ΓΕΝΕΣΙΣ 21o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 21
1. Και επεσκέφθη ο Κύριος την Σάρραν, ως είπε· και
έκαμεν
ο Κύριος εις την Σάρραν, ως ελάλησε.
2. Και συνέλαβεν η Σάρρα, και εγέννησεν εις τον
Αβραάμ
υιόν εν τω γήρατι αυτού· κατά τον καιρόν, τον οποίον είπε προς
αυτόν ο
Θεός.
3. Και εκάλεσεν ο Αβραάμ το όνομα του υιού αυτού,
του
γεννηθέντος εις αυτόν, τον οποίον η Σάρρα εγέννησεν εις αυτόν,
Ισαάκ.
4. Περιέτεμε δε ο Αβραάμ τον υιόν αυτού Ισαάκ την
ογδόην
ημέραν, ως προσέταξεν εις αυτόν ο Θεός.
5. Ήτο δε ο Αβραάμ εκατόν ετών, ότε εγεννήθη εις
αυτόν
Ισαάκ ο υιός αυτού.
6. Και είπεν η Σάρρα, Ο Θεός με έκαμε να γελώ· όστις
ακούση, θέλει γελά μετ' εμού.
7. Και είπε, Τις ήθελεν ειπεί προς τον Αβραάμ, ότι
ήθελε
θηλάσει τέκνα η Σάρρα; επειδή εγέννησα υιόν εν τω γήρατι αυτού.
8. Το δε παιδίον ηύξησε και απεγαλακτίσθη· και
έκαμεν
ο Αβραάμ μέγα συμπόσιον, καθ' ην ημέραν απεγαλακτίσθη ο Ισαάκ.
9. Και είδεν η Σάρρα τον υιόν της Άγαρ της
Αιγυπτίας,
τον οποίον εγέννησεν εις τον Αβραάμ, περιγελώντα τον Ισαάκ.
10. Και είπε προς τον Αβραάμ, Δίωξον την δούλην
ταύτην
και τον υιόν αυτής· διότι δεν θέλει κληρονομήσει ο υιός της δούλης
ταύτης
μετά του υιού μου, του Ισαάκ.
11. Εφάνη δε σκληρόν σφόδρα το πράγμα εις τους
οφθαλμούς
του Αβραάμ περί του υιού αυτού.
12. Και είπεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, Ας μη φανή
σκληρόν
εις τους οφθαλμούς σου περί του παιδίου και περί της δούλης σου·
κατά πάντα
όσα είπη προς σε η Σάρρα, άκουε τους λόγους αυτής· διότι εν τω
Ισαάκ θέλει
κληθή εις σε σπέρμα·
13. και τον υιόν δε της δούλης εις έθνος θέλω
καταστήσει
αυτόν· διότι είναι σπέρμα σου.
14. Σηκωθείς δε ο Αβραάμ ενωρίς το πρωΐ, έλαβεν
άρτους
και ασκόν ύδατος και έδωκεν εις την Άγαρ, επιθέσας αυτά επί τον
ώμον αυτής,
και το παιδίον, και απέπεμψεν αυτήν. Η δε αναχωρήσασα περιεπλανάτο
εν τη
ερήμω Βηρ-σαβεέ.
15. Και αφού ετελείωσε το ύδωρ από του ασκού, έρριψε
το παιδίον υποκάτω ενός θάμνου·
16. και ελθούσα εκάθισεν απέναντι, μακράν έως τόξου
βολής·
διότι είπε, να μη ίδω τον θάνατον του παιδίου. Και εκάθισεν
απέναντι και
ύψωσε την φωνήν αυτής και έκλαυσεν.
17. Εισήκουσε δε ο Θεός την φωνήν του παιδίου· και
εφώνησεν
άγγελος Θεού προς την Άγαρ εκ του ουρανού, και είπε προς αυτήν, Τι
έχεις,
Άγαρ; μη φοβού· διότι ήκουσεν ο Θεός την φωνήν του παιδίου εκ του
τόπου
ένθα κείται·
18. σηκώθητι, λάβε το παιδίον, και κράτει αυτό με
την
χείρα σου· διότι θέλω καταστήσει αυτό εις έθνος μέγα.
19. Και ήνοιξεν ο Θεός τους οφθαλμούς αυτής, και
ιδούσα
φρέαρ ύδατος υπήγε και εγέμισε τον ασκόν ύδωρ και επότισε το
παιδίον.
20. Και ήτο ο Θεός μετά του παιδίου, και ηύξησε, και
κατώκησεν εν τη ερήμω και έγεινε τοξότης.
21. Και κατώκησεν εν τη ερήμω Φαράν· και η μήτηρ
αυτού
έλαβεν εις αυτόν γυναίκα εκ γης Αιγύπτου.
22. Κατ' εκείνον δε τον καιρόν ο Αβιμέλεχ, μετά του
Φιχόλ
αρχιστρατήγου της δυνάμεως αυτού, είπε προς τον Αβραάμ, λέγων, Ο
Θεός είναι
μετά σου εις πάντα όσα πράττεις·
23. τώρα λοιπόν όμοσον προς εμέ εδώ εις τον Θεόν,
ότι
δεν θέλεις ψευσθή προς εμέ, ούτε προς τον υιόν μου, ούτε προς τους
εγγόνους
μου· αλλά κατά το έλεος, το οποίον έκαμα εις σε, θέλεις κάμει εις
εμέ,
και εις την γην όπου παρώκησας.
24. Και είπεν ο Αβραάμ, Εγώ θέλω ομόσει.
25. Και έλεγξεν ο Αβραάμ τον Αβιμέλεχ διά το φρέαρ
του
ύδατος, το οποίον αφήρπασαν οι δούλοι του Αβιμέλεχ.
26. Και είπεν ο Αβιμέλεχ, Δεν εξεύρω τις έπραξε το
πράγμα
τούτο· και ούτε συ με εφανέρωσας και ούτε εγώ ήκουσα, ειμή
σήμερον.
27. Και λαβών ο Αβραάμ πρόβατα και βόας, έδωκεν εις
τον
Αβιμέλεχ· και έκαμον αμφότεροι συνθήκην.
28. Και έβαλεν ο Αβραάμ κατά μέρος επτά θηλυκά αρνία
του ποιμνίου.
29. Και είπεν ο Αβιμέλεχ προς τον Αβραάμ, Τι είναι
ταύτα
τα επτά θηλυκά αρνία, τα οποία έβαλες κατά μέρος;
30. Ο δε είπεν, Ότι ταύτα τα επτά θηλυκά αρνία
θέλεις
λάβει εκ της χειρός μου, διά να ήναι εις εμέ εις μαρτύριον ότι εγώ
έσκαψα
το φρέαρ τούτο.
31. διά τούτο ωνόμασε τον τόπον εκείνον, Βηρ-σαβεέ·
διότι
εκεί ώμοσαν αμφότεροι.
32. Και έκαμον συνθήκην εν Βηρ-σαβεέ. Εσηκώθη δε ο
Αβιμέλεχ
και Φιχόλ ο αρχιστράτηγος της δυνάμεως αυτού, και επέστρεψαν εις
την γην
των Φιλισταίων.
33. Και εφύτευσεν ο Αβραάμ δρυμόν εν Βηρ-σαβεέ· και
επεκαλέσθη
εκεί το όνομα του Κυρίου, του αιωνίου Θεού.
34. Παρώκησε δε ο Αβραάμ εν τη γη των Φιλισταίων
ημέρας
πολλάς.
ΓΕΝΕΣΙΣ 22o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 22
1. Μετά δε τα
πράγματα
ταύτα ο Θεός εδοκίμασε τον Αβραάμ, και είπε προς αυτόν, Αβραάμ·
ο δε είπεν,
Ιδού, εγώ.
2. Και είπε, Λάβε
τώρα τον υιόν σου τον μονογενή, τον οποίον ηγάπησας, τον Ισαάκ,
και ύπαγε
εις τον τόπον Μοριά, και πρόσφερε αυτόν εκεί εις ολοκαύτωμα, επί
ενός των
ορέων, το οποίον θέλω σοι ειπεί.
3. Σηκωθείς δε
Αβραάμ
ενωρίς το πρωΐ, εσαμάρωσε την όνον αυτού και έλαβε μεθ' εαυτού
δύο εκ των
δούλων αυτού και Ισαάκ τον υιόν αυτού· και σχίσας ξύλα διά την
ολοκαύτωσιν,
εσηκώθη και υπήγεν εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο
Θεός.
4. Την δε τρίτην
ημέραν
υψώσας ο Αβραάμ τους οφθαλμούς αυτού, είδε τον τόπον μακρόθεν.
5. Και είπεν ο
Αβραάμ
προς τους δούλους αυτού, Σεις καθίσατε αυτού μετά της όνου· εγώ
δε και
το παιδάριον θέλομεν υπάγει έως εκεί· και αφού προσκυνήσωμεν,
θέλομεν επιστρέψει
προς εσάς.
6. Και λαβών ο
Αβραάμ
τα ξύλα της ολοκαυτώσεως, επέθεσεν επί τον Ισαάκ τον υιόν αυτού·
και έλαβεν
εις την χείρα αυτού το πυρ, και την μάχαιραν, και υπήγον οι δύο
ομού.
7. Τότε ελάλησεν
ο
Ισαάκ προς Αβραάμ τον πατέρα αυτού και είπε, Πάτερ μου. Ο δε
είπεν, Ιδού,
εγώ, τέκνον μου. Και είπεν ο Ισαάκ, Ιδού, το πυρ και τα ξύλα·
αλλά που
το πρόβατον διά την ολοκαύτωσιν;
8. Και είπεν ο
Αβραάμ,
Ο Θεός, τέκνον μου, θέλει προβλέψει εις εαυτόν το πρόβατον διά
την ολοκαύτωσιν.
Και επορεύοντο οι δύο ομού.
9. Αφού δε
έφθασαν
εις τον τόπον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Θεός, ωκοδόμησεν εκεί
ο Αβραάμ
το θυσιαστήριον και διέθεσε τα ξύλα, και δέσας τον Ισαάκ τον
υιόν αυτού
έβαλεν αυτόν επί το θυσιαστήριον επάνω των ξύλων·
10. και εκτείνας
ο
Αβραάμ την χείρα αυτού, έλαβε την μάχαιραν διά να σφάξη τον υιόν
αυτού.
11. Άγγελος δε
Κυρίου
εφώνησε προς αυτόν εκ του ουρανού και είπεν, Αβραάμ, Αβραάμ. Ο
δε είπεν,
Ιδού, εγώ.
12. Και είπε, Μη
επιβάλης
την χείρα σου επί το παιδάριον, και μη πράξης εις αυτό μηδέν·
διότι τώρα
εγνώρισα ότι συ φοβείσαι τον Θεόν, επειδή δεν ελυπήθης τον υιόν
σου τον
μονογενή δι' εμέ.
13. Και υψώσας ο
Αβραάμ
τους οφθαλμούς αυτού είδε· και ιδού, κριός όπισθεν αυτού,
κρατούμενος από
των κεράτων αυτού εις φυτόν πυκνόκλαδον· και ελθών ο Αβραάμ,
έλαβε τον
κριόν και προσέφερεν αυτόν εις ολοκαύτωμα αντί του υιού αυτού.
14. Και εκάλεσεν
ο
Αβραάμ το όνομα του τόπου εκείνου Ιεοβά-ιρέ· ως λέγεται και την
σήμερον,
Εν τω όρει ο Κύριος θέλει εμφανισθή.
15. Και εφώνησε
δεύτερον
ο άγγελος του Κυρίου προς τον Αβραάμ εκ του ουρανού,
16. και είπεν,
Ώμοσα
εις εμαυτόν, λέγει Κύριος, ότι, επειδή έπραξας το πράγμα τούτο
και δεν
ελυπήθης τον υιόν σου, τον μονογενή σου,
17. ότι ευλογών
θέλω
σε ευλογήσει, και πληθύνων θέλω πληθύνει το σπέρμα σου ως τα
άστρα του
ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης· και το
σπέρμα
σου θέλει κυριεύσει τας πύλας των εχθρών αυτού·
18. και εν τω
σπέρματί
σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής· διότι υπήκουσας εις
την φωνήν
μου.
19. Και
επέστρεψεν
ο Αβραάμ προς τους δούλους αυτού· και σηκωθέντες, υπήγον ομού
εις Βηρ-σαβεέ·
και κατώκησεν ο Αβραάμ εν Βηρ-σαβεέ.
20. Μετά δε τα
πράγματα
ταύτα, ανήγγειλαν προς τον Αβραάμ λέγοντες, Ιδού, η Μελχά
εγέννησε και
αυτή υιούς εις τον Ναχώρ τον αδελφόν σου·
21. τον Ουζ
πρωτότοκον
αυτού, και τον Βουζ αδελφόν αυτού, και τον Κεμουήλ τον πατέρα
του Αράμ,
22. και τον
Κεσέδ,
και τον Αζαύ, και τον Φαλδές, και τον Ιελδάφ, και τον Βαθουήλ.
23. Ο δε Βαθουήλ
εγέννησε
την Ρεβέκκαν· τους οκτώ τούτους εγέννησεν η Μελχά εις τον Ναχώρ
τον αδελφόν
του Αβραάμ.
24. Και η παλλακή
αυτού, η ονομαζομένη Ρευμά, εγέννησε και αυτή τον Ταβέκ και τον
Γαάμ και
τον Ταχάς και τον Μααχά.
ΓΕΝΕΣΙΣ 23o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 23
1. Και έζησεν η Σάρρα εκατόν εικοσιεπτά έτη· ταύτα
είναι
τα έτη της ζωής της Σάρρας.
2. Και απέθανεν η Σάρρα εν Κιριάθ-αρβά· αύτη είναι η
Χεβρών εν γη Χαναάν· και ήλθεν ο Αβραάμ διά να κλαύση την Σάρραν
και να
πενθήση αυτήν.
3. Και σηκωθείς ο Αβραάμ απ' έμπροσθεν του νεκρού
αυτού,
ελάλησε προς τους υιούς του Χετ λέγων,
4. ξένος και πάροικος είμαι εγώ μεταξύ σας· δότε μοι
κτήμα τάφου μεταξύ σας, διά να θάψω τον νεκρόν μου απ' έμπροσθέν
μου.
5. Απεκρίθησαν δε οι υιοί του Χετ προς τον Αβραάμ
λέγοντες
προς αυτόν,
6. Άκουσον ημάς, κύριέ μου· συ είσαι μεταξύ ημών
ηγεμών
εκ Θεού· θάψον τον νεκρόν σου εις το εκλεκτότερον εκ των μνημείων
ημών·
ουδείς εξ ημών θέλει αρνηθή το μνημείον αυτού προς σε, διά να
θάψης τον
νεκρόν σου.
7. Τότε σηκωθείς ο Αβραάμ προσεκύνησε προς τον λαόν
του
τόπου, προς τους υιούς του Χέτ·
8. και ελάλησε προς αυτούς λέγων, Εάν ευαρεστήται η
ψυχή
σας να θάψω τον νεκρόν μου απ' έμπροσθέν μου, ακούσατέ μου και
μεσιτεύσατε
υπέρ εμού προς τον Εφρών τον υιόν του Σωάρ,
9. και ας μοι δώση το σπήλαιον αυτού Μαχπελάχ, το εν
τη άκρα του αγρού αυτού· εις πλήρη τιμήν ας μοι δώση αυτό, διά
κτήμα τάφου
μεταξύ σας.
10. Ο δε Εφρών εκάθητο εν τω μέσω των υιών του Χέτ·
και
απεκρίθη ο Εφρών ο Χετταίος προς τον Αβραάμ εις επήκοον των υιών
του Χετ,
πάντων των εισερχομένων εις την πύλην της πόλεως αυτού, λέγων,
11. Ουχί, κύριέ μου, άκουσόν μου· σοι δίδω τον
αγρόν,
σοι δίδω και το σπήλαιον το εν αυτώ· επί παρουσία των υιών του
λαού μου
δίδω αυτά εις σέ· θάψον τον νεκρόν σου.
12. Και προσεκύνησεν ο Αβραάμ έμπροσθεν του λαού του
τόπου·
13. και είπε προς τον Εφρών εις επήκοον του λαού του
τόπου λέγων, Εάν συ θέλης, άκουσόν μου, παρακαλώ· θέλω δώσει το
αργύριον
του αγρού· λάβε αυτό παρ' εμού, και θέλω θάψει τον νεκρόν μου
εκεί.
14. Ο δε Εφρών απεκρίθη προς τον Αβραάμ, λέγων προς
αυτόν,
15. Ακουσόν μου, κύριέ μου· γη τετρακοσίων σίκλων
αργυρίου,
τι είναι μεταξύ εμού και σου; θάψον λοιπόν τον νεκρόν σου.
16. Και ήκουσεν ο Αβραάμ τον Εφρών· και εζύγισεν ο
Αβραάμ
εις τον Εφρών το αργύριον, το οποίον είπεν εις επήκοον των υιών
του Χετ
τετρακοσίους σίκλους αργυρίου, δεκτού μεταξύ εμπόρων.
17. Και ο αγρός του Εφρών, όστις ήτο εν Μαχπελάχ,
έμπροσθεν
της Μαμβρή, ο αγρός και το σπήλαιον το εν αυτώ και πάντα τα δένδρα
τα εν
τω αγρώ και εν πάσι τοις ορίοις κύκλω, ησφαλίσθησαν
18. εις τον Αβραάμ διά κτήμα, ενώπιον των υιών του
Χετ,
ενώπιον πάντων των εισερχομένων εις την πύλην της πόλεως αυτού.
19. Και μετά ταύτα έθαψεν ο Αβραάμ Σάρραν την
γυναίκα
αυτού εν τω σπηλαίω του αγρού Μαχπελάχ, έμπροσθεν της Μαμβρή· αύτη
είναι
Χεβρών εν γη Χαναάν.
20. Και ο αγρός και το σπήλαιον το εν αυτώ,
ησφαλίσθησαν
εις τον Αβραάμ διά κτήμα τάφον παρά των υιών του Χετ.
ΓΕΝΕΣΙΣ 24o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 24
1. Ήτο δε ο Αβραάμ γέρων προβεβηκώς την ηλικίαν· και
ο Κύριος ευλόγησε τον Αβραάμ κατά πάντα.
2. Και είπεν ο Αβραάμ προς τον δούλον αυτού τον
πρεσβύτερον
της οικίας αυτού, τον επιστάτην πάντων των υπαρχόντων αυτού, Βάλε,
παρακαλώ,
την χείρα σου υπό τον μηρόν μου·
3. και θέλω σε ορκίσει εις Κύριον τον Θεόν του
ουρανού
και τον Θεόν της γης, ότι δεν θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν
μου εκ
των θυγατέρων των Χαναναίων, μεταξύ των οποίων εγώ κατοικώ·
4. αλλ' εις τον τόπον μου, και εις την συγγένειάν
μου
θέλεις υπάγει, και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου τον
Ισαάκ.
5. Είπε δε προς αυτόν ο δούλος, Ίσως δεν θελήση η
γυνή
να μοι ακολουθήση εις την γην ταύτην· πρέπει να φέρω τον υιόν σου
εις την
γην εκ της οποίας εξήλθες;
6. Και είπε προς αυτόν ο Αβραάμ, Πρόσεχε, μη φέρης
τον
υιόν μου εκεί·
7. Κύριος ο Θεός του ουρανού, όστις με έλαβεν εκ του
οίκου του πατρός μου και εκ της γης της γεννήσεώς μου, και όστις
ελάλησε
προς εμέ και όστις ώμοσεν εις εμέ λέγων, εις το σπέρμα σου θέλω
δώσει την
γην ταύτην, αυτός θέλει αποστείλει τον άγγελον αυτού έμπροσθέν
σου· και
θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου εκείθεν·
8. εάν δε η γυνή δεν θέλη να σε ακολουθήση, τότε
θέλεις
είσθαι ελεύθερος από του όρκου μου τούτου· μόνον τον υιόν μου να
μη φέρης
εκεί.
9. Και έβαλεν ο δούλος την χείρα αυτού υπό τον μηρόν
του Αβραάμ του κυρίου αυτού, και ώρκίσθη εις αυτόν περί του
πράγματος τούτου.
10. Και έλαβεν ο δούλος δέκα καμήλους εκ των καμήλων
του κυρίου αυτού και ανεχώρησε, φέρων μεθ' εαυτού από πάντων των
αγαθών
του κυρίου αυτού· και σηκωθείς, υπήγεν εις την Μεσοποταμίαν, εις
την πόλιν
του Ναχώρ.
11. Και εγονάτισε τας καμήλους έξω της πόλεως παρά
το
φρέαρ του ύδατος, προς το εσπέρας, ότε εξέρχονται αι γυναίκες διά
να αντλήσωσιν
ύδωρ.
12. Και είπε, Κύριε Θεέ του κυρίου μου Αβραάμ, δος
μοι,
δέομαι, καλόν συνάντημα σήμερον, και κάμε έλεος εις τον κύριόν μου
Αβραάμ·
13. ιδού, εγώ ίσταμαι πλησίον της πηγής του ύδατος·
αι
δε θυγατέρες των κατοίκων της πόλεως εξέρχονται διά να αντλήσωσιν
ύδωρ·
14. και η κόρη προς την οποίαν είπω, Επίκλινον,
παρακαλώ,
την υδρίαν σου διά να πίω, και αυτή είπη, Πίε και θέλω ποτίσει και
τας
καμήλους σου, αύτη ας ήναι εκείνη, την οποίαν ητοίμασας εις τον
δούλον
σου τον Ισαάκ· και εκ τούτου θέλω γνωρίσει ότι έκαμες έλεος εις
τον κύριόν
μου.
15. Και πριν αυτός παύση λαλών, ιδού, εξήρχετο η
Ρεβέκκα,
ήτις εγεννήθη εις τον Βαθουήλ, υιόν της Μελχάς, γυναικός του
Ναχώρ, αδελφού
του Αβραάμ, έχουσα την υδρίαν αυτής επί του ώμου αυτής.
16. Η δε κόρη ήτο ώραία την όψιν σφόδρα, παρθένος,
και
ανήρ δεν είχε γνωρίσει αυτήν· αφού λοιπόν κατέβη εις την πηγήν,
εγέμισε
την υδρίαν αυτής και ανέβαινε.
17. Δραμών δε ο δούλος εις συνάντησιν αυτής είπε,
Πότισόν
με, παρακαλώ, ολίγον ύδωρ εκ της υδρίας σου.
18. Η δε είπε, Πίε, κύριέ μου. και έσπευσε και
κατεβίβασε
την υδρίαν αυτής επί τον βραχίονα αυτής, και επότισεν αυτόν.
19. και αφού έπαυσε ποτίζουσα αυτόν είπε, Και διά
τας
καμήλους σου θέλω αντλήσει, εωσού πίωσι πάσαι.
20. Και παρευθύς εξεκένωσε την υδρίαν αυτής εις την
ποτίστραν,
και έδραμεν έτι εις το φρέαρ διά να αντλήση, και ήντλησε διά πάσας
τας
καμήλους αυτού.
21. Ο δε άνθρωπος, θαυμάζων δι' αυτήν, εσιώπα, διά
να
γνωρίση αν κατευώδωσεν ο Κύριος την οδόν αυτού ή ουχί.
22. Και αφού έπαυσαν αι κάμηλοι πίνουσαι, έλαβεν ο
άνθρωπος
ενώτια χρυσά βάρους ημίσεος σίκλου, και δύο βραχιόλια διά τας
χείρας αυτής,
βάρους δέκα σίκλων χρυσίου·
23. και είπε, Τίνος θυγάτηρ είσαι συ; ειπέ μοι,
παρακαλώ·
είναι εν τη οικία του πατρός σου τόπος δι' ημάς προς κατάλυμα;
24. Η δε είπε προς αυτόν· είμαι θυγάτηρ Βαθουήλ του
υιού
της Μελχάς, τον οποίον εγέννησεν εις τον Ναχώρ.
25. είπεν έτι προς αυτόν, Είναι εις ημάς και άχυρα
και
τροφή πολλή και τόπος προς κατάλυμα.
26. Τότε έκλινεν ο άνθρωπος και προσεκύνησε τον
Κύριον·
27. και είπεν, Ευλογητός Κύριος ο Θεός του κυρίου
μου
Αβραάμ, όστις δεν εγκατέλιπε το έλεος αυτού και την αλήθειαν αυτού
από
του κυρίου μου· ο Κύριος με κατευώδωσεν εις τον οίκον των αδελφών
του κυρίου
μου.
28. Δραμούσα δε η κόρη ανήγγειλεν εις τον οίκον της
μητρός
αυτής τα πράγματα ταύτα.
29. Είχε δε η Ρεβέκκα αδελφόν ονομαζόμενον Λάβαν·
και
έδραμεν ο Λάβαν προς τον άνθρωπον έξω εις την πηγήν.
30. Και ως είδε τα ενώτια και τα βραχιόλια εις τας
χείρας
της αδελφής αυτού, και ως ήκουσε τους λόγους Ρεβέκκας της αδελφής
αυτού,
λεγούσης, Ούτως ελάλησε προς εμέ ο άνθρωπος, ήλθε προς τον
άνθρωπον· και
ιδού, ίστατο πλησίον των καμήλων επί της πηγής.
31. Και είπεν, Είσελθε, ευλογημένε του Κυρίου· διά
τι
ίστασαι έξω; επειδή εγώ ητοίμασα την οικίαν και τόπον διά τας
καμήλους.
32. Και εισήλθεν ο άνθρωπος εις την οικίαν, και
εκείνος
εξεφόρτωσε τας καμήλους και έδωκεν άχυρα και τροφήν εις τας
καμήλους και
ύδωρ διά νίψιμον των ποδών αυτού και των ποδών των ανθρώπων των
μετ' αυτού.
33. Και παρετέθη έμπροσθεν αυτού φαγητόν· αυτός όμως
είπε, Δεν θέλω φάγει, εωσού λαλήσω τον λόγον μου. Ο δε είπε,
Λάλησον.
34. Και είπεν, Εγώ είμαι δούλος του Αβραάμ.
35. Και ο Κύριος ευλόγησε τον κύριόν μου σφόδρα, και
έγεινε μέγας· και έδωκεν εις αυτόν πρόβατα και βόας και αργύριον
και χρυσίον
και δούλους και δούλας και καμήλους και όνους.
36. Και εγέννησε Σάρρα, η γυνή του κυρίου μου, υιόν
εις
τον κύριόν μου, αφού εγήρασε· και έδωκεν εις αυτόν πάντα όσα έχει.
37. Και με ώρκισεν ο κύριός μου, λέγων, Δεν θέλεις
λάβει
γυναίκα εις τον υιόν μου εκ των θυγατέρων των Χαναναίων, εις την
γην των
οποίων εγώ κατοικώ·
38. αλλ' εις τον οίκον του πατρός μου θέλεις υπάγει
και
εις την συγγένειάν μου, και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου.
39. Και είπον προς τον κύριόν μου, Ίσως δεν θελήση η
γυνή να με ακολουθήση.
40. Ο δε είπε προς εμέ, Ο Κύριος, έμπροσθεν του
οποίου
περιεπάτησα, θέλει αποστείλει τον άγγελον αυτού μετά σου και θέλει
κατευοδώσει
την οδόν σου· και θέλεις λάβει γυναίκα εις τον υιόν μου εκ της
συγγενείας
μου και εκ του οίκου του πατρός μου·
41. τότε θέλεις είσθαι ελεύθερος από του ορκισμού
μου·
όταν υπάγης προς την συγγένειάν μου και δεν δώσωσιν εις σε, τότε
θέλεις
είσθαι ελεύθερος από του ορκισμού μου.
42. Και ελθών σήμερον εις την πηγήν, είπον, Κύριε ο
Θεός
του κυρίου μου Αβραάμ, κατευόδωσον, δέομαι, την οδόν μου, εις την
οποίαν
εγώ υπάγω·
43. ιδού, εγώ ίσταμαι πλησίον της πηγής του ύδατος·
και
η κόρη ήτις εξέρχεται διά να αντλήση και προς την οποίαν είπω,
Πότισόν
με, παρακαλώ, ολίγον ύδωρ εκ της υδρίας σου,
44. και αυτή με είπη, Και συ πίε, και διά τας
καμήλους
σου ακόμη θέλω αντλήσει, αύτη ας ήναι η γυνή, την οποίαν ητοίμασεν
ο Κύριος
διά τον υιόν του κυρίου μου.
45. Και πριν παύσω λαλών εν τη καρδία μου, ιδού, η
Ρεβέκκα
εξήρχετο έχουσα την υδρίαν αυτής επί του ώμου αυτής· και κατέβη
εις την
πηγήν και ήντλησεν· είπον δε προς αυτήν, Πότισόν με, παρακαλώ.
46. Η δε έσπευσε και κατεβίβασε την υδρίαν αυτής
επάνωθεν
αυτής και είπε, Πίε, και θέλω ποτίσει και τας καμήλους σου· έπιον
λοιπόν
και επότισε και τας καμήλους.
47. Και ηρώτησα αυτήν και είπον, Τίνος θυγάτηρ
είσαι;
η δε είπε, Θυγάτηρ του Βαθουήλ, υιού του Ναχώρ, τον οποίον
εγέννησεν εις
αυτόν η Μελχά· και περιέθεσα τα ενώτια εις το πρόσωπον αυτής και
τα βραχιόλια
επί τας χείρας αυτής.
48. Και κλίνας προσεκύνησα τον Κύριον· και ευλόγησα
Κύριον
τον Θεόν του κυρίον μου Αβραάμ, όστις με κατευώδωσεν εις την
αληθινήν οδόν,
διά να λάβω την θυγατέρα του αδελφού του κυρίου μου εις τον υιόν
αυτού.
49. Τώρα λοιπόν, εάν θέλητε να κάμητε έλεος και
αλήθειαν
προς τον κύριόν μου, είπατέ μοι, ει δε μη, είπατέ μοι, διά να
στραφώ δεξιά
ή αριστερά.
50. Και αποκριθέντες ο Λάβαν και ο Βαθουήλ, είπον,
Παρά
Κυρίου εξήλθε το πράγμα· ημείς δεν δυνάμεθα να σοι είπωμεν κακόν ή
καλόν·
51. ιδού, η Ρεβέκκα έμπροσθέν σου· λάβε αυτήν και
ύπαγε·
και ας ήναι γυνή του υιού του κυρίου σου, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.
52. Και ότε ήκουσεν ο δούλος του Αβραάμ τους λόγους
αυτών,
προσεκύνησεν έως εδάφους τον Κύριον.
53. Και εκβαλών ο δούλος σκεύη αργυρά και σκεύη
χρυσά
και ενδύματα, έδωκεν εις την Ρεβέκκαν· έδωκεν έτι δώρα εις τον
αδελφόν
αυτής και εις την μητέρα αυτής.
54. Και έφαγον και έπιον, αυτός και οι άνθρωποι οι
μετ'
αυτού, και διενυκτέρευσαν· και αφού εσηκώθησαν το πρωΐ, είπεν,
Εξαποστείλατέ
με προς τον κύριόν μου.
55. Είπον δε ο αδελφός αυτής και η μήτηρ αυτής, Ας
μείνη
η κόρη μεθ' ημών ημέρας τινάς, τουλάχιστον δέκα· μετά ταύτα θέλει
απέλθει.
56. Και είπε προς αυτούς, Μη με κρατείτε, διότι ο
Κύριος
κατευώδωσε την οδόν μου· εξαποστείλατέ με να υπάγω προς τον κύριόν
μου.
57. Οι δε είπον, Ας καλέσωμεν την κόρην και ας
ερωτήσωμεν
την γνώμην αυτής.
58. Και εκάλεσαν την Ρεβέκκαν και είπον προς αυτήν,
Υπάγεις
μετά του ανθρώπου τούτου; Η δε είπεν, Υπάγω.
59. Και εξαπέστειλαν την Ρεβέκκαν την αδελφήν αυτών
και
την τροφόν αυτής, και τον δούλον του Αβραάμ και τους ανθρώπους
αυτού
60. Και ευλόγησαν την Ρεβέκκαν και είπον προς αυτήν,
Αδελφή ημών είσαι, είθε να γείνης εις χιλιάδας μυριάδων, και το
σπέρμα
σου να εξουσιάση τας πύλας των εχθρών αυτού
61. Και εσηκώθη η Ρεβέκκα και αι θεράπαιναι αυτής,
και
εκάθισαν επί τας καμήλους, και υπήγον κατόπιν του ανθρώπου· και
έλαβεν
ο δούλος την Ρεβέκκαν και ανεχώρησεν.
62. Ο δε Ισαάκ επέστρεφεν από του φρέατος Λαχαΐ-ροΐ·
διότι κατώκει εν τη γη της μεσημβρίας.
63. Και εξήλθεν ο Ισαάκ να προσευχηθή εν τη πεδιάδι
περί
το εσπέρας· και υψώσας τους οφθαλμούς αυτού, είδε, και ιδού,
ήρχοντο κάμηλοι.
64. και υψώσασα η Ρεβέκκα τους οφθαλμούς αυτής είδε
τον
Ισαάκ και κατεπήδησεν από της καμήλου.
65. Διότι είχεν ειπεί προς τον δούλον, Τις είναι ο
άνθρωπος
εκείνος, ο ερχόμενος διά της πεδιάδος εις συνάντησιν ημών; Ο δε
δούλος
είχεν ειπεί, Είναι ο κύριός μου. Και αυτή λαβούσα την καλύπτραν,
εσκεπάσθη.
66. Και διηγήθη ο δούλος προς τον Ισαάκ πάντα όσα
είχε
πράξει.
67. Ο δε Ισαάκ έφερεν αυτήν εις την σκηνήν της
μητρός
αυτού Σάρρας· και έλαβε την Ρεβέκκαν, και έγεινεν αυτού γυνή, και
ηγάπησεν
αυτήν· και παρηγορήθη ο Ισαάκ περί της μητρός αυτού.
ΓΕΝΕΣΙΣ 25o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 25
1. Έλαβε δε ο
Αβραάμ
και άλλην γυναίκα, ονομαζομένην Χεττούραν.
2. Και αύτη
εγέννησεν
εις αυτόν τον Ζεμβράν και τον Ιοξάν και τον Μαδάν και τον Μαδιάμ
και τον
Ιεσβώκ και τον Σουά.
3. και ο Ιοξάν
εγέννησε
τον Σεβά και τον Δαιδάν· οι δε υιοί του Δαιδάν ήσαν Ασσουρείμ
και Λετουσιείμ
και Λαωμείμ.
4. Οι υιοί δε του
Μαδιάμ ήσαν Γεφά και Εφέρ και Ανώχ και Αβειδά και Ελδαγά· πάντες
ούτοι
υιοί της Χεττούρας.
5. Έδωκε δε ο
Αβραάμ
πάντα τα υπάρχοντα αυτού εις τον Ισαάκ.
6. Εις δε τους
υιούς
των παλλακών αυτού έδωκεν ο Αβραάμ χαρίσματα, και εξαπέστειλεν
αυτούς,
έτι ζων, μακράν από του υιού αυτού Ισαάκ προς ανατολάς, εις την
γην της
Ανατολής.
7. Και ταύτα
είναι
τα έτη των ημερών της ζωής του Αβραάμ, όσα έζησεν, έτη εκατόν
εβδομήκοντα
πέντε.
8. Και εκπνεύσας
απέθανεν
ο Αβραάμ εν γήρατι καλώ, γέρων και πλήρης ημερών· και προσετέθη
εις τον
λαόν αυτού.
9. Και έθαψαν
αυτόν
ο Ισαάκ και ο Ισμαήλ οι υιοί αυτού εν τω σπηλαίω Μαχπελάχ, εν τω
αγρώ του
Εφρών, υιού του Σωάρ του Χετταίου, τω απέναντι της Μαμβρή·
10. τω αγρώ, τον
οποίον
ηγόρασεν ο Αβραάμ παρά των υιών του Χέτ· εκεί ετάφη ο Αβραάμ και
Σάρρα
η γυνή αυτού.
11. Και μετά τον
θάνατον
του Αβραάμ, ευλόγησεν ο Θεός Ισαάκ τον υιόν αυτού· και κατώκησεν
ο Ισαάκ
πλησίον του φρέατος Λαχαΐ-ροΐ.
12. Αύτη δε είναι
η γενεαλογία του Ισμαήλ, υιού του Αβραάμ, τον οποίον εγέννησεν
εις τον
Αβραάμ Άγαρ η Αιγυπτία, η δούλη της Σάρρας·
13. και ταύτα
είναι
τα ονόματα των υιών του Ισμαήλ, κατά τα ονόματα αυτών, εις τας
γενεάς αυτών·
πρωτότοκος του Ισμαήλ Ναβαϊώθ, έπειτα Κηδάρ και Αβδεήλ και
Μιβσάμ,
14. και Μισμά,
και
Δουμά και Μασσά
15. Χαδδάρ, και
Θαιμά,
Ιετούρ, Ναφίς, και Κεδμά·
16. ούτοι είναι
οι
υιοί του Ισμαήλ, και ταύτα τα ονόματα αυτών κατά τας κώμας αυτών
και κατά
τας κατοικίας αυτών· δώδεκα άρχοντες κατά τα έθνη αυτών.
17. Και ταύτα
είναι
τα έτη της ζωής του Ισμαήλ, έτη εκατόν τριάκοντα επτά· και
εκπνεύσας απέθανε
και προσετέθη εις τον λαόν αυτού.
18. Κατώκησαν δε
από
Αβιλά έως Σούρ, της κατά πρόσωπον Αιγύπτου, καθώς υπάγει τις
προς την Ασσυρίαν·
ο Ισμαήλ κατώκησεν έμπροσθεν πάντων των αδελφών αυτού.
19. Και αύτη
είναι
η γενεαλογία του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ· ο Αβραάμ εγέννησε τον
Ισαάκ·
20. ήτο δε ο
Ισαάκ
ετών τεσσαράκοντα, ότε έλαβεν εις εαυτόν γυναίκα την Ρεβέκκαν,
θυγατέρα
Βαθουήλ του Σύρου από Παδάν-αράμ, αδελφήν Λάβαν του Σύρου.
21. Και εδέετο ο
Ισαάκ
προς τον Κύριον περί της γυναικός αυτού, διότι ήτο στείρα· και
επήκουσεν
ο Κύριος αυτού, και συνέλαβεν η Ρεβέκκα η γυνή αυτού.
22. Και τα παιδία
συνεκρούοντο εντός αυτής· και είπεν, Αν μέλλη ούτω να γείνη, διά
τι εγώ
να συλλάβω; και υπήγε να ερωτήση τον Κύριον.
23. Και είπεν ο
Κύριος
προς αυτήν, Δύο έθνη είναι εν τη κοιλία σου· και δύο λαοί
θέλουσι διαχωρισθή
από των εντοσθίων σου· και ο εις λαός θέλει είσθαι δυνατώτερος
του άλλου
λαού· και ο μεγαλήτερος θέλει δουλεύσει εις τον μικρότερον.
24. Και ότε
επληρώθησαν
αι ημέραι αυτής διά να γεννήση, ιδού, ήσαν δίδυμα εν τη κοιλία
αυτής.
25. Εξήλθε δε ο
πρώτος
ερυθρός και όλος ως δέρμα δασύτριχος· και εκάλεσαν το όνομα
αυτού, Ησαύ.
26. Και έπειτα
εξήλθεν
ο αδελφός αυτού· και η χειρ αυτού εκράτει την πτέρναν του Ησαύ·
διά τούτο
ωνομάσθη Ιακώβ· ο δε Ισαάκ ήτο ετών εξήκοντα, ότε εγέννησεν
αυτούς.
27. Ηύξησαν δε τα
παιδία· και έγεινεν ο μεν Ησαύ άνθρωπος έμπειρος εις το
κυνήγιον, άνθρωπος
του αγρού· ο δε Ιακώβ, άνθρωπος απλούς, κατοικών εν σκηναίς.
28. Και ο μεν
Ισαάκ
ηγάπα τον Ησαύ, διότι το κυνήγιον ήτο τροφή εις αυτόν· η δε
Ρεβέκκα ηγάπα
τον Ιακώβ.
29. Εμαγείρευε δε
ο Ιακώβ μαγείρευμα· και ήλθεν ο Ησαύ εκ του αγρού και ήτο
αποκαμωμένος·
30. και είπεν ο
Ησαύ
προς τον Ιακώβ, Δος μοι, παρακαλώ, να φάγω από το κόκκινον, το
κόκκινον
τούτο, διότι είμαι αποκαμωμένος· διά τούτο εκλήθη το όνομα
αυτού, Εδώμ.
31. Και είπεν ο
Ιακώβ,
Πώλησόν μοι σήμερον τα πρωτοτόκιά σου.
32. Και ο Ησαύ
είπεν,
Ιδού, εγώ υπάγω να αποθάνω, και τι με ωφελούσι ταύτα τα
πρωτοτόκια;
33. Και είπεν ο
Ιακώβ,
Ομοσόν μοι σήμερον· και ώμοσεν εις αυτόν· και επώλησε τα
πρωτοτόκια αυτού
εις τον Ιακώβ.
34. Τότε ο Ιακώβ
έδωκεν
εις τον Ησαύ άρτον και μαγείρευμα της φακής· και έφαγε και έπιε
και σηκωθείς
ανεχώρησεν· ούτως ο Ησαύ κατεφρόνησε τα πρωτοτόκια.
ΓΕΝΕΣΙΣ 26o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 26
1. Έγεινε δε
πείνα
εν τη γη, εκτός της προτέρας πείνης, της γενομένης επί των
ημερών του Αβραάμ.
Και υπήγεν ο Ισαάκ προς τον Αβιμέλεχ, βασιλέα των Φιλισταίων,
εις Γέραρα.
2. Εφάνη δε εις
αυτόν
ο Κύριος και είπε, Μη καταβής εις Αίγυπτον· κατοίκησον εν τη γη
την οποίαν
θέλω σοι ειπεί·
3. παροίκει εν τη
γη ταύτη, και εγώ θέλω είσθαι μετά σου, και θέλω σε ευλογήσει
διότι εις
σε και εις το σπέρμα σου θέλω δώσει πάντας τους τόπους τούτους·
και θέλω
εκπληρώσει τον όρκον, τον οποίον ώμοσα προς Αβραάμ τον πατέρα
σου·
4. και θέλω
πληθύνει
το σπέρμα σου ως τα άστρα του ουρανού, και θέλω δώσει εις το
σπέρμα σου
πάντας τους τόπους τούτους, και θέλουσιν ευλογηθή εν τω σπέρματί
σου πάντα
τα έθνη της γής·
5. επειδή ο
Αβραάμ
υπήκουσεν εις την φωνήν μου, και εφύλαξε τα προστάγματά μου, τας
εντολάς
μου, τα διατάγματά μου και τους νόμους μου.
6. Και κατώκησεν
ο
Ισαάκ εν Γεράροις.
7. Ηρώτησαν δε οι
άνδρες του τόπου περί της γυναικός αυτού· και είπεν, Αδελφή μου
είναι·
διότι εφοβήθη να είπη, Γυνή μου είναι· λέγων, Μήπως με
φονεύσωσιν οι άνδρες
του τόπου διά την Ρεβέκκαν· επειδή ήτο ώραία την όψιν.
8. Και αφού
διέτριψεν
εκεί πολλάς ημέρας, Αβιμέλεχ ο βασιλεύς των Φιλισταίων, κύψας
από της θυρίδος
είδε, και ιδού, ο Ισαάκ έπαιζε μετά Ρεβέκκας της γυναικός αυτού.
9. Εκάλεσε δε ο
Αβιμέλεχ
τον Ισαάκ και είπεν, Ιδού, βεβαίως γυνή σου είναι αύτη· διά τι
λοιπόν είπας,
Αδελφή μου είναι; Και είπε προς αυτόν ο Ισαάκ, διότι είπον,
Μήπως αποθάνω
εξ αιτίας αυτής.
10. Και είπεν ο
Αβιμέλεχ,
Τι είναι τούτο, το οποίον έκαμες εις ημάς; παρ' ολίγον ήθελε
κοιμηθή τις
εκ του λαού μετά της γυναικός σου, και ήθελες φέρει εφ' ημάς
ανομίαν.
11. Και
προσέταξεν
ο Αβιμέλεχ εις πάντα τον λαόν, λέγων, Όστις εγγίση τον άνθρωπον
τούτον
ή την γυναίκα αυτού, θέλει εξάπαντος θανατωθή.
12. Έσπειρε δε ο
Ισαάκ
εν τη γη εκείνη και εσύναξε κατ' εκείνον τον χρόνον
εκατονταπλάσια· και
ευλόγησεν αυτόν ο Κύριος.
13. Και
εμεγαλύνετο
ο άνθρωπος και επροχώρει αυξανόμενος, εωσού έγεινε μέγας σφόδρα·
14. και απέκτησε
πρόβατα
και βόας και δούλους πολλούς· εφθόνησαν δε αυτόν οι Φιλισταίοι.
15. Και πάντα τα
φρέατα,
τα οποία έσκαψαν οι δούλοι του πατρός αυτού επί των ημερών
Αβραάμ του πατρός
αυτού, ενέφραξαν ταύτα οι Φιλισταίοι και εγέμισαν αυτά χώμα.
16. Και είπεν ο
Αβιμέλεχ
προς τον Ισαάκ, Άπελθε αφ' ημών, διότι έγεινες δυνατώτερος ημών
σφόδρα.
17. Και απήλθεν
εκείθεν
ο Ισαάκ και έστησε την σκηνήν αυτού εν τη κοιλάδι των Γεράρων
και κατώκησεν
εκεί.
18. Και ήνοιξε
πάλιν
ο Ισαάκ τα φρέατα του ύδατος, τα οποία έσκαψαν επί των ημερών
Αβραάμ του
πατρός αυτού, οι δε Φιλισταίοι ενέφραξαν αυτά μετά τον θάνατον
του Αβραάμ·
και ωνόμασεν αυτά κατά τα ονόματα, με τα οποία ο πατήρ αυτού
είχεν ονομάσει
αυτά.
19. Και έσκαψαν
οι
δούλοι του Ισαάκ εν τη κοιλάδι και εύρηκαν εκεί φρέαρ ύδατος
ζώντος.
20. Ελογομάχησαν
δε
οι ποιμένες των Γεράρων μετά των ποιμένων του Ισαάκ, λέγοντες,
Ιδικόν μας
είναι το ύδωρ· και ωνόμασε το φρέαρ Εσέκ· διότι εφιλονείκησαν
μετ' αυτού.
21. Και έσκαψαν
άλλο
φρέαρ και ελογομάχησαν και περί αυτού· διά τούτο ωνόμασεν αυτό
Σιτνά.
22. Και
μετοικήσας
εκείθεν έσκαψεν άλλο φρέαρ, και περί τούτου δεν ελογομάχησαν·
και ωνόμασεν
αυτό Ρεχωβώθ, λέγων, διότι τώρα επλάτυνεν ημάς ο Κύριος και
ηύξησεν ημάς
επί της γης.
23. Και εκείθεν
ανέβη
εις Βηρ-σαβεέ.
24. Και εφάνη εις
αυτόν ο Κύριος την νύκτα εκείνην, και είπεν, Εγώ είμαι ο Θεός
Αβραάμ του
πατρός σου· μη φοβού, διότι εγώ είμαι μετά σου, και θέλω σε
ευλογήσει και
θέλω πληθύνει το σπέρμα σου, διά Αβραάμ τον δούλον μου.
25. Και
ωκοδόμησεν
εκεί θυσιαστήριον και επεκαλέσθη το όνομα του Κυρίου· και
έστησεν εκεί
την σκηνήν αυτού· έσκαψαν δε εκεί οι δούλοι του Ισαάκ φρέαρ.
26. Τότε ο
Αβιμέλεχ
υπήγε προς αυτόν από Γεράρων, και Οχοζάθ ο οικείος αυτού, και
Φιχόλ ο αρχιστράτηγος
της δυνάμεως αυτού.
27. Και είπε προς
αυτούς ο Ισαάκ, Διά τι ήλθετε προς εμέ, αφού σεις με εμισήσατε
και με εδιώξατε
από σας;
28. οι δε είπον,
Είδομεν
φανερά, ότι ο Κύριος είναι μετά σου, και είπομεν, Ας γείνη τώρα
όρκος μεταξύ
ημών, μεταξύ ημών και σου, και ας κάμωμεν συνθήκην μετά σου,
29. ότι δεν
θέλεις
κάμει κακόν εις ημάς, καθώς ημείς δεν σε ηγγίσαμεν, και καθώς
επράξαμεν
εις σε μόνον καλόν, και σε εξαπεστείλαμεν εν ειρήνη· τώρα συ
είσαι ευλογημένος
του Κυρίου.
30. Και έκαμεν
εις
αυτούς συμπόσιον· και έφαγον και έπιον.
31. Και
εσηκώθησαν
ενωρίς το πρωΐ, και ώμοσεν ο εις προς τον άλλον· τότε ο Ισαάκ
εξαπέστειλεν
αυτούς, και απήλθον απ' αυτού εν ειρήνη.
32. Και την
ημέραν
εκείνην ήλθον οι δούλοι του Ισαάκ και ανήγγειλαν προς αυτόν περί
του φρέατος
το οποίον έσκαψαν, και είπαν προς αυτόν, Ευρήκαμεν ύδωρ.
33. Και ωνόμασεν
αυτό
Σαβεέ· διά τούτο είναι το όνομα της πόλεως Βηρ-σαβεέ έως της
σήμερον.
34. Ήτο δε ο Ησαύ
ετών τεσσαράκοντα, ότε έλαβεν εις γυναίκα Ιουδίθ, την θυγατέρα
Βεηρί του
Χετταίου, και Βασεμάθ, την θυγατέρα Αιλών του Χετταίου·
35. και αύται
ήσαν
πικρία ψυχής εις τον Ισαάκ και την Ρεβέκκαν.
ΓΕΝΕΣΙΣ 27o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 27
1. Και αφού
εγήρασεν
ο Ισαάκ, και οι οφθαλμοί αυτού ημβλύνθησαν, ώστε δεν έβλεπεν,
εκάλεσεν
Ησαύ τον υιόν αυτού τον μεγαλήτερον, και είπε προς αυτόν, Υιέ
μου. Ο δε
είπε προς αυτόν, Ιδού, εγώ.
2. Και εκείνος
είπεν,
Ιδού, τώρα, εγώ εγήρασα· δεν γνωρίζω την ημέραν του θανάτου μου·
3. λάβε λοιπόν,
παρακαλώ,
τα όπλα σου, την φαρέτραν σου και το τόξον σου, και έξελθε εις
την πεδιάδα
και κυνήγησόν μοι κυνήγιον·
4. και κάμε μοι
εδέσματα
καθώς αγαπώ, και φέρε μοι να φάγω, διά να σε ευλογήση η ψυχή μου
πριν αποθάνω.
5. Η δε Ρεβέκκα
ήκουσεν
ενώ ελάλει ο Ισαάκ προς Ησαύ τον υιόν αυτού. Και υπήγεν ο Ησαύ
εις την
πεδιάδα διά να κυνηγήση κυνήγιον και να φέρη αυτό.
6. Και η Ρεβέκκα
ελάλησε
προς Ιακώβ τον υιόν αυτής, λέγουσα, Ιδού, εγώ ήκουσα τον πατέρα
σου λαλούντα
προς Ησαύ τον αδελφόν και λέγοντα,
7. Φέρε μοι
κυνήγιον
και κάμε μοι εδέσματα, διά να φάγω, και να σε ευλογήσω ενώπιον
του Κυρίου
πριν αποθάνω.
8. Τώρα λοιπόν,
υιέ
μου, άκουσον την φωνήν μου εις όσα εγώ σοι παραγγέλλω·
9. ύπαγε τώρα εις
το ποίμνιον, και λάβε μοι εκείθεν δύο καλά ερίφια εξ αιγών· διά
να κάμω
αυτά εδέσματα διά τον πατέρα σου, καθώς αγαπά·
10. και θέλεις
φέρει
αυτά προς τον πατέρα σου να φάγη, διά σε ευλογήση πριν αποθάνη.
11. Και είπεν ο
Ιακώβ
προς Ρεβέκκαν την μητέρα αυτού, Ιδού, ο Ησαύ ο αδελφός μου είναι
ανήρ δασύτριχος,
εγώ δε ανήρ άτριχος·
12. ίσως με
ψηλαφήση
ο πατήρ μου, και θέλω φανή εις αυτόν ως απατεών, και θέλω σύρει
επ' εμαυτόν
κατάραν και ουχί ευλογίαν.
13. Είπε δε προς
αυτόν
η μήτηρ αυτού, Επ' εμέ η κατάρα σου, τέκνον μου· μόνον υπάκουσον
εις την
φωνήν μου και ύπαγε, φέρε μοι αυτά.
14. Και υπήγε,
και
έλαβε, και έφερεν αυτά προς την μητέρα αυτού· και έκαμεν η μήτηρ
αυτού
εδέσματα καθώς ηγάπα ο πατήρ αυτού.
15. Και λαβούσα η
Ρεβέκκα τα καλήτερα φορέματα Ησαύ του μεγαλητέρου υιού αυτής, τα
οποία
είχεν εν τη οικία, ενέδυσε με αυτά Ιακώβ, τον υιόν αυτής τον
νεώτερον·
16. και με τα
δέρματα
των εριφίων εσκέπασε τας χείρας αυτού, και τα γυμνά του τραχήλου
αυτού·
17. και έδωκεν
εις
τας χείρας Ιακώβ του υιού αυτής τα εδέσματα και τον άρτον, τα
οποία ητοίμασε.
18. Και ήλθε προς
τον πατέρα αυτού· και είπε, Πάτερ μου. Ο δε είπεν, Ιδού, εγώ·
τις είσαι,
τέκνον μου;
19. Και είπεν ο
Ιακώβ
προς τον πατέρα αυτού, Εγώ είμαι Ησαύ ο πρωτότοκός σου· έκαμα
καθώς μοι
είπας, σηκώθητι λοιπόν, κάθισον και φάγε εκ του κυνηγίου μου,
διά να με
ευλογήση η ψυχή σου.
20. Και είπεν ο
Ισαάκ
προς τον υιόν αυτού, Πόθεν τούτο, τέκνον μου, ότι εύρηκας τόσον
ταχέως;
Ο δε είπε, Διότι Κύριος ο Θεός σου έφερεν αυτό έμπροσθέν μου.
21. Και είπεν ο
Ισαάκ
προς τον Ιακώβ, Πλησίασον, τέκνον μου, διά να σε ψηλαφήσω, αν συ
ήσαι αυτός
ο υιός Ησαύ, ή ουχί.
22. Και
επλησίασεν
ο Ιακώβ εις τον Ισαάκ τον πατέρα αυτού· ο δε εψηλάφησεν αυτόν,
και είπεν,
Η μεν φωνή είναι φωνή Ιακώβ, αι δε χείρες, χείρες Ησαύ.
23. Και δεν
εγνώρισεν
αυτόν, διότι αι χείρες αυτού ήσαν ως αι χείρες Ησαύ αδελφού
αυτού, δασύτριχοι·
και ευλόγησεν αυτόν.
24. Και είπε, Συ
είσαι
αυτός ο υιός μου Ησαύ; Ο δε είπεν, Εγώ.
25. Και είπε,
Φέρε
πλησίον μου, και θέλω φάγει εκ του κυνηγίου του υιού μου, διά να
σε ευλογήση
η ψυχή μου. Και έφερε πλησίον αυτού, και έφαγεν· έφερε δε προς
αυτόν οίνον
και έπιε.
26. Και είπε προς
αυτόν Ισαάκ ο πατήρ αυτού, Πλησίασον τώρα, και φίλησόν με,
τέκνον μου.
27. Και
επλησίασε,
και εφίλησεν αυτόν· και ωσφράνθη την οσμήν των ενδυμάτων αυτού,
και ευλόγησεν
αυτόν και είπεν, Ιδού, η οσμή του υιού μου είναι ως οσμή
πεδιάδος, την
οποίαν ευλόγησεν ο Κύριος·
28. Λοιπόν ο Θεός
να σοι δώση από της δρόσου του ουρανού και από του πάχους της
γης και αφθονίαν
σίτου και οίνου·
29. Λαοί να σε
δουλεύσωσι
και έθνη να σε προσκυνήσωσι· να ήσαι κύριος των αδελφών σου, και
οι υιοί
της μητρός σου να σε προσκυνήσωσι· κατηραμένος όστις σε
καταράται, και
ευλογημένος όστις σε ευλογεί
30. Και καθώς
έπαυσεν
ο Ισαάκ ευλογών τον Ιακώβ, μόλις ο Ιακώβ είχεν εξέλθει απ'
έμπροσθεν του
πατρός αυτού Ισαάκ· και ήλθεν Ησαύ ο αδελφός αυτού εκ του
κυνηγίου αυτού.
31. Και έκαμε και
αυτός εδέσματα και έφερε προς τον πατέρα αυτού· και είπε προς
τον πατέρα
αυτού, Ας σηκωθή ο πατήρ μου, και ας φάγη εκ του κυνηγίου του
υιού αυτού,
διά να με ευλογήση η ψυχή σου.
32. Και είπε προς
αυτόν Ισαάκ ο πατήρ αυτού, Τις είσαι; Ο δε είπεν, Είμαι ο υιός
σου, ο πρωτότοκός
σου Ησαύ.
33. Και εξεπλάγη
ο
Ισαάκ έκπληξιν μεγάλην σφόδρα, και είπε, Ποίος είναι λοιπόν
εκείνος, όστις
εκυνήγησε κυνήγιον, και μοι έφερε και έφαγον από πάντων πριν
εισέλθης,
και ευλόγησα αυτόν; και ευλογημένος θέλει είσθαι.
34. Ότε ήκουσεν ο
Ησαύ τους λόγους του πατρός αυτού, ανέκραξε κραυγήν μεγάλην και
πικράν
σφόδρα· και είπε προς τον πατέρα αυτού, Ευλόγησόν με, και εμέ,
πάτερ μου.
35. Ο δε είπεν,
Ήλθεν
ο αδελφός σου μετά δόλου, και έλαβε την ευλογίαν σου.
36. Και είπεν ο
Ησαύ,
Δικαίως εκαλέσθη το όνομα αυτού Ιακώβ, διότι τώρα δευτέραν
ταύτην φοράν
με υπεσκέλισεν· έλαβε τα πρωτοτόκιά μου, και ιδού, τώρα έλαβε
και την ευλογίαν
μου. Και είπε, Δεν εφύλαξας δι' εμέ ευλογίαν;
37. Και, απεκρίθη
ο Ισαάκ, και είπε προς τον Ησαύ, Ιδού, κύριόν σου έκαμα αυτόν,
και πάντας
τους αδελφούς αυτού έκαμα δούλους αυτού, και εστήριξα αυτόν με
σίτον και
οίνον· και τι λοιπόν να κάμω εις σε, τέκνον μου;
38. Και είπεν ο
Ησαύ
προς τον πατέρα αυτού, Μήπως ταύτην μόνην την ευλογίαν έχεις,
πάτερ μου;
ευλόγησόν με, και εμέ, πάτερ μου. και ύψωσεν ο Ησαύ την φωνήν
αυτού, και
έκλαυσε.
39. Και απεκρίθη
Ισαάκ
ο πατήρ αυτού, και είπε προς αυτόν, Ιδού, η κατοίκησίς σου θέλει
είσθαι
εις το πάχος της γης, και εις την δρόσον του ουρανού άνωθεν·
40. και με την
μάχαιράν
σου θέλεις ζη, και εις τον αδελφόν σου θέλεις δουλεύσει, όταν δε
υπερισχύσης,
θέλεις συντρίψει τον ζυγόν αυτού από του τραχήλου σου.
41. Και εμίσει ο
Ησαύ
τον Ιακώβ, διά την ευλογίαν με την οποίαν ευλόγησεν αυτόν ο
πατήρ αυτού·
και είπεν ο Ησαύ εν τη καρδία αυτού, Πλησιάζουσιν αι ημέραι του
πένθους
του πατρός μου· τότε θέλω φονεύσει Ιακώβ τον αδελφόν μου.
42. Ανηγγέλθησαν,
δε προς την Ρεβέκκαν οι λόγοι Ησαύ του υιού αυτής του
μεγαλητέρου· και
πέμψασα εκάλεσεν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον, και είπε
προς αυτόν,
Ιδού, Ησαύ ο αδελφός σου παρηγορεί εαυτόν κατά σου, ότι θέλει σε
φονεύσει.
43. Τώρα λοιπόν,
τέκνον
μου, άκουσον την φωνήν μου· και σηκωθείς, φύγε προς Λάβαν τον
αδελφόν μου
εις Χαρράν·
44. και
κατοίκησον
μετ' αυτού ημέρας τινάς, εωσού παρέλθη ο θυμός του αδελφού σου·
45. εωσού παύση η
κατά σου οργή του αδελφού σου, και λησμονήση τα όσα έπραξας εις
αυτόν·
τότε θέλω στείλει, και θέλω σε φέρει εκείθεν· διά τι να σας
στερηθώ και
τους δύο εν μιά ημέρα;
46. Και είπεν η
Ρεβέκκα
προς τον Ισαάκ, Αηδίασα την ζωήν μου εξ αιτίας των θυγατέρων του
Χέτ· εάν
ο Ιακώβ λάβη γυναίκα εκ των θυγατέρων του Χετ, καθώς είναι αύται
εκ των
θυγατέρων της γης ταύτης, τι με ωφελεί να ζω;
ΓΕΝΕΣΙΣ 28o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 28
1. Και
προσκαλέσας
ο Ισαάκ τον Ιακώβ ευλόγησεν αυτόν, και παρήγγειλε προς αυτόν
λέγων, Δεν
θέλεις λάβει γυναίκα εκ των θυγατέρων Χαναάν·
2. σηκωθείς ύπαγε
εις Παδάν-αράμ, εις την οικίαν Βαθουήλ του πατρός της μητρός
σου· και εκείθεν
λάβε εις σεαυτόν γυναίκα, εκ των θυγατέρων Λάβαν του αδελφού της
μητρός
σου·
3. και ο Θεός ο
Παντοδύναμος
να σε ευλογήση και να σε αυξήση και να σε πληθύνη, ώστε να
γείνης εις πλήθος
λαών·
4. και να σοι
δώση
την ευλογίαν του Αβραάμ, εις σε και εις το σπέρμα σου μετά σε,
διά να κληρονομήσης
την γην της παροικήσεώς σου, την οποίαν έδωκεν ο Θεός εις τον
Αβραάμ.
5. Και
εξαπέστειλεν
ο Ισαάκ τον Ιακώβ· και υπήγεν εις Παδάν-αράμ προς Λάβαν, τον
υιόν του Βαθουήλ
του Σύρου, τον αδελφόν Ρεβέκκας της μητρός του Ιακώβ και του
Ησαύ.
6. Ιδών δε ο Ησαύ
ότι ευλόγησεν ο Ισαάκ τον Ιακώβ και εξαπέστειλεν αυτόν εις
Παδάν-αράμ,
διά να λάβη εις εαυτόν γυναίκα εκείθεν, και ότι, ενώ ευλόγει
αυτόν, παρήγγειλεν
εις αυτόν, λέγων, Δεν θέλεις λάβει γυναίκα εκ των θυγατέρων
Χαναάν·
7. και ότι
υπήκουσεν
ο Ιακώβ εις τον πατέρα αυτού και την μητέρα αυτού· και υπήγεν
εις Παδάν-αράμ·
8. και ιδών ο
Ησαύ
ότι αι θυγατέρες Χαναάν είναι μισηταί εις τους οφθαλμούς του
πατρός αυτού
Ισαάκ,
9. υπήγεν ο Ησαύ
προς
τον Ισμαήλ, και εκτός των άλλων γυναικών αυτού έλαβεν εις εαυτόν
γυναίκα
την Μαελέθ, θυγατέρα Ισμαήλ του υιού του Αβραάμ, την αδελφήν του
Ναβαϊώθ.
10. Και εξήλθεν ο
Ιακώβ από Βηρ-σαβεέ, και υπήγεν εις Χαρράν.
11. Και έφθασεν
εις
τινά τόπον και διενυκτέρευσεν εκεί, διότι είχε δύσει ο ήλιος·
και έλαβεν
εκ των λίθων του τόπου και έθεσε προσκεφάλαιον αυτού, και
εκοιμήθη εν τω
τόπω εκείνω.
12. Και είδεν
ενύπνιον,
και ιδού, κλίμαξ εστηριγμένη εις την γην, της οποίας η κορυφή
έφθανεν εις
τον ουρανόν· και ιδού, οι άγγελοι του Θεού ανέβαινον και
κατέβαινον επ'
αυτής.
13. Και ιδού, ο
Κύριος
ίστατο επάνωθεν αυτής και είπεν, Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός του
Αβραάμ του
πατρός σου, και ο Θεός του Ισαάκ· την γην, επί της οποίας
κοιμάσαι, εις
σε θέλω δώσει αυτήν και εις το σπέρμα σου.
14. και θέλει
είσθαι
το σπέρμα σου ως η άμμος της γης, και θέλεις εξαπλωθή προς δύσιν
και προς
ανατολήν και προς βορράν και προς νότον· και θέλουσιν ευλογηθή
εν σοι,
και εν τω σπέρματί σου πάσαι αι φυλαί της γής·
15. και ιδού, εγώ
είμαι μετά σου, και θέλω σε διαφυλάττει πανταχού, όπου αν
υπάγης, και θέλω
σε επαναφέρει εις την γην ταύτην· διότι δεν θέλω σε
εγκαταλείψει, εωσού
κάμω όσα ελάλησα προς σε.
16. Και
εξεγερθείς
ο Ιακώβ εκ του ύπνου αυτού, είπε, Βέβαια ο Κύριος είναι εν τω
τόπω τούτω,
και εγώ δεν ήξευρον.
17. Και εφοβήθη
και
είπε, Πόσον φοβερός είναι ο τόπος ούτος· δεν είναι τούτο, ειμή
οίκος Θεού,
και αύτη η πύλη του ουρανού.
18. Και σηκωθείς
ο
Ιακώβ ενωρίς το πρωΐ, έλαβε τον λίθον τον οποίον είχε θέσει
προσκεφάλαιον
αυτού, και έστησεν αυτόν διά στήλην και έχυσεν έλαιον επί την
κορυφήν αυτής.
19. Και εκάλεσε
το
όνομα του τόπου εκείνου, Βαιθήλ· το δε όνομα της πόλεως εκείνης
ήτο πρότερον
Λούζ.
20. Και ευχήθη ο
Ιακώβ
ευχήν, λέγων, Αν ο Θεός ήναι μετ' εμού και με διαφυλάξη εν τη
οδώ ταύτη
εις την οποίαν υπάγω, και μοι δώση άρτον να φάγω και ένδυμα να
ενδυθώ,
21. και επιστρέψω
εν ειρήνη εις τον οίκον του πατρός μου, τότε ο Κύριος θέλει
είσθαι Θεός
μου·
22. και ο λίθος
ούτος,
τον οποίον έστησα διά στήλην, θέλει είσθαι οίκος Θεού· και εκ
πάντων όσα
μοι δώσης, το δέκατον θέλω προσφέρει εις σε.
ΓΕΝΕΣΙΣ
29o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 29
1. Και εκίνησεν ο Ιακώβ και υπήγεν εις την γην των
κατοίκων
της ανατολής.
2. Και είδε, και ιδού, φρέαρ εν τη πεδιάδι και ιδού,
εκεί τρία ποίμνια προβάτων αναπαυόμενα πλησίον αυτού, διότι εκ του
φρέατος
εκείνου επότιζον τα ποίμνια· λίθος δε μέγας ήτο επί το στόμιον του
φρέατος.
3. Και ότε συνήγοντο εκεί πάντα τα ποίμνια,
απεκύλιον
τον λίθον από του στομίου του φρέατος, και επότιζον τα ποίμνια·
έπειτα
έθετον πάλιν τον λίθον επί το στόμιον του φρέατος εις τον τόπον
αυτού.
4. Και είπε προς αυτούς ο Ιακώβ, Αδελφοί, πόθεν
είσθε;
Οι δε είπον, Εκ της Χαρράν είμεθα.
5. Και είπε προς αυτούς, Γνωρίζετε Λάβαν τον υιόν
του
Ναχώρ; οι δε είπον, Γνωρίζομεν.
6. Και είπε προς αυτούς, Υγιαίνει; Οι δε είπον,
Υγιαίνει·
και ιδού, Ραχήλ η θυγάτηρ αυτού έρχεται μετά των προβάτων.
7. Και είπεν, Ιδού, μένει ακόμη ημέρα πολλή, δεν
είναι
ώρα να συρθώσι τα κτήνη· ποτίσατε τα πρόβατα και υπάγετε να
βοσκήσητε αυτά.
8. Οι δε είπον, Δεν δυνάμεθα, εωσού συναχθώσι πάντα
τα
ποίμνια, και να αποκυλίσωσι τον λίθον από του στομίου του φρέατος·
τότε
ποτίζομεν τα πρόβατα.
9. Και ενώ ακόμη ελάλει προς αυτούς, ήλθεν η Ραχήλ
μετά
των προβάτων του πατρός αυτής· διότι αυτή έβοσκε.
10. Και ως είδεν ο Ιακώβ την Ραχήλ, θυγατέρα του
Λάβαν
του αδελφού της μητρός αυτού, και τα πρόβατα του Λάβαν του αδελφού
της
μητρός αυτού, επλησίασεν ο Ιακώβ και απεκύλισε τον λίθον από του
στομίου
του φρέατος, και επότισε τα πρόβατα του Λάβαν, του αδελφού της
μητρός αυτού.
11. Και εφίλησεν ο Ιακώβ την Ραχήλ και υψώσας την
φωνήν
αυτού έκλαυσε.
12. Και απήγγειλεν ο Ιακώβ προς την Ραχήλ, ότι είναι
αδελφός του πατρός αυτής, και ότι είναι υιός της Ρεβέκκας· και
εκείνη δραμούσα
απήγγειλε τούτο εις τον πατέρα αυτής.
13. Και ως ήκουσεν ο Λάβαν το όνομα του Ιακώβ του
υιού
της αδελφής αυτού, έδραμεν εις συνάντησιν αυτού· και εναγκαλισθείς
αυτόν,
εφίλησεν αυτόν και έφερεν αυτόν εις την οικίαν αυτού· και διηγήθη
ο Ιακώβ
προς τον Λάβαν πάντα τα γενόμενα.
14. Και είπε προς αυτόν ο Λάβαν, Βέβαια οστούν μου
και
σαρξ μου είσαι. Και κατώκησε μετ' αυτού ένα μήνα.
15. Και είπεν ο Λάβαν προς τον Ιακώβ, Επειδή είσαι
αδελφός
μου, διά τούτο θέλεις με δουλεύει δωρεάν; ειπέ μοι, τις θέλει
είσθαι ο
μισθός σου;
16. Είχε δε Λάβαν δύο θυγατέρας· το όνομα της
πρεσβυτέρας,
Λεία, και το όνομα της μικροτέρας Ραχήλ.
17. Και της μεν Λείας οι οφθαλμοί ήσαν ασθενείς· η
δε
Ραχήλ ήτο ευειδής και ώραία την όψιν.
18. Και ηγάπησεν ο Ιακώβ την Ραχήλ· και είπε, Θέλω
σε
δουλεύει επτά έτη διά την Ραχήλ, την θυγατέρα σου την μικροτέραν.
19. Και είπεν ο Λάβαν, Καλήτερα να δώσω αυτήν εις
σε,
παρά να δώσω αυτήν εις άλλον άνδρα· κατοίκησον μετ' εμού.
20. Και εδούλευσεν ο Ιακώβ διά την Ραχήλ επτά έτη·
και
εφαίνοντο εις αυτόν ως ημέραι ολίγαι, διά την προς αυτήν αγάπην
αυτού.
21. Και είπεν ο Ιακώβ προς τον Λάβαν, Δος μοι την
γυναίκα
μου, διότι επληρώθησαν αι ημέραι μου, διά να εισέλθω προς αυτήν.
22. Και συνήγαγεν ο Λάβαν πάντας τους ανθρώπους του
τόπου
και έκαμε συμπόσιον.
23. Και το εσπέρας, λαβών την Λείαν την θυγατέρα
αυτού,
έφερεν αυτήν προς αυτόν· και εισήλθε προς αυτήν.
24. Και έδωκεν ο Λάβαν εις Λείαν την θυγατέρα αυτού,
διά θεράπαιναν αυτής, Ζελφάν την θεράπαιναν αυτού.
25. Και το πρωΐ, ιδού, αύτη ήτο η Λεία· και είπε
προς
τον Λάβαν, Τι τούτο το οποίον έπραξας εις εμέ; δεν σε εδούλευσα
διά την
Ραχήλ; και διά τι με ηπάτησας;
26. Και είπεν ο Λάβαν, Δεν γίνεται ούτως εν τω τόπω
ημών,
να δίδωται η μικροτέρα προ της πρεσβυτέρας·
27. εκπλήρωσον την εβδομάδα ταύτης, και θέλω σοι
δώσει
και αυτήν, αντί της εργασίας την οποίαν θέλεις κάμει εις εμέ ακόμη
άλλα
επτά έτη.
28. Και έκαμεν ο Ιακώβ ούτω και εξεπλήρωσε την
εβδομάδα
αυτής· και έδωκεν εις αυτόν την Ραχήλ την θυγατέρα αυτού εις
γυναίκα.
29. Και έδωκεν ο Λάβαν εις Ραχήλ την θυγατέρα αυτού,
διά θεράπαιναν αυτής, Βαλλάν την θεράπαιναν αυτού.
30. Και εισήλθεν ο Ιακώβ και προς την Ραχήλ· και
ηγάπησε
την Ραχήλ περισσότερον παρά την Λείαν· και εδούλευσεν αυτόν ακόμη
άλλα
επτά έτη.
31. Και ιδών ο Κύριος ότι εμισείτο η Λεία, ήνοιξε
την
μήτραν αυτής· η δε Ραχήλ ήτο στείρα.
32. Και συνέλαβεν η Λεία και εγέννησεν υιόν και
εκάλεσε
το όνομα αυτού Ρουβήν· διότι είπεν, Είδε βέβαια ο Κύριος την
ταπείνωσίν
μου· τώρα λοιπόν θέλει με αγαπήσει ο ανήρ μου.
33. Και συνέλαβε πάλιν και εγέννησεν υιόν· και
είπεν,
Επειδή ήκουσεν ο Κύριος ότι μισούμαι, διά τούτο μοι έδωκεν ακόμη
και τούτον·
και εκάλεσε το όνομα αυτού Συμεών.
34. Και συνέλαβεν ακόμη και εγέννησεν υιόν· και
είπε,
Τώρα ταύτην την φοράν ο ανήρ μου θέλει ενωθή μετ' εμού, διότι
εγέννησα
εις αυτόν τρεις υιούς· διά τούτο ωνόμασεν αυτόν Λευΐ.
35. Και συνέλαβε πάλιν και εγέννησεν υιόν· και είπε,
Ταύτην την φοράν θέλω δοξολογήσει τον Κύριον· διά τούτο εκάλεσε το
όνομα
αυτού Ιούδαν· και έπαυσε να γεννά.
ΓΕΝΕΣΙΣ 30o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]--
Genesis 30
1. Και ότε είδεν
η
Ραχήλ ότι δεν ετεκνοποίησεν εις τον Ιακώβ, εφθόνησεν η Ραχήλ την
αδελφήν
αυτής· και είπε προς τον Ιακώβ, Δος μοι τέκνα· ειδέ μη, εγώ
αποθνήσκω.
2. Και εξήφθη ο
θυμός
του Ιακώβ κατά της Ραχήλ και είπε, Μήπως είμαι εγώ αντί του Θεού
όστις
σε εστέρησεν από καρπού κοιλίας;
3. Η δε είπεν,
Ιδού,
η θεράπαινά μου Βαλλά· είσελθε προς αυτήν, και θέλει γεννήσει
επί των γονάτων
μου, διά να αποκτήσω και εγώ τέκνα εξ αυτής.
4. Και έδωκεν εις
αυτόν την Βαλλάν την θεράπαιναν αυτής διά γυναίκα· και εισήλθεν
ο Ιακώβ
προς αυτήν.
5. Και συνέλαβεν
η
Βαλλά, και εγέννησεν υιόν εις τον Ιακώβ·
6. και είπεν η
Ραχήλ,
Ο Θεός με έκρινε και ήκουσε και την φωνήν μου και μοι έδωκεν
υιόν· διά
τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Δαν.
7. Και συνέλαβε
πάλιν
η Βαλλά, η θεράπαινα της Ραχήλ, και εγέννησε δεύτερον υιόν εις
τον Ιακώβ·
8. και είπεν η
Ραχήλ,
Δυνατήν πάλην επάλαισα μετά της αδελφής μου, και υπερίσχυσα· και
εκάλεσε
το όνομα αυτού Νεφθαλί.
9. Και ότε είδεν
η
Λεία ότι έπαυσε να γεννά, έλαβε την Ζελφάν την θεράπαιναν αυτής,
και έδωκεν
αυτήν εις τον Ιακώβ διά γυναίκα.
10. Και η Ζελφά,
η
θεράπαινα της Λείας, εγέννησεν υιόν εις τον Ιακώβ·
11. και είπεν η
Λεία,
Ευτυχία έρχεται· και εκάλεσε το όνομα αυτού Γαδ.
12. Και εγέννησεν
η Ζελφά, η θεράπαινα της Λείας, δεύτερον υιόν εις τον Ιακώβ·
13. και είπεν η
Λεία,
Μακαρία εγώ, διότι θέλουσι με μακαρίζει αι γυναίκες· και εκάλεσε
το όνομα
αυτού Ασήρ.
14. Και υπήγεν ο
Ρουβήν
εν ταις ημέραις του θερισμού του σίτου και εύρηκε μανδραγόρας εν
τω αγρώ,
και έφερεν αυτούς προς την Λείαν την μητέρα αυτού. Είπε δε η
Ραχήλ προς
την Λείαν, Δος μοι, παρακαλώ, από τους μανδραγόρας του υιού σου.
15. Η δε είπε
προς
αυτήν, Μικρόν πράγμα είναι, ότι έλαβες τον άνδρα μου; και θέλεις
να λάβης
και τους μανδραγόρας του υιού μου; και η Ραχήλ είπε, Λοιπόν ας
κοιμηθή
μετά σου ταύτην την νύκτα, διά τους μανδραγόρας του υιού σου.
16. Και ήλθεν ο
Ιακώβ
το εσπέρας εκ του αγρού, και εξελθούσα η Λεία εις συνάντησιν
αυτού, είπε,
Προς εμέ θέλεις εισέλθει, διότι σε εμίσθωσα τωόντι με τους
μανδραγόρας
του υιού μου. Και εκοιμήθη μετ' αυτής εκείνην την νύκτα.
17. Και
εισήκουσεν
ο Θεός της Λείας· και συνέλαβε και εγέννησεν εις τον Ιακώβ
πέμπτον υιόν.
18. Και είπεν η
Λεία,
Εδωκέ μοι ο Θεός τον μισθόν μου, διότι έδωκα την θεράπαινάν μου
εις τον
άνδρα μου· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισσάχαρ.
19. Και συνέλαβεν
ακόμη η Λεία, και εγέννησεν έκτον υιόν εις τον Ιακώβ·
20. και είπεν η
Λεία,
Με επροίκισεν ο Θεός με καλήν προίκα· τώρα θέλει κατοικήσει μετ'
εμού ο
ανήρ μου, διότι εγέννησα εις αυτόν εξ υιούς· και εκάλεσε το
όνομα αυτού
Ζαβουλών.
21. Και μετά
ταύτα
εγέννησε θυγατέρα, και εκάλεσε το όνομα αυτής Δείναν.
22. Ενεθυμήθη δε
ο
Θεός την Ραχήλ και εισήκουσεν αυτής ο Θεός, και ήνοιξε την
μήτραν αυτής·
23. και συνέλαβε,
και εγέννησεν υιόν· και είπεν, Ο Κύριος αφήρεσε το όνειδός μου.
24. Και εκάλεσε
το
όνομα αυτού Ιωσήφ, λέγουσα, Ο Θεός να προσθέση εις εμέ και άλλον
υιόν.
25. Και αφού η
Ραχήλ
εγέννησε τον Ιωσήφ, είπεν ο Ιακώβ προς τον Λάβαν, Εξαπόστειλόν
με, διά
να απέλθω εις τον τόπον μου, και εις την πατρίδα μου·
26. δος μοι τας
γυναίκάς
μου και τα παιδία μου, διά τας οποίας σε εδούλευσα διά να
απέλθω· διότι
συ γνωρίζεις την δούλευσίν μου, την οποίαν σε εδούλευσα.
27. Είπε δε προς
αυτόν
ο Λάβαν, Παρακαλώ σε, να εύρω χάριν έμπροσθέν σου· εγνώρισα εκ
πείρας,
ότι ο Κύριος με ευλόγησεν εξ αιτίας σου.
28. Και είπε,
Διόρισόν
μοι τον μισθόν σου, και θέλω σοι δώσει αυτόν.
29. Ο δε είπε
προς
αυτόν, Συ γνωρίζεις τίνι τρόπω σε εδούλευσα, και πόσα έγειναν τα
κτήνη
σου μετ' εμού·
30. διότι όσα
είχες
προ εμού ήσαν ολίγα, και τώρα ηύξησαν εις πλήθος· και ο Κύριος
σε ευλόγησε
με την έλευσίν μου· και τώρα πότε θέλω προβλέψει και εγώ διά τον
οίκόν
μου;
31. Ο δε είπε, Τι
να σοι δώσω; Και ο Ιακώβ είπε, δεν θέλεις μοι δώσει ουδέν· εάν
κάμης εις
εμέ το πράγμα τούτο, πάλιν θέλω ποιμαίνει το ποίμνιόν σου και
φυλάττει
αυτό·
32. να περάσω
σήμερον
διά μέσον όλου του ποιμνίου σου, διαχωρίζων εκείθεν παν πρόβατον
έχον ποικίλματα
και κηλίδας, και παν το μελανωπόν μεταξύ των αρνίων, και το έχον
κηλίδας
και ποικίλματα μεταξύ των αιγών· και ταύτα να ήναι ο μισθός μου·
33. και εις το
εξής
η δικαιοσύνη μου θέλει μαρτυρήσει περί εμού, όταν έλθη έμπροσθέν
σου διά
τον μισθόν μου· παν ό,τι δεν είναι με ποικίλματα και κηλίδας
μεταξύ των
αιγών, και μελανωπόν μεταξύ των αρνίων, θέλει λογισθή κλεμμένον
υπ' εμού.
34. Και είπεν ο
Λάβαν,
Ιδού, έστω κατά τον λόγον σου.
35. Και την
ημέραν
εκείνην διεχώρισε τους τράγους τους παρδαλούς και κηλιδωτούς και
πάσας
τας αίγας όσαι είχον ποικίλματα και κηλίδας, πάντα όσα ήσαν
διάλευκα, και
πάντα τα μελανωπά μεταξύ των αρνίων, και έδωκεν αυτά εις τας
χείρας των
υιών αυτού·
36. και έθεσε
τριών
ημερών οδόν μεταξύ εαυτού και του Ιακώβ· ο δε Ιακώβ εποίμαινε το
υπόλοιπον
του ποιμνίου του Λάβαν.
37. Και έλαβεν
εις
εαυτόν ο Ιακώβ ράβδους χλωράς εκ λεύκης και καρύας και πλατάνου
και εξελέπισεν
αυτάς κατά λεπίσματα λευκά, ώστε εφαίνετο το λευκόν το εις τας
ράβδους·
38. και έθεσε τας
ράβδους, τας οποίας εξελέπισεν, εις τα αυλάκια του ύδατος, εις
τας ποτίστρας,
όπου τα ποίμνια ήρχοντο να πίνωσι, διά να συλλαμβάνωσι τα
ποίμνια ενώ ήρχοντο
να πίνωσι.
39. Και
συνελάμβανον
τα ποίμνια βλέποντα τας ράβδους, και εγέννων πρόβατα παρδαλά,
ποικίλα και
κηλιδωτά.
40. Διεχώρισε δε
ο
Ιακώβ τα αρνία, και έστρεψε τα πρόσωπα των προβάτων του ποιμνίου
του Λάβαν
προς τα παρδαλά και προς πάντα τα μελανωπά· τα δε εαυτού ποίμνια
έθεσε
χωριστά, και δεν έθεσεν αυτά μετά των προβάτων του Λάβαν.
41. Και καθ' ον
καιρόν
τα πρώϊμα πρόβατα ήρχοντο εις σύλληψιν, ο Ιακώβ έθετε τας
ράβδους εις τα
αυλάκια έμπροσθεν των οφθαλμών του ποιμνίου, διά να συλλαμβάνωσι
βλέποντα
προς τας ράβδους·
42. ότε δε τα
πρόβατα
ήσαν όψιμα, δεν έθετεν αυτάς· και ούτω τα όψιμα ήσαν του Λάβαν,
τα δε πρώϊμα
του Ιακώβ.
43. Και ηύξησεν ο
άνθρωπος σφόδρα σφόδρα, και απέκτησε ποίμνια πολλά και δούλας
και δούλους
και καμήλους και όνους.
[>]