ΙΗΣΟΥΣ
ΝΑΥΗ 1o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 1
1. Και μετά την τελευτήν του Μωϋσέως του δούλου του Κυρίου,
είπε Κύριος προς Ιησούν τον υιόν του Ναυή, τον υπηρέτην του Μωϋσέως, λέγων,
2. Μωϋσής ο θεράπων μου ετελεύτησε· τώρα λοιπόν σηκωθείς
διάβηθι τον Ιορδάνην τούτον, συ και πας ο λαός ούτος, προς την γην την
οποίαν εγώ δίδω εις αυτούς, εις τους υιούς Ισραήλ.
3. Πάντα τον τόπον, επί του οποίου πατήση το ίχνος των
ποδών σας, εις εσάς έδωκα αυτόν, καθώς είπα προς τον Μωϋσήν·
4. από της ερήμου και του Λιβάνου τούτου και έως του
ποταμού του μεγάλου, του ποταμού του Ευφράτου, πάσα η γη των Χετταίων,
και έως της θαλάσσης της μεγάλης προς δυσμάς του ηλίου, θέλει είσθαι το
όριόν σας.
5. Δεν θέλει δυνηθή άνθρωπος να σταθή εναντίον σου πάσας
τας ημέρας της ζωής σου· καθώς ήμην μετά του Μωϋσέως, θέλω είσθαι μετά
σού· δεν θέλω σε αφήσει ουδέ σε εγκαταλείψει.
6. Ίσχυε και ανδρίζου· διότι συ θέλεις κληροδοτήσει εις
τον λαόν τούτον την γην, την οποίαν ώμοσα προς τους πατέρας αυτών να δώσω
εις αυτούς.
7. Μόνον ίσχυε και ανδρίζου σφόδρα, διά να προσέχης να
κάμνης κατά πάντα τον νόμον, τον οποίον προσέταξεν εις σε Μωϋσής ο θεράπων
μου· μη εκκλίνης απ' αυτού δεξιά ή αριστερά, διά να φέρησαι μετά συνέσεως
πανταχού όπου αν υπάγης.
8. Δεν θέλει απομακρυνθή τούτο το βιβλίον του νόμου από
του στόματός σου, αλλ' εν αυτώ θέλεις μελετά ημέραν και νύκτα, διά να προσέχης
να κάμνης κατά πάντα όσα είναι γεγραμμένα εν αυτώ· διότι τότε θέλεις ευοδούσθαι
εις την οδόν σου, και τότε θέλεις φέρεσθαι μετά συνέσεως.
9. Δεν σε προστάζω εγώ; ίσχυε και ανδρίζου· μη φοβηθής
μηδέ δειλιάσης· διότι είναι μετά σου Κύριος ο Θεός σου όπου αν υπάγης.
10. Και προσέταξεν ο Ιησούς τους άρχοντας του λαού, λέγων,
11. Περάσατε διά μέσου του στρατοπέδου και προστάξατε
τον λαόν, λέγοντες, Ετοιμάσατε εις εαυτούς εφόδια· διότι μετά τρεις ημέρας
θέλετε διαβή τον Ιορδάνην τούτον, διά να εισέλθητε να κληρονομήσητε την
γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σας δίδει εις εσάς διά να κληρονομήσητε αυτήν.
12. Και προς τους Ρουβηνίτας και προς τους Γαδίτας και
προς το ήμισυ της φυλής του Μανασσή είπεν ο Ιησούς, λέγων,
13. Ενθυμήθητε τον λόγον τον οποίον προσέταξεν εις εσάς
Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου, λέγων, Κύριος ο Θεός σας σας ανέπαυσε και σας
έδωκε την γην ταύτην·
14. αι γυναίκές σας, τα τέκνα σας και τα κτήνη σας θέλουσι
μείνει εν τη γη, την οποίαν ο Μωϋσής έδωκεν εις εσάς εντεύθεν του Ιορδάνου·
σεις δε θέλετε διαβή έμπροσθεν των αδελφών σας ώπλισμένοι, πάντες οι δυνατοί
εν ισχύϊ, και θέλετε βοηθήσει αυτούς·
15. εωσού αναπαύση ο Κύριος τους αδελφούς σας καθώς και
εσάς, και να κληρονομήσωσι και αυτοί την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός
σας δίδει εις αυτούς· τότε θέλετε επιστρέψει εις την γην της κληρονομίας
σας, και θέλετε κληρονομήσει αυτήν, την οποίαν Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου
έδωκεν εις εσάς εντεύθεν του Ιορδάνου, προς ανατολάς ηλίου.
16. Και απεκρίθησαν προς τον Ιησούν, λέγοντες, Πάντα
όσα προστάζεις εις ημάς θέλομεν κάμει· και πανταχού όπου αποστείλης ημάς,
θέλομεν υπάγει·
17. καθώς υπηκούομεν κατά πάντα εις τον Μωϋσήν, ούτω
θέλομεν υπακούει και εις σέ· μόνον Κύριος ο Θεός σου να ήναι μετά σου,
καθώς ήτο μετά του Μωϋσέως·
18. πας άνθρωπος, όστις εναντιωθή εις τας προσταγάς σου
και δεν υπακούση εις τους λόγους σου κατά πάντα όσα προστάξης αυτόν, ας
θανατόνηται· μόνον ίσχυε και ανδρίζου.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 2o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 2
1. Και απέστειλεν Ιησούς ο υιός του Ναυή εκ Σιττείμ δύο
άνδρας να κατασκοπεύσωσι κρυφίως, λέγων, Υπάγετε, ίδετε την γην και την
Ιεριχώ. Οι δε υπήγον και εισήλθον εις οικίαν γυναικός πόρνης, ονομαζομένης
Ραάβ, και κατέλυσαν εκεί.
2. Απήγγειλαν δε προς τον βασιλέα της Ιεριχώ, λέγοντες,
Ιδού, ήλθον ενταύθα την νύκτα άνδρες εκ των υιών Ισραήλ, διά να κατασκοπεύσωσι
την γην.
3. Και απέστειλεν ο βασιλεύς της Ιεριχώ προς την Ραάβ,
λέγων, Εξάγαγε τους άνδρας τους εισελθόντας προς σε, οίτινες εισήλθον εις
την οικίαν σου· διότι ήλθον να κατασκοπεύσωσι πάσαν την γην.
4. Και λαβούσα η γυνή τους δύο άνδρας έκρυψεν αυτούς
και είπε, Ναι μεν εισήλθον προς εμέ οι άνδρες και δεν εξεύρω πόθεν ήσαν·
5. ενώ δε έμελλε να κλεισθή η πύλη, ότε εσκότασεν, οι
άνδρες εξήλθον· δεν εξεύρω που υπήγον οι άνδρες· τρέξατε ταχέως κατόπιν
αυτών, διότι θέλετε προφθάσει αυτούς.
6. Αυτή όμως είχεν αναβιβάσει αυτούς επί το δώμα και
σκεπάσει αυτούς με λινοκαλάμην, την οποίαν είχεν εστοιβαγμένην επί του
δώματος.
7. Και οι άνδρες έτρεξαν κατόπιν αυτών διά της οδού της
προς τον Ιορδάνην, μέχρι των διαβάσεων· και ευθύς αφού ανεχώρησαν οι τρέχοντες
κατόπιν αυτών, εκλείσθη η πύλη.
8. Και πριν εκείνοι πλαγιάσωσιν, αυτή ανέβη προς αυτούς
επί το δώμα.
9. Και είπε προς τους άνδρας, Γνωρίζω ότι ο Κύριος έδωκεν
εις εσάς την γήν· και ότι ο τρόμος σας επέπεσεν εφ' ημάς, και ότι πάντες
οι κάτοικοι της γης ενεκρώθησαν εκ του φόβου σας·
10. επειδή ηκούσαμεν πως ο Κύριος εξήρανε τα ύδατα της
Ερυθράς θαλάσσης έμπροσθέν σας, ότε εξήλθετε εξ Αιγύπτου· και τι εκάμετε
εις τους δύο βασιλείς των Αμορραίων, τους πέραν του Ιορδάνου, εις τον Σηών
και εις τον Ωγ, τους οποίους εξωλοθρεύσατε·
11. και καθώς ηκούσαμεν, διελύθη καρδία ημών, και δεν
έμεινε πλέον πνοή εις ουδένα εκ του φόβου σας· διότι Κύριος ο Θεός σας,
αυτός είναι Θεός εν τω ουρανώ άνω και επί της γης κάτω.
12. Και τώρα, ομόσατέ μοι, παρακαλώ, εις τον Κύριον ότι,
καθώς εγώ έκαμα έλεος εις εσάς, θέλετε κάμει και σεις έλεος εις την οικογένειαν
του πατρός μου· και δότε εις εμέ σημείον πίστεως,
13. ότι θέλετε φυλάξει την ζωήν εις τον πατέρα μου και
εις την μητέρα μου και εις τους αδελφούς μου και εις τας αδελφάς μου και
πάντα όσα έχουσι, και θέλετε σώσει την ζωήν ημών εκ του θανάτου.
14. Και απεκρίθησαν προς αυτήν οι άνδρες, Η ζωή ημών
εις θάνατον ας παραδοθή αντί της ιδικής σας, αν μόνον δεν φανερώσητε ταύτην
την υπόθεσιν ημών, εάν ημείς, όταν ο Κύριος παραδώση εις ημάς την γην,
δεν δείξωμεν έλεος και πίστιν εις σε.
15. Τότε κατεβίβασεν αυτούς με σχοινίον διά της θυρίδος·
διότι η οικία αυτής ήτο εν τω τείχει της πόλεως και εν τω τείχει κατώκει.
16. Και είπε προς αυτούς, Απέλθετε εις την ορεινήν, διά
να μη σας συναντήσωσιν οι καταδιώκοντες· και κρύφθητε εκεί τρεις ημέρας,
εωσού επιστρέψωσιν οι καταδιώκοντες· και έπειτα θέλετε υπάγει εις την οδόν
σας.
17. Και είπαν προς αυτήν οι άνδρες, Ούτω θέλομεν είσθαι
καθαροί από του όρκου σου τούτου, τον οποίον έκαμες ημάς να ομόσωμεν·
18. ιδού, όταν ημείς εισερχώμεθα εις την γην, θέλεις
δέσει το σχοινίον τούτου του κοκκίνου νήματος εις την θυρίδα, από της οποίας
κατεβίβασας ημάς· και τον πατέρα σου και την μητέρα σου και τους αδελφούς
σου και πάσαν την οικογένειαν του πατρός σου, θέλεις συνάξει προς σεαυτήν
εις την οικίαν·
19. και πας όστις εξέλθη εκ της θύρας της οικίας σου,
το αίμα αυτού θέλει είσθαι επί της κεφαλής αυτού, ημείς δε θέλομεν είσθαι
καθαροί· όστις δε μένη μετά σου εν τη οικία, το αίμα αυτού θέλει είσθαι
επί της κεφαλής ημών, εάν τις βάλη χείρα επ' αυτόν·
20. αλλ' εάν φανερώσης την υπόθεσιν ημών ταύτην, τότε
θέλομεν είσθαι λελυμένοι από του όρκου σου, τον οποίον έκαμες ημάς να ομόσωμεν.
21. Και είπε, Κατά τους λόγους σας, ούτως, ας γείνη.
Και εξαπέστειλεν αυτούς, και ανεχώρησαν· αυτή δε έδεσε το κόκκινον σχοινίον
εις την θυρίδα.
22. Και ανεχώρησαν και ήλθον εις την ορεινήν και έμειναν
εκεί τρεις ημέρας, εωσού επέστρεψαν οι καταδιώκοντες· και εζήτησαν αυτούς
οι καταδιώκοντες καθ' όλην την οδόν, πλην δεν εύρηκαν.
23. Και υπέστρεψαν οι δύο άνδρες και κατέβησαν εκ του
όρους και διέβησαν και ήλθον προς Ιησούν τον υιόν του Ναυή, και διηγήθησαν
προς αυτόν πάντα όσα συνέβησαν εις αυτούς.
24. Και είπον προς τον Ιησούν, Βεβαίως ο Κύριος παρέδωκεν
εις τας χείρας ημών πάσαν την γήν· και μάλιστα πάντες οι κάτοικοι του τόπου
ενεκρώθησαν εκ του φόβου ημών.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 3o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 3
1. Και εξηγέρθη ο Ιησούς πρωΐ· και ανεχώρησαν εκ Σιττείμ
και ήλθον έως του Ιορδάνου, αυτός και πάντες οι υιοί Ισραήλ, και διενυκτέρευσαν
εκεί πριν διαβώσι.
2. μετά δε τρεις ημέρας επέρασαν διά μέσον του στρατοπέδου
οι άρχοντες,
3. και προσέταξαν τον λαόν, λέγοντες, Όταν ίδητε την
κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου του Θεού σας και τους ιερείς τους Λευΐτας βαστάζοντας
αυτήν, τότε σεις θέλετε κινηθή από των τόπων σας και υπάγει οπίσω αυτής·
4. πλην ας ήναι διάστημα μεταξύ υμών και εκείνης, έως
δύο χιλιάδων πηχών κατά το μέτρον, μη πλησιάσητε εις αυτήν, διά να γνωρίζητε
την οδόν την οποίαν πρέπει να βαδίζητε· διότι δεν επεράσατε την οδόν ταύτην
χθές και προχθές.
5. Και είπεν ο Ιησούς προς τον λαόν, Καθαρίσθητε, διότι
αύριον θέλει κάμει ο Κύριος εν μέσω υμών θαυμάσια.
6. Και είπεν ο Ιησούς προς τους ιερείς λέγων, Σήκωσατε
την κιβωτόν της διαθήκης και προπορεύεσθε έμπροσθεν του λαού. Και εσήκωσαν
την κιβωτόν της διαθήκης και επορεύοντο έμπροσθεν του λαού.
7. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Εν τη ημέρα ταύτη
αρχίζω να σε μεγαλύνω ενώπιον παντός του Ισραήλ· διά να γνωρίσωσιν ότι,
καθώς ήμην μετά του Μωϋσέως, θέλω είσθαι και μετά σού·
8. συ λοιπόν πρόσταξον τους ιερείς τους βαστάζοντας την
κιβωτόν της διαθήκης, λέγων, Όταν φθάσητε εις το χείλος του ύδατος του
Ιορδάνου, θέλετε σταθή εν τω Ιορδάνη.
9. Και είπεν ο Ιησούς προς τους υιούς Ισραήλ, Προσέλθετε
ενταύθα και ακούσατε τους λόγους Κυρίου του Θεού σας.
10. Και είπεν ο Ιησούς, Εκ τούτου θέλετε γνωρίσει, ότι
ο Θεός ο ζων είναι εν τω μέσω υμών, και ότι κατά κράτος θέλει εξολοθρεύσει
απ' έμπροσθέν σας τους Χαναναίους και τους Χετταίους και τους Ευαίους και
τους Φερεζαίους και τους Γεργεσαίους και τους Αμορραίους και τους Ιεβουσαίους·
11. ιδού, η κιβωτός της διαθήκης του Κυρίου πάσης της
γης προβαίνει έμπροσθέν σας εις τον Ιορδάνην·
12. και τώρα εκλέξατε εις εαυτούς δώδεκα άνδρας από των
φυλών του Ισραήλ, ανά ένα άνδρα κατά φυλήν·
13. και καθώς τα ίχνη των ποδών των ιερέων, των βασταζόντων
την κιβωτόν του Κυρίου, του Κυρίου πάσης της γης, πατήσωσιν εν τοις ύδασι
του Ιορδάνου, τα ύδατα του Ιορδάνου θέλουσι διακοπή, τα ύδατα τα καταβαίνοντα
άνωθεν, και θέλουσι σταθή εις σωρόν ένα.
14. Και καθώς εσηκώθη ο λαός εκ των σκηνών αυτών, διά
να διαβώσι τον Ιορδάνην, και οι ιερείς οι βαστάζοντες την κιβωτόν της διαθήκης
έμπροσθεν του λαού,
15. και καθώς ήλθον οι βαστάζοντες την κιβωτόν έως του
Ιορδάνου, και οι πόδες των ιερέων των βασταζόντων την κιβωτόν εβράχησαν
κατά το χείλος του ύδατος, διότι ο Ιορδάνης πλημμυρεί καθ' όλας τας όχθας
αυτού πάσας τας ημέρας του θερισμού,
16. εστάθησαν τα ύδατα τα καταβαίνοντα άνωθεν και υψώθησαν
εις ένα σωρόν πολύ μακράν, από της πόλεως Αδάμ, ήτις είναι εις τα πλάγια
της Ζαρετάν· τα δε καταβαίνοντα κάτω προς την θάλασσαν της πεδιάδος, την
αλμυράν θάλασσαν, αποκοπέντα εξέλιπον· και ο λαός επέρασε κατέναντι της
Ιεριχώ.
17. Και οι ιερείς, οι βαστάζοντες την κιβωτόν της διαθήκης
του Κυρίου, ίσταντο στερεοί επί ξηράς εν μέσω του Ιορδάνου· και πάντες
οι Ισραηλίται διέβαινον διά ξηράς, εωσού ετελείωσε πας ο λαός διαβαίνων
τον Ιορδάνην.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 4o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 4
1. Και αφού πας ο λαός ετελείωσε διαβαίνων τον Ιορδάνην,
είπε Κύριος προς τον Ιησούν, λέγων,
2. Λάβετε εις εαυτούς δώδεκα άνδρας εκ του λαού, ανά
ένα άνδρα κατά φυλήν,
3. και πρόσταξον αυτούς, λέγων, Λάβετε εντεύθεν εκ μέσου
του Ιορδάνου, εκ του τόπου όπου των ιερέων οι πόδες εστάθησαν στερεοί,
δώδεκα λίθους· και θέλετε μετακομίσει αυτούς μεθ' εαυτών, και θέλετε θέσει
αυτούς εν τω τόπω όπου στρατοπεδεύσητε ταύτην την νύκτα.
4. Τότε ο Ιησούς προσεκάλεσε τους δώδεκα άνδρας, τους
οποίους είχε διορίσει εκ των υιών Ισραήλ, ανά ένα άνδρα κατά φυλήν·
5. και είπε προς αυτούς ο Ιησούς, διάβητε έμπροσθεν της
κιβωτού Κυρίου του Θεού σας εν τω μέσω του Ιορδάνου, και σηκώσατε έκαστος
από σας ένα λίθον επί τους ώμους αυτού, κατά τον αριθμόν των φυλών των
υιών Ισραήλ·
6. διά να ήναι τούτο σημείον μεταξύ σας· ώστε όταν ερωτώσιν
οι υιοί σας εις το μέλλον λέγοντες, Τι δηλούσιν εις εσάς οι λίθοι ούτοι;
7. τότε θέλετε αποκριθή προς αυτούς, Ότι εκόπησαν τα
ύδατα του Ιορδάνου απ' έμπροσθεν της κιβωτού της διαθήκης του Κυρίου· ότε
διέβαινε τον Ιορδάνην, τα ύδατα του Ιορδάνου εκόπησαν· και οι λίθοι ούτοι
θέλουσιν είσθαι προς τους υιούς Ισραήλ εις μνημόσυνον έως αιώνος.
8. Και έκαμον ούτως οι υιοί Ισραήλ καθώς προσέταξεν ο
Ιησούς, και έλαβον δώδεκα λίθους εκ μέσου του Ιορδάνου, καθώς είπε Κύριος
προς τον Ιησούν, κατά τον αριθμόν των φυλών των υιών Ισραήλ, και μετεκόμισαν
αυτούς μεθ' εαυτών εις τον τόπον όπου κατέλυσαν και έθεσαν αυτούς εκεί.
9. Και άλλους δώδεκα λίθους έστησεν ο Ιησούς εν τω μέσω
του Ιορδάνου, εν τω τόπω όπου εστάθησαν οι πόδες των ιερέων, των βασταζόντων
την κιβωτόν της διαθήκης· και εκεί είναι μέχρι της σήμερον.
10. Οι δε ιερείς οι βαστάζοντες την κιβωτόν ίσταντο εν
τω μέσω του Ιορδάνου, εωσού ετελέσθησαν πάντα όσα ο Κύριος προσέταξεν εις
τον Ιησούν να είπη προς τον λαόν, κατά πάντα όσα ο Μωϋσής προσέταξεν εις
τον Ιησούν· και έσπευσεν ο λαός και διέβη.
11. Και αφού πας ο λαός ετελείωσε διαβαίνων, διέβη και
η κιβωτός του Κυρίου και οι ιερείς έμπροσθεν του λαού.
12. Και οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γαδ και το ήμισυ της
φυλής Μανασσή διέβησαν ώπλισμένοι έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, καθώς είπε
προς αυτούς ο Μωϋσής.
13. Έως τεσσαράκοντα χιλιάδες ένοπλοι διέβησαν έμπροσθεν
του Κυρίου εις πόλεμον, προς τας πεδιάδας της Ιεριχώ.
14. Εν εκείνη τη ημέρα εμεγάλυνεν ο Κύριος τον Ιησούν
ενώπιον παντός του Ισραήλ, και εφοβούντο αυτόν, καθώς εφοβούντο τον Μωϋσήν,
πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.
15. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν λέγων,
16. Πρόσταξον τους ιερείς τους βαστάζοντας την κιβωτόν
του μαρτυρίου, να αναβώσιν εκ του Ιορδάνου.
17. Και προσέταξεν ο Ιησούς τους ιερείς λέγων, Ανάβητε
εκ του Ιορδάνου.
18. Και αφού οι ιερείς οι βαστάζοντες την κιβωτόν της
διαθήκης του Κυρίου ανέβησαν εκ μέσου του Ιορδάνου, και τα ίχνη των ποδών
των ιερέων επάτησαν επί της ξηράς, τα ύδατα του Ιορδάνου επιστρέψαντα εις
τον τόπον αυτών επλημμύρησαν πάσας τας όχθας αυτού, καθώς πρότερον.
19. Και ανέβη ο λαός εκ του Ιορδάνου την δεκάτην του
πρώτου μηνός και εστρατοπέδευσαν εν Γαλγάλοις προς το ανατολικόν μέρος
της Ιεριχώ.
20. Και τους δώδεκα εκείνους λίθους, τους οποίους έλαβον
εκ του Ιορδάνου, έστησεν ο Ιησούς εν Γαλγάλοις.
21. Και είπε προς τους υιούς Ισραήλ, λέγων, Όταν εις
το μέλλον ερωτώσιν οι υιοί σας τους πατέρας αυτών, λέγοντες, Τι δηλούσιν
οι λίθοι ούτοι;
22. τότε θέλετε αναγγείλει προς τους υιούς σας, λέγοντες,
Διά ξηράς διέβη ο Ισραήλ τον Ιορδάνην τούτον·
23. διότι απεξήρανε Κύριος ο Θεός σας τα ύδατα του Ιορδάνου
έμπροσθέν σας, εωσού διέβητε, καθώς έκαμε Κύριος ο Θεός σας εις την Ερυθράν
θάλασσαν, την οποίαν απεξήρανεν έμπροσθεν ημών, εωσού διέβημεν·
24. διά να γνωρίσωσι πάντες οι λαοί της γης την χείρα
του Κυρίου, ότι είναι κραταιά· διά να φοβήσθε Κύριον τον Θεόν σας πάντοτε.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 5o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 5
1. Και ότε ήκουσαν πάντες οι βασιλείς των Αμορραίων,
οι πέραν του Ιορδάνου προς δυσμάς, και πάντες οι βασιλείς των Χαναναίων,
οι παρά την θάλασσαν, ότι ο Κύριος απεξήρανε τα ύδατα του Ιορδάνου απ'
έμπροσθεν των υιών Ισραήλ εωσού διέβησαν, διελύθησαν αι καρδίαι αυτών·
και δεν έμεινε πλέον εις αυτούς πνοή, από του φόβου των υιών Ισραήλ.
2. Κατ' εκείνον τον καιρόν είπεν ο Κύριος προς τον Ιησούν,
Κάμε εις σεαυτόν λιθίνας μαχαίρας κοπτεράς, και περίτεμε εκ δευτέρου τους
υιούς Ισραήλ.
3. Και έκαμεν ο Ιησούς εις εαυτόν λιθίνας μαχαίρας κοπτεράς,
και περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ επί του βουνού των ακροβυστιών.
4. Και η αιτία, διά την οποίαν ο Ιησούς έκαμε την περιτομήν,
είναι ότι πας ο λαός ο εξελθών εξ Αιγύπτου, τα αρσενικά, πάντες οι άνδρες
του πολέμου, απέθανον εν τη ερήμω καθ' οδόν, αφού εξήλθον εξ Αιγύπτου.
5. Και πας ο λαός ο εξελθών ήτο περιτετμημένος· πας δε
ο λαός όστις εγεννήθη εν τη ερήμω καθ' οδόν, αφού εξήλθον εξ Αιγύπτου,
δεν είχε περιτμηθή.
6. Διότι τεσσαράκοντα έτη περιήρχοντο οι υιοί Ισραήλ
εν τη ερήμω, εωσού ετελεύτησαν πας ο λαός, οι άνδρες του πολέμου, οι εξελθόντες
εξ Αιγύπτου, επειδή δεν υπήκουσαν εις την φωνήν του Κυρίου· προς τους οποίους
ο Κύριος ώμοσεν, ότι δεν θέλει αφήσει αυτούς να ίδωσι την γην, την οποίαν
ώμοσεν ο Κύριος προς τους πατέρας αυτών ότι θέλει δώσει εις ημάς, γην ρέουσαν
γάλα και μέλι.
7. Αντί δε τούτων αντικατέστησε τους υιούς αυτών, τους
οποίους ο Ιησούς περιέτεμε· διότι ήσαν απερίτμητοι, επειδή δεν είχον περιτέμει
αυτούς καθ' οδόν.
8. Και αφού ετελείωσαν περιτέμνοντες πάντα τον λαόν,
εκάθηντο εις τους τόπους αυτών εν τω στρατοπέδω, εωσού ιατρεύθησαν.
9. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Ταύτην την ημέραν
αφήρεσα αφ' υμών τον ονειδισμόν της Αιγύπτου. Διά τούτο ωνομάσθη ο τόπος
εκείνος Γάλγαλα έως της σήμερον.
10. Και οι υιοί Ισραήλ εστρατοπέδευσαν εν Γαλγάλοις και
έκαμον το πάσχα τη δεκάτη τετάρτη του μηνός προς το εσπέρας, εις τας πεδιάδας
της Ιεριχώ.
11. Και τη επαύριον του πάσχα έφαγον άζυμα από του σίτου
της γης, και σίτον πεφρυγμένον την αυτήν εκείνην ημέραν.
12. Και τη επαύριον αφού έφαγον από του σίτου της γης,
εξέλιπε το μάννα· και δεν είχον πλέον μάννα οι υιοί Ισραήλ, αλλ' έτρωγον
από των γεννημάτων της γης Χαναάν τον ενιαυτόν εκείνον.
13. Και ότε ο Ιησούς ήτο πλησίον της Ιεριχώ, ύψωσε τους
οφθαλμούς αυτού και είδε, και ιδού, ίστατο κατέναντι αυτού άνθρωπος και
η ρομφαία αυτού ήτο γεγυμνωμένη εν τη χειρί αυτού· και προσελθών ο Ιησούς
είπε προς αυτόν, Ημέτερος είσαι ή των υπεναντίων ημών;
14. Ο δε είπεν, Ουχί· αλλ' εγώ Αρχιστράτηγος της δυνάμεως
του Κυρίου τώρα ήλθον. Και έπεσεν ο Ιησούς επί την γην κατά πρόσωπον αυτού
και προσεκύνησε, και είπε προς αυτόν, Τι προστάζει ο κύριός μου εις τον
δούλον αυτού;
15. Και ο Αρχιστράτηγος της δυνάμεως του Κυρίου είπε
προς τον Ιησούν, Λύσον το υπόδημά σου εκ των ποδών σου· διότι ο τόπος,
επί του οποίου ίστασαι, είναι άγιος. Και ο Ιησούς έκαμεν ούτω.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 6o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 6
1. Η δε Ιεριχώ ήτο συγκεκλεισμένη και ωχυρωμένη εξ αιτίας
των υιών Ισραήλ· ουδείς εξήρχετο και ουδείς εισήρχετο.
2. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Ιδού, παρέδωκα εις
την χείρα σου την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής και τους δυνατούς εν ισχύϊ.
3. Και θέλετε περιέλθει την πόλιν, πάντες οι άνδρες του
πολέμου, κύκλω της πόλεως άπαξ· ούτω θέλεις κάμνει εξ ημέρας.
4. Και επτά ιερείς θέλουσι βαστάζει έμπροσθεν της κιβωτού
επτά σάλπιγγας κερατίνας· και την εβδόμην ημέραν θέλετε περιέλθει την πόλιν
επτάκις· και οι ιερείς θέλουσι σαλπίζει με τας σάλπιγγας.
5. Και όταν σαλπίσωσι με την κερατίνην επεκτείνοντες,
καθώς ακούσητε τον ήχον της σάλπιγγος, πας ο λαός θέλει αλαλάξει μέγαν
αλαλαγμόν, και θέλει καταπέσει το τείχος της πόλεως υφ' εαυτό, και ο λαός
θέλει αναβή, έκαστος κατ' ενώπιον αυτού.
6. Και εκάλεσεν Ιησούς ο υιός του Ναυή τους ιερείς και
είπε προς αυτούς, Λάβετε την κιβωτόν της διαθήκης, και επτά ιερείς ας βαστάζωσιν
επτά σάλπιγγας κερατίνας έμπροσθεν της κιβωτού του Κυρίου.
7. Και είπε προς τον λαόν, Περάσατε και περιέλθετε την
πόλιν, και οι ώπλισμένοι ας περάσωσιν έμπροσθεν της κιβωτού του Κυρίου.
8. Και αφού ο Ιησούς ελάλησε προς τον λαόν, οι επτά ιερείς
βαστάζοντες τας επτά κερατίνας σάλπιγγας έμπροσθεν του Κυρίου επέρασαν
και εσάλπιζον με τας σάλπιγγας, και η κιβωτός της διαθήκης του Κυρίου ηκολούθει
αυτούς.
9. Και οι ώπλισμένοι προεπορεύοντο των ιερέων, των σαλπιζόντων
με τας σάλπιγγας, και η οπισθοφυλακή ηκολούθει όπισθεν της κιβωτού, ενώ
οι ιερείς προχωρούντες εσάλπιζον με τας σάλπιγγας.
10. Και προσέταξεν ο Ιησούς τον λαόν, λέγων, Δεν θέλετε
αλαλάξει, ουδέ θέλει ακουσθή η φωνή σας, ουδέ θέλει εξέλθει λόγος εκ του
στόματός σας, μέχρι της ημέρας καθ' ην θέλω σας ειπεί να αλαλάξητε· τότε
θέλετε αλαλάξει.
11. Και η κιβωτός του Κυρίου περιήλθε την πόλιν κύκλω
άπαξ· και ήλθον εις το στρατόπεδον και διενυκτέρευσαν εν τω στρατοπέδω.
12. Και εξηγέρθη ο Ιησούς το πρωΐ, και οι ιερείς εσήκωσαν
την κιβωτόν του Κυρίου·
13. και οι επτά ιερείς, βαστάζοντες τας επτά κερατίνας
σάλπιγγας, προεπορεύοντο της κιβωτού του Κυρίου, πορευόμενοι και σαλπίζοντες
με τας σάλπιγγας· και έμπροσθεν αυτών επορεύοντο οι ώπλισμένοι· η δε οπισθοφυλακή
ηκολούθει όπισθεν της κιβωτού του Κυρίου, ενώ οι ιερείς προχωρούντες εσάλπιζον
με τας σάλπιγγας.
14. Και την δευτέραν ημέραν περιήλθον την πόλιν άπαξ,
και επέστρεψαν εις το στρατόπεδον· ούτως έκαμνον εξ ημέρας.
15. Και την εβδόμην ημέραν εξηγέρθησαν περί τα χαράγματα
και περιήλθον την πόλιν επτάκις κατά τον αυτόν τρόπον· μόνον εν ταύτη τη
ημέρα περιήλθον την πόλιν επτάκις.
16. Και εις την εβδόμην φοράν, ενώ εσάλπιζον οι ιερείς
με τας σάλπιγγας, είπεν ο Ιησούς προς τον λαόν, Αλαλάξατε· διότι ο Κύριος
παρέδωκεν εις εσάς την πόλιν·
17. και η πόλις θέλει είσθαι ανάθεμα εις τον Κύριον,
αυτή και πάντα τα εν αυτή· εις μόνην την Ραάβ την πόρνην θέλει φυλαχθή
η ζωή, εις αυτήν και εις πάντας τους όντας εν τη οικία μετ' αυτής· διότι
έκρυψε τους κατασκόπους, τους οποίους απεστείλαμεν·
18. σεις όμως φυλάχθητε από του αναθέματος, διά να μη
γείνητε ανάθεμα, λαμβάνοντες από του αναθέματος, και καταστήσητε το στρατόπεδον
του Ισραήλ ανάθεμα και ταράξητε αυτό·
19. άπαν δε το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη τα
χάλκινα και τα σιδηρά είναι αφιερωμένα εις τον Κύριον· εις το θησαυροφυλάκιον
του Κυρίου θέλουσιν εισαχθή.
20. Και ηλάλαξεν ο λαός, ότε εσάλπισαν με τας σάλπιγγας·
και ως ήκουσεν ο λαός την φωνήν των σαλπίγγων, τότε ηλάλαξεν ο λαός αλαλαγμόν
μέγαν, και κατέπεσε το τείχος υφ' εαυτό, και ανέβη ο λαός εις την πόλιν,
έκαστος κατ' ενώπιον αυτού, και εκυρίευσαν την πόλιν.
21. Και εξωλόθρευσαν εν στόματι μαχαίρας πάντας τους
εν τη πόλει, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντας, και βόας και πρόβατα
και όνους.
22. Είπε δε ο Ιησούς προς τους δύο άνδρας, τους κατασκοπεύσαντας
την γην, Εισέλθετε εις την οικίαν της πόρνης και εξαγάγετε εκείθεν την
γυναίκα, και πάντα όσα έχει, καθώς ώμόσατε προς αυτήν.
23. Και εισήλθον οι νέοι οι κατάσκοποι και εξήγαγον την
Ραάβ και τον πατέρα αυτής και την μητέρα αυτής και τους αδελφούς αυτής,
και πάντα όσα είχε· και εξήγαγον πάσαν την συγγένειαν αυτής και εφύλαξαν
αυτούς έξω του στρατοπέδου του Ισραήλ.
24. Και κατέκαυσαν την πόλιν εν πυρί και πάντα τα εν
αυτή· μόνον το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη τα χάλκινα και τα σιδηρά
έδωκαν εις το θησαυροφυλάκιον του οίκου του Κυρίου.
25. Και εις την Ραάβ την πόρνην και εις την οικογένειαν
του πατρός αυτής και εις πάντα όσα είχε, ο Ιησούς εφύλαξε την ζωήν· και
κατοικεί εν τω μέσω του Ισραήλ έως της σήμερον· διότι έκρυψε τους κατασκόπους,
τους οποίους απέστειλεν ο Ιησούς διά να κατασκοπεύσωσι την Ιεριχώ.
26. Και ώμοσεν ο Ιησούς κατ' εκείνον τον καιρόν, λέγων,
Κατηραμένος ενώπιον του Κυρίου ο άνθρωπος, όστις αναστήση και κτίση την
πόλιν ταύτην την Ιεριχώ· με τον θάνατον του πρωτοτόκου υιού αυτού θέλει
βάλει τα θεμέλια αυτής, και με τον θάνατον του νεωτάτου υιού αυτού θέλει
στήσει τας πύλας αυτής.
27. Και ο Κύριος ήτο μετά του Ιησού, και το όνομα αυτού
διεφημίσθη καθ' όλην την γην.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 7o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 7
1. Οι δε υιοί Ισραήλ έκαμον παράβασιν εις το ανάθεμα·
διότι Αχάν, ο υιός του Χαρμί, υιού του Ζαβδί, υιού του Ζερά, εκ της φυλής
Ιούδα, έλαβεν από του αναθέματος· και εξήφθη η οργή του Κυρίου κατά των
υιών Ισραήλ.
2. Και απέστειλεν ο Ιησούς ανθρώπους εκ της Ιεριχώ εις
Γαί, την πλησίον της Βαιθ-αυέν, προς το ανατολικόν μέρος της Βαιθήλ· και
είπε προς αυτούς λέγων, Ανάβητε και κατασκοπεύσατε την γην. Και οι άνθρωποι
ανέβησαν και κατεσκόπευσαν την Γαί.
3. Και επιστρέψαντες προς τον Ιησούν είπαν προς αυτόν,
Ας μη αναβή πας ο λαός, αλλ' ως δύο ή τρεις χιλιάδες άνδρες ας αναβώσι
και ας πατάξωσι την Γαί· μη βάλης πάντα τον λαόν εις κόπον φέρων αυτόν
έως εκεί· διότι είναι ολίγοι.
4. Και ανέβησαν εκεί εκ του λαού ως τρεις χιλιάδες άνδρες·
και έφυγον από προσώπου των ανδρών της Γαί.
5. Και οι άνδρες της Γαί επάταξαν εξ αυτών έως τριάκοντα
εξ άνδρας· και κατεδίωξαν αυτούς απ' έμπροσθεν της πύλης έως Σιβαρείμ,
και επάταξαν αυτούς εις το κατωφερές· διά το οποίον αι καρδίαι του λαού
διελύθησαν, και έγειναν ως ύδωρ.
6. Και διέρρηξεν ο Ιησούς τα ιμάτια αυτού, και έπεσε
κατά γης επί πρόσωπον αυτού, έμπροσθεν της κιβωτού του Κυρίου έως εσπέρας,
αυτός και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, και επέθεσαν χώμα επί τας κεφαλάς
αυτών.
7. Και είπεν ο Ιησούς, Α Δέσποτα Κύριε, διά τι διεβίβασας
τον λαόν τούτον διά του Ιορδάνου, διά να μας παραδώσης εις τας χείρας των
Αμορραίων, ώστε να αφανίσωσιν ημάς; είθε να ευχαριστούμεθα καθήμενοι πέραν
του Ιορδάνου
8. Ω Κύριε, τι να είπω, αφού ο Ισραήλ έστρεψε τα νώτα
έμπροσθεν των εχθρών αυτού;
9. και ακούσαντες οι Χαναναίοι και πάντες οι κάτοικοι
της γης, θέλουσι περικυκλώσει ημάς και εξαλείψει το όνομα ημών από της
γής· και τι θέλεις κάμει περί του ονόματός σου του μεγάλου;
10. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Σηκώθητι· διά τι
έπεσες ούτως επί το πρόσωπόν σου;
11. ημάρτησεν ο Ισραήλ, και μάλιστα παρέβησαν την διαθήκην
μου, την οποίαν προσέταξα αυτούς· και έτι έλαβον από του αναθέματος και
έτι έκλεψαν και έτι εψεύσθησαν και έτι έβαλον αυτό εις τα σκεύη αυτών·
12. διά τούτο δεν θέλουσι δυνηθή οι υιοί Ισραήλ να σταθώσιν
έμπροσθεν των εχθρών αυτών, αλλά θέλουσι στρέψει τα νώτα έμπροσθεν των
εχθρών αυτών, διότι έγειναν ανάθεμα· ουδέ θέλω είσθαι πλέον με σας, εάν
δεν εξαλείψητε το ανάθεμα εκ μέσου σας·
13. σηκωθείς αγίασον τον λαόν και ειπέ, Αγιάσθητε διά
την αύριον· διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ανάθεμα είναι εν
τω μέσω σου, Ισραήλ· δεν δύνασαι να σταθής έμπροσθεν των εχθρών σου, εωσού
αφαιρέσητε το ανάθεμα εκ μέσου σας·
14. προσέλθετε λοιπόν το πρωΐ κατά τας φυλάς σας· και
η φυλή, την οποίαν πιάση ο Κύριος, θέλει προσέλθει κατά συγγενείας· και
η συγγένεια, την οποίαν πιάση ο Κύριος, θέλει προσέλθει κατ' οικογενείας·
και η οικογένεια, την οποίαν πιάση ο Κύριος, θέλει προσέλθει κατά άνδρας·
15. και όστις πιασθή έχων το ανάθεμα, θέλει κατακαυθή
εν πυρί, αυτός και πάντα όσα έχει· διότι παρέβη την διαθήκην του Κυρίου
και διότι έπραξεν ανομίαν εν τω Ισραήλ.
16. Και εξεγερθείς ο Ιησούς το πρωΐ, προσήγαγε τον Ισραήλ
κατά τας φυλάς αυτών· και επιάσθη η φυλή του Ιούδα·
17. και προσήγαγε τας συγγενείας του Ιούδα, και επιάσθη
η συγγένεια των Ζαραϊτών· και προσήγαγε την συγγένειαν των Ζαραϊτών κατά
άνδρας, και επιάσθη ο Ζαβδί·
18. και προσήγαγε την οικογένειαν αυτού κατά άνδρας,
και επιάσθη ο Αχάν, ο υιός του Χαρμί, υιού του Ζαβδί, υιού του Ζερά, εκ
της φυλής Ιούδα.
19. Και είπεν ο Ιησούς προς τον Αχάν, Τέκνον μου, δος
τώρα δόξαν εις Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ, και εξομολογήθητι εις αυτόν,
και ειπέ μοι τώρα τι έπραξας· μη κρύψης αυτό απ' εμού.
20. Και απεκρίθη ο Αχάν προς τον Ιησούν και είπε, Αληθώς
εγώ ήμαρτον εις Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ και έπραξα ούτω και ούτω·
21. ιδών μεταξύ των λαφύρων μίαν καλήν Βαβυλωνικήν στολήν
και διακοσίους σίκλους αργυρίου και έλασμα χρυσού βάρους πεντήκοντα σίκλων,
επεθύμησα αυτά και έλαβον αυτά· και ιδού, είναι κεκρυμμένα εν τη γη, κατά
το μέσον της σκηνής μου, και το αργύριον υποκάτω αυτών.
22. Και απέστειλεν ο Ιησούς ανθρώπους· και έτρεξαν εις
την σκηνήν, και ιδού, ήσαν κεκρυμμένα εν τη σκηνή αυτού, και το αργύριον
υποκάτω αυτών.
23. Και έλαβον αυτά εκ μέσου της σκηνής, και έφεραν αυτά
προς τον Ιησούν και προς πάντας τους υιούς Ισραήλ, και έθεσαν αυτά ενώπιον
του Κυρίου.
24. Τότε ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού, επίασαν
τον Αχάν τον υιόν του Ζερά, και το αργύριον και την στολήν και το έλασμα
του χρυσού και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού και τους βόας αυτού
και τους όνους αυτού και τα πρόβατα αυτού και την σκηνήν αυτού και πάντα
όσα είχε, και έφεραν αυτούς εις την κοιλάδα Αχώρ.
25. Και είπεν ο Ιησούς, Διά τι κατετάραξας ημάς; ο Κύριος
θέλει σε καταταράξει την ημέραν ταύτην. Και πας ο Ισραήλ ελιθοβόλησαν αυτόν
με λίθους και κατέκαυσαν αυτούς εν πυρί και ελιθοβόλησαν αυτούς με λίθους.
26. Και έστησαν επ' αυτόν σωρόν λίθων μέγαν, όστις μένει
έως της σήμερον· ούτως έπαυσεν ο Κύριος από της εξάψεως του θυμού αυτού·
διά τούτο καλείται το όνομα του τόπου εκείνου Κοιλάς Αχώρ έως της ημέρας
ταύτης.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 8o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 8
1. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Μη φοβηθής μηδέ δειλιάσης·
λάβε μετά σου πάντας τους πολεμικούς άνδρας, και σηκωθείς ανάβα εις Γαί·
ιδού, εγώ παρέδωκα εις την χείρα σου; τον βασιλέα της Γαί και τον λαόν
αυτού και την πόλιν αυτού και την γην αυτού·
2. και θέλεις κάμει εις την Γαί και εις τον βασιλέα αυτής,
καθώς έκαμες εις την Ιεριχώ και εις τον βασιλέα αυτής· μόνον τα λάφυρα
αυτής και τα κτήνη αυτής θέλετε λαφυραγωγήσει εις εαυτούς· στήσον ενέδραν
κατά της πόλεως όπισθεν αυτής.
3. Και εσηκώθη ο Ιησούς και πας ο λαός ο πολεμιστής,
διά να αναβώσιν εις την Γαί· και εξέλεξεν ο Ιησούς τριάκοντα χιλιάδας άνδρας
δυνατούς εν ισχύϊ και εξαπέστειλεν αυτούς διά νυκτός,
4. και προσέταξεν εις αυτούς λέγων, Ιδού, σεις θέλετε
ενεδρεύει κατά της πόλεως όπισθεν αυτής· μη απομακρυνθήτε πολύ από της
πόλεως, και να ήσθε πάντες έτοιμοι·
5. εγώ δε και πας ο λαός ο μετ' εμού θέλομεν πλησιάσει
εις την πόλιν· και όταν εξέλθωσιν εναντίον ημών, καθώς πρότερον, τότε ημείς
θέλομεν φύγει απ' έμπροσθεν αυτών·
6. και θέλουσιν εξέλθει κατόπιν ημών, εωσού απομακρύνωμεν
αυτούς από της πόλεως, διότι θέλουσιν ειπεί, Αυτοί φεύγουσιν απ' έμπροσθεν
ημών, καθώς πρότερον· και ημείς θέλομεν φύγει απ' έμπροσθεν αυτών·
7. τότε σεις σηκωθέντες εκ της ενέδρας, θέλετε κυριεύσει
την πόλιν· διότι Κύριος ο Θεός σας θέλει παραδώσει αυτήν εις την χείρα
σας·
8. και αφού κυριεύσητε την πόλιν, θέλετε καύσει την πόλιν
εν πυρί· κατά την προσταγήν του Κυρίου θέλετε κάμει· ιδού, προσέταξα εις
εσάς.
9. Ο Ιησούς λοιπόν εξαπέστειλεν αυτούς, και υπήγον εις
ενέδραν και εκάθισαν μεταξύ Βαιθήλ και Γαί, προς το δυτικόν μέρος της Γαί·
ο δε Ιησούς έμεινε την νύκτα εκείνην εν τω μέσω του λαού.
10. Και εξεγερθείς ο Ιησούς το πρωΐ, επεσκέφθη τον λαόν,
και ανέβη αυτός και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ, έμπροσθεν του λαού προς
Γαί.
11. Και πας ο λαός ο πολεμιστής, ο μετ' αυτού, ανέβη
και επλησίασε και ήλθε κατέναντι της πόλεως και εστρατοπέδευσε κατά το
βόρειον μέρος της Γαί· ήτο δε κοιλάς μεταξύ αυτών και της Γαί.
12. Και λαβών έως πέντε χιλιάδας ανδρών, εκάθισεν αυτούς
εις ενέδραν μεταξύ Βαιθήλ και Γαί, προς το δυτικόν μέρος της πόλεως.
13. Και αφού διέταξαν τον λαόν, άπαν το στράτευμα το
προς βορράν της πόλεως και την ενέδραν αυτού προς δυσμάς της πόλεως, υπήγεν
ο Ιησούς εκείνην την νύκτα εις το μέσον της κοιλάδος.
14. Και ως είδεν ο βασιλεύς της Γαί, αυτός και πας ο
λαός αυτού, οι άνδρες της πόλεως, έσπευσαν και εξηγέρθησαν πρωΐ και εξήλθον
εις συνάντησιν του Ισραήλ προς μάχην, εις ωρισμένην ώραν, επί την πεδιάδα·
πλην αυτός δεν ήξευρεν ότι ήτο ένεδρα κατ' αυτού όπισθεν της πόλεως.
15. Και ο Ιησούς και πας ο Ισραήλ προσεποιήθησαν ότι
κατετροπώθησαν έμπροσθεν αυτών, και έφευγον διά της οδού της ερήμου.
16. Και συνεκαλέσθησαν πας ο λαός ο εν Γαί, διά να καταδιώξωσιν
αυτούς· και κατεδίωξαν τον Ιησούν και απεμακρύνθησαν από της πόλεως.
17. Και δεν απέμεινεν άνθρωπος εν Γαί και εν Βαιθήλ,
όστις δεν εξήλθε κατόπιν του Ισραήλ· και αφήκαν ανοικτήν την πόλιν, και
κατεδίωκον τον Ισραήλ.
18. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Έκτεινον την λόγχην,
την εν τη χειρί σου, προς την Γαί· διότι θέλω παραδώσει αυτήν εις την χείρα
σου. Και εξέτεινεν ο Ιησούς την λόγχην, την εν τη χειρί αυτού, προς την
πόλιν.
19. Και η ενέδρα εσηκώθη μετά σπουδής από της θέσεως
αυτής, και ώρμησαν ευθύς ότε εξέτεινε την χείρα αυτού· και εισήλθον εις
την πόλιν και εκυρίευσαν αυτήν, και σπεύσαντες έκαυσαν την πόλιν εκ πυρί.
20. Και ότε περιέβλεψαν εις τα οπίσω αυτών οι άνδρες
της Γαί, είδον, και ιδού, ανέβαινεν ο καπνός της πόλεως προς τον ουρανόν,
και δεν ηδύναντο να φύγωσιν εδώ και εκεί· επειδή ο λαός ο φεύγων προς την
έρημον εστράφησαν οπίσω εναντίον των καταδιωκόντων.
21. Ο δε Ιησούς και πας ο Ισραήλ, ιδόντες ότι η ενέδρα
είχε κυριεύσει την πόλιν και ότι ανέβαινεν ο καπνός της πόλεως, εστράφησαν
οπίσω και επάταξαν τους άνδρας της Γαί.
22. Και οι άλλοι εξήλθον εκ της πόλεως εναντίον αυτών,
ώστε ήσαν εν τω μέσω του Ισραήλ εντεύθεν και εκείθεν· και επάταξαν αυτούς,
ώστε δεν αφήκαν ουδένα εξ αυτών μείναντα ή διαφυγόντα.
23. Τον δε βασιλέα της Γαί συνέλαβον ζώντα και έφεραν
αυτόν προς τον Ιησούν.
24. Και αφού ο Ισραήλ ετελείωσε φονεύων πάντας τους κατοίκους
της Γαί εν τη πεδιάδι εκ τη ερήμω, όπου κατεδίωκον αυτούς, και έπεσον πάντες
εν στόματι μαχαίρας, εωσού εξωλοθρεύθησαν, επέστρεψε πας ο Ισραήλ εις την
Γαί και επάταξαν αυτήν εν στόματι μαχαίρας.
25. Και πάντες οι πεσόντες εν τη ημέρα εκείνη, άνδρες
τε και γυναίκες, ήσαν δώδεκα χιλιάδες, πάντες οι άνθρωποι της Γαί.
26. Και δεν έσυρεν ο Ιησούς οπίσω την χείρα αυτού, την
οποίαν εξέτεινε με την λόγχην, εωσού εξωλόθρευσε πάντας τους κατοίκους
της Γαί.
27. Μόνον τα κτήνη και τα λάφυρα της πόλεως εκείνης ελαφυραγώγησεν
ο Ισραήλ εις εαυτόν, κατά τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον προσέταξεν εις
τον Ιησούν.
28. Και κατέκαυσεν ο Ιησούς την Γαί, και κατέστησεν αυτήν
σωρόν παντοτεινόν αοίκητον έως της ημέρας ταύτης.
29. Τον δε βασιλέα της Γαί εκρέμασεν επί ξύλου έως εσπέρας·
και ως έδυσεν ο ήλιος, προσέταξεν ο Ιησούς και κατεβίβασαν το πτώμα αυτού
από του ξύλου, και έρριψαν αυτό εις την είσοδον της πύλης της πόλεως, και
ύψωσαν επ' αυτού σωρόν λίθων μέγαν, όστις μένει έως της σήμερον.
30. Τότε ωκοδόμησεν ο Ιησούς θυσιαστήριον εις Κύριον
τον Θεόν του Ισραήλ επί το όρος Εβάλ,
31. καθώς ο Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου προσέταξε τους
υιούς Ισραήλ, κατά το γεγραμμένον εν τω βιβλίω του νόμου του Μωϋσέως, θυσιαστήριον
εκ λίθων ολοκλήρων, επί των οποίων σίδηρος δεν επεβλήθη· και προσέφεραν
επ' αυτό ολοκαύτωματα προς τον Κύριον και εθυσίασαν ειρηνικάς προσφοράς.
32. Και έγραψεν εκεί επί τους λίθους το αντίγραφον του
νόμου του Μωϋσέως, τον οποίον είχε γράψει ενώπιον των υιών Ισραήλ.
33. Και πας ο Ισραήλ και οι πρεσβύτεροι αυτών και οι
άρχοντες και οι κριταί αυτών εστάθησαν εντεύθεν και εντεύθεν της κιβωτού
απέναντι των ιερέων των Λευϊτών, των βασταζόντων την κιβωτόν της διαθήκης
του Κυρίου, και ο ξένος και ο αυτόχθων· το ήμισυ αυτών προς το όρος Γαριζίν
και το ήμισυ αυτών προς το όρος Εβάλ· καθώς πρότερον προσέταξεν ο Μωϋσής
ο δούλος του Κυρίου, διά να ευλογήσωσι τον λαόν του Ισραήλ.
34. Και μετά ταύτα ανέγνωσε πάντας τους λόγους του νόμου,
τας ευλογίας και τας κατάρας, κατά πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω του
νόμου.
35. Δεν ήτο λόγος εκ πάντων όσα προσέταξεν ο Μωϋσής,
τον οποίον ο Ιησούς δεν ανέγνωσεν ενώπιον πάσης της συναγωγής του Ισραήλ,
μετά των γυναικών και των παιδίων και των ξένων των παρευρισκομένων μεταξύ
αυτών.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 9o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English
----[>]
Joshua 9
1. Και ότε ήκουσαν πάντες οι βασιλείς, οι εντεύθεν του
Ιορδάνου, οι εν τη ορεινή και οι εν τη πεδινή και οι εν πάσι τοις παραλίοις
της θαλάσσης της μεγάλης, έως κατέναντι του Λιβάνου, οι Χετταίοι και οι
Αμορραίοι, οι Χαναναίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ευαίοι και οι Ιεβουσαίοι,
2. συνήχθησαν πάντες ομού, διά να πολεμήσωσι τον Ιησούν
και τον Ισραήλ.
3. Οι δε κάτοικοι της Γαβαών ήκουσαν ό,τι έκαμεν ο Ιησούς
εις την Ιεριχώ και εις την Γαί,
4. και έπραξαν και ούτοι μετά πανουργίας, και υπήγον
και ητοιμάσθησαν με εφόδια, και έλαβον σάκκους παλαιούς επί των όνων αυτών
και ασκούς οίνου παλαιούς και κατεσχισμένους και δεδεμένους,
5. και εις τους πόδας αυτών υποδήματα παλαιά και εμβαλωμένα,
και ιμάτια παλαιά εφ' εαυτών· και όλος ο άρτος του εφοδιασμού αυτών ήτο
ξηρός και κατατεθρυμμένος.
6. Και ήλθον προς τον Ιησούν εις το στρατόπεδον εις Γάλγαλα,
και είπον προς αυτόν και προς τους άνδρας του Ισραήλ, Από γης μακράς ήλθομεν·
τώρα λοιπόν κάμετε συνθήκην προς ημάς.
7. Και είπον οι άνδρες του Ισραήλ προς τους Ευαίους τούτους,
Σεις κατοικείτε ίσως εν τω μέσω ημών, και πως θέλομεν κάμει συνθήκην προς
εσάς;
8. Οι δε είπον προς τον Ιησούν, Δούλοί σου είμεθα. Είπε
δε προς αυτούς ο Ιησούς, Ποίοι είσθε; και πόθεν έρχεσθε;
9. Και είπον προς αυτόν, Από πολύ μακράς γης ήλθον οι
δούλοί σου διά το όνομα Κυρίου του Θεού σου· διότι ηκούσαμεν την φήμην
αυτού και πάντα όσα έκαμεν εν Αιγύπτω,
10. και πάντα όσα έκαμεν εις τους δύο βασιλείς των Αμορραίων,
τους πέραν του Ιορδάνου, εις τον Σηών βασιλέα της Εσεβών, και εις τον Ωγ
βασιλέα της Βασάν, τον εν Ασταρώθ·
11. διά τούτο είπον προς ημάς οι πρεσβύτεροι ημών και
πάντες οι κάτοικοι της γης ημών, λέγοντες, Λάβετε εις εαυτούς εφόδια διά
την οδόν, και υπάγετε εις συνάντησιν αυτών και είπατε προς αυτούς, δούλοί
σας είμεθα· τώρα λοιπόν κάμετε συνθήκην προς ημάς·
12. τον άρτον ημών τούτον ζεστόν ελάβομεν εκ των οικιών
ημών, καθ' ην ημέραν εξήλθομεν διά να έλθωμεν προς εσάς· και τώρα, ιδού,
είναι ξηρός και κατατεθρυμμένος·
13. και ούτοι οι ασκοί του οίνου, τους οποίους εγεμίσαμεν
νέους, και ιδού, είναι κατεσχισμένοι· και τα ιμάτια ημών ταύτα και τα υποδήματα
ημών επαλαιώθησαν διά την πολύ μακράν οδόν.
14. Και εδέχθησαν τους άνδρας εξ αιτίας των εφοδίων αυτών,
και δεν ηρώτησαν τον Κύριον.
15. Και έκαμεν ο Ιησούς ειρήνην προς αυτούς και έκαμε
συνθήκην προς αυτούς, να φυλάξη την ζωήν αυτών· και οι άρχοντες της συναγωγής
ώμοσαν προς αυτούς.
16. Και μετά τρεις ημέρας, αφού έκαμον συνθήκην προς
αυτούς, ήκουσαν ότι ήσαν γείτονες αυτών και κατώκουν μεταξύ αυτών.
17. Και σηκωθέντες οι υιοί Ισραήλ υπήγον εις τας πόλεις
αυτών την τρίτην ημέραν· αι δε πόλεις αυτών ήσαν Γαβαών και Χεφειρά και
Βηρώθ και Κιριάθ-ιαρείμ.
18. Και δεν επάταξαν αυτούς οι υιοί Ισραήλ, διότι οι
άρχοντες της συναγωγής είχον ομόσει προς αυτούς τον Κύριον τον Θεόν του
Ισραήλ. Και εγόγγυζε πάσα η συναγωγή κατά των αρχόντων.
19. Πάντες όμως οι άρχοντες είπον προς πάσαν την συναγωγήν,
Ημείς ώμόσαμεν προς αυτούς τον Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ· τώρα λοιπόν
δεν δυνάμεθα να εγγίσωμεν αυτούς·
20. τούτο θέλομεν κάμει εις αυτούς· θέλομεν φυλάξει την
ζωήν αυτών, διά να μη ήναι οργή Θεού εφ' ημάς, διά τον όρκον τον οποίον
ώμόσαμεν προς αυτούς.
21. Και οι άρχοντες είπον προς αυτούς, Ας ζώσι· πλην
ας ήναι ξυλοκόποι και υδροφόροι εις πάσαν συναγωγήν· καθώς οι άρχοντες
υπεσχέθησαν προς αυτούς.
22. Και συνεκάλεσεν αυτούς ο Ιησούς και είπε προς αυτούς,
λέγων, Διά τι ηπατήσατε ημάς λέγοντες, πολύ μακράν είμεθα από σας, ενώ
σεις κατοικείτε μεταξύ ημών;
23. τώρα λοιπόν επικατάρατοι είσθε, και δεν θέλει λείψει
από σας δούλος και ξυλοκόπος και υδροφόρος εις τον οίκον του Θεού μου.
24. Και απεκρίθησαν προς τον Ιησούν λέγοντες, Επειδή
οι δούλοί σου έμαθον μετά πληροφορίας όσα Κύριος ο Θεός σου διέταξεν εις
τον δούλον αυτού Μωϋσήν, να δώση εις εσάς πάσαν την γην και να εξολοθρεύση
έμπροσθέν σας πάντας τους κατοίκους της γης, διά τούτο εφοβήθημεν από σας
σφόδρα διά την ζωήν ημών και εκάμομεν το πράγμα τούτο·
25. και τώρα, ιδού, εις τας χείρας σου είμεθα· ό,τι σοι
φανή καλόν και αρεστόν να κάμης εις ημάς, κάμε.
26. Και έκαμεν ούτως εις αυτούς, και ηλευθέρωσεν αυτούς
εκ της χειρός των υιών Ισραήλ, και δεν εφόνευσαν αυτούς.
27. Και την ημέραν εκείνην έκαμεν αυτούς ο Ιησούς ξυλοκόπους
και υδροφόρους μέχρι τούδε, εις την συναγωγήν και εις το θυσιαστήριον του
Κυρίου, εις τον τόπον όντινα εκλέξη.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 10
1. Και ως ήκουσεν Αδωνισεδέκ ο βασιλεύς της Ιερουσαλήμ
ότι ο Ιησούς εκυρίευσε την Γαί και εξωλόθρευσεν αυτήν, ότι, καθώς έκαμεν
εις την Ιεριχώ και εις τον βασιλέα αυτής, ούτως έκαμεν εις την Γαί και
εις τον βασιλέα αυτής, και ότι οι κάτοικοι της Γαβαών έκαμον ειρήνην μετά
του Ισραήλ και έμενον μεταξύ αυτών,
2. εφοβήθησαν σφόδρα· διότι ήτο πόλις μεγάλη η Γαβαών,
ως μία των βασιλικών πόλεων, και διότι ήτο μεγαλητέρα της Γαί, και πάντες
οι άνδρες αυτής δυνατοί.
3. Διά τούτο απέστειλεν Αδωνισεδέκ ο βασιλεύς της Ιερουσαλήμ
προς τον Ωάμ βασιλέα της Χεβρών, και προς τον Πιράμ βασιλέα της Ιαρμούθ,
και προς τον Ιαφιά βασιλέα της Λαχείς, και προς τον Δεβείρ βασιλέα της
Εγλών, λέγων,
4. Ανάβητε προς εμέ και βοηθήσατέ μοι, διά να πατάξωμεν
την Γαβαών· διότι έκαμεν ειρήνην μετά του Ιησού και μετά των υιών Ισραήλ.
5. Και συναχθέντες οι πέντε βασιλείς των Αμορραίων, ο
βασιλεύς της Ιερουσαλήμ, ο βασιλεύς της Χεβρών, ο βασιλεύς της Ιαρμούθ,
ο βασιλεύς της Λαχείς, ο βασιλεύς της Εγλών, ανέβησαν, αυτοί και πάντα
τα στρατεύματα αυτών, και εστρατοπέδευσαν έμπροσθεν της Γαβαών και επολέμουν
εναντίον αυτής.
6. Και οι Γαβαωνίται απέστειλαν προς τον Ιησούν εις το
στρατόπεδον εις Γάλγαλα, λέγοντες, Μη αποσύρης την χείρα σου από των δούλων
σου· ανάβα προς ημάς ταχέως και σώσον ημάς και βοήθησον ημάς· διότι συνήχθησαν
εναντίον ημών πάντες οι βασιλείς των Αμορραίων, οι κατοικούντες την ορεινήν.
7. Και ανέβη ο Ιησούς από Γαλγάλων, αυτός και πας ο λαός
ο πολεμιστής μετ' αυτού και πάντες οι δυνατοί εν ισχύϊ.
8. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Μη φοβηθής αυτούς·
διότι παρέδωκα αυτούς εις την χείρα σου· δεν θέλει σταθή έμπροσθέν σου
ουδείς εξ αυτών.
9. Ήλθε λοιπόν επ' αυτούς ο Ιησούς εξαίφνης, αναβάς από
Γαλγάλων δι' όλης της νυκτός.
10. Και κατετρόπωσεν αυτούς ο Κύριος έμπροσθεν του Ισραήλ,
και επάταξαν αυτούς εν σφαγή μεγάλη εν Γαβαών, και κατεδίωξαν αυτούς εις
την οδόν την αναβαίνουσαν προς Βαιθ-ωρών, και κατέκοπτον αυτούς έως Αζηκά
και έως Μακκηδά.
11. Και ενώ, φεύγοντες απ' έμπροσθεν του Ισραήλ, ήσαν
εν τη καταβάσει της Βαιθ-ωρών, ο Κύριος έρριψεν εκ του ουρανού κατ' αυτών
λίθους μεγάλους έως Αζηκά, και απέθανον· περισσότεροι ήσαν οι αποθανόντες
εκ των λίθων της χαλάζης, παρ' όσους οι υιοί Ισραήλ κατέκοψαν εν μαχαίρα.
12. Τότε ελάλησεν ο Ιησούς προς τον Κύριον, καθ' ην ημέραν
ο Κύριος παρέδωκε τους Αμορραίους έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, και είπεν
ενώπιον του Ισραήλ, Στήθι, ήλιε, επί την Γαβαών, και συ, σελήνη, επί την
φάραγγα Αιαλών.
13. Και ο ήλιος εστάθη και η σελήνη έμεινεν, εωσού ο
λαός εξεδικήθη τους εχθρούς αυτού. Δεν είναι τούτο γεγραμμένον εν τω βιβλίω
του Ιασήρ; Και εστάθη ο ήλιος εν τω μέσω του ουρανού, και δεν έσπευσε να
δύση έως μιας ολοκλήρου ημέρας.
14. Και τοιαύτη ημέρα δεν υπήρξεν ούτε πρότερον ούτε
ύστερον, ώστε ο Κύριος να ακούση φωνήν ανθρώπου· διότι ο Κύριος επολέμει
υπέρ του Ισραήλ.
15. Και επέστρεψεν ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού,
εις το στρατόπεδον εις Γάλγαλα.
16. Οι δε πέντε βασιλείς ούτοι έφυγον και εκρύφθησαν
εις σπήλαιον εν Μακκηδά.
17. Και ανήγγειλαν προς τον Ιησούν, λέγοντες, οι πέντε
βασιλείς ευρέθησαν κεκρυμμένοι εις σπήλαιον εν Μακκηδά.
18. Και είπεν ο Ιησούς, Κυλίσατε λίθους μεγάλους εις
το στόμα του σπηλαίου, και καταστήσατε ανθρώπους πλησίον αυτού διά να φυλάττωσιν
αυτούς·
19. και σεις μη στέκεσθε· καταδιώκετε τους εχθρούς σας
και πατάξατε το όπισθεν αυτών· μη αφήσητε αυτούς να εισέλθωσιν εις τας
πόλεις αυτών· διότι Κύριος ο Θεός σας παρέδωκεν αυτούς εις τας χείρας σας.
20. Και αφού ο Ιησούς και οι υιοί Ισραήλ ετελείωσαν φονεύοντες
αυτούς εν σφαγή μεγάλη σφόδρα, εωσού εξωλοθρεύθησαν, οι λοιποί εξ αυτών,
όσοι διεσώθησαν, εισήλθον εις ωχυρωμένας πόλεις.
21. Και πας ο λαός επέστρεψεν εις το στρατόπεδον προς
τον Ιησούν εις Μακκηδά εν ειρήνη· ουδείς εκίνησε την γλώσσαν αυτού κατά
τινός εκ των υιών Ισραήλ.
22. Και είπεν ο Ιησούς, Ανοίξατε το στόμα του σπηλαίου
και εξαγάγετε προς εμέ τους πέντε βασιλείς εκείνους εκ του σπηλαίου.
23. Και έκαμον ούτω και εξήγαγον προς αυτόν τους πέντε
βασιλείς εκείνους εκ του σπηλαίου, τον βασιλέα της Ιερουσαλήμ, τον βασιλέα
της Χεβρών, τον βασιλέα της Ιαρμούθ, τον βασιλέα της Λαχείς, τον βασιλέα
της Εγλών.
24. Και αφού εξήγαγον προς τον Ιησούν τους βασιλείς εκείνους,
εκάλεσεν ο Ιησούς πάντας τους άνδρας του Ισραήλ, και είπε προς τους αρχηγούς
των πολεμιστών τους ελθόντας μετ' αυτού, Πλησιάσατε, βάλετε τους πόδας
σας επί τους τραχήλους των βασιλέων τούτων. Και αυτοί επλησίασαν και έβαλον
τους πόδας αυτών επί τους τραχήλους αυτών.
25. Και είπε προς αυτούς ο Ιησούς, Μη φοβείσθε μηδέ δειλιάτε·
ανδρίζεσθε και ενδυναμούσθε· επειδή ούτω θέλει κάμει ο Κύριος εις πάντας
τους εχθρούς σας, κατά των οποίων μάχεσθε.
26. Και μετά ταύτα επάταξεν αυτούς ο Ιησούς και εθανάτωσεν
αυτούς και εκρέμασεν αυτούς εις πέντε ξύλα· και εκρέμοντο εις τα ξύλα έως
εσπέρας.
27. Περί δε την δύσιν του ηλίου, προσέταξεν ο Ιησούς,
και κατεβίβασαν αυτούς από των ξύλων και έρριψαν αυτούς εις το σπήλαιον,
όπου είχον κρυφθή, και εκύλισαν λίθους μεγάλους εις το στόμα του σπηλαίου,
οίτινες μένουσιν έως της σήμερον ημέρας.
28. Και εν εκείνη τη ημέρα εκυρίευσεν ο Ιησούς την Μακκηδά,
και επάταξεν εν στόματι μαχαίρας αυτήν και τον βασιλέα αυτής· εξωλόθρευσεν
αυτούς και πάσας τας ψυχάς τας εν αυτή· δεν αφήκεν υπόλοιπον· και έκαμεν
εις τον βασιλέα της Μακκηδά, καθώς έκαμεν εις τον βασιλέα της Ιεριχώ.
29. Και διέβη ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού,
εκ Μακκηδά εις Λιβνά και επολέμει την Λιβνά.
30. Και παρέδωκεν ο Κύριος και αυτήν και τον βασιλέα
αυτής εις την χείρα του Ισραήλ· και επάταξεν εν στόματι μαχαίρας αυτήν
και πάσας τας ψυχάς τας εν αυτή· δεν αφήκεν εν αυτή υπόλοιπον· και έκαμεν
εις τον βασιλέα αυτής, καθώς έκαμεν εις τον βασιλέα της Ιεριχώ.
31. Και διέβη ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού,
εκ Λιβνά εις Λαχείς, και εστρατοπέδευσε κατέναντι αυτής και επολέμει αυτήν.
32. Και παρέδωκεν ο Κύριος την Λαχείς εις την χείρα του
Ισραήλ, και εκυρίευσεν αυτήν την δευτέραν ημέραν, και επάταξεν εν στόματι
μαχαίρας αυτήν και πάσας τας ψυχάς τας εν αυτή, κατά πάντα όσα έκαμεν εις
την Λιβνά.
33. Τότε ανέβη Ωράμ ο βασιλεύς της Γεζέρ διά να βοηθήση
την Λαχείς· και ο Ιησούς επάταξεν αυτόν και τον λαόν αυτού, εωσού δεν αφήκεν
εις αυτόν υπόλοιπον.
34. Και διέβη ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού,
εκ Λαχείς εις Εγλών, και εστρατοπέδευσαν κατέναντι αυτής και επολέμουν
αυτήν·
35. και εκυρίευσαν αυτήν εν τη ημέρα εκείνη, και επάταξαν
αυτήν εν στόματι μαχαίρας· και εξωλόθρευσεν εν εκείνη τη ημέρα πάσας τας
ψυχάς τας εν αυτή, κατά πάντα όσα έκαμεν εις την Λαχείς.
36. Και ανέβη ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού,
εξ Εγλών εις Χεβρών, και επολέμουν αυτήν·
37. και εκυρίευσαν αυτήν και επάταξαν εν στόματι μαχαίρας
αυτήν και τον βασιλέα αυτής και πάσας τας πόλεις αυτής και πάσας τας ψυχάς
τας εν αυτή· δεν αφήκεν υπόλοιπον· κατά πάντα όσα έκαμεν εις την Εγλών·
και εξωλόθρευσεν αυτήν και πάσας τας ψυχάς τας εν αυτή.
38. Και έστρεψεν ο Ιησούς, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού·
εις Δεβείρ και επολέμουν αυτήν·
39. και εκυρίευσεν αυτήν και τον βασιλέα αυτής και πάσας
τας πόλεις αυτής· και επάταξαν αυτούς εν στόματι μαχαίρας και εξωλόθρευσαν
πάσας τας ψυχάς τας εν αυτή, δεν αφήκεν υπόλοιπον· καθώς έκαμεν εις την
Χεβρών, ούτως έκαμεν εις την Δεβείρ και εις τον βασιλέα αυτής· και καθώς
έκαμεν εις την Λιβνά και εις τον βασιλέα αυτής.
40. Ούτως επάταξεν ο Ιησούς πάσαν την γην την ορεινήν
και την μεσημβρινήν και την πεδινήν και την Ασδώθ και πάντας τους βασιλείς
αυτών· δεν αφήκεν υπόλοιπον, αλλ' εξωλόθρευσε παν το έχον πνοήν, καθώς
προσέταξε Κύριος ο Θεός του Ισραήλ.
41. Και επάταξεν αυτούς ο Ιησούς από Κάδης-βαρνή έως
Γάζης, και πάσαν την γην Γεσέν, έως Γαβαών.
42. Και πάντας τούτους τους βασιλείς και την γην αυτών
ο Ιησούς εκυρίευσε διά μιας, διότι Κύριος ο Θεός του Ισραήλ επολέμει υπέρ
του Ισραήλ.
43. Και επέστρεψεν ο Ιησούς, και πας Ισραήλ μετ' αυτού,
εις το στρατόπεδον εις Γάλγαλα.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 11
1. Και ως ήκουσεν Ιαβείν ο βασιλεύς της Ασώρ, απέστειλε
προς τον Ιωβάβ βασιλέα της Μαδών και προς τον βασιλέα της Σιμβρών και προς
τον βασιλέα της Αχσάφ,
2. και προς τους βασιλείς τους προς βορράν, εις την ορεινήν
και εις την πεδινήν, κατέναντι της Χιννερώθ, και εις την κοιλάδα και εις
Νάφαθ-δωρ προς δυσμάς,
3. και προς τους Χαναναίους τους προς ανατολάς και δυσμάς,
και προς τους Αμορραίους και τους Χετταίους και τους Φερεζαίους και τους
Ιεβουσαίους τους εν τη ορεινή, και προς τους Ευαίους τους υπό την Αερμών
εν τη γη Μισπά.
4. Και εξήλθον, αυτοί και πάντα τα στρατεύματα αυτών
μετ' αυτών, λαός πολύς ως η άμμος η παρά το χείλος της θαλάσσης κατά το
πλήθος, μεθ' ίππων και αμαξών πολλών σφόδρα.
5. Και συναχθέντες πάντες ούτοι οι βασιλείς, ήλθον και
εστρατοπέδευσαν ομού πλησίον των υδάτων Μερώμ, διά να πολεμήσωσι τον Ισραήλ.
6. Και είπε Κύριος προς τον Ιησούν, Μη φοβηθής από προσώπου
αυτών· διότι αύριον, περί την ώραν ταύτην, εγώ θέλω παραδώσει αυτούς πάντας
πεφονευμένους έμπροσθεν του Ισραήλ· τους ίππους αυτών θέλεις νευροκοπήσει
και τας αμάξας αυτών θέλεις κατακαύσει εν πυρί.
7. Και υπήγεν εξαίφνης ο Ιησούς, και πας ο πολεμιστής
λαός μετ' αυτού, εναντίον αυτών εις τα ύδατα Μερώμ, και επέπεσον επ' αυτούς.
8. Και παρέδωκεν αυτούς ο Κύριος εις την χείρα του Ισραήλ,
και επάταξεν αυτούς και κατεδίωξεν αυτούς έως της μεγάλης Σιδώνος· και
έως Μισρεφώθ-μαΐμ και έως της κοιλάδος Μισπά προς ανατολάς· και επάταξαν
αυτούς, εωσού δεν αφήκαν εις αυτούς υπόλοιπον.
9. Και έκαμεν ο Ιησούς εις αυτούς καθώς προσέταξεν εις
αυτόν ο Κύριος· τους ίππους αυτών ενευροκόπησε και τας αμάξας αυτών κατέκαυσεν
εν πυρί.
10. Και έστρεψεν ο Ιησούς κατά τον αυτόν καιρόν και εκυρίευσε
την Ασώρ και επάταξε τον βασιλέα αυτής εν μαχαίρα· διότι η Ασώρ ήτο πρότερον
η πρωτεύουσα πασών των βασιλειών τούτων.
11. Και πάσας τας ψυχάς τας εν αυτή επάταξαν εν στόματι
μαχαίρας και εξωλόθρευσαν αυτούς· δεν έμεινεν ουδέν έχον πνοήν· και την
Ασώρ κατέκαυσεν εν πυρί.
12. Και πάσας τας πόλεις των βασιλέων εκείνων και πάντας
τους βασιλείς αυτών συνέλαβεν ο Ιησούς και επάταξεν αυτούς εν στόματι μαχαίρας·
εξωλόθρευσεν αυτούς, καθώς προσέταξε Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου.
13. Πάσας δε τας πόλεις, όσαι έμενον μετά των προχωμάτων
αυτών, δεν έκαυσεν αυτάς ο Ισραήλ, εκτός μόνην την Ασώρ κατέκαυσεν ο Ιησούς.
14. Και πάντα τα λάφυρα των πόλεων τούτων και τα κτήνη
ελαφυραγώγησαν εις εαυτούς οι υιοί Ισραήλ· τους δε ανθρώπους πάντας επάταξαν
εν στόματι μαχαίρας, εωσού εξωλόθρευσαν αυτούς· δεν αφήκαν ουδέν έχον πνοήν.
15. Καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν τον δούλον
αυτού, ούτω προσέταξεν ο Μωϋσής τον Ιησούν, και ούτως έκαμεν ο Ιησούς·
δεν παρέβη ουδέν εκ πάντων όσα προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
16. Και εκυρίευσεν ο Ιησούς πάσαν εκείνην την γην, την
ορεινήν, και πάσαν την μεσημβρινήν, και πάσαν την γην Γεσέν, και την κοιλάδα
και την πεδινήν, και το όρος του Ισραήλ και την κοιλάδα αυτού,
17. από του όρους Αλάκ, του αναβαίνοντος προς την Σηείρ,
έως Βάαλ-γαδ εις την κοιλάδα του Λιβάνου, υπό το όρος Αερμών· και συνέλαβε
πάντας τους βασιλείς αυτών και επάταξεν αυτούς και εθανάτωσεν αυτούς.
18. Πολύν καιρόν επολέμει ο Ιησούς προς πάντας τούτους
τους βασιλείς.
19. Δεν ήτο πόλις ήτις έκαμεν ειρήνην μετά των υιών Ισραήλ,
εκτός των Ευαίων των κατοικούντων εν Γαβαών· πάσας εκυρίευσαν εν πολέμω·
20. διότι παρά Κυρίου έγεινε το να σκληρυνθώσιν αι καρδίαι
αυτών, να έλθωσιν εις μάχην κατά του Ισραήλ, διά να εξολοθρευθώσι, να μη
γείνη εις αυτούς έλεος, αλλά να εξαφανισθώσι, καθώς ο Κύριος προσέταξεν
εις τον Μωϋσήν.
21. Και ήλθεν ο Ιησούς κατ' εκείνον τον καιρόν, και ηφάνισε
τους Ανακείμ από των ορέων, από Χεβρών, από Δεβείρ, από Ανάβ και από πάντων
των ορέων του Ιούδα και από πάντων των ορέων του Ισραήλ· εξωλόθρευσεν αυτούς
ο Ιησούς μετά των πόλεων αυτών.
22. Δεν έμεινον Ανακείμ εν τη γη των υιών Ισραήλ· μόνον
εν τη Γάζη, εν τη Γαθ και εν τη Αζώτω έμεινον.
23. Και εκυρίευσεν ο Ιησούς πάσαν την γην κατά πάντα
όσα είπεν ο Κύριος προς τον Μωϋσήν· και έδωκεν αυτήν ο Ιησούς εις τον Ισραήλ
κληρονομίαν, κατά τον διαμερισμόν αυτών εις τας φυλάς αυτών. Και η γη ησύχασεν
από του πολέμου.
ΙΗΣΟΥΣ ΝΑΥΗ 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Joshua 12
1. Ούτοι δε είναι οι βασιλείς της γης, τους οποίους επάταξαν
οι υιοί Ισραήλ και κατεκυρίευσαν την γην αυτών, εις το πέραν του Ιορδάνου,
προς ανατολάς ηλίου, από του ποταμού Αρνών έως του όρους Αερμών, και πάσαν
την πεδινήν προς ανατολάς·
2. τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων, τον κατοικούντα εν
Εσεβών, τον δεσπόζοντα από Αροήρ της παρά το χείλος του ποταμού Αρνών,
και το μέσον του ποταμού, και το ήμισυ της Γαλαάδ έως του ποταμού Ιαβόκ,
του ορίου των υιών Αμμών·
3. και από της πεδινής έως της θαλάσσης Χιννερώθ προς
ανατολάς, και έως της θαλάσσης της πεδιάδος, της αλμυράς θαλάσσης προς
ανατολάς, κατά την οδόν την προς Βαιθ-ιεσιμώθ, και από του μεσημβρινού
μέρους υπό την Ασδώθ-φασγά·
4. και τα όρια του Ωγ, βασιλέως της Βασάν, του εναπολειφθέντος
εκ των γιγάντων και κατοικούντος εν Ασταρώθ και εν Εδρεΐ·
5. όστις εξουσίαζεν εν τω όρει Αερμών και εν Σαλχά και
εν πάση τη Βασάν, έως των ορίων των Γεσσουριτών και των Μααχαθιτών, και
επί του ημίσεως της Γαλαάδ, ορίου του Σηών βασιλέως της Εσεβών.
6. Τούτους επάταξεν ο Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου, και
οι υιοί Ισραήλ· και έδωκε την γην αυτών ο Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου κληρονομίαν
εις τους Ρουβηνίτας και εις τους Γαδίτας και εις το ήμισυ της φυλής Μανασσή.
7. Και ούτοι είναι οι βασιλείς της γης, τους οποίους
επάταξεν ο Ιησούς και οι υιοί Ισραήλ, εντεύθεν του Ιορδάνου προς δυσμάς,
από Βάαλ-γαδ εν τη κοιλάδι του Λιβάνου, και έως του όρους Αλάκ, του αναβαίνοντος
εις Σηείρ· και έδωκεν αυτήν ο Ιησούς εις τας φυλάς του Ισραήλ κληρονομίαν,
κατά τον διαμερισμόν αυτών·
8. εις τα όρη και εις τας κοιλάδας και εις τας πεδιάδας
και εις Ασδώθ και εις την έρημον και εις το μέρος το μεσημβρινόν· τους
Χετταίους, τους Αμορραίους και τους Χαναναίους, τους Φερεζαίους, τους Ευαίους
και τους Ιεβουσαίους·
9. τον βασιλέα της Ιεριχώ, ένα· τον βασιλέα της Γαί,
της παρά την Βαιθήλ, ένα·
10. τον βασιλέα της Ιερουσαλήμ, ένα· τον βασιλέα της
Χεβρών, ένα·
11. τον βασιλέα της Ιαρμούθ, ένα· τον βασιλέα της Λαχείς,
ένα.
12. τον βασιλέα της Εγλών, ένα· τον βασιλέα της Γεζέρ,
ένα·
13. τον βασιλέα της Δεβείρ, ένα· τον βασιλέα της Γεδέρ,
ένα·
14. τον βασιλέα της Ορμά, ένα· τον βασιλέα της Αράδ,
ένα.
15. τον βασιλέα της Λιβνά, ένα· τον βασιλέα της Οδολλάμ,
ένα·
16. τον βασιλέα της Μακκηδά, ένα· τον βασιλέα της Βαιθήλ,
ένα·
17. τον βασιλέα της Θαπφουά, ένα· τον βασιλέα της Εφέρ,
ένα·
18. τον βασιλέα της Αφέκ, ένα· τον βασιλέα της Λασαρών,
ένα.
19. τον βασιλέα της Μαδών, ένα· τον βασιλέα της Ασώρ,
ένα.
20. τον βασιλέα της Σιμβρών-μερών, ένα· τον βασιλέα της
Αχσάφ, ένα·
21. τον βασιλέα της Θαανάχ, ένα· τον βασιλέα της Μεγιδδώ,
ένα·
22. τον βασιλέα της Κέδες, ένα· τον βασιλέα της Ιοκνεάμ
εν Καρμέλ, ένα·
23. τον βασιλέα της Δωρ εν Νάφαθ-δωρ, ένα· τον βασιλέα
των εθνών εν Γαλγάλοις, ένα·
24. τον βασιλέα της Θερσά, ένα. Πάντες οι βασιλείς, τριάκοντα
και εις.
[>]