ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 11o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 11
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν και προς τον Ααρών λέγων προς αυτούς,
2. Λαλήσατε προς τους υιούς
Ισραήλ, λέγοντες, ταύτα είναι τα ζώα τα οποία θέλετε τρώγει εκ πάντων των
κτηνών των επί της γης.
3. Παν δίχηλον μεταξύ των κτηνών
έχον τον πόδα εσχισμένον και αναμασσών, τούτο θέλετε τρώγει.
4. Ταύτα όμως δεν θέλετε τρώγει
εκ των όσα αναμασσώσιν ή εκ των όσα είναι δίχηλα· την κάμηλον, διότι αναμασσά
μεν, πλην δεν είναι δίχηλος· είναι ακάθαρτος εις εσάς·
5. και τον δασύποδα, διότι αναμασσά
μεν, πλην δεν είναι δίχηλος· είναι ακάθαρτος εις εσάς·
6. και τον λαγωόν, διότι αναμασσά
μεν, πλην δεν είναι δίχηλος· είναι ακάθαρτος εις εσάς·
7. και τον χοίρον, διότι είναι
μεν δίχηλος και έχει τον πόδα εσχισμένον, πλην δεν αναμασσά· είναι ακάθαρτος
εις εσάς·
8. από του κρέατος αυτών δεν
θέλετε τρώγει και το θνησιμαίον αυτών δεν θέλετε εγγίζει είναι ακάθαρτα
εις εσάς.
9. Ταύτα θέλετε τρώγει εκ πάντων
των εν τοις ύδασι πάντα όσα έχουσι πτερά και λέπη, εν τοις ύδασι, εν ταις
θαλάσσαις και εν τοις ποταμοίς, ταύτα θέλετε τρώγει.
10. Και πάντα όσα δεν έχουσι
πτερά και λέπη, εν ταις θαλάσσαις και εν τοις ποταμοίς, από πάντων όσα
κινούνται εν τοις ύδασι και από παντός εμψύχου ζώου το οποίον είναι εν
τοις ύδασι, θέλουσιν είσθαι βδελυκτά εις εσάς·
11. ταύτα εξάπαντος θέλουσιν
είσθαι βδελυκτά εις εσάς· από του κρέατος αυτών δεν θέλετε τρώγει και το
θνησιμαίον αυτών θέλετε βδελύττεσθαι.
12. Πάντα όσα εν τοις ύδασι
δεν έχουσι πτερά ούτε λέπη, θέλουσιν είσθαι βδελυκτά εις εσάς.
13. Ταύτα δε θέλετε βδελύττεσθαι
μεταξύ των πτηνών· δεν θέλουσι τρώγεσθαι είναι βδελυκτά· ο αετός, και ο
γρυπαετός, και ο μελαναετός,
14. και ο γυψ, και ο ίκτινος
κατά το είδος αυτού·
15. πας κόραξ κατά το είδος
αυτού·
16. και η στρουθοκάμηλος, και
η γλαύξ, και ο ίβις, και ο ιέραξ κατά το είδος αυτού,
17. και ο νυκτικόραξ, και η
αίθυια, και η μεγάλη γλαύξ,
18. και ο κύκνος, και ο πελεκάν,
και η κίσσα,
19. και ο πελαργός, και ο ερωδιός
κατά το είδος αυτού, και ο έποψ, και η νυκτερίς.
20. Πάντα τα πετώμενα ερπετά,
τα οποία περιπατούσιν επί τέσσαρας πόδας, θέλουσιν είσθαι βδελυκτά εις
εσάς.
21. Ταύτα όμως δύνασθε να τρώγητε
από παντός πετωμένου ερπετού, περιπατούντος επί τέσσαρας πόδας, τα οποία
έχουσι σκέλη όπισθεν των ποδών αυτών, διά να πηδώσι δι' αυτών επί της γής·
22. ταύτα θέλετε τρώγει εξ αυτών·
τον βρούχον κατά το είδος αυτού και τον αττάκην κατά το είδος αυτού και
τον οφιομάχον κατά το είδος αυτού και την ακρίδα κατά το είδος αυτής.
23. Πάντα δε τα πετώμενα ερπετά,
έχοντα τέσσαρας πόδας, θέλουσιν είσθαι βδελυκτά εις εσάς.
24. Και εις ταύτα θέλετε είσθαι
ακάθαρτοι· πας ο εγγίζων το θνησιμαίον αυτών θέλει είσθαι ακάθαρτος έως
εσπέρας.
25. Και πας όστις βαστάση από
του θνησιμαίον αυτών, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει είσθαι ακάθαρτος
έως εσπέρας.
26. Εκ πάντων των κτηνών, όσα
είναι δίχηλα, πλην δεν είναι ο πους αυτών εσχισμένος ουδέ αναμασσώσι, θέλουσιν
είσθαι ακάθαρτα εις εσάς· πας ο εγγίζων αυτά θέλει είσθαι ακάθαρτος.
27. Και όσα περιπατούσιν επί
τας παλάμας αυτών, μεταξύ πάντων των ζώων των περιπατούντων επί τέσσαρας
πόδας, θέλουσιν είσθαι ακάθαρτα εις εσάς· πας ο εγγίζων το θνησιμαίον αυτών
θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
28. Και όστις βαστάση το θνησιμαίον
αυτών, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας·
ταύτα θέλουσιν είσθαι ακάθαρτα εις εσάς.
29. Και ταύτα θέλουσιν είσθαι
ακάθαρτα εις εσάς μεταξύ των ερπετών των ερπόντων επί της γής· η γαλή και
ο ποντικός, και η χελώνη κατά το είδος αυτής·
30. και ο ακανθόχοιρος, και
ο χαμαιλέων, και η σαύρα, και ο σαμιάμιθος, και ο ασπάλαξ.
31. Ταύτα είναι ακάθαρτα εις
εσάς μεταξύ πάντων των ερπετών· πας ο εγγίζων αυτά τεθνεώτα, θέλει είσθαι
ακάθαρτος έως εσπέρας.
32. Και παν πράγμα επί του οποίου
ήθελε πέσει τι εκ τούτων τεθνεώτων θέλει είσθαι ακάθαρτον· παν αγγείον
ξύλινον ή ιμάτιον ή δέρμα ή σάκκος ή οποιονδήποτε αγγείον, εις το οποίον
γίνεται εργασία, θέλει εμβληθή εις ύδωρ και θέλει είσθαι ακάθαρτον έως
εσπέρας· τότε θέλει είσθαι καθαρόν·
33. και παν αγγείον πήλινον,
εις το οποίον εμπέση τι εκ τούτων, παν ό,τι είναι εντός αυτού θέλει είσθαι
ακάθαρτον· αυτό δε θέλετε συντρίψει·
34. από παντός φαγητού εσθιωμένου,
εις το οποίον εμβαίνει ύδωρ, θέλει είσθαι ακάθαρτον· και παν ποτόν πινόμενον
εν οποιωδήποτε αγγείω, θέλει είσθαι ακάθαρτον.
35. Και παν πράγμα επί το οποίον
πέση από του θνησιμαίου αυτών, θέλει είσθαι ακάθαρτον· κλίβανος είτε εστία
θέλουσι κρημνισθή· είναι ακάθαρτα και ακάθαρτα θέλουσιν είσθαι εις εσάς.
36. Πηγή όμως ή λάκκος, σύναξις
υδάτων, θέλει είσθαι καθαρόν· πλην ό,τι εγγίση το θνησιμαίον αυτών, θέλει
είσθαι ακάθαρτον.
37. Και εάν πέση από του θνησιμαίου
αυτών επί τι σπέρμα σπόριμον, το οποίον μέλλει να σπαρθή, καθαρόν θέλει
είσθαι.
38. Εάν δε επιχυθή ύδωρ επί
του σπέρματος και πέση από του θνησιμαίου αυτών επ' αυτό, ακάθαρτον θέλει
είσθαι εις εσάς.
39. Και εάν αποθάνη τι εκ των
κτηνών τα οποία δύνασθε να τρώγητε, όστις εγγίση το θνησιμαίον αυτού, θέλει
είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
40. Και όστις φάγη από του θνησιμαίου
αυτού, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας·
και όστις βαστάση το θνησιμαίον αυτού, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και
θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
41. Και παν ερπετόν, έρπον επί
της γης, θέλει είσθαι βδέλυγμα· δεν θέλει τρώγεσθαι.
42. Παν ό,τι περιπατεί επί της
κοιλίας και παν ό,τι περιπατεί επί τέσσαρας πόδας ή παν το έχον πολλούς
πόδας, μεταξύ πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης, ταύτα δεν θέλετε
τρώγει, διότι είναι βδέλυγμα.
43. Δεν θέλετε κάμει βδελυκτάς
τας ψυχάς σας δι' ουδενός ερπετού έρποντος ουδέ θέλετε μιανθή δι' αυτών,
ώστε να γείνητε ακάθαρτοι δι' αυτών.
44. Διότι εγώ είμαι Κύριος ο
Θεός σας· θέλετε λοιπόν αγιασθή και θέλετε είσθαι άγιοι, διότι άγιος είμαι
εγώ· και δεν θέλετε μιάνει τας ψυχάς σας δι' ουδενός ερπετού έρποντος επί
της γης.
45. Διότι εγώ είμαι ο Κύριος,
όστις σας ανεβίβασα εκ γης Αιγύπτου, διά να ήμαι Θεός σας· θέλετε λοιπόν
είσθαι άγιοι, διότι άγιος είμαι εγώ.
46. Ούτος είναι ο νόμος περί
των κτηνών και περί των πτηνών και περί παντός εμψύχου όντος κινουμένου
εν τοις ύδασι και περί παντός όντος έρποντος επί της γής·
47. διά να διακρίνητε μεταξύ
του ακαθάρτου και του καθαρού και μεταξύ των ζώων τα οποία τρώγονται των
ζώων και οποία δεν τρώγονται.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 12o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 12
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν, λέγων,
2. Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ,
λέγων, Εάν γυνή τις συλλάβη και γεννήση αρσενικόν, τότε θέλει είσθαι ακάθαρτος
επτά ημέρας· κατά τας ημέρας του χωρισμού διά τα γυναικεία αυτής θέλει
είσθαι ακάθαρτος.
3. Και την ογδόην ημέραν θέλει
περιτέμνεσθαι η σαρξ της ακροβυστίας αυτού.
4. Και έτι τριάκοντα τρεις ημέρας
θέλει μείνει εις το αίμα του καθαρισμού αυτής· ουδέν πράγμα άγιον θέλει
εγγίσει και εις το αγιαστήριον δεν θέλει εισέλθει, εωσού πληρωθώσιν αι
ημέραι του καθαρισμού αυτής.
5. Αλλ' εάν γεννήση θηλυκόν,
τότε θέλει είσθαι ακάθαρτος δύο εβδομάδας, καθώς εν τω χωρισμώ αυτής· και
θέλει μείνει έτι εις το αίμα του καθαρισμού αυτής εξήκοντα εξ ημέρας.
6. Και αφού πληρωθώσιν αι ημέραι
του καθαρισμού αυτής, διά υιόν, ή διά θυγατέρα, θέλει φέρει αρνίον ενιαύσιον
εις ολοκαύτωμα, και νεοσσόν περιστεράς, ή τρυγόνα, διά προσφοράν περί αμαρτίας,
εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα·
7. ούτος δε θέλει προσφέρει
αυτό ενώπιον του Κυρίου και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ αυτής και θέλει
καθαρισθή από της ροής του αίματος αυτής. Ούτος είναι ο νόμος της γεννώσης
αρσενικόν ή θηλυκόν.
8. Εάν όμως δεν ευπορή να φέρη
αρνίον, τότε θέλει φέρει δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν διά
ολοκαύτωμα και μίαν διά προσφοράν περί αμαρτίας· και θέλει κάμει εξιλέωσιν
υπέρ αυτής ο ιερεύς, και θέλει καθαρισθή.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 13o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 13
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν και προς τον Ααρών, λέγων,
2. Όταν άνθρωπός τις έχη επί
του δέρματος της σαρκός αυτού πρήσμα ή ψώραν, ή εξάνθημα, και γείνη εις
το δέρμα της σαρκός αυτού πληγή λέπρας, τότε θέλει φερθή προς τον Ααρών
τον ιερέα ή προς ένα των υιών αυτού των ιερέων·
3. και ο ιερεύς θέλει θεωρήσει
την πληγήν εις το δέρμα της σαρκός. Και εάν η θριξ εις την πληγήν μετεβλήθη
εις λευκήν, και η πληγή εις την όψιν ήναι βαθυτέρα του δέρματος της σαρκός
αυτού, είναι πληγή λέπρας· ο δε ιερεύς θέλει θεωρήσει αυτόν και θέλει κρίνει
αυτόν ακάθαρτον.
4. Αλλ' εάν το εξάνθημα ήναι
λευκόν εις το δέρμα της σαρκός αυτού και εις την όψιν δεν είναι βαθύτερον
του δέρματος και η θριξ αυτού δεν μετεβλήθη εις λευκήν, τότε θέλει κλείσει
ο ιερεύς τον έχοντα την πληγήν επτά ημέρας·
5. και θέλει θεωρήσει αυτόν
ο ιερεύς την εβδόμην ημέραν· και ιδού, εάν ίδη ότι η πληγή είναι εις στάσιν
και η πληγή δεν εξηπλώθη εις το δέρμα, τότε θέλει κλείσει αυτόν ο ιερεύς
άλλας επτά ημέρας·
6. και θέλει θεωρήσει αυτόν
ο ιερεύς εκ δευτέρου την εβδόμην ημέραν· και ιδού, εάν η πληγή ημαυρώθη
και δεν εξηπλώθη η πληγή εις το δέρμα, θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς καθαρόν·
αύτη είναι ψώρα· και θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει είσθαι καθαρός.
7. Εάν όμως εξηπλώθη περισσότερον
η ψώρα επί του δέρματος, αφού εθεωρήθη υπό του ιερέως διά τον καθαρισμόν
αυτού, θέλει δειχθή πάλιν εις τον ιερέα.
8. Και εάν ίδη ο ιερεύς, ότι
εξηπλώθη η ψώρα επί του δέρματος, τότε θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον·
είναι λέπρα.
9. Όταν η πληγή της λέπρας ήναι
εις άνθρωπον, τότε θέλει φερθή προς τον ιερέα.
10. και θέλει θεωρήσει ο ιερεύς·
και ιδού, εάν το πρήσμα ήναι λευκόν εις το δέρμα και μετέβαλε την τρίχα
εις λευκήν, και ευρίσκεται κρέας ζων εις το πρήσμα,
11. είναι λέπρα παλαιά εις το
δέρμα της σαρκός αυτού και θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον· δεν θέλει
κλείσει αυτόν, διότι είναι ακάθαρτος.
12. Αλλ' εάν εξηπλώθη πολύ η
λέπρα επί του δέρματος και η λέπρα εσκέπασεν όλον το δέρμα του έχοντος
την πληγήν από κεφαλής αυτού και έως ποδών αυτού, όπου και αν θεωρήση ο
ιερεύς,
13. τότε θέλει θεωρήσει ο ιερεύς,
και ιδού, εάν η λέπρα εσκέπασεν όλην την σάρκαν αυτού, θέλει κρίνει καθαρόν
τον έχοντα την πληγήν· είναι καθαρός.
14. Αλλ' εν οποία ημέρα φανή
εις αυτόν κρέας ζων, θέλει είσθαι ακάθαρτος.
15. Και θέλει θεωρήσει ο ιερεύς
το κρέας το ζων και θέλει κρίνει αυτόν ακάθαρτον· το ζων κρέας είναι ακάθαρτον·
είναι λέπρα.
16. Η εάν το κρέας το ζων αλλάξη
πάλιν και μεταβληθή εις λευκόν, θέλει ελθεί προς τον ιερέα.
17. Και θέλει θεωρήσει αυτόν
ο ιερεύς· και ιδού, εάν η πληγή μετεβλήθη εις λευκήν, τότε θέλει κρίνει
ο ιερεύς καθαρόν τον έχοντα την πληγήν· είναι καθαρός.
18. Η δε σαρξ επί του δέρματος
της οποίας ήτο έλκος, και ιατρεύθη,
19. και εν τω τόπω του έλκους
έγεινε πρήσμα λευκόν, ή εξάνθημα λευκόν κοκκινωπόν, θέλει δειχθή εις τον
ιερέα·
20. και θέλει θεωρήσει ο ιερεύς,
και ιδού, εάν φαίνηται βαθύτερον του δέρματος και η θριξ αυτού μετεβλήθη
εις λευκήν, θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον· είναι πληγή λέπρας,
ήτις εξήνθησεν εις το έλκος.
21. Εάν δε θεωρήση αυτό ο ιερεύς,
και ιδού, δεν ήναι λευκαί τρίχες εις αυτό και δεν ήναι βαθύτερον του δέρματος
και ήναι ημαυρωμένον, τότε ο ιερεύς θέλει κλείσει αυτόν επτά ημέρας·
22. και εάν εξηπλώθη πολύ επί
του δέρματος, τότε θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον· είναι πληγή.
23. Αλλ' εάν το εξάνθημα μένη
εν τω τόπω αυτού και δεν εξηπλώθη, τούτο είναι ουλή του έλκους· και θέλει
κρίνει αυτόν ο ιερεύς καθαρόν.
24. Εάν δε ήναι κρέας, έχον
επί του δέρματος αυτού καυστικήν φλόγωσιν, και το ζων κρέας του πεφλογισμένου
μέρους έχη εξάνθημα λευκόν, κοκκινωπόν ή κατάλευκον,
25. τότε θέλει θεωρήσει αυτό
ο ιερεύς· και ιδού, εάν η θριξ εις το εξάνθημα μετεβλήθη εις λευκήν και
εις την όψιν ήναι βαθύτερον του δέρματος, είναι λέπρα εξανθήσασα εις την
φλόγωσιν· και θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον· είναι πληγή λέπρας.
26. Αλλ' εάν ο ιερεύς θεωρήση
αυτό, και ιδού, δεν ήναι θριξ λευκή εις το εξάνθημα και δεν ήναι βαθύτερον
του δέρματος και ήναι ημαυρωμένον, τότε θέλει κλείσει αυτόν ο ιερεύς επτά
ημέρας·
27. και θέλει θεωρήσει αυτόν
ο ιερεύς την εβδόμην ημέραν· και εάν αυτό εξηπλώθη πολύ εις το δέρμα, τότε
θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον· είναι πληγή λέπρας.
28. Εάν δε το εξάνθημα μένη
εν τω τόπω αυτού και δεν εξηπλώθη επί του δέρματος και ήναι ημαυρωμένον,
είναι πρήσμα φλογώσεως, και θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς καθαρόν· επειδή
είναι ουλή της φλογώσεως.
29. Και εάν ανήρ, ή γυνή, έχη
πληγήν εις την κεφαλήν, ή εις το πωγώνιον,
30. τότε θέλει θεωρήσει ο ιερεύς
την πληγήν· και ιδού, εάν εις την όψιν ήναι βαθυτέρα του δέρματος και εις
αυτήν θριξ ξανθίζουσα, τότε θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς ακάθαρτον· είναι
κασίδα, λέπρα της κεφαλής ή του πωγωνίου.
31. Και εάν θεωρήση ο ιερεύς
την πληγήν της κασίδας και ιδού, εις την όψιν δεν ήναι βαθυτέρα του δέρματος
και δεν ήναι θριξ μελανή εν αυτή, τότε θέλει κλείσει ο ιερεύς επτά ημέρας
τον έχοντα την πληγήν της κασίδας·
32. και θέλει θεωρήσει ο ιερεύς
την πληγήν την εβδόμην ημέραν· και ιδού, εάν δεν εξηπλώθη η κασίδα και
δεν ήναι εις αυτήν θριξ ξανθίζουσα και εις την όψιν η κασίδα δεν ήναι βαθυτέρα
του δέρματος,
33. αυτός θέλει ξυρισθή, αλλ'
η κασίδα δεν θέλει ξυρισθή· ο δε ιερεύς θέλει κλείσει τον έχοντα την κασίδαν
άλλας επτά ημέρας.
34. Και την εβδόμην ημέραν θέλει
θεωρήσει ο ιερεύς την κασίδαν· και ιδού, εάν η κασίδα δεν εξηπλώθη εις
το δέρμα και εις την όψιν δεν ήναι βαθυτέρα του δέρματος, τότε θέλει κρίνει
αυτόν ο ιερεύς καθαρόν· και αυτός θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει
είσθαι καθαρός.
35. Αλλ' εάν η κασίδα εξηπλώθη
πολύ επί του δέρματος μετά τον καθαρισμόν αυτού,
36. τότε θέλει θεωρήσει αυτόν
ο ιερεύς· και ιδού, εάν η κασίδα εξηπλώθη επί του δέρματος, δεν θέλει ερευνήσει
ο ιερεύς περί της ξανθιζούσης τριχός· είναι ακάθαρτος.
37. Αλλ' εάν θεωρήση ότι η κασίδα
είναι εις στάσιν και εκφύεται θριξ μελανή εν αυτή, η κασίδα είναι τεθεραπευμένη·
είναι καθαρός· και θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς καθαρόν.
38. Και εάν ανήρ, ή γυνή, έχωσιν
επί του δέρματος της σαρκός αυτών εξανθήματα, εξανθήματα λευκωπά,
39. τότε θέλει θεωρήσει ο ιερεύς·
και ιδού, εάν τα εξανθήματα επί του δέρματος της σαρκός αυτών ήναι υπόλευκα,
είναι αλφός εξανθών επί του δέρματος· είναι καθαρός.
40. Εάν δε η κεφαλή τινός μαδήση,
αυτός είναι φαλακρός· είναι καθαρός.
41. Και εάν η κεφαλή αυτού μαδήση
προς το πρόσωπον, είναι αναφάλαντος· είναι καθαρός.
42. Αλλ' εάν ήναι εις το φαλάκρωμα,
ή εις το αναφαλάντωμα, πληγή λευκή κοκκινωπή, είναι λέπρα εξανθήσασα εις
το φαλάκρωμα αυτού ή εις το αναφαλάντωμα αυτού.
43. Και θέλει θεωρήσει αυτόν
ο ιερεύς· και ιδού, εάν το πρήσμα της πληγής ήναι λευκόν κοκκινωπόν εις
το φαλάκρωμα αυτού ή εις το αναφαλάντωμα αυτού, ως το φαινόμενον της λέπρας
επί του δέρματος της σαρκός,
44. είναι άνθρωπος λεπρός, είναι
ακάθαρτος· θέλει κρίνει αυτόν ο ιερεύς όλως ακάθαρτον· εις την κεφαλήν
αυτού είναι η πληγή αυτού.
45. Και του λεπρού, εις τον
οποίον είναι η πληγή, τα ιμάτια αυτού θέλουσι σχισθή και η κεφαλή αυτού
θέλει είσθαι ασκεπής, και το επάνω χείλος αυτού θέλει καλύψει και θέλει
φωνάζει, Ακάθαρτος, ακάθαρτος.
46. Πάσας τας ημέρας καθ' ας
η πληγή θέλει είσθαι εν αυτώ, θέλει είσθαι ακάθαρτος· είναι ακάθαρτος·
μόνος θέλει κατοικεί· έξω του στρατοπέδου θέλει είσθαι η κατοικία αυτού.
47. Και εάν υπάρχη εις ιμάτιον
πληγή λέπρας, εις ιμάτιον μάλλινον ή εις ιμάτιον λινούν,
48. είτε εις στημόνιον, είτε
εις υφάδιον, εκ λινού ή εκ μαλλίου, είτε εις δέρμα, είτε εις παν πράγμα
κατεσκευασμένον εκ δέρματος,
49. και η πληγή ήναι πρασινωπή,
ή κοκκινωπή, εις το ιμάτιον, ή εις το δέρμα, ή εις το στημόνιον, εις το
υφάδιον, ή εις παν σκεύος δερμάτινον, είναι πληγή λέπρας και θέλει δειχθή
εις τον ιερέα·
50. ο δε ιερεύς θέλει θεωρήσει
την πληγήν και θέλει κλείσει το έχον την πληγήν επτά ημέρας.
51. Και θέλει θεωρήσει την πληγήν
την εβδόμην ημέραν· εάν η πληγή εξηπλώθη επί του ιματίου, ή επί του στημονίου,
ή επί του υφαδίου, ή επί του δέρματος, εκ παντός πράγματος το οποίον είναι
κατεσκευασμένον εκ δέρματος, η πληγή είναι λέπρα διαβρωτική· τούτο είναι
ακάθαρτον.
52. Και θέλει καύσει το ιμάτιον,
ή το στημόνιον, ή το υφάδιον, μάλλινον, ή λινούν, ή παν σκεύος δερμάτινον
επί του οποίου είναι η πληγή· διότι είναι λέπρα διαβρωτική· με πυρ θέλει
καυθή.
53. Και εάν ίδη ο ιερεύς, και
ιδού, η πληγή δεν εξηπλώθη επί του ιματίου, είτε επί του στημονίου, είτε
επί του υφαδίου, ή επί παντός σκεύους δερματίνου,
54. τότε θέλει προστάξει ο ιερεύς
να πλυθή το έχον την πληγήν και θέλει κλείσει αυτό άλλας επτά ημέρας·
55. και θέλει θεωρήσει ο ιερεύς
την πληγήν, αφού επλύθη· και ιδού, εάν η πληγή δεν ήλλαξε το χρώμα αυτής
και δεν εξηπλώθη η πληγή, είναι ακάθαρτον· με πυρ θέλεις καύσει αυτό· είναι
διαβρωτικόν, το οποίον προχωρεί υποκάτωθεν ή επάνωθεν.
56. Και εάν ίδη ο ιερεύς, και
ιδού, η πληγή, αφού επλύθη, είναι ημαυρωμένη, τότε θέλει εκκόψει αυτήν
από του ιματίου, ή από του δέρματος, ή από του στημονίου, ή από του υφαδίου.
57. Αλλ' εάν φανή έτι επί του
ιματίου, επί του στημονίου, ή επί του υφαδίου, ή επί παντός σκεύους δερματίνου,
είναι λέπρα εξανθίζουσα· με πυρ θέλεις καύσει το έχον την πληγήν.
58. Και το ιμάτιον, ή το στημόνιον,
ή το υφάδιον, παν σκεύος δερμάτινον, το οποίον ήθελες πλύνει, εάν η πληγή
εξηλείφθη απ' αυτών, τότε θέλει πλυθή εκ δευτέρου και θέλει είσθαι καθαρόν.
59. Ούτος είναι ο νόμος της
πληγής της λέπρας επί ιματίου μαλλίνου, ή λινού, είτε στημονίου, είτε υφαδίου,
ή παντός σκεύους δερματίνου, διά να κρίνηται καθαρόν, ή να κρίνηται ακάθαρτον.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 14o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 14
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν, λέγων,
2. Ούτος είναι ο νόμος του λεπρού
εν τη ημέρα του καθαρισμού αυτού· θέλει φερθή προς τον ιερέα·
3. και θέλει εξέλθει ο ιερεύς
έξω του στρατοπέδου και θέλει θεωρήσει ο ιερεύς, και ιδού, εάν ιατρεύθη
η πληγή της λέπρας εις τον λεπρόν,
4. τότε θέλει προστάξει ο ιερεύς
να λάβωσι διά τον καθαριζόμενον δύο πτηνά ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον
και κόκκινον και ύσσωπον.
5. Και θέλει προστάξει ο ιερεύς
να σφάξωσι το εν πτηνόν εις αγγείον πήλινον επάνω ύδατος ζώντος·
6. το δε πτηνόν το ζων, θέλει
λάβει αυτό και το ξύλον το κέδρινον και το κόκκινον και τον ύσσωπον και
θέλει εμβάψει αυτά και το πτηνόν το ζων εις το αίμα του πτηνού του εσφαγμένου
επάνω του ύδατος του ζώντος·
7. και θέλει ραντίσει επί τον
καθαριζόμενον από της λέπρας επτάκις και θέλει κρίνει αυτόν καθαρόν· και
θέλει απολύσει το πτηνόν το ζων επί πρόσωπον της πεδιάδος.
8. Και θέλει πλύνει ο καθαριζόμενος
τα ιμάτια αυτού και θέλει ξυρίσει πάσας τας τρίχας αυτού και θέλει λουσθή
εν ύδατι και θέλει είσθαι καθαρός· και μετά ταύτα θέλει ελθεί εις το στρατόπεδον
και θέλει διατρίψει έξω της σκηνής αυτού επτά ημέρας.
9. Και την εβδόμην ημέραν θέλει
ξυρίσει πάσας τας τρίχας αυτού, την κεφαλήν αυτού και τον πώγωνα αυτού
και τα οφρύδια αυτού και πάσας τας τρίχας αυτού θέλει ξυρίσει και θέλει
πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λούσει το σώμα αυτού εν ύδατι και θέλει
είσθαι καθαρός.
10. Και την ογδόην ημέραν θέλει
λάβει δύο αρνία αρσενικά άμωμα και εν αρνίον θηλυκόν ενιαύσιον άμωμον και
τρία δέκατα σεμιδάλεως διά προσφοράν εξ αλφίτων, εζυμωμένης μετά ελαίου,
και εν λογ ελαίου·
11. και θέλει παραστήσει ο ιερεύς
ο καθαρίζων τον άνθρωπον τον καθαριζόμενον και αυτά ενώπιον του Κυρίου,
εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.
12. Και θέλει λάβει ο ιερεύς
το εν αρσενικόν αρνίον και θέλει προσφέρει αυτό εις προσφοράν περί ανομίας
και το λογ του ελαίου, και θέλει κινήσει αυτά εις κινητήν προσφοράν ενώπιον
του Κυρίου.
13. Και θέλει σφάξει το αρνίον
εν τω τόπω όπου σφάζουσι την περί αμαρτίας προσφοράν και το ολοκαύτωμα,
εν τω τόπω τω αγίω· διότι καθώς η περί αμαρτίας προσφορά, η περί ανομίας
προσφορά είναι του ιερέως· είναι αγιώτατον.
14. Και θέλει λάβει ο ιερεύς
από του αίματος της περί ανομίας προσφοράς και θέλει βάλει αυτό ο ιερεύς
επί τον λοβόν του δεξιού ωτίου του καθαριζομένου και επί τον αντίχειρα
της δεξιάς αυτού χειρός και επί τον μεγάλον δάκτυλον του δεξιού αυτού ποδός·
15. και θέλει λάβει ο ιερεύς
από του λογ του ελαίου και θέλει χύσει αυτό εις την παλάμην της αριστεράς
αυτού χειρός·
16. και θέλει εμβάψει ο ιερεύς
τον δάκτυλον αυτού τον δεξιόν εις το έλαιον το εν τη αριστερά αυτού παλάμη,
και θέλει ραντίσει εκ του ελαίου διά του δακτύλου αυτού επτάκις ενώπιον
του Κυρίου·
17. και εκ του υπολοίπου ελαίου
του εν τη παλάμη αυτού θέλει βάλει ο ιερεύς επί τον λοβόν του δεξιού ωτίου
του καθαριζομένου, και επί τον αντίχειρα της δεξιάς αυτού χειρός και επί
τον μεγάλον δάκτυλον του δεξιού αυτού ποδός, επί το αίμα της περί ανομίας
προσφοράς·
18. το δε εναπολειφθέν έλαιον
το εν τη παλάμη του ιερέως θέλει χύσει επί την κεφαλήν του καθαριζομένου·
και θέλει κάμει εξιλέωσιν ο ιερεύς υπέρ αυτού ενώπιον του Κυρίου.
19. Και θέλει προσφέρει ο ιερεύς
την περί αμαρτίας προσφοράν, και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ του καθαριζομένου
από της ακαθαρσίας αυτού· και έπειτα θέλει σφάξει το ολοκαύτωμα.
20. Και θέλει προσφέρει ο ιερεύς
το ολοκαύτωμα και την εξ αλφίτων προσφοράν επί του θυσιαστηρίου· και θέλει
κάμει εξιλέωσιν υπέρ αυτού ο ιερεύς, και θέλει είσθαι καθαρός.
21. Εάν δε ήναι πτωχός και δεν
ευπορή να φέρη τόσα, τότε θέλει λάβει εν αρνίον διά προσφοράν κινητήν περί
ανομίας, διά να κάμη εξιλέωσιν υπέρ αυτού, και εν δέκατον σεμιδάλεως εζυμωμένης
μετά ελαίου διά την εξ αλφίτων προσφοράν και εν λογ ελαίου
22. και δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς
περιστερών, όπως ευπορεί να φέρη· και η μεν μία θέλει είσθαι διά την περί
αμαρτίας προσφοράν, η δε άλλη διά ολοκαύτωμα.
23. Και θέλει φέρει αυτά την
ογδόην ημέραν διά τον καθαρισμόν αυτού προς τον ιερέα εις την θύραν της
σκηνής του μαρτυρίου ενώπιον του Κυρίου.
24. Και θέλει λάβει ο ιερεύς
το αρνίον της περί ανομίας προσφοράς και το λογ του ελαίου και θέλει κινήσει
αυτά ο ιερεύς εις προσφοράν κινητήν ενώπιον του Κυρίου.
25. Και θέλει σφάξει το αρνίον
της περί ανομίας προσφοράς· και θέλει λάβει ο ιερεύς από του αίματος της
περί ανομίας προσφοράς και θέλει βάλει αυτό επί τον λοβόν του δεξιού ωτίου
του καθαριζομένου και επί τον αντίχειρα της δεξιάς αυτού χειρός και επί
τον μεγάλον δάκτυλον του δεξιού αυτού ποδός.
26. Και θέλει χύσει ο ιερεύς
από του ελαίου εις την παλάμην της αριστεράς αυτού χειρός·
27. και θέλει ραντίσει ο ιερεύς
διά του δακτύλου αυτού του δεξιού από του ελαίου, του εν τη παλάμη αυτού
τη αριστερά, επτάκις ενώπιον του Κυρίου·
28. και θέλει βάλει ο ιερεύς
από του ελαίου, του εν τη παλάμη αυτού, επί τον λοβόν του δεξιού ωτίου
του καθαριζομένου, και επί τον αντίχειρα της δεξιάς αυτού χειρός και επί
τον μεγάλον δάκτυλον του δεξιού αυτού ποδός, επί τον τόπον του αίματος
της περί ανομίας προσφοράς·
29. το δε εναπολειφθέν εκ του
ελαίου, του εν τη παλάμη του ιερέως, θέλει βάλει επί την κεφαλήν του καθαριζομένου,
διά να κάμη εξιλέωσιν υπέρ αυτού ενώπιον του Κυρίου.
30. Και θέλει προσφέρει την
μίαν εκ των τρυγόνων ή εκ των νεοσσών των περιστερών, όπως ευπορεί να φέρη·
31. όπως ευπορεί να φέρη, την
μεν διά προσφοράν περί αμαρτίας, την δε άλλην διά ολοκαύτωμα, μετά της
εξ αλφίτων προσφοράς· και θέλει κάμει ο ιερεύς εξιλέωσιν υπέρ του καθαριζομένου
ενώπιον του Κυρίου.
32. Ούτος είναι ο νόμος περί
του έχοντος πληγήν λέπρας, όστις δεν ευπορεί να φέρη τα προς τον καθαρισμόν
αυτού.
33. Και ελάλησε Κύριος προς
τον Μωϋσήν και προς τον Ααρών, λέγων,
34. Όταν εισέλθητε εις την γην
Χαναάν, την οποίαν εγώ σας δίδω εις ιδιοκτησίαν, και βάλω την πληγήν της
λέπρας εις τινά οικίαν της γης της ιδιοκτησίας σας·
35. και εκείνος, του οποίου
είναι η οικία, έλθη και αναγγείλη προς τον ιερέα, λέγων, Εφάνη εις εμέ
ως πληγή εν τη οικία·
36. τότε θέλει προστάξει ο ιερεύς
να εκκενώσωσι την οικίαν, πριν υπάγη ο ιερεύς διά να θεωρήση την πληγήν,
διά να μη γείνωσιν ακάθαρτα πάντα τα εν τη οικία και μετά ταύτα θέλει εμβή
ο ιερεύς διά να θεωρήση την οικίαν·
37. και θέλει θεωρήσει την πληγήν·
και ιδού, εάν η πληγή ήναι εις τους τοίχους της οικίας με κοιλώματα πρασινίζοντα
ή κοκκινωπά και η θεωρία αυτών ήναι βαθυτέρα του τοίχου·
38. τότε θέλει εξέλθει ο ιερεύς
εκ της οικίας εις την θύραν της οικίας και θέλει κλείσει την οικίαν επτά
ημέρας.
39. Και θέλει επιστρέψει ο ιερεύς
την εβδόμην ημέραν και θέλει θεωρήσει και ιδού, εάν η πληγή εξηπλώθη εις
τους τοίχους της οικίας,
40. τότε ο ιερεύς θέλει προστάξει
να εκβάλωσι τους λίθους, εις τους οποίους είναι η πληγή, και θέλουσι ρίψει
αυτούς έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον.
41. Και θέλει κάμει να αποξύσωσι
την οικίαν έσωθεν κύκλω, και θέλουσι ρίψει το χώμα το απεξυσμένον έξω της
πόλεως εις τόπον ακάθαρτον·
42. και θέλουσι λάβει άλλους
λίθους, και βάλει αυτούς αντί των λίθων εκείνων· και θέλουσι λάβει άλλο
χώμα, και θέλουσι χρίσει την οικίαν.
43. Και εάν έλθη πάλιν η πληγή
και αναφανή εις την οικίαν, αφού εξέβαλον τους λίθους και αφού απέξυσαν
την οικίαν και αφού αυτή εχρίσθη,
44. τότε θέλει εισέλθει ο ιερεύς
και θέλει θεωρήσει· και ιδού, εάν η πληγή εξηπλώθη εις την οικίαν, είναι
λέπρα διαβρωτική εν τη οικία· είναι ακάθαρτος.
45. Και θέλουσι κρημνίσει την
οικίαν, τους λίθους αυτής και τα ξύλα αυτής και παν το χώμα της οικίας·
και θέλουσι φέρει αυτά έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον.
46. Και όστις εισέλθη εις την
οικίαν κατά πάσας τας ημέρας, καθ' ας είναι κεκλεισμένη, θέλει είσθαι ακάθαρτος
έως εσπέρας.
47. Και όστις κοιμηθή εν τη
οικία, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού· και όστις φάγη εν τη οικία, θέλει
πλύνει τα ιμάτια αυτού.
48. Αλλ' εάν ο ιερεύς εισελθών
θεωρήση και ιδού, δεν εξηπλώθη η πληγή εν τη οικία, αφού εχρίσθη η οικία,
τότε ο ιερεύς θέλει κρίνει την οικίαν καθαράν, διότι ιατρεύθη η πληγή.
49. Και θέλει λάβει, διά να
καθαρίση την οικίαν, δύο πτηνά, και ξύλον κέδρινον και κόκκινον και ύσσωπον.
50. Και θέλει σφάξει το εν πτηνόν
εις αγγείον πήλινον επάνω ύδατος ζώντος.
51. Και θέλει λάβει το ξύλον
το κέδρινον και τον ύσσωπον και το κόκκινον και το πτηνόν το ζων, και εμβάψει
αυτά εις το αίμα του εσφαγμένου πτηνού και εις το ύδωρ το ζων, και θέλει
ραντίσει την οικίαν επτάκις.
52. Και θέλει καθαρίσει την
οικίαν διά του αίματος του πτηνού και διά του ύδατος του ζώντος και διά
του πτηνού του ζώντος και διά του ξύλου του κεδρίνου και διά του υσσώπου
και διά του κοκκίνου.
53. Το δε ζων πτηνόν θέλει απολύσει
έξω της πόλεως επί πρόσωπον της πεδιάδος, και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ
της οικίας· και θέλει είσθαι καθαρά.
54. Ούτος είναι ο νόμος περί
πάσης πληγής λέπρας και κασίδας,
55. και περί λέπρας ιματίου
και οικίας,
56. και περί πρήσματος και περί
ψώρας και περί εξανθήματος·
57. διά να γίνηται γνωστόν πότε
είναι τι ακάθαρτον και πότε καθαρόν· ούτος είναι ο νόμος περί της λέπρας.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 15o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 15
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν και προς τον Ααρών, λέγων,
2. Λαλήσατε προς τους υιούς
Ισραήλ, και είπατε προς αυτούς, Εάν τις άνθρωπος έχη ρεύσιν εκ του σώματος
αυτού, διά την ρεύσιν αυτού είναι ακάθαρτος.
3. Και αύτη θέλει είσθαι η ακαθαρσία
αυτού εν τη ρεύσει αυτού· αν τε το σώμα αυτού παύση από της ρεύσεως αυτού·
είναι η ακαθαρσία εν αυτώ.
4. Πάσα κλίνη, επί της οποίας
ήθελε κοιμηθή ο έχων την ρεύσιν, θέλει είσθαι ακάθαρτος· και παν σκεύος,
επί του οποίου ήθελε καθίσει, θέλει είσθαι ακάθαρτον.
5. Και ο άνθρωπος, όστις εγγίση
την κλίνην αυτού, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι
και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
6. Και όστις καθίση επί του
σκεύους, επί του οποίου εκάθισεν ο έχων την ρεύσιν, θέλει πλύνει τα ιμάτια
αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
7. Και όστις εγγίση το σώμα
του έχοντος την ρεύσιν, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν
ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
8. Και εάν ο έχων την ρεύσιν
πτύση επί τον καθαρόν, ούτος θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή
εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
9. Και παν σαμάριον επί του
οποίου ήθελε καθίσει ο έχων την ρεύσιν, θέλει είσθαι ακάθαρτον.
10. Και όστις εγγίση πάντα,
όσα ήθελον είσθαι υποκάτω αυτού, θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας· και
όστις βαστάση αυτά, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι
και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
11. Και όντινα εγγίση ο έχων
την ρεύσιν, χωρίς να έχη νιμμένας τας χείρας αυτού εν ύδατι, ούτος θέλει
πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος
έως εσπέρας.
12. Και το αγγείον το πήλινον,
το οποίον ήθελεν εγγίσει ο έχων την ρεύσιν, θέλει συντριφθή· και παν σκεύος
ξύλινον θέλει πλυθή εν ύδατι.
13. Και αφού ο έχων την ρεύσιν
καθαρισθή από της ρεύσεως αυτού, τότε θέλει αριθμήσει εις εαυτόν επτά ημέρας
διά τον καθαρισμόν αυτού· και θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λούσει
το σώμα αυτού εν ύδατι ζώντι και θέλει είσθαι καθαρός.
14. Και την ογδόην ημέραν θέλει
λάβει εις εαυτόν δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών και θέλει ελθεί
ενώπιον του Κυρίου εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου και θέλει δώσει
αυτάς εις τον ιερέα·
15. και θέλει προσφέρει αυτάς
ο ιερεύς, την μεν διά προσφοράν περί αμαρτίας, την δε άλλην διά ολοκαύτωμα·
και θέλει κάμει εξιλέωσιν ο ιερεύς υπέρ αυτού ενώπιον του Κυρίου διά την
ρεύσιν αυτού.
16. Και ο άνθρωπος, εκ του οποίου
ήθελεν εξέλθει σπέρμα συνουσίας, θέλει λούσει όλον αυτού το σώμα εν ύδατι
και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
17. Και παν ιμάτιον και παν
δέρμα, επί του οποίου ήθελεν είσθαι σπέρμα συνουσίας, θέλει πλυθή εν ύδατι
και θέλει είσθαι ακάθαρτον έως εσπέρας.
18. Η δε γυνή, μετά της οποίας
ήθελε συγκοιμηθή άνθρωπος εν σπέρματι συνουσίας, θέλουσι λουσθή εν ύδατι
και θέλουσιν είσθαι ακάθαρτοι έως εσπέρας.
19. Και εάν η γυνή έχη ρεύσιν,
η δε ρεύσις αυτής εν τω σώματι αυτής ήναι αίμα, θέλει είσθαι αποκεχωρισμένη
επτά ημέρας· και πας όστις εγγίση αυτήν, θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
20. Και παν πράγμα, επί του
οποίου κοίτεται εις τον αποχωρισμόν αυτής, θέλει είσθαι ακάθαρτον· και
παν πράγμα, επί του οποίου κάθηται, θέλει είσθαι ακάθαρτον.
21. Και πας όστις εγγίση την
κλίνην αυτής, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και
θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
22. Και πας όστις εγγίση σκεύος
τι, επί του οποίου αυτή εκάθισε, θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει
λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
23. Και εάν υπάρχη τι επί της
κλίνης ή επί τινός σκεύους, επί του οποίου αυτή κάθηται, όταν αυτός εγγίση
αυτό, θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
24. Και εάν τις συγκοιμηθή μετ'
αυτής και έλθωσι τα γυναικεία αυτής επ' αυτόν, θέλει είσθαι ακάθαρτος επτά
ημέρας· και πάσα κλίνη, επί της οποίας ήθελε κοιμηθή, θέλει είσθαι ακάθαρτος.
25. Και εάν τις γυνή έχη ρεύσιν
του αίματος αυτής πολλάς ημέρας, εκτός του καιρού του αποχωρισμού αυτής,
ή εάν έχη ρεύσιν επέκεινα του αποχωρισμού αυτής, πάσαι αι ημέραι της ρεύσεως
της ακαθαρσίας αυτής θέλουσιν είσθαι ως αι ημέραι του αποχωρισμού αυτής·
θέλει είσθαι ακάθαρτος.
26. Πάσα κλίνη, επί της οποίας
κοίτεται καθ' όλας τας ημέρας της ρεύσεως αυτής, θέλει είσθαι εις αυτήν
ως κλίνη του αποχωρισμού αυτής· και παν σκεύος, επί του οποίου κάθηται,
θέλει είσθαι ακάθαρτον, ως η ακαθαρσία του αποχωρισμού αυτής.
27. Και πας όστις εγγίση αυτά,
θέλει είσθαι ακάθαρτος και θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή
εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως εσπέρας.
28. Αλλ' εάν καθαρισθή από της
ρεύσεως αυτής, τότε θέλει αριθμήσει εις εαυτήν επτά ημέρας, και μετά ταύτα
θέλει είσθαι καθαρά.
29. Και την ογδόην ημέραν θέλει
λάβει μεθ' εαυτής δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών και θέλει φέρει
αυτάς προς τον ιερέα εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.
30. Και θέλει προσφέρει ο ιερεύς
την μεν διά προσφοράν περί αμαρτίας, την δε άλλην διά ολοκαύτωμα· και ο
ιερεύς θέλει κάμει εξιλέωσιν περί αυτής ενώπιον του Κυρίου διά την ρεύσιν
της ακαθαρσίας αυτής.
31. Ούτω θέλετε χωρίζει τους
υιούς Ισραήλ από των ακαθαρσιών αυτών· και δεν θέλουσιν αποθάνει διά την
ακαθαρσίαν αυτών, μιαίνοντες την σκηνήν μου την εν τω μέσω αυτών.
32. Ούτος είναι ο νόμος περί
του έχοντος ρεύσιν· και περί εκείνου, εκ του οποίου εξέρχεται το σπέρμα
συνουσίας, διά να μιαίνηται δι' αυτού·
33. και περί της ασθενούσης
διά τα γυναικεία αυτής· και περί του έχοντος την ρεύσιν αυτού, ανδρός ή
γυναικός, και περί του συγκοιμηθέντος μετά της ακαθάρτου.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 16o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 16
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν μετά τον θάνατον των δύο υιών του Ααρών, ότε έκαμον προσφοράν ενώπιον
του Κυρίου και απέθανον·
2. και είπε Κύριος προς τον
Μωϋσήν, Λάλησον προς Ααρών τον αδελφόν σου, να μη εισέρχηται πάσαν ώραν
εις το αγιαστήριον το ένδοθεν του καταπετάσματος έμπροσθεν του ιλαστηρίου
του επί της κιβωτού, διά να μη αποθάνη· διότι εν νεφέλη θέλω εμφανίζεσθαι
επί του ιλαστηρίου.
3. Ούτω θέλει εισέρχεσθαι ο
Ααρών εις το αγιαστήριον, μετά μόσχου εκ βοών διά προσφοράν περί αμαρτίας
και κριού διά ολοκαύτωμα.
4. Χιτώνα λινούν ηγιασμένον
θέλει ενδύεσθαι, και περισκελή λινά θέλουσιν είσθαι επί της σαρκός αυτού,
και ζώνην λινήν θέλει είσθαι εζωσμένος και μίτραν λινήν θέλει φορεί· ταύτα
είναι ενδύματα άγια· και θέλει λούει εν ύδατι το σώμα αυτού και θέλει ενδύεσθαι
αυτά.
5. Και παρά της συναγωγής των
υιών Ισραήλ θέλει λάβει δύο τράγους εξ αιγών διά προσφοράν περί αμαρτίας
και ένα κριόν διά ολοκαύτωμα.
6. Και θέλει προσφέρει ο Ααρών
τον μόσχον της περί αμαρτίας προσφοράς, όστις είναι δι' εαυτόν, και θέλει
κάμει εξιλέωσιν υπέρ εαυτού και υπέρ του οίκου αυτού.
7. Και θέλει λάβει τους δύο
τράγους και στήσει αυτούς ενώπιον του Κυρίου εις την θύραν της σκηνής του
μαρτυρίου.
8. Και θέλει ρίψει ο Ααρών κλήρους
επί τους δύο τράγους· ένα κλήρον διά τον Κύριον και ένα κλήρον διά τον
τράγον τον απολυτέον.
9. Και θέλει φέρει ο Ααρών τον
τράγον, επί του οποίου έπεσεν ο κλήρος του Κυρίου, και θέλει προσφέρει
αυτόν διά προσφοράν περί αμαρτίας.
10. Τον δε τράγον, επί του οποίου
έπεσεν ο κλήρος του να απολυθή, θέλει στήσει ζώντα ενώπιον του Κυρίου,
διά να κάμη εξιλέωσιν επ' αυτού, ώστε να αποστείλη αυτόν απόλυτον εις την
έρημον.
11. Και θέλει φέρει ο Ααρών
τον μόσχον της περί αμαρτίας προσφοράς, όστις είναι δι' εαυτόν, και θέλει
κάμει εξιλέωσιν υπέρ εαυτού και υπέρ του οίκου αυτού· και θέλει σφάξει
τον μόσχον της περί αμαρτίας προσφοράς τον περί εαυτού.
12. Και θέλει λάβει το θυμιατήριον
πλήρες ανθράκων πυρός εκ του θυσιαστηρίου απ' έμπροσθεν του Κυρίου· και
θέλει γεμίσει τας χείρας αυτού από ευώδους θυμιάματος λειοτριβημένον και
θέλει φέρει αυτό ένδον του καταπετάσματος.
13. Και θέλει βάλει το θυμίαμα
επί το πυρ ενώπιον του Κυρίου, και θέλει καλύψει ο καπνός του θυμιάματος
το ιλαστήριον το επί του μαρτυρίου, διά να μη αποθάνη.
14. Και θέλει λάβει από του
αίματος του μόσχου και ραντίσει διά του δακτύλου αυτού επί το ιλαστήριον
κατά ανατολάς· και έμπροσθεν του ιλαστηρίου θέλει ραντίσει επτάκις από
του αίματος διά του δακτύλου αυτού.
15. Τότε θέλει σφάξει τον τράγον
της περί αμαρτίας προσφοράς τον περί του λαού· και θέλει φέρει το αίμα
αυτού ένδον του καταπετάσματος και θέλει κάμει το αίμα αυτού, καθώς έκαμε
το αίμα του μόσχου, και θέλει ραντίσει αυτό επί το ιλαστήριον και έμπροσθεν
του ιλαστηρίου.
16. Και θέλει κάμει εξιλέωσιν
υπέρ του αγιαστηρίου διά τας ακαθαρσίας των υιών Ισραήλ, και διά τας παραβάσεις
αυτών καθ' όλας αυτών τας αμαρτίας· και ούτω θέλει κάμει περί της σκηνής
του μαρτυρίου, ήτις κατοικεί μεταξύ αυτών εν τω μέσω της ακαθαρσίας αυτών.
17. Ουδείς δε άνθρωπος θέλει
είσθαι εν τη σκηνή του μαρτυρίου, όταν αυτός εισέρχηται να κάμη εξιλέωσιν
εις το αγιαστήριον, εωσού εξέλθη, αφού κάμη εξιλέωσιν υπέρ εαυτού και υπέρ
του οίκου αυτού και υπέρ πάσης της συναγωγής του Ισραήλ.
18. Τότε θέλει εξέλθει προς
το θυσιαστήριον το ενώπιον του Κυρίου και θέλει κάμει εξιλέωσιν περί αυτού·
και θέλει λάβει από του αίματος του μόσχου και από του αίματος του τράγου
και βάλει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου κύκλω.
19. Και θέλει ραντίσει επ' αυτό
από του αίματος διά του δακτύλου αυτού επτάκις και θέλει καθαρίσει αυτό,
και αγιάσει αυτό από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ.
20. Αφού δε τελειώση να κάμνη
εξιλέωσιν υπέρ του αγιαστηρίου και της σκηνής του μαρτυρίου και του θυσιαστηρίου,
θέλει φέρει τον τράγον τον ζώντα·
21. και θέλει επιθέσει ο Ααρών
τας δύο χείρας αυτού επί την κεφαλήν του τράγου του ζώντος και θέλει εξομολογηθή
επ' αυτού πάσας τας ανομίας των υιών Ισραήλ και πάσας τας παραβάσεις αυτών
καθ' όλας αυτών τας αμαρτίας· και θέλει επιθέσει αυτάς εις την κεφαλήν
του τράγου· και θέλει αποστείλει αυτόν διά χειρός διωρισμένου ανθρώπου
εις την έρημον.
22. Και θέλει βαστάσει ο τράγος
εφ' εαυτού πάσας τας ανομίας αυτών εις γην ακατοίκητον· και θέλει απολύσει
τον τράγον εις την έρημον.
23. Και θέλει εισέλθει ο Ααρών
εις την σκηνήν του μαρτυρίου και θέλει εκδυθή την λινήν στολήν, την οποίαν
ενεδύθη εισερχόμενος εις το αγιαστήριον, και θέλει αποθέσει αυτήν εκεί·
24. και θέλει λούσει το σώμα
αυτού εν ύδατι εν τόπω αγίω και ενδυθή τα ιμάτια αυτού, και θέλει έλθει
και προσφέρει το ολοκαύτωμα αυτού και το ολοκαύτωμα του λαού και θέλει
κάμει εξιλέωσιν περί εαυτού και περί του λαού.
25. Το δε στέαρ της περί αμαρτίας
προσφοράς θέλει καύσει επί του θυσιαστηρίου.
26. Και ο αποστείλας τον τράγον
τον απολυτέον θέλει πλύνει τα ιμάτια αυτού και λούσει το σώμα αυτού εν
ύδατι και μετά ταύτα θέλει εισέλθει εις το στρατόπεδον.
27. Τον δε μόσχον της περί αμαρτίας
προσφοράς και τον τράγον της περί αμαρτίας προσφοράς, των οποίων το αίμα
εισήχθη διά να γείνη εξιλέωσις εις το αγιαστήριον, θέλουσι φέρει έξω του
στρατοπέδου· και θέλουσι καύσει εν τω πυρί τα δέρματα αυτών και το κρέας
αυτών και την κόπρον αυτών.
28. Και ο καίων αυτά θέλει πλύνει
τα ιμάτια αυτού και λούσει το σώμα αυτού εν ύδατι και μετά ταύτα θέλει
εισέλθει εις το στρατόπεδον.
29. Και τούτο θέλει είσθαι εις
εσάς νόμιμον αιώνιον· εις τον έβδομον μήνα, την δεκάτην του μηνός, θέλετε
ταπεινώσει τας ψυχάς σας και δεν θέλετε κάμει ουδέν έργον ούτε ο αυτόχθων
ούτε ο ξένος ο παροικών μεταξύ σας·
30. διότι εν τη ημέρα ταύτη
ο ιερεύς θέλει κάμει εξιλέωσιν διά σας, διά να σας καθαρίση, ώστε να ήσθε
καθαροί από πασών των αμαρτιών υμών ενώπιον του Κυρίου.
31. Σάββατον αναπαύσεως θέλει
είσθαι εις εσάς, και θέλετε ταπεινώσει τας ψυχάς σας κατά νόμιμον αιώνιον.
32. Και θέλει κάμει την εξιλέωσιν
ο ιερεύς, ο χρισθείς και καθιερωθείς διά να ιερατεύη αντί του πατρός αυτού,
και θέλει ενδυθή την λινήν στολήν, την στολήν την αγίαν.
33. Και θέλει κάμει εξιλέωσιν
υπέρ του αγίου αγιαστηρίου και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ της σκηνής του
μαρτυρίου και υπέρ του θυσιαστηρίου· και θέλει κάμει εξιλέωσιν υπέρ των
ιερέων και υπέρ παντός του λαού της συναγωγής.
34. Και τούτο θέλει είσθαι εις
εσάς νόμιμον αιώνιον, να κάμνητε εξιλέωσιν υπέρ των υιών Ισραήλ περί πασών
των αμαρτιών αυτών άπαξ του ενιαυτού. Και έγεινε καθώς προσέταξεν ο Κύριος
εις τον Μωϋσήν.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 17o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 17
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν, λέγων,
2. Λάλησον προς τον Ααρών και
προς τους υιούς αυτού και προς πάντας τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς,
Ούτος είναι ο λόγος τον οποίον προσέταξεν ο Κύριος, λέγων.
3. Όστις άνθρωπος εκ του οίκου
Ισραήλ σφάξη βουν ή αρνίον ή αίγα εν τω στρατοπέδω, ή όστις σφάξη έξω του
στρατοπέδου,
4. και εις την θύραν της σκηνής
του μαρτυρίου δεν φέρη αυτό, διά να προσφέρη προσφοράν εις τον Κύριον έμπροσθεν
της σκηνής του Κυρίου, αίμα θέλει λογισθή εις εκείνον τον άνθρωπον· αίμα
έχυσε και θέλει εξολοθρευθή ο άνθρωπος εκείνος εκ μέσου του λαού αυτού·
5. διά να φέρωσιν οι υιοί Ισραήλ
τας θυσίας αυτών, τας οποίας θυσιάζουσιν εν τη πεδιάδι, και να προσφέρωσιν
αυτάς προς τον Κύριον εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα
και να θυσιάζωσιν αυτάς εις προσφοράς ειρηνικάς προς τον Κύριον.
6. Και θέλει ραντίσει ο ιερεύς
το αίμα επί το θυσιαστήριον του Κυρίου εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου
και θέλει καύσει το στέαρ εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
7. Και δεν θέλουσι θυσιάσει
πλέον τας θυσίας αυτών εις τους δαίμονας, κατόπιν των οποίων αυτοί πορνεύουσι·
τούτο θέλει είσθαι εις αυτούς νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών.
8. Και θέλεις ειπεί προς αυτούς,
Όστις άνθρωπος εκ του οίκου Ισραήλ ή εκ των ξένων των παροικούντων μεταξύ
σας προσφέρη ολοκαύτωμα ή θυσίαν,
9. και εις την θύραν της σκηνής
του μαρτυρίου δεν φέρη αυτό, διά να προσφέρη αυτό προς τον Κύριον, θέλει
εξολοθρευθή ο άνθρωπος εκείνος εκ μέσου του λαού αυτού.
10. Και όστις άνθρωπος εκ του
οίκου Ισραήλ ή εκ των ξένων των παροικούντων μεταξύ σας φάγη οιονδήποτε
αίμα, θέλω στήσει το πρόσωπόν μου εναντίον εκείνης της ψυχής ήτις τρώγει
το αίμα, και θέλω εξολοθρεύσει αυτήν εκ μέσου του λαού αυτής·
11. διότι η ζωή της σαρκός είναι
εν τω αίματι και εγώ έδωκα αυτό εις εσάς, διά να κάμνητε εξιλέωσιν υπέρ
των ψυχών σας επί του θυσιαστηρίου· διότι το αίμα τούτο κάμνει εξιλασμόν
υπέρ της ψυχής.
12. Διά τούτο είπα προς τους
υιούς Ισραήλ, Ουδεμία ψυχή από σας θέλει φάγει αίμα· ουδέ ο ξένος, ο παροικών
μεταξύ σας, θέλει φάγει αίμα.
13. Και όστις άνθρωπος εκ των
υιών Ισραήλ ή εκ των ξένων των παροικούντων μεταξύ σας, κυνηγήση και πιάση
ζώον ή πτηνόν, το οποίον τρώγεται, θέλει χύσει το αίμα αυτού και θέλει
σκεπάσει αυτό με χώμα.
14. Διότι η ζωή πάσης σαρκός
είναι το αίμα αυτής· διά την ζωήν αυτής είναι· όθεν είπα προς τους υιούς
Ισραήλ, Δεν θέλετε φάγει αίμα ουδεμιάς σαρκός· διότι η ζωή πάσης σαρκός
είναι το αίμα αυτής· πας ο τρώγων αυτό θέλει εξολοθρευθή.
15. Και πάσα ψυχή, ήτις φάγη
θνησιμαίον ή διεσπαραγμένον υπό θηρίου, αυτόχθων ή ξένος, θέλει πλύνει
τα ιμάτια αυτού και θέλει λουσθή εν ύδατι και θέλει είσθαι ακάθαρτος έως
εσπέρας· τότε θέλει είσθαι καθαρός.
16. Αλλ' εάν δεν πλύνη αυτά
μηδέ λούση το σώμα αυτού, τότε θέλει βαστάσει την ανομίαν αυτού.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 18o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 18
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν, λέγων,
2. Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ
και ειπέ προς αυτούς, Εγώ είμαι Κύριος, ο Θεός σας.
3. Κατά τας πράξεις της γης
Αιγύπτου, εν ή κατωκήσατε, δεν θέλετε πράξει και κατά τας πράξεις της γης
Χαναάν, εις την οποίαν εγώ σας φέρω, δεν θέλετε πράξει και κατά τα νόμιμα
αυτών δεν θέλετε περιπατήσει.
4. Τας κρίσεις μου θέλετε κάμει
και τα προστάγματά μου θέλετε φυλάττει, διά να περιπατήτε εις αυτά. Εγώ
είμαι Κύριος ο Θεός σας.
5. Θέλετε φυλάττει λοιπόν τα
προστάγματά μου και τας κρίσεις μου· τα οποία κάμνων ο άνθρωπος, θέλει
ζήσει δι' αυτών. Εγώ είμαι ο Κύριος.
6. Ουδείς άνθρωπος θέλει πλησιάσει
εις ουδένα συγγενή αυτού κατά σάρκα, διά να αποκαλύψη την ασχημοσύνην αυτού.
Εγώ είμαι ο Κύριος.
7. Ασχημοσύνην πατρός σου, ή
ασχημοσύνην μητρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει· είναι μήτηρ σου· δεν θέλεις
αποκαλύψει την ασχημοσύνην αυτής.
8. Ασχημοσύνην γυναικός του
πατρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει· είναι ασχημοσύνη του πατρός σου.
9. Ασχημοσύνην αδελφής σου θυγατρός
του πατρός σου ή θυγατρός της μητρός σου, γεννημένης εν τη οικία ή γεννημένης
έξω, τούτων την ασχημοσύνην δεν θέλεις αποκαλύψει.
10. Ασχημοσύνην θυγατρός του
υιού σου ή θυγατρός της θυγατρός σου, τούτων την ασχημοσύνην δεν θέλεις
αποκαλύψει διότι ιδική σου είναι η ασχημοσύνη αυτών.
11. Ασχημοσύνην θυγατρός της
γυναικός του πατρός σου, γεννημένης από του πατρός σου, ήτις είναι αδελφή
σου, δεν θέλεις αποκαλύψει την ασχημοσύνην αυτής.
12. Ασχημοσύνην αδελφής του
πατρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει είναι στενή συγγενής του πατρός σου.
13. Ασχημοσύνην αδελφής της
μητρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει· διότι είναι στενή συγγενής της μητρός
σου.
14. Ασχημοσύνην αδελφού του
πατρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει· εις την γυναίκα αυτού δεν θέλεις πλησιάσει·
είναι θεία σου.
15. Ασχημοσύνην νύμφης σου δεν
θέλεις αποκαλύψει· είναι γυνή του υιού σου· δεν θέλεις αποκαλύψει την ασχημοσύνην
αυτής.
16. Ασχημοσύνην αδελφού σου
δεν θέλεις αποκαλύψει· είναι η ασχημοσύνη του αδελφού σου.
17. Ασχημοσύνην γυναικός και
της θυγατρός αυτής δεν θέλεις αποκαλύψει ουδέ θέλεις λάβει την θυγατέρα
του υιού αυτής ή την θυγατέρα της θυγατρός αυτής, διά να αποκαλύψης την
ασχημοσύνην αυτής· είναι στεναί συγγενείς αυτής· είναι ασέβημα.
18. Και γυναίκα προς τη αδελφή
αυτής αντίζηλον δεν θέλεις λάβει, διά να αποκαλύψης την ασχημοσύνην αυτής
προς τη άλλη, εν όσω ζη.
19. Και εις γυναίκα, εν καιρώ
αποχωρισμού διά την ακαθαρσίαν αυτής δεν θέλεις πλησιάσει διά να αποκαλύψης
την ασχημοσύνην αυτής.
20. Και μετά της γυναικός του
πλησίον σου δεν θέλεις συνουσιασθή, διά να μιανθής μετ' αυτής.
21. Και δεν θέλεις αφήσει τινά
εκ του σπέρματός σου να περάση διά του πυρός εις τον Μολόχ και δεν θέλεις
βεβηλώσει το όνομα του Θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος.
22. Και μετά άρρενος δεν θέλεις
συνουσιασθή, ως μετά γυναικός· είναι βδέλυγμα.
23. Ουδέ θέλεις συνουσιασθή
μετ' ουδενός κτήνους, διά να μιανθής μετ' αυτού· ουδέ γυνή θέλει σταθή
έμπροσθεν κτήνους, διά να βατευθή· είναι μυσαρόν.
24. Μη μιαίνεσθε εις ουδέν εκ
τούτων· διότι εις πάντα ταύτα εμιάνθησαν τα έθνη, τα οποία εγώ εκδιώκω
απ' έμπροσθέν σας·
25. και εμιάνθη η γή· διά τούτο
ανταποδίδω την ανομίαν αυτής επ' αυτήν, και η γη θέλει εξεμέσει τους κατοίκους
αυτής.
26. Σεις λοιπόν θέλετε φυλάξει
τα προστάγματά μου και τας κρίσεις μου και δεν θέλετε πράττει ουδέν εκ
πάντων των βδελυγμάτων τούτων, ο αυτόχθων ή ο ξένος ο παροικών μεταξύ σας·
27. διότι πάντα τα βδελύγματα
ταύτα έπραξαν οι άνθρωποι της γης, οι προ υμών, και εμιάνθη η γή·
28. διά να μη σας εξεμέση η
γη, όταν μιάνητε αυτήν, καθώς εξήμεσε τα έθνη τα προ υμών.
29. Διότι πας όστις πράξη τι
εκ των βδελυγμάτων τούτων, αι ψυχαί αίτινες ήθελον πράξει αυτά θέλουσιν
εξολοθρευθή εκ μέσου του λαού αυτών.
30. Όθεν θέλετε φυλάττει τα
προστάγματά μου, ώστε να μη πράξητε μηδέν εκ των βδελυρών τούτων νομίμων,
τα οποία επράχθησαν προ υμών, και να μη μιανθήτε εις αυτά. Εγώ είμαι Κύριος
ο Θεός σας.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 19o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 19
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,
2. Λάλησον προς πάσαν την συναγωγήν των υιών Ισραήλ και
ειπέ προς αυτούς, Άγιοι θέλετε είσθαι· διότι άγιος είμαι εγώ Κύριος ο Θεός
σας.
3. Θέλετε φοβείσθαι έκαστος την μητέρα αυτού και τον
πατέρα αυτού· και τα σάββατά μου θέλετε φυλάττει. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός
σας.
4. Μη στραφήτε εις είδωλα μηδέ κάμητε εις εαυτούς θεούς
χωνευτούς. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας.
5. Και όταν προσφέρητε θυσίαν ειρηνικής προσφοράς προς
τον Κύριον, αυτοπροαιρέτως θέλετε προσφέρει αυτήν.
6. Θέλει τρώγεσθαι την ημέραν καθ' ην προσφέρετε αυτήν,
και την επαύριον· εάν δε μείνη τι έως της τρίτης ημέρας, με πυρ θέλει κατακαυθή.
7. Εάν δε ποτέ φαγωθή την ημέραν την τρίτην, είναι βδελυκτόν·
δεν θέλει είσθαι ευπρόσδεκτος.
8. Διά τούτο όστις φάγη αυτήν, θέλει βαστάσει την ανομίαν
αυτού, διότι εβεβήλωσε τα άγια του Κυρίου· και η ψυχή αύτη θέλει εξολοθρευθή
εκ του λαού αυτής.
9. Και όταν θερίζητε τον θερισμόν της γης σας, δεν θέλεις
θερίσει ολοκλήρως τας άκρας του αγρού σου και τα αποπίπτοντα του θερισμού
σου δεν θέλεις συλλέξει.
10. Και τον αμπελώνά σου δεν θέλεις επανατρυγήσει ούτε
τας ρώγας του αμπελώνός σου θέλεις συλλέξει· εις τον πτωχόν και εις τον
ξένον θέλεις αφήσει αυτάς. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας.
11. Δεν θέλετε κλέπτει ουδέ θέλετε ψεύδεσθαι ουδέ θέλετε
απατήσει έκαστος τον πλησίον αυτού.
12. Και δεν θέλετε ομνύει εις το όνομά μου ψευδώς και
δεν θέλεις βεβηλόνει το όνομα του Θεού σου. Εγώ είμαι ο Κύριος.
13. Δεν θέλεις αδικήσει τον πλησίον σου ουδέ θέλεις αρπάσει·
δεν θέλει διανυκτερεύσει ο μισθός του μισθωτού μετά σου έως πρωΐ.
14. Δεν θέλεις κακολογήσει τον κωφόν, και έμπροσθεν του
τυφλού δεν θέλεις βάλει πρόσκομμα, αλλά θέλεις φοβηθή τον Θεόν σου. Εγώ
είμαι ο Κύριος.
15. Δεν θέλετε κάμει αδικίαν εις κρίσιν· δεν θέλεις αποβλέψει
εις πρόσωπον πτωχού ουδέ θέλεις σεβασθή πρόσωπον δυνάστου· εν δικαιοσύνη
θέλεις κρίνει τον πλησίον σου.
16. Δεν θέλεις περιφέρεσθαι συκοφαντών μεταξύ του λαού
σου· ουδέ θέλεις σηκωθή κατά του αίματος του πλησίον σου. Εγώ είμαι ο Κύριος.
17. Δεν θέλεις μισήσει τον αδελφόν σου εν τη καρδία σου·
θέλεις ελέγξει παρρησία τον πλησίον σου και δεν θέλεις υποφέρει αμαρτίαν
επ' αυτόν.
18. Δεν θέλεις εκδικείσθαι ουδέ θέλεις μνησικακεί κατά
των υιών του λαού σου· αλλά θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εγώ
είμαι ο Κύριος.
19. Τα νόμιμά μου θέλετε φυλάττει· δεν θέλεις κάμει τα
κτήνη σου να βατεύωνται με ετεροειδή· εις τον αγρόν σου δεν θέλεις σπείρει
ετεροειδή σπέρματα· ουδέ θέλεις βάλει επάνω σου ένδυμα σύμμικτον εξ ετεροειδούς
κλωστής.
20. Και εάν τις συνουσιασθή μετά γυναικός, ήτις είναι
δούλη ηρραβωνισμένη μετά ανδρός και δεν είναι εξηγορασμένη, ουδέ εδόθη
εις αυτήν η ελευθερία, θέλουσι μαστιγωθή· δεν θέλουσι φονευθή, διότι αυτή
δεν ήτο ελευθέρα.
21. Και αυτός θέλει φέρει την περί ανομίας προσφοράν
αυτού προς τον Κύριον εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου, κριόν διά
προσφοράν περί ανομίας.
22. Και θέλει κάμει ο ιερεύς εξιλέωσιν περί αυτού διά
του κριού της περί ανομίας προσφοράς ενώπιον του Κυρίου, διά την αμαρτίαν
αυτού την οποίαν ημάρτησε· και θέλει συγχωρηθή εις αυτόν η αμαρτία αυτού
την οποίαν ημάρτησε.
23. Και όταν εισέλθητε εις την γην και φυτεύσητε παν
δένδρον τρόφιμον, τότε θέλετε περικαθαρίζει τον καρπόν αυτού ως ακάθαρτον·
τρία έτη θέλει είσθαι εις εσάς ακάθαρτος· δεν θέλει τρώγεσθαι.
24. Και εις το τέταρτον έτος θέλει είσθαι όλος ο καρπός
αυτού άγιος εις δόξαν του Κυρίου.
25. Εις δε το πέμπτον έτος θέλετε τρώγει τον καρπόν αυτού,
διά να πληθυνθή εις εσάς το εισόδημα αυτού. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας.
26. Δεν θέλετε τρώγει ουδέν μετά του αίματος αυτού· ουδέ
θέλετε μεταχειρίζεσθαι μαντείας ουδέ θέλετε προμαντεύει καιρούς.
27. Δεν θέλετε κουρεύσει κυκλοειδώς την κόμην της κεφαλής
σας ουδέ θέλετε φθείρει τα άκρα των πωγώνων σας.
28. Δεν θέλετε κάμει εντομίδας εις το σώμα σας διά νεκρόν,
ουδέ γράμματα στικτά θέλετε εγχαράξει επάνω σας. Εγώ είμαι ο Κύριος.
29. Δεν θέλεις βεβηλώσει την θυγατέρα σου, καθιστών αυτήν
πόρνην· μήπως ο τόπος πέση εις πορνείαν και γεμίση ο τόπος από ασεβείας.
30. Τα σάββατά μου θέλετε φυλάττει, και το αγιαστήριόν
μου θέλετε σέβεσθαι. Εγώ είμαι ο Κύριος.
31. Δεν θέλετε ακολουθεί τους έχοντας πνεύμα μαντείας
ουδέ θέλετε προσκολληθή εις επαοιδούς, ώστε να μιαίνησθε δι' αυτών. Εγώ
είμαι Κύριος ο Θεός σας.
32. Ενώπιον της πολιάς θέλεις προσηκόνεσθαι και θέλεις
τιμήσει το πρόσωπον του γέροντος και θέλεις φοβηθή τον Θεόν σου. Εγώ είμαι
ο Κύριος.
33. Και εάν τις ξένος παροική μετά σου εν τη γη υμών,
δεν θέλετε θλίψει αυτόν·
34. ο ξένος, ο παροικών με σας, θέλει είσθαι εις εσάς
ως ο αυτόχθων, και θέλεις αγαπά αυτόν ως σεαυτόν· διότι ξένοι εστάθητε
εν γη Αιγύπτου. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας.
35. Δεν θέλετε πράξει αδικίαν εις κρίσιν, εις μέτρα,
εις σταθμά και εις ζύγια·
36. ζύγια δίκαια σταθμά δίκαια, εφά δίκαιον, και ιν δίκαιον,
θέλετε έχει. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας, όστις σας εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου.
37. Θέλετε φυλάττει λοιπόν πάντα τα διατάγματά μου και
πάσας τας κρίσεις μου και θέλετε κάμνει αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος.
ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ 20o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Leviticus 20
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον
Μωϋσήν, λέγων,
2. Και προς τους υιούς Ισραήλ
θέλεις ειπεί, Όστις εκ των υιών Ισραήλ ή εκ των ξένων των παροικούντων
εν τω Ισραήλ δώση από του σπέρματος αυτού εις τον Μολόχ, θέλει εξάπαντος
θανατωθή· ο λαός του τόπου θέλει λιθοβολήσει αυτόν με λίθους.
3. Και εγώ θέλω επιστήσει το
πρόσωπόν μου κατά του ανθρώπου εκείνου και θέλω εξολοθρεύσει αυτόν εκ μέσου
του λαού αυτού· διότι από του σπέρματος αυτού έδωκεν εις τον Μολόχ, διά
να μιάνη το αγιαστήριόν μου και να βεβηλώση το όνομά μου το άγιον.
4. Εάν δε ο λαός του τόπου παραβλέψη
με τους οφθαλμούς αυτού τον άνθρωπον εκείνον, όταν δίδη από του σπέρματος
αυτού εις τον Μολόχ, και δεν φονεύση αυτόν,
5. τότε θέλω επιστήσει εγώ το
πρόσωπόν μου κατά του ανθρώπου εκείνου και κατά της συγγενείας αυτού· και
θέλω εξολοθρεύσει εκ μέσου του λαού αυτού αυτόν, και πάντας τους ακολουθούντας
αυτόν εις την πορνείαν, διά να πορνεύωσι κατόπιν του Μολόχ.
6. Και ψυχή, ήτις ακολουθήση
τους έχοντας πνεύμα μαντείας και τους επαοιδούς, διά να πορνεύη κατόπιν
αυτών, θέλω επιστήσει το πρόσωπόν μου κατά της ψυχής εκείνης, και θέλω
εξολοθρεύσει αυτήν εκ μέσου του λαού αυτής.
7. Αγιάσθητε λοιπόν και γίνεσθε
άγιοι διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας·
8. Και θέλετε φυλάττει τα διατάγματά
μου και θέλετε εκτελεί αυτά. Εγώ είμαι ο Κύριος, ο αγιάζων υμάς.
9. Πας άνθρωπος, όστις κακολογήση
τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού, εξάπαντος θέλει θανατωθή· τον πατέρα
αυτού ή την μητέρα αυτού, εκακολόγησε· το αίμα αυτού θέλει είσθαι επ' αυτόν.
10. Και άνθρωπος, όστις μοιχεύση
την γυναίκα τινός, όστις μοιχεύση την γυναίκα του πλησίον αυτού, εξάπαντος
θέλει θανατωθή, ο μοιχεύων και η μοιχευομένη.
11. Και άνθρωπος, όστις κοιμηθή
μετά της γυναικός του πατρός αυτού, την ασχημοσύνην του πατρός αυτού απεκάλυψεν·
εξάπαντος θέλουσι θανατωθή αμφότεροι· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς.
12. Και εάν τις κοιμηθή μετά
της νύμφης αυτού, εξάπαντος θέλουσι θανατωθή αμφότεροι· σύγχυσιν έπραξαν·
το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς.
13. Εάν δε τις κοιμηθή μετά
άρρενος, καθώς κοιμάται μετά γυναικός, βδέλυγμα έπραξαν αμφότεροι· εξάπαντος
θέλουσι θανατωθή· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς.
14. Και εάν τις λάβη γυναίκα
και την μητέρα αυτής, είναι ανομία· εν πυρί θέλουσι καυθή, αυτός και αυταί,
και δεν θέλει είσθαι ανομία μεταξύ σας.
15. Και εάν τις συνουσιασθή
μετά κτήνους, εξάπαντος θέλει θανατωθή· και το κτήνος θέλετε φονεύσει.
16. Και η γυνή, ήτις πλησιάση
εις οιονδήποτε κτήνος διά να βατευθή, θέλεις φονεύσει την γυναίκα και το
κτήνος· εξάπαντος θέλουσι θανατωθή· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς.
17. Και εάν τις λάβη την αδελφήν
αυτού, την θυγατέρα του πατρός αυτού ή την θυγατέρα της μητρός αυτού, και
ίδη την ασχημοσύνην αυτής και αυτή ίδη την ασχημοσύνην εκείνου, είναι αισχρόν·
και θέλουσιν εξολοθρευθή έμπροσθεν του λαού αυτών· την ασχημοσύνην της
αδελφής αυτού απεκάλυψε· την ανομίαν αυτού θέλει βαστάσει.
18. Και άνθρωπος, όστις κοιμηθή
μετά γυναικός εχούσης τα γυναικεία αυτής και αποκαλύψη την ασχημοσύνην
αυτής, ούτος την πηγήν αυτής εξεσκέπασε και αύτη την πηγήν του αίματος
αυτής απεκάλυψεν· όθεν αμφότεροι θέλουσιν εξολοθρευθή εκ μέσου του λαού
αυτών.
19. Και την ασχημοσύνην της
αδελφής της μητρός σου ή της αδελφής του πατρός σου δεν θέλεις αποκαλύψει·
διότι την στενήν συγγενή αυτού αποκαλύπτει· την ανομίαν αυτών θέλουσι βαστάσει.
20. Εάν δε τις κοιμηθή μετά
της θείας αυτού, την ασχημοσύνην του θείου αυτού απεκάλυψε· την αμαρτίαν
αυτών θέλουσι βαστάσει· άτεκνοι θέλουσιν αποθάνει.
21. Και εάν τις λάβη την γυναίκα
του αδελφού αυτού, είναι ακαθαρσία· την ασχημοσύνην του αδελφού αυτού απεκάλυψεν·
άτεκνοι θέλουσι μείνει.
22. Θέλετε λοιπόν φυλάττει πάντα
τα διατάγματά μου και πάσας τας κρίσεις μου, και θέλετε κάμνει αυτά· διά
να μη σας εξεμέση η γη, όπου εγώ σας φέρω διά να κατοικήσητε εν αυτή.
23. Και δεν θέλετε περιπατεί
κατά τα νόμιμα των εθνών, τα οποία εγώ εκδιώκω απ' έμπροσθέν σας· διότι
πάντα ταύτα έπραξαν, όθεν εβδελύχθην αυτούς.
24. Και είπα προς εσάς, Σεις
θέλετε κληρονομήσει την γην αυτών, και εγώ θέλω δώσει αυτήν εις εσάς προς
ιδιοκτησίαν, γην ρέουσαν γάλα και μέλι. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας, όστις
σας απεχώρισα από των λαών.
25. Διά τούτο θέλετε αποχωρίσει
τα κτήνη τα καθαρά από των ακαθάρτων και τα πτηνά τα ακάθαρτα από των καθαρών·
και δεν θέλετε μιάνει τας ψυχάς σας με τα κτήνη ή με τα πτηνά ή με παν
ό,τι έρπει επί της γης, τα οποία εγώ απεχώρισα εις σας ως ακάθαρτα.
26. Και θέλετε είσθαι άγιοι
εις εμέ· διότι άγιος είμαι εγώ ο Κύριος και σας απεχώρισα από των λαών,
διά να ήσθε εμού.
27. Και ανήρ η γυνή, ήτις έχει
πνεύμα μαντείας, ή είναι επαοιδός, εξάπαντος θέλει θανατωθή· με λίθους
θέλουσι λιθοβολήσει αυτούς· το αίμα αυτών θέλει είσθαι επ' αυτούς.
[>]