Εξήλθε δε ο βασιλεύς των Σοδόμων, και ο βασιλεύς
των
Γομόρρων, και ο βασιλεύς της Αδαμά, και ο βασιλεύς των Σεβωείμ,
και ο βασιλεύς
της Βελά, ήτις είναι η Σηγώρ· και συνεκρότησαν μάχην μετ' αυτών εν
τη κοιλάδι
Σιδδίμ,
9. μετά του Χοδολλογομόρ βασιλέως Ελάμ, και του
Θαργάλ
βασιλέως εθνών, και του Αμραφέλ βασιλέως Σενναάρ, και του Αριώχ
βασιλέως
Ελλασάρ· τέσσαρες βασιλείς προς πέντε.
10. Η δε κοιλάς Σιδδίμ ήτο πλήρης φρεάτων ασφάλτου·
ετράπησαν
δε εις φυγήν οι βασιλείς των Σοδόμων και των Γομόρρων και έπεσον
εκεί·
οι δε εναπολειφθέντες έφυγον εις το όρος.
11. Και έλαβον πάντα τα υπάρχοντα των Σοδόμων και
των
Γομόρρων και πάσαν αυτών την ζωοτροφίαν, και ανεχώρησαν.
12. Έλαβον δε και τον Λωτ υιόν του αδελφού του
Άβραμ,
όστις κατώκει εν Σοδόμοις, και τα υπάρχοντα αυτού, και ανεχώρησαν.
13. Υπήγε δε τις εκ των διασωθέντων και απήγγειλε
τούτο
προς τον Άβραμ τον Εβραίον, όστις κατώκει πλησίον των δρυών Μαμβρή
του
Αμορραίου, αδελφού του Εσχώλ, και αδελφού του Ανήρ, οίτινες ήσαν
σύμμαχοι
του Άβραμ.
14. Ακούσας δε ο Άβραμ ότι ηχμαλωτίσθη ο αδελφός
αυτού,
εφώπλισε τριακοσίους δεκαοκτώ εκ των δούλων αυτού, των γεννηθέντων
εν τη
οικία αυτού, και κατεδίωξεν οπίσω αυτών έως Δαν.
15. Και διαιρέσας τους εαυτού ώρμησε κατ' αυτών την
νύκτα,
αυτός και οι δούλοι αυτού, και επάταξεν αυτούς, και κατεδίωξεν
αυτούς έως
Χοβά ήτις είναι κατά τα αριστερά της Δαμασκού.
16. Και επανέφερε πάντα τα υπάρχοντα και έτι
επανέφερε
Λωτ τον αδελφόν αυτού και τα υπάρχοντα αυτού, έτι δε και τας
γυναίκας και
τον λαόν.
17. Εξήλθε δε ο βασιλεύς των Σοδόμων εις συνάντησιν
αυτού,
αφού επέστρεψεν από της καταστροφής του Χοδολλογομόρ και των
βασιλέων των
μετ' αυτού, εν τη κοιλάδι Σαυή ήτις είναι η κοιλάς του βασιλέως.
18. Και ο Μελχισεδέκ βασιλεύς Σαλήμ έφερεν έξω άρτον
και οίνον· ήτο δε ιερεύς του Θεού του Υψίστου.
19. Και ευλόγησεν αυτόν και είπεν, Ευλογημένος ο
Άβραμ
παρά του Θεού του Υψίστου, όστις έκτισε τον ουρανόν και την γήν·
20. και ευλογητός ο Θεός ο Ύψιστος όστις παρέδωκε
τους
εχθρούς σου εις την χείρα σου. Και Άβραμ έδωκεν εις αυτόν δέκατον
από πάντων.
21. Και είπεν ο βασιλεύς των Σοδόμων προς τον Άβραμ,
Δος μοι τους ανθρώπους, τα δε υπάρχοντα λάβε εις σεαυτόν.
22. Είπε δε ο Άβραμ προς τον βασιλέα των Σοδόμων,
Εγώ
ύψωσα την χείρα μου προς Κύριον, τον Θεόν τον Ύψιστον, όστις
έκτισε τον
ουρανόν και την γην,
23. ότι δεν θέλω λάβει από πάντων των ιδικών σου από
κλωστής έως λωρίου υποδήματος, διά να μη είπης, Εγώ επλούτισα τον
Αβραμ·
24. εκτός μόνον εκείνου το οποίον έφαγον οι νέοι,
και
της μερίδος των ανθρώπων των ελθόντων μετ' εμού, του Ανήρ του
Εσχώλ και
του Μαμβρή, ούτοι ας λάβωσι την μερίδα αυτών.
ΓΕΝΕΣΙΣ 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 15
1. Μετά τα πράγματα ταύτα έγεινε λόγος Κυρίου προς
τον
Άβραμ εν οράματι, λέγων, Μη φοβού, Αβραμ· εγώ είμαι ο υπερασπιστής
σου,
ο μισθός σου θέλει είσθαι πολύς σφόδρα.
2. Και είπεν ο Άβραμ, Δέσποτα Κύριε, τι θέλεις δώσει
εις εμέ, ενώ εγώ απέρχομαι άτεκνος, ο δε κληρονόμος της οικίας μου
είναι
ούτος ο εκ Δαμασκού Ελιέζερ;
3. είπε προσέτι ο Άβραμ, Ιδού, δεν έδωκας εις εμέ
σπέρμα·
και ιδού, οικέτης μου θέλει με κληρονομήσει.
4. Και ιδού, λόγος Κυρίου έγεινε προς αυτόν, λέγων,
Δεν
θέλει σε κληρονομήσει ούτος· αλλ' εκείνος όστις θέλει εξέλθει εκ
των σπλάγχνων
σου, αυτός θέλει σε κληρονομήσει.
5. Και έφερεν αυτόν έξω και είπεν, Ανάβλεψον τώρα
εις
τον ουρανόν και αρίθμησον τα άστρα, εάν δύνασαι να εξαριθμήσης
αυτά· και
είπε προς αυτόν, Ούτω θέλει είσθαι το σπέρμα σου.
6. Και επίστευσεν εις τον Κύριον· και ελογίσθη εις
αυτόν
εις δικαιοσύνην.
7. Και είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι ο Κύριος όστις σε
εξήγαγον
εκ της Ουρ των Χαλδαίων, διά να σοι δώσω την γην ταύτην εις
κληρονομίαν.
8. Ο δε είπε, Δέσποτα Κύριε, Πόθεν να γνωρίσω ότι
θέλω
κληρονομήσει αυτήν;
9. Και είπε προς αυτόν, Λάβε μοι δάμαλιν τριών ετών,
και αίγα τριών ετών, και κριόν τριών ετών, και τρυγόνα, και
περιστεράν.
10. Και έλαβεν εις αυτόν πάντα ταύτα, και διέσχισεν
αυτά
εις το μέσον, και έθεσεν έκαστον τμήμα απέναντι του ομοίου αυτού·
τα πτηνά
όμως δεν διέσχισε.
11. Κατέβησαν δε όρνεα επί τα πτώματα, και ο Άβραμ
εδίωξεν
αυτά.
12. Περί δε την δύσιν του ηλίου, επέπεσεν έκστασις
επί
τον Αβραμ· και ιδού, φόβος σκοτεινός μέγας επιπίπτει επ' αυτόν.
13. Και είπεν ο Κύριος προς τον Άβραμ, Έξευρε
βεβαίως
ότι το σπέρμα σου θέλει παροικήσει εν γη ουχί εαυτών, και θέλουσι
δουλώσει
αυτούς, και θέλουσι καταθλίψει αυτούς, τετρακόσια έτη·
14. το έθνος όμως, εις το οποίον θέλουσι δουλωθή,
εγώ
θέλω κρίνει· μετά δε ταύτα θέλουσιν εξέλθει με μεγάλα υπάρχοντα·
15. συ δε θέλεις απέλθει προς τους πατέρας σου εν
ειρήνη·
θέλεις ενταφιασθή εν γήρατι καλώ·
16. εν δε τη τετάρτη γενεά θέλουσιν επιστρέψει εδώ·
διότι
ακόμη δεν ανεπληρώθη η ανομία των Αμορραίων.
17. Ότε δε ο ήλιος έδυσε και έγεινε πυκνόν σκότος,
ιδού,
κάμινος καπνίζουσα και λαμπάς πυρός ήτις διεπέρασε μεταξύ των
διχοτομημάτων
τούτων.
18. Την ημέραν εκείνην έκαμε διαθήκην ο Κύριος προς
τον
Άβραμ, λέγων, εις το σπέρμα σου έδωκα την γην ταύτην, από του
ποταμού της
Αιγύπτου έως του ποταμού του μεγάλου, του ποταμού Ευφράτου·
19. τους Κεναίους, και τους Κενεζαίους, και τους
Κεδμωναίους,
20. και τους Χετταίους, και τους Φερεζαίους, και
τους
Ραφαείμ,
21. και τους Αμορραίους, και τους Χαναναίους, και
τους
Γεργεσαίους, και τους Ιεβουσαίους.
ΓΕΝΕΣΙΣ 16o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 16
1. Η δε Σάρα, η γυνή του Άβραμ, δεν ετεκνοποίει εις
αυτόν·
είχε δε δούλην Αιγυπτίαν, ονομαζομένην Άγαρ.
2. Και είπεν η Σάρα προς τον Άβραμ, Ιδού, ο Κύριος
με
απέκλεισε της τεκνοποιΐας· είσελθε λοιπόν προς την δούλην μου,
ίσως αποκτήσω
τέκνον εξ αυτής. Υπήκουσε δε ο Άβραμ εις τον λόγον της Σάρας.
3. Και έλαβεν η Σάρα η γυνή του Άβραμ την Άγαρ την
Αιγυπτίαν,
την δούλην αυτής, αφού ο Άβραμ είχε κατοικήσει δέκα έτη εν τη γη
Χαναάν,
και έδωκεν αυτήν εις Άβραμ τον άνδρα αυτής, διά να ήναι γυνή
αυτού.
4. Και εισήλθε προς την Άγαρ, και εκείνη συνέλαβε·
και
ότε είδεν ότι συνέλαβεν, η κυρία αυτής κατεφρονείτο ενώπιον αυτής.
5. Και είπεν η Σάρα προς τον Άβραμ, Εξ αιτίας σου
αδικούμαι.
Εγώ έδωκα την δούλην μου εις τον κόλπον σου· και αφού είδεν ότι
συνέλαβεν,
εγώ κατεφρονήθην ενώπιον αυτής· ας κρίνη ο Κύριος μεταξύ εμού και
σου.
6. Ο δε Άβραμ είπε προς την Σάραν, Ιδού, η δούλη σου
είναι εις την χείρα σου· κάμε εις αυτήν όπως είναι αρεστόν εις
τους οφθαλμούς
σου. Και μετεχειρίσθη η Σάρα αυτήν κακώς, και εκείνη έφυγεν από
προσώπου
αυτής.
7. Εύρε δε αυτήν άγγελος Κυρίου πλησίον πηγής
ύδατος,
εν τη ερήμω, πλησίον της πηγής κατά την οδόν Σούρ·
8. και είπεν, Άγαρ, δούλη της Σάρας, πόθεν έρχεσαι
και
που υπάγεις; Η δε είπεν, Από προσώπου Σάρας της κυρίας μου φεύγω.
9. Και είπε προς αυτήν ο άγγελος του Κυρίου,
Επίστρεψον
προς την κυρίαν σου και ταπεινώθητι υπό τας χείρας αυτής.
10. Είπεν έτι ο άγγελος του Κυρίου προς αυτήν, Θέλω
πληθύνει
σφόδρα το σπέρμα σου, ώστε να μη αριθμήται διά το πλήθος.
11. Και είπε προς αυτήν ο άγγελος του Κυρίου, Ιδού,
συ
είσαι έγκυος, και θέλεις γεννήσει υιόν, και θέλεις καλέσει το
όνομα αυτού
Ισμαήλ· διότι ήκουσεν ο Κύριος την θλίψιν σου·
12. και ούτος θέλει είσθαι άνθρωπος άγριος· η χειρ
αυτού
θέλει είσθαι εναντίον πάντων, και η χειρ πάντων εναντίον αυτού·
και κατά
πρόσωπον πάντων των αδελφών αυτού θέλει κατοικήσει.
13. Και εκάλεσεν Άγαρ το όνομα του Κυρίου του
λαλούντος
προς αυτήν, Συ Θεός όστις με είδες· διότι είπεν, Είδον έτι εγώ
ενταύθα
εκείνον όστις με είδε;
14. Διά τούτο ωνομάσθη το φρέαρ εκείνο, Φρέαρ
Λαχαΐ-ροΐ·
ιδού, κείται μεταξύ Κάδης και Βαράδ.
15. Και εγέννησεν η Άγαρ υιόν εις τον Αβραμ· και ο
Άβραμ
εκάλεσε το όνομα του υιού αυτού, τον οποίον εγέννησεν Άγαρ,
Ισμαήλ.
16. Ήτο δε ο Άβραμ ογδοήκοντα εξ ετών, ότε η Άγαρ
εγέννησε
τον Ισμαήλ εις τον Άβραμ.
ΓΕΝΕΣΙΣ 17o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 17
1. Και ότε ήτο ο Άβραμ ενενήκοντα εννέα ετών, εφάνη
ο
Κύριος εις τον Άβραμ και είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι Θεός ο
Παντοκράτωρ·
περιπάτει ενώπιόν μου, και έσο τέλειος.
2. Και θέλω στήσει την διαθήκην μου αναμέσον εμού
και
σού· και θέλω σε πληθύνει σφόδρα σφόδρα.
3. Και έπεσεν ο Άβραμ επί πρόσωπον αυτού· και
ελάλησε
προς αυτόν ο Θεός, λέγων,
4. Εγώ, ιδού, η διαθήκη μου είναι προς σέ· και
θέλεις
γείνει πατήρ πλήθους εθνών·
5. και δεν θέλει καλείσθαι πλέον το όνομά σου Άβραμ,
αλλά το όνομά σου θέλει είσθαι Αβραάμ· διότι πατέρα πλήθους εθνών
σε κατέστησα·
6. και θέλω σε αυξήσει σφόδρα σφόδρα, και θέλω σε
καταστήσει
εις έθνη, και βασιλείς θέλουσιν εξέλθει εκ σού·
7. και θέλω στήσει την διαθήκην μου αναμέσον εμού
και
σου, και του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών, εις
διαθήκην αιώνιον,
διά να ήμαι Θεός εις σε και εις το σπέρμα σου μετά σέ·
8. και θέλω δώσει εις σε, και εις το σπέρμα σου μετά
σε, την γην της παροικίας σου, πάσαν την γην Χαναάν, εις
κατάσχεσιν αιώνιον·
και θέλω είσθαι ο Θεός αυτών.
9. Και είπεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, συ δε την
διαθήκην
μου θέλεις φυλάξει, συ και το σπέρμα σου μετά σε εις τας γενεάς
αυτών.
10. Αύτη είναι η διαθήκη μου την οποίαν θέλετε
φυλάξει,
αναμέσον εμού και υμών και του σπέρματός σου μετά σέ· παν άρσεν
υμών θέλει
περιτέμνεσθαι.
11. Και θέλετε περιτέμνει την σάρκα της ακροβυστίας
υμών,
και θέλει είσθαι εις σημείον της διαθήκης μεταξύ εμού και υμών·
12. και παιδίον οκτώ ημερών θέλει περιτέμνεσθαι
μεταξύ
σας, παν άρσεν εις τας γενεάς υμών ο γεγεννημένος εν τη οικία, και
ο αργυρώνητος
εκ παντός ξένου, όστις δεν είναι εκ του σπέρματός σου·
13. θέλει εξάπαντος περιτέμνεσθαι ο γεγεννημένος εν
τη
οικία σου, και ο αργυρώνητός σου· και θέλει είσθαι η διαθήκη μου
επί της
σαρκός υμών εις διαθήκην αιώνιον·
14. και το απερίτμητον άρσεν, του οποίου δεν ήθελε
περιτμηθή
η σαρξ της ακροβυστίας αυτού, η ψυχή εκείνη θέλει εξολοθρευθή εκ
μέσου
του λαού αυτής· την διαθήκην μου παρέβη.
15. Και είπεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, Σάραν την
γυναίκα
σου, δεν θέλεις καλέσει πλέον το όνομα αυτής Σάραν, αλλά Σάρρα
θέλει είσθαι
το όνομα αυτής.
16. Και θέλω ευλογήσει αυτήν, και θέλω προσέτι δώσει
εις σε υιόν εξ αυτής· και θέλω ευλογήσει αυτήν, και θέλει γείνει
μήτηρ
εθνών· βασιλείς λαών θέλουσιν εξέλθει εξ αυτής.
17. Και έπεσεν ο Αβραάμ επί πρόσωπον αυτού και
εγέλασε,
και είπεν εν τη καρδία αυτού, Εις άνθρωπον εκατονταετή θέλει
γεννηθή τέκνον;
και η Σάρρα, γυνή ενενήκοντα ετών, θέλει γεννήσει;
18. Και είπεν ο Αβραάμ προς τον Θεόν, Είθε ο Ισμαήλ
να
ζήση ενώπιόν σου
19. Και είπεν ο Θεός, Ναι η γυνή σου Σάρρα θέλει
γεννήσει
υιόν εις σε, και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ισαάκ· και θέλω
στήσει την
διαθήκην μου προς αυτόν εις διαθήκην αιώνιον, και προς το σπέρμα
αυτού
μετ' αυτόν·
20. περί δε του Ισμαήλ σου εισήκουσα· Ιδού, ευλόγησα
αυτόν, και θέλω αυξήσει αυτόν, και θέλω πληθύνει αυτόν σφόδρα
σφόδρα· δώδεκα
άρχοντας θέλει γεννήσει, και θέλω κάμει αυτόν έθνος μέγα·
21. αλλά την διαθήκην μου θέλω στήσει προς τον
Ισαάκ,
τον οποίον θέλει γεννήσει η Σάρρα εις σε το ερχόμενον έτος, εν τω
αυτώ
τούτω καιρώ.
22. Αφού δε ετελείωσε να λαλή μετ' αυτού, ανέβη ο
Θεός
από του Αβραάμ.
23. Και έλαβεν ο Αβραάμ Ισμαήλ τον υιόν αυτού, και
πάντας
τους γεγεννημένους εν τη οικία αυτού, και πάντας τους αργυρωνήτους
αυτού,
παν άρσεν των ανθρώπων της οικίας του Αβραάμ, και περιέτεμε την
σάρκα της
ακροβυστίας αυτών την αυτήν εκείνην ημέραν, καθώς είπε προς αυτόν
ο Θεός.
24. Ο δε Αβραάμ ήτο ενενήκοντα εννέα ετών, ότε
περιετμήθη
την σάρκα της ακροβυστίας αυτού.
25. Ισμαήλ δε ο υιός αυτού ήτο δεκατριών ετών, ότε
περιετμήθη
την σάρκα της ακροβυστίας αυτού.
26. την αυτήν εκείνην ημέραν περιετμήθη ο Αβραάμ,
και
Ισμαήλ ο υιός αυτού·
27. και πάντες οι άνθρωποι της οικίας αυτού, οι
γεγεννημένοι
εν τη οικία, και οι εξ αλλογενών αργυρώνητοι περιετμήθησαν μετ'
αυτού.
ΓΕΝΕΣΙΣ 18o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 18
1. Και εφάνη εις αυτόν ο Κύριος εις τας δρυς Μαμβρή,
ενώ εκάθητο εν τη θύρα της σκηνής εις το καύμα της ημέρας.
2. Και υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, είδε· και ιδού,
τρεις
άνδρες ιστάμενοι έμπροσθεν αυτού· και ως είδεν, έδραμεν εις
προϋπάντησιν
αυτών από της θύρας της σκηνής, και προσεκύνησεν έως εδάφους·
3. και είπε, Κύριέ μου, εάν εύρηκα χάριν εις τους
οφθαλμούς
σου, μη παρέλθης, παρακαλώ, τον δούλον σου·
4. ας φερθή, παρακαλώ, ολίγον ύδωρ, και νίψατε τους
πόδας
σας, και αναπαύθητε υπό το δένδρον·
5. και εγώ θέλω φέρει ολίγον άρτον, και στηρίξατε
την
καρδίαν σας· έπειτα θέλετε παρέλθει· επειδή διά τούτο επεράσατε
προς τον
δούλον σας· οι δε είπον, Κάμε ούτω, καθώς είπας.
6. Και έσπευσεν ο Αβραάμ εις την σκηνήν προς την
Σάρραν
και είπε, Σπεύσον ζύμωσον τρία μέτρα σεμιδάλεως, και κάμε
εγκρυφίας.
7. Ο δε Αβραάμ έδραμεν εις τους βόας, και έλαβε
μοσχάριον
απαλόν και καλόν, και έδωκεν εις τον δούλον· ο δε έσπευσε να
ετοιμάση αυτό·
8. έπειτα έλαβε βούτυρον και γάλα και το μοσχάριον,
το
οποίον ητοίμασε, και έθεσεν έμπροσθεν αυτών· αυτός δε ίστατο
πλησίον αυτών
υπό το δένδρον, και αυτοί έφαγον.
9. Είπον δε προς αυτόν, Που είναι Σάρρα η γυνή σου;
Ο
δε είπεν, Ιδού, εν τη σκηνή.
10. Και είπεν, Εξάπαντος θέλω επιστρέψει προς σε
κατά
τον αυτόν τούτον καιρόν του έτους· και ιδού, Σάρρα η γυνή σου
θέλει έχει
υιόν. Η δε Σάρρα ήκουσεν εν τη θύρα της σκηνής ήτις ήτο όπισθεν
αυτού.
11. Ο δε Αβραάμ και η Σάρρα ήσαν γέροντες,
προβεβηκότες
εις ηλικίαν· εις την Σάρραν είχον παύσει να γίνωνται τα γυναικεία.
12. Εγέλασε δε η Σάρρα καθ' εαυτήν λέγουσα, Αφού
εγήρασα,
θέλει γείνει εις εμέ ηδονή και ο κύριός μου γέρων;
13. Και είπε Κύριος προς τον Αβραάμ, Διά τι εγέλασεν
η Σάρρα, λέγουσα, Αφού εγώ εγήρασα, θέλω τωόντι γεννήσει;
14. είναι τι αδύνατον εις τον Κύριον; εν τω ωρισμένω
καιρώ θέλω επιστρέψει προς σε κατά τον αυτόν τούτον καιρόν του
έτους, και
η Σάρρα θέλει έχει υιόν.
15. Τότε η Σάρρα ηρνήθη λέγουσα, δεν εγέλασα· διότι
εφοβήθη.
Ο δε είπεν, Ουχί, αλλ' εγέλασας.
16. Σηκωθέντες δε εκείθεν οι άνδρες διευθύνθησαν
προς
τα Σόδομα· και ο Αβραάμ επορεύετο μετ' αυτών διά να συμπροπέμψη
αυτούς.
17. Και είπε Κύριος, Θέλω κρύψει εγώ από του Αβραάμ
ό,τι
κάμνω;
18. ο δε Αβραάμ θέλει εξάπαντος
γείνει
έθνος μέγα και δυνατόν· και θέλουσιν ευλογηθή εις αυτόν πάντα τα
έθνη της
γής·
19. επειδή γνωρίζω αυτόν ότι θέλει διατάξει προς
τους
υιούς αυτού και προς τον οίκον αυτού, μεθ' εαυτόν, και θέλουσι
φυλάξει
την οδόν του Κυρίου, διά να πράττωσι δικαιοσύνην και κρίσιν, ώστε
να επιφέρη
ο Κύριος επί τον Αβραάμ τα όσα ελάλησε προς αυτόν.
20. Είπε δε Κύριος, Η κραυγή των Σοδόμων και των
Γομόρρων
επλήθυνε, και η αμαρτία αυτών βαρεία σφόδρα·
21. θέλω λοιπόν καταβή και θέλω ιδεί αν έπραξαν
ολοκλήρως
κατά την κραυγήν την ερχομένην προς εμέ· και θέλω γνωρίσει, αν
ουχί.
22. Και αναχωρήσαντες εκείθεν οι άνδρες υπήγον προς
τα
Σόδομα· ο δε Αβραάμ ίστατο έτι ενώπιον του Κυρίου.
23. Και πλησιάσας ο Αβραάμ είπε, Μήπως θέλεις
απολέσει
τον δίκαιον μετά του ασεβούς;
24. εάν ήναι πεντήκοντα δίκαιοι εν τη πόλει, θέλεις
άρα
γε απολέσει αυτούς; και δεν ήθελες συγχωρήσει εις τον τόπον διά
τους πεντήκοντα
δικαίους, τους εν αυτώ;
25. μη γένοιτο ποτέ συ να πράξης τοιούτον πράγμα, να
θανατώσης δίκαιον μετά ασεβούς, και ο δίκαιος να ήναι ως ο ασεβής
μη γένοιτο
ποτέ εις σε ο κρίνων πάσαν την γην δεν θέλει κάμει κρίσιν;
26. Είπε δε Κύριος, Εάν εύρω εν Σοδόμοις πεντήκοντα
δικαίους
εν τη πόλει, θέλω συγχωρήσει εις πάντα τον τόπον δι' αυτούς.
27. Και αποκριθείς ο Αβραάμ είπεν, Ιδού, τώρα
ετόλμησα
να ομιλήσω προς τον Κύριόν μου, ενώ είμαι γη και σποδός·
28. εάν λείψωσι πέντε εκ των πεντήκοντα δικαίων,
θέλεις
απολέσει πάσαν την πόλιν εξ αιτίας των πέντε; Και είπε, Δεν θέλω
απολέσει
αυτήν εάν εύρω εκεί τεσσαράκοντα πέντε.
29. Και προσέθεσεν έτι ο Αβραάμ να λαλήση προς
αυτόν,
και είπεν, Εάν ευρεθώσιν εκεί τεσσαράκοντα; Και είπε, Δεν θέλω
απολέσει
αυτήν χάριν των τεσσαράκοντα.
30. Και είπεν ο Αβραάμ, Ας μη παροξυνθή ο Κύριός μου
εάν έτι λαλήσω· εάν ευρεθώσιν εκεί τριάκοντα; Και είπε, Δεν θέλω
απολέσει
αυτήν εάν εύρω εκεί τριάκοντα.
31. Και είπεν ο Αβραάμ, Ιδού, τώρα ετόλμησα να
λαλήσω
προς τον Κύριόν μου· εάν ευρεθώσιν εκεί είκοσι; και είπε, Δεν θέλω
απολέσει
αυτήν χάριν των είκοσι.
32. Και είπεν ο Αβραάμ, Ας μη παροξυνθή ο Κύριός
μου,
εάν λαλήσω έτι άπαξ· εάν ευρεθώσιν εκεί δέκα; και είπε, Δεν θέλω
απολέσει
αυτήν χάριν των δέκα.
33. Και ανεχώρησεν ο Κύριος, αφού έπαυσε να λαλή
προς
τον Αβραάμ· και ο Αβραάμ επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού.
ΓΕΝΕΣΙΣ 19o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 19
1. Ήλθον δε οι δύο άγγελοι εις τα Σόδομα το εσπέρας·
και εκάθητο ο Λωτ παρά την πύλην των Σοδόμων· ιδών δε ο Λωτ,
εσηκώθη εις
συνάντησιν αυτών και προσεκύνησεν επί πρόσωπον έως εδάφους·
2. και είπεν, Ιδού, κύριοί μου, εκκλίνατε, παρακαλώ,
προς την οικίαν του δούλου σας, και διανυκτερεύσατε και πλύνατε
τους πόδας
σας· και σηκωθέντες πρωΐ, θέλετε υπάγει εις την οδόν σας· οι δε
είπον,
Ουχί, αλλ' εν τη πλατεία θέλομεν διανυκτερεύσει.
3. Αφού δε εβίασεν αυτούς πολύ, εξέκλιναν προς αυτόν
και εισήλθον εις την οικίαν αυτού· και έκαμεν εις αυτούς
συμπόσιον, και
έψησεν άζυμα και έφαγον.
4. Πριν δε κοιμηθώσιν, οι άνδρες της πόλεως, οι
άνδρες
των Σοδόμων, περιεκύκλωσαν την οικίαν, νέοι και γέροντες, άπας ο
λαός ομού
πανταχόθεν·
5. και έκραζον προς τον Λωτ και έλεγον προς αυτόν,
Που
είναι οι άνδρες οι εισελθόντες προς σε την νύκτα; έκβαλε αυτούς
προς ημάς,
διά να γνωρίσωμεν αυτούς.
6. Εξήλθε δε ο Λωτ προς αυτούς εις το πρόθυρον, και
έκλεισε
την θύραν οπίσω αυτού,
7. και είπε, Μη, αδελφοί μου, μη πράξητε τοιούτον
κακόν·
8. ιδού, έχω δύο θυγατέρας αίτινες δεν εγνώρισαν
άνδρα·
να σας φέρω λοιπόν αυτάς έξω· και κάμετε εις αυτάς, όπως φανή εις
εσάς
αρεστόν· μόνον εις τους άνδρας τούτους μη πράξητε μηδέν, επειδή
διά τούτο
εισήλθον υπό την σκιάν της στέγης μου.
9. Οι δε είπον, Φύγε απ' εκεί. Και είπον, ούτος ήλθε
διά να παροικήση· θέλει να γείνη και κριτής; τώρα θέλομεν
καποποιήσει σε
μάλλον παρά εκείνους. Και εβίαζον τον άνθρωπον τον Λωτ καθ'
υπερβολήν,
και επλησίασαν διά να συντρίψωσι την θύραν·
10. Εκτείναντες δε οι άνδρες τας χείρας αυτών έσυραν
τον Λωτ προς εαυτούς εις την οικίαν, και έκλεισαν την θύραν·
11. τους δε ανθρώπους, τους όντας εις την θύραν της
οικίας,
εκτύπησαν με αορασίαν από μικρού έως μεγάλου, ώστε απέκαμον
ζητούντες την
θύραν.
12. Και είπον οι άνδρες προς τον Λωτ, Έχεις εδώ
άλλον
τινά; γαμβρόν υιούς ή θυγατέρας ή όντινα άλλον έχεις εν τη πόλει,
εξάγαγε
αυτούς εκ του τόπου·
13. διότι ημείς καταστρέφομεν τον τόπον τούτον,
επειδή
η κραυγή αυτών εμεγάλυνεν ενώπιον του Κυρίου· και απέστειλεν ημάς
ο Κύριος
διά να καταστρέψωμεν αυτόν.
14. Εξήλθε λοιπόν ο Λωτ και ελάλησε προς τους
γαμβρούς
αυτού, τους μέλλοντας να λάβωσι τας θυγατέρας αυτού, και είπε,
Σηκώθητε,
εξέλθετε εκ του τόπου τούτου· διότι καταστρέφει ο Κύριος την
πόλιν. Αλλ'
εφάνη εις τους γαμβρούς αυτού ως αστεϊζόμενος.
15. Και ότε έγεινεν αυγή, εβίαζον οι άγγελοι τον
Λωτ,
λέγοντες· Σηκώθητι, λάβε την γυναίκα σου και τας δύο σου
θυγατέρας, τας
ευρισκομένας εδώ, διά να μη συναπολεσθής και συ εν τη ανομία της
πόλεως.
16. Επειδή δε εβράδυνεν, οι άνδρες πιάσαντες την
χείρα
αυτού και την χείρα της γυναικός αυτού και τας χείρας των δύο
θυγατέρων
αυτού, διότι εσπλαγχνίσθη αυτόν ο Κύριος, εξήγαγον αυτόν και
έθεσαν αυτόν
έξω της πόλεως.
17. Και ότε εξήγαγον αυτούς έξω, είπεν ο Κύριος,
Διάσωσον
την ζωήν σου· μη περιβλέψης οπίσω σου, και μη σταθής καθ' όλην την
περίχωρον·
διασώθητι εις το όρος, διά να μη απολεσθής.
18. Και είπεν ο Λωτ προς αυτούς, Μη, παρακαλώ,
Κύριε·
19. ιδού, ο δούλός σου εύρηκε χάριν ενώπιόν σου, και
εμεγάλυνας το έλεός σου, το οποίον έκαμες προς εμέ, φυλάττων την
ζωήν μου·
αλλ' εγώ δεν θέλω δυνηθή να διασωθώ εις το όρος, μήπως με προφθάση
το κακόν
και αποθάνω·
20. ιδού, παρακαλώ, η πόλις αύτη είναι πλησίον ώστε
να
καταφύγω εκεί, και είναι μικρά· εκεί, παρακαλώ, να διασωθώ· δεν
είναι μικρά;
και θέλει ζήσει η ψυχή μου.
21. Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Ιδού, επήκουσά σου
και εις το πράγμα τούτο, να μη καταστρέψω την πόλιν, περί της
οποίας ελάλησας·
22. τάχυνον, διασώθητι εκεί· διότι δεν θέλω δυνηθή
να
κάμω ουδέν, εωσού φθάσης εκεί· διά τούτο εκάλεσε το όνομα της
πόλεως Σηγώρ.
23. Ο ήλιος ανέτειλεν επί την γην, ότε ο Λωτ
εισήλθεν
εις Σηγώρ.
24. Και έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα και Γόμορρα
θείον
και πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού·
25. και κατέστρεψε τας πόλεις ταύτας, και πάντα τα
περίχωρα
και πάντας τους κατοίκους των πόλεων και τα φυτά της γης.
26. Αλλ' γυνή αυτού περιβλέψασα όπισθεν αυτού έγεινε
στήλη άλατος.
27. Ο δε Αβραάμ σηκωθείς ενωρίς το πρωΐ ήλθεν εις
τον
τόπον όπου είχε σταθή ενώπιον του Κυρίου·
28. και βλέψας επί τα Σόδομα και Γόμορρα και εφ'
όλην
την γην της περιχώρου, είδε, και ιδού, ανέβαινε καπνός από της
γης, ως
καπνός καμίνου.
29. Ούτω λοιπόν, ότε ο Θεός κατέστρεψε τας πόλεις
της
περιχώρου, ενεθυμήθη ο Θεός τον Αβραάμ, και εξαπέστειλε τον Λωτ εκ
μέσου
της καταστροφής, ότε κατέστρεψε τας πόλεις, εις τας οποίας κατώκει
ο Λωτ.
30. Ανέβη δε ο Λωτ από Σηγώρ και κατώκησεν εν τω
όρει,
και μετ' αυτού αι δύο θυγατέρες αυτού, διότι εφοβήθη να κατοικήση
εν Σηγώρ·
και κατώκησεν εν σπηλαίω, αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού.
31. Και είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν, Ο
πατήρ
ημών είναι γέρων, και άνθρωπος δεν είναι επί της γης, διά να
εισέλθη προς
ημάς κατά την συνήθειαν πάσης της γής·
32. ελθέ, ας ποτίσωμεν τον πατέρα, ημών οίνον, και
ας
κοιμηθώμεν μετ' αυτού, και ας αναστήσωμεν σπέρμα εκ του πατρός
ημών.
33. Επότισαν λοιπόν τον πατέρα αυτών οίνον κατ'
εκείνην
την νύκτα· και εισήλθεν η πρεσβυτέρα και εκοιμήθη μετά του πατρός
αυτής·
και εκείνος δεν ενόησεν ούτε πότε επλαγίασεν αυτή, και πότε
εσηκώθη.
34. Και την επαύριον είπεν η πρεσβυτέρα προς την
νεωτέραν,
Ιδού, εγώ εκοιμήθην χθές την νύκτα μετά του πατρός ημών· ας
ποτίσωμεν αυτόν
οίνον και την νύκτα ταύτην, και εισελθούσα συ, κοιμήθητι μετ'
αυτού, και
ας αναστήσωμεν σπέρμα εκ του πατρός ημών.
35. Επότισαν λοιπόν και την νύκτα εκείνην τον πατέρα
αυτών οίνον, και σηκωθείσα η νεωτέρα, εκοιμήθη μετ' αυτού· και
εκείνος
δεν ενόησεν ούτε πότε επλαγίασεν αυτή, και πότε εσηκώθη.
36. Και συνέλαβον αι δύο θυγατέρες του Λωτ εκ του
πατρός
αυτών.
37. Και εγέννησεν η πρεσβυτέρα υιόν και εκάλεσε το
όνομα
αυτού Μωάβ· ούτος είναι ο πατήρ των Μωαβιτών έως της σήμερον.
38. Εγέννησε δε και η νεωτέρα υιόν και εκάλεσε το
όνομα
αυτού Βεν-αμμί· ούτος είναι ο πατήρ των Αμμωνιτών έως της σήμερον.
ΓΕΝΕΣΙΣ 20o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 20
1. Και εκίνησεν εκείθεν ο Αβραάμ εις την γην την
προς
μεσημβρίαν, και κατώκησε μεταξύ Κάδης και Σούρ· και παρώκησεν εν
Γεράροις.
2. Και είπεν ο Αβραάμ περί Σάρρας της γυναικός
αυτού,
Αδελφή μου είναι. Έστειλε δε Αβιμέλεχ ο βασιλεύς των Γεράρων, και
έλαβε
την Σάρραν.
3. Και ήλθεν ο Θεός προς τον Αβιμέλεχ κατ' όναρ την
νύκτα,
και είπε προς αυτόν, Ιδού, συ αποθνήσκεις εξ αιτίας της γυναικός,
την οποίαν
έλαβες· διότι είναι νενυμφευμένη με άνδρα.
4. Ο δε Αβιμέλεχ δεν είχε πλησιάσει εις αυτήν· και
είπε,
Κύριε, ήθελες φονεύσει έθνος έτι και δίκαιον;
5. δεν μοι είπεν αυτός, Αδελφή μου είναι; και αυτή
πάλιν,
αυτή είπεν, Αδελφός μου είναι. Εν ευθύτητι της καρδίας μου και εν
καθαρότητι
των χειρών μου έπραξα τούτο.
6. Είπε δε προς αυτόν ο Θεός κατ' όναρ, Και εγώ
εγνώρισα
ότι εν ευθύτητι της καρδίας σου έπραξας τούτο· όθεν και εγώ σε
εμπόδισα
από του να αμαρτήσης εις εμέ· διά τούτο δεν σε αφήκα να εγγίσης
αυτήν·
7. τώρα λοιπόν απόδος την γυναίκα προς τον άνθρωπον,
διότι είναι προφήτης· και θέλει προσευχηθή υπέρ σου και θέλεις
ζήσει· αλλ'
εάν δεν αποδώσης αυτήν, έξευρε ότι εξάπαντος θέλεις αποθάνει, συ
και πάντα
όσα έχεις.
8. Σηκωθείς δε ο Αβιμέλεχ ενωρίς το πρωΐ, εκάλεσε
πάντας
τους δούλους αυτού, και ελάλησε πάντας τους λόγους τούτους εις
επήκοον
αυτών· και εφοβήθησαν οι άνθρωποι σφόδρα.
9. Και εκάλεσεν ο Αβιμέλεχ τον Αβραάμ και είπε προς
αυτόν,
Τι έπραξας εις ημάς; και τι αμάρτημα έπραξα εις σε, ώστε επέφερες
επ' εμέ
και επί το βασίλειόν μου, αμαρτίαν μεγάλην; έπραξας εις εμέ
πράγμα, το
οποίον δεν έπρεπε να πραχθή.
10. Και είπεν ο Αβιμέλεχ προς τον Αβραάμ, Τι είδες,
ώστε
να πράξης το πράγμα τούτο;
11. Και είπεν ο Αβραάμ, Επειδή εγώ είπον, Βέβαια δεν
είναι φόβος Θεού εν τω τόπω τούτω και θέλουσι με φονεύσει διά την
γυναίκα
μου·
12. και όμως αληθώς αδελφή μου είναι, θυγάτηρ του
πατρός
μου, αλλ' ουχί θυγάτηρ της μητρός μου· και έγεινε γυνή μου.
13. και ότε με έκαμεν ο Θεός να εξέλθω εκ του οίκου
του
πατρός μου, είπον προς αυτήν, Ταύτην την χάριν θέλεις κάμει εις
εμέ· εις
πάντα τόπον όπου αν υπάγωμεν, λέγε περί εμού, Ούτος είναι αδελφός
μου.
14. Και έλαβεν ο Αβιμέλεχ πρόβατα και βόας και
δούλους
και δούλας, και έδωκεν εις τον Αβραάμ, και απέδωκεν εις αυτόν
Σάρραν την
γυναίκα αυτού.
15. και είπεν ο Αβιμέλεχ, Ιδού, η γη μου έμπροσθέν
σου.
κατοίκησον όπου σοι αρέσκει.
16. Και προς την Σάρραν είπεν, Ιδού, έδωκα χίλια
αργύρια
εις τον αδελφόν σου· ιδού, αυτός είναι εις σε σκέπη των οφθαλμών
προς πάντας
τους μετά σου και προς πάντας τους άλλους. Ούτως αύτη επεπλήχθη.
17. Προσηυχήθη δε ο Αβραάμ προς τον Θεόν· και
εθεράπευσεν
ο Θεός τον Αβιμέλεχ και την γυναίκα αυτού και τας θεραπαίνας
αυτού, και
ετεκνοποίησαν.
18. διότι ο Κύριος είχε κλείσει διόλου πάσαν μήτραν
εν
τη οικία του Αβιμέλεχ, εξ αιτίας Σάρρας της γυναικός του Αβραάμ.
[>]