ΑΡΙΘΜΟΙ 21o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
 Numbers 21
1. Και ήκουσεν ο Χαναναίος ο βασιλεύς της Αράδ, ο κατοικών προς μεσημβρίαν, ότι ήλθεν ο Ισραήλ διά της οδού Αθαρείμ, και επολέμησεν εναντίον του Ισραήλ και συνέλαβεν εξ αυτών αιχμαλώτους.
2. Και ηυχήθη ο Ισραήλ ευχήν προς τον Κύριον και είπεν, Εάν τωόντι παραδώσης τον λαόν τούτον εις την χείρα μου, θέλω καταστρέψει τας πόλεις αυτών.Αριθ.λ'.2, Λευτ.ε'.4, Κριτ.ια'.30,35, Εκκλ.ε'.4, Πραξ.κγ'.14, Ματθ.ιδ'.7,9
3. Και εισήκουσεν ο Κύριος της φωνής του Ισραήλ και παρέδωκε τους Χαναναίους· και κατέστρεψαν αυτούς και τας πόλεις αυτών· και εκάλεσαν το όνομα του τόπου Ορμά.
4. Και εσηκώθησαν από του όρους Ωρ διά της οδού της Ερυθράς θαλάσσης, διά να περιέλθωσι την γην Εδώμ· και ωλιγοψύχησεν ο λαός εν τη οδώ.
5. Και ελάλησεν ο λαός κατά του Θεού και κατά του Μωϋσέως, λέγοντες, Διά τι ανεβίβασας ημάς εξ Αιγύπτου διά ν' αποθάνωμεν εν τη ερήμω; διότι άρτος δεν είναι και ύδωρ δεν είναι και η ψυχή ημών αηδίασε τον άρτον τούτον, τον ελαφρόν.
6. Και απέστειλεν ο Κύριος επί τον λαόν τους όφεις τους φλογερούς και εδάγκανον τον λαόν, και λαός πολύς εκ του Ισραήλ απέθανε.
7. Και ελθών ο λαός προς τον Μωϋσήν είπον, Ημαρτήσαμεν, διότι ελαλήσαμεν κατά του Κυρίου και κατά σού· δεήθητι του Κυρίου να σηκώση τους όφεις αφ' ημών. Και εδεήθη ο Μωϋσής υπέρ του λαού.
8. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Κάμε εις σεαυτόν όφιν φλογερόν και βάλε αυτόν επί ξύλου· και πας όστις δαγκασθή και εμβλέψη εις αυτόν, θέλει ζήσει.
9. Και έκαμεν ο Μωϋσής όφιν χαλκούν και έβαλεν αυτόν επί ξύλου· και εάν όφις εδάγκανε τινά, εμβλέπων ούτος εις τον όφιν τον χαλκούν, έζη.
10. Και εσηκώθησαν οι υιοί Ισραήλ και εστρατοπέδευσαν εν Ωβώθ.
11. Και σηκωθέντες από Ωβώθ εστρατοπέδευσαν εις Ιϊέ-αβαρίμ, εν τη ερήμω τη κατά πρόσωπον του Μωάβ, προς ανατολάς ηλίου.
12. Εκείθεν σηκωθέντες εστρατοπέδευσαν εν τη κοιλάδι Ζαρέδ.
13. Εκείθεν σηκωθέντες εστρατοπέδευσαν εις το πέραν του Αρνών, όστις είναι εν τη ερήμω και εξέρχεται εκ των ορίων των Αμορραίων· διότι ο Αρνών είναι το όριον του Μωάβ, μεταξύ Μωάβ και Αμορραίων.
14. Διά τούτο λέγεται εν τω βιβλίω των πολέμων του Κυρίου, Κατά τον Βαέβ εν Σουφά, και επί των ρυάκων του Αρνών,
15. και επί του ρεύματος των ρυάκων, το οποίον καταβαίνει εις την πόλιν Αρ και κείται εις τα όρια του Μωάβ.
16. Και εκείθεν ήλθον εις Βήρ· τούτο είναι το φρέαρ, περί του οποίου είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Σύναξον τον λαόν, και θέλω δώσει ύδωρ εις αυτούς.
17. Τότε έψαλεν ο Ισραήλ την ωδήν ταύτην· Ανάβα, ω φρέαρ· ψάλλετε εις αυτό·
18. οι άρχοντες έσκαψαν το φρέαρ, οι ευγενείς του λαού έσκαψαν, διά προσταγής του νομοθέτου, με τας ράβδους αυτών. Και από της ερήμου ήλθον εις Ματτανά,
19. και από Ματτανά εις Νααλιήλ, και από Νααλιήλ εις Βαμώθ,
20. και από Βαμώθ της κοιλάδος της εν τη γη Μωάβ, επί της κορυφής Φασγά, το οποίον βλέπει προς Γεσιμών.
21. Και απέστειλεν ο Ισραήλ πρέσβεις προς τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων λέγων,
22. Ας περάσωμεν διά της γης σου· δεν θέλομεν κλίνει εις τους αγρούς ούτε εις τους αμπελώνας· δεν θέλομεν πίει ύδωρ εκ των φρεάτων· αλλά διά της βασιλικής οδού θέλομεν πορευθή, εωσού περάσωμεν τα όριά σου.
23. Και ο Σηών δεν αφήκε τον Ισραήλ να περάση διά των ορίων αυτού· αλλ' ο Σηών συνήγαγε πάντα τον λαόν αυτού και εξήλθε να παραταχθή εναντίον του Ισραήλ εις την έρημον· και ήλθεν εις Ιασσά και επολέμησεν εναντίον του Ισραήλ.
24. Και επάταξεν ο Ισραήλ αυτόν εν στόματι μαχαίρας και κατεκυρίευσε την γην αυτού από Αρνών έως Ιαβόκ, μέχρι των υιών Αμμών· επειδή τα όρια των υιών Αμμών ήσαν οχυρά.
25. Και εκυρίευσεν ο Ισραήλ πάσας τας πόλεις ταύτας· και κατώκησεν ο Ισραήλ εις πάσας τας πόλεις των Αμορραίων, εις Εσεβών και εις πάσας τας κώμας αυτής·
26. επειδή η Εσεβών ήτο η πόλις του Σηών βασιλέως των Αμορραίων, όστις είχε πολεμήσει πρότερον τον βασιλέα του Μωάβ και έλαβε πάσαν την γην αυτού από της χειρός αυτού, έως Αρνών.
27. Διά τούτο λέγουσιν οι παροιμιασταί, Έλθετε εις Εσεβών· Ας κτισθή και ας κατασκευασθή η πόλις του Σηών·
28. διότι πυρ εξήλθεν από Εσεβών, φλόξ από της πόλεως του Σηών· κατέφαγε την Αρ του Μωάβ, και τους άρχοντας των υψηλών τόπων του Αρνών·
29. ουαί εις σε, Μωάβ Απωλέσθης, λαέ του Χεμώς· έδωκε τους διασωθέντας υιούς αυτού, και τας θυγατέρας αυτού αιχμαλώτους εις τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων·
30. Ημείς κατετοξεύσαμεν αυτούς· η Εσεβών ηφανίσθη έως Δαιβών, και κατηρημώσαμεν αυτούς έως Νοφά, το οποίον εκτείνεται έως Μεδεβά.
31. Και κατώκησεν ο Ισραήλ εν τη γη των Αμορραίων.
32. Και απέστειλεν ο Μωϋσής να κατασκοπεύσωσι την Ιαζήρ· και εκυρίευσαν τας κώμας αυτής και εξεδίωξαν τους Αμορραίους τους κατοικούντας εκεί.
33. Και στρέψαντες ανέβησαν την οδόν την εις Βασάν· και εξήλθεν ο Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν αυτών, αυτός και πας ο λαός αυτού, προς μάχην εις Εδρεΐ.
34. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Μη φοβηθής αυτόν· διότι εις τας χείρας σου παρέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και την γην αυτού· και θέλεις κάμει εις αυτόν, ως έκαμες εις τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων τον κατοικούντα εν Εσεβών.
35. Και επάταξαν αυτόν και τους υιούς αυτού, και πάντα τον λαόν αυτού, εωσού δεν εναπελείφθη εις αυτόν ουδέν· και κατεκυρίευσαν την γην αυτού.

ΑΡΙΘΜΟΙ 22o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 22
1. Και σηκωθέντες οι υιοί Ισραήλ εστρατοπέδευσαν εις τας πεδιάδας του Μωάβ, παρά τον Ιορδάνην, κατέναντι της Ιεριχώ.
2. Και Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ είδε πάντα όσα έκαμεν ο Ισραήλ εις τους Αμορραίους.
3. Και εφοβήθη ο Μωάβ τον λαόν σφόδρα, διότι ήσαν πολλοί· και ήτο ο Μωάβ εις αμηχανίαν εξ αιτίας των υιών Ισραήλ.
4. Και είπεν ο Μωάβ προς τους πρεσβυτέρους του Μαδιάμ, Τώρα θέλει καταφάγει το πλήθος τούτο πάντα τα πέριξ ημών, καθώς ο βους κατατρώγει τον χόρτον της πεδιάδος. Και Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ ήτο βασιλεύς των Μωαβιτών κατ' εκείνον τον καιρόν.
5. Και απέστειλε πρέσβεις προς τον Βαλαάμ, υιόν του Βεώρ, εις Φεθορά, κειμένην πλησίον του ποταμού της γης των υιών του λαού αυτού, διά να προσκαλέση αυτόν, λέγων, Ιδού, λαός εξήλθεν εξ Αιγύπτου· ιδού, περικαλύπτει το πρόσωπον της γης, και κάθηται εναντίον μου·
6. τώρα λοιπόν ελθέ, σε παρακαλώ, καταράσθητί μοι τον λαόν τούτον, διότι είναι δυνατώτερός μου· ίσως υπερισχύσω, να πατάξωμεν αυτούς και να εκδιώξω αυτούς εκ της γής· επειδή εξεύρω, ότι όντινα ευλογήσης είναι ευλογημένος, και όντινα καταρασθής είναι κατηραμένος.
7. Και υπήγαν οι πρεσβύτεροι του Μωάβ και οι πρεσβύτεροι του Μαδιάμ, φέροντες τα δώρα της μαντείας εις τας χείρας αυτών· και ήλθον προς Βαλαάμ και είπον προς αυτόν τους λόγους του Βαλάκ.
8. Ο δε είπε προς αυτούς, Μείνατε ενταύθα ταύτην την νύκτα και θέλω αποκριθή εις εσάς ό,τι λαλήση ο Κύριος προς εμέ. Και έμειναν μετά του Βαλαάμ οι άρχοντες του Μωάβ.
9. Και ήλθεν ο Θεός εις τον Βαλαάμ και είπε, Τι θέλουσιν οι άνθρωποι ούτοι μετά σου;
10. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Θεόν, Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ, βασιλεύς του Μωάβ, απέστειλε προς εμέ λέγων,
11. Ιδού, λαός εξήλθεν εξ Αιγύπτου και κατεκάλυψε το πρόσωπον της γής· ελθέ τώρα, καταράσθητί μοι αυτόν· ίσως υπερισχύσω να νικήσω αυτόν και να εκδιώξω αυτόν.
12. Και είπεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ, Μη υπάγης μετ' αυτών· μη καταρασθής τον λαόν, διότι είναι ευλογημένος.
13. Και σηκωθείς την αυγήν ο Βαλαάμ είπε προς τους άρχοντας του Βαλάκ, Υπάγετε εις την γην σας· διότι δεν μοι συγχωρεί ο Κύριος να έλθω μεθ' υμών.
14. Και σηκωθέντες οι άρχοντες του Μωάβ, ήλθον προς τον Βαλάκ και είπον, Δεν θέλει ο Βαλαάμ να έλθη μεθ' ημών.
15. Και ο Βαλάκ απέστειλε πάλιν άρχοντας περισσοτέρους και εντιμοτέρους τούτων·
16. και ήλθον προς τον Βαλαάμ και είπον προς αυτόν, ούτω λέγει Βαλάκ ο υιός του Σεπφώρ· Μη εμποδισθής, σε παρακαλώ, να έλθης προς εμέ·
17. διότι θέλω σε τιμήσει με μεγάλας τιμάς, και θέλω κάμει παν ό,τι μοι είπης· ελθέ λοιπόν, παρακαλώ, καταράσθητί μοι τον λαόν τούτον.
18. Και απεκρίθη ο Βαλαάμ και είπε προς τους δούλους του Βαλάκ, Και εάν μοι δώση ο Βαλάκ την οικίαν αυτού πλήρη αργυρίου και χρυσίου, δεν δύναμαι να παραβώ τον λόγον Κυρίου του Θεού μου, διά να κάμω ολιγώτερον ή περισσότερον·
19. διά τούτο μείνατε ενταύθα, παρακαλώ, και σεις την νύκτα ταύτην, διά να ίδω τι θέλει ειπεί ότι ο Κύριος προς εμέ.
20. Και ήλθεν ο Θεός προς τον Βαλαάμ την νύκτα και είπε προς αυτόν, Εάν έλθωσιν οι άνθρωποι διά να σε καλέσωσι, σηκωθείς ύπαγε μετ' αυτών· πλην ό,τι σοι είπω, τούτο θέλεις κάμει.
21. Και εσηκώθη ο Βαλαάμ το πρωΐ, και εσαμάρωσε την όνον αυτού και υπήγε μετά των αρχόντων του Μωάβ.
22. Και εξήφθη η οργή του Θεού ότι υπήγε· και εστάθη άγγελος Κυρίου εν τη οδώ έμπροσθεν αυτού, διά να εναντιωθή εις αυτόν· αυτός δε εκάθητο επί της όνου αυτού και δύο δούλοι αυτού ήσαν μετ' αυτού·
23. και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου ιστάμενον εν τη οδώ, και την ρομφαίαν αυτού γεγυμνωμένην εν τη χειρί αυτού, εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και υπήγαινεν προς την πεδιάδα· και εκτύπησεν ο Βαλαάμ την όνον, διά να επαναφέρη αυτήν εις την οδόν.
24. Αλλ' ο άγγελος του Κυρίου εστάθη εν μιά στενή οδώ των αμπελώνων, όπου ήτο φραγμός εντεύθεν και φραγμός εντεύθεν·
25. και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου, προσέθλιψεν εαυτήν προς τον τοίχον και συνέθλιψε τον πόδα του Βαλαάμ εις τον τοίχον· αυτός δε εκτύπησεν αυτήν πάλιν.
26. Και ο άγγελος του Κυρίου υπήγε παρεμπρός, και εστάθη εν στενώ τόπω, όπου δεν ήτο οδός διά να εκκλίνη δεξιά ή αριστερά·
27. και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Κυρίου, συνεκάθησεν υποκάτω του Βαλαάμ· και θυμωθείς ο Βαλαάμ, εκτύπησε την όνον διά της ράβδου.
28. Και ήνοιξεν ο Κύριος το στόμα της όνου· και είπε προς τον Βαλαάμ, Τι σοι έκαμα, και με εκτύπησας τρίτην ταύτην φοράν;
29. Και είπεν ο Βαλαάμ προς την όνον, Διότι με ενέπαιξας· είθε να είχον μάχαιραν εν τη χειρί μου, διότι τώρα ήθελον σε θανατώσει.
30. Και η όνος είπε προς τον Βαλαάμ, Δεν είμαι εγώ η όνος σου, επί της οποίας εκάθιζες αφ' ου χρόνου με έχεις έως της ημέρας ταύτης; ήμην πότε συνειθισμένη να κάμνω ούτως εις σε; Ο δε είπεν, Ουχί.
31. Και ήνοιξεν ο Κύριος τους οφθαλμούς του Βαλαάμ, και είδε τον άγγελον του Κυρίου ιστάμενον εν τη οδώ και την ρομφαίαν αυτού γεγυμνωμένην εν τη χειρί αυτού· και κύψας προσεκύνησεν επί πρόσωπον αυτού.
32. Και είπε προς αυτόν ο άγγελος του Κυρίου, Διά τι εκτύπησας την όνον σου τρίτην ταύτην φοράν; ιδού, εγώ εξήλθον διά να σοι εναντιωθώ, διότι ο δρόμος σου είναι διεστραμμένος ενώπιόν μου·
33. και ιδούσά με η όνος εξέκλινεν απ' εμού τρίτην ταύτην φοράν· άλλως, εάν δεν εξέκλινεν απ' εμού τώρα σε μεν ήθελον φονεύσει, εκείνην δε ήθελον αφήσει ζώσαν.
34. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον άγγελον του Κυρίου, Ημάρτησα· διότι δεν ήξευρον ότι συ έστεκες εν τη οδώ εναντίον μου· όθεν τώρα, εάν δεν ήναι αρεστόν εις σε, επιστρέφω.
35. Και είπεν ο άγγελος του Κυρίου προς τον Βαλαάμ, Ύπαγε μετά των ανθρώπων· πλην ό,τι σοι είπω, τούτο θέλεις λαλήσει. Και υπήγεν ο Βαλαάμ μετά των αρχόντων του Βαλάκ.
36. Και ακούσας ο Βαλάκ ότι ήρχετο ο Βαλαάμ, εξήλθε να προϋπαντήση αυτόν, έως εις πόλιν τινά του Μωάβ, κειμένην εν τοις ορίοις του Αρνών, όστις είναι το έσχατον όριον.
37. Και είπεν ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ, Δεν απέστειλα προς σε μετά σπουδής να σε καλέσω; διά τι δεν ήλθες προς εμέ; μήπως δεν είμαι ικανός να σε τιμήσω;
38. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ, Ιδού, ήλθον προς σέ· έχω τώρα την δύναμιν να λαλήσω τι; όντινα λόγον βάλη ο Θεός εις το στόμα μου, τούτον θέλω λαλήσει.
39. Και υπήγεν ο Βαλαάμ μετά του Βαλάκ, και ήλθον εις Κιριάθ-ουζώθ.
40. Και εθυσίασεν ο Βαλάκ βόας και πρόβατα, και έπεμψεν εξ αυτών προς τον Βαλαάμ και προς τους άρχοντας τους μετ' αυτού.
41. Και το πρωΐ έλαβεν ο Βαλάκ τον Βαλαάμ, και ανεβίβασεν αυτόν επί τους υψηλούς τόπους του Βάαλ, και εκείθεν είδε την άκραν του λαού.

ΑΡΙΘΜΟΙ 23o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 23
1. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ, Οικοδόμησόν μοι ενταύθα επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ενταύθα επτά μόσχους και επτά κριούς.
2. Και έκαμεν ο Βαλάκ καθώς είπεν ο Βαλαάμ· και προσέφεραν ο Βαλάκ και ο Βαλαάμ μόσχον και κριόν εφ' έκαστον βωμόν.
3. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ, Στήθι πλησίον του ολοκαυτώματός σου και εγώ θέλω υπάγει ίσως φανή ο Κύριος εις συνάντησίν μου· και ό,τι δείξη εις εμέ, τούτο θέλω σοι αναγγείλει. Και υπήγεν εις τόπον υψηλόν.
4. Και συνήντησεν ο Θεός τον Βαλαάμ· και είπε προς αυτόν, Ητοίμασα τους επτά βωμούς, και προσέφερα μόσχον και κριόν εφ' έκαστον βωμόν.
5. Και έβαλεν ο Κύριος λόγον εις το στόμα του Βαλαάμ και είπεν, Επίστρεψον προς τον Βαλάκ, και ούτω θέλεις ειπεί.
6. Και επέστρεψε προς αυτόν, και ιδού, ίστατο πλησίον του ολοκαυτώματος αυτού, αυτός και πάντες οι άρχοντες του Μωάβ.
7. Και ήρχισε την παραβολήν αυτού και είπε, Βαλάκ με έφερεν εκ της Αράμ, ο βασιλεύς του Μωάβ εκ των ορέων των προς ανατολάς, λέγων, Ελθέ, καταράσθητί μοι τον Ιακώβ· και ελθέ, αναθεμάτισον τον Ισραήλ.
8. Πως να καταρασθώ τον οποίον ο Θεός δεν καταράται; ή πως να αναθεματίσω τον οποίον ο Κύριος δεν ανεθεμάτισε;
9. Διότι από της κορυφής των ορέων βλέπω αυτόν, και από των λόφων θεωρώ αυτόν· ιδού, λαός, όστις θέλει κατοικήσει μόνος, και δεν θέλει λογαριασθή μεταξύ των εθνών·
10. τις δύναται να αριθμήση την άμμον του Ιακώβ, και τον αριθμόν του τετάρτου του Ισραήλ; είθε να αποθάνω κατά τον θάνατον των δικαίων, και το τέλος μου να ήναι όμοιον με το τέλος αυτού.
11. Και είπεν ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ, Τι μοι έκαμες; διά να καταρασθής τους εχθρούς μου σε παρέλαβον· και ιδού, συ ευλογών ευλόγησας αυτούς.
12. Ο δε αποκριθείς είπε, Δεν πρέπει να προσέξω ό,τι ο Κύριος έβαλεν εις το στόμα μου, τούτο να είπω;
13. Και είπε προς αυτόν ο Βαλάκ, Ελθέ, παρακαλώ, μετ' εμού εις άλλον τόπον, όθεν θέλεις ιδεί αυτόν· μόνον την άκραν αυτού θέλεις ιδεί, το δε όλον αυτού δεν θέλεις ιδεί· και καταράσθητί μοι αυτόν εκείθεν.
14. Και έφερεν αυτόν εις την πεδιάδα Ζοφίμ επί την κορυφήν του Φασγά, και ωκοδόμησεν επτά βωμούς και προσέφερε μόσχον και κριόν εφ' έκαστον βωμόν.
15. Και είπε προς τον Βαλάκ, Στήθι αυτού πλησίον του ολοκαυτώματός σου και εγώ θέλω συναντήσει εκεί τον Κύριον.
16. Και συνήντησεν ο Κύριος τον Βαλαάμ, και έβαλε λόγον εις το στόμα αυτού και είπεν, Επίστρεψον προς τον Βαλάκ και ειπέ ούτω.
17. Και ήλθε προς αυτόν· και ιδού, αυτός ίστατο πλησίον του ολοκαυτώματος αυτού και οι άρχοντες του Μωάβ μετ' αυτού. Και είπε προς αυτόν ο Βαλάκ, Τι ελάλησεν ο Κύριος;
18. Και αρχίσας την παραβολήν αυτού είπε, Σηκώθητι, Βαλάκ, και άκουσον· δος ακρόασιν εις εμέ, συ ο υιός του Σεπφώρ·
19. ο Θεός δεν είναι άνθρωπος να ψευσθή, ούτε υιός ανθρώπου να μεταμεληθή· αυτός είπε και δεν θέλει εκτελέσει; ή ελάλησε και δεν θέλει εμμείνει;
20. Ιδού, ευλογίαν παρέλαβον· και ευλόγησε· και εγώ δεν δύναμαι να μεταστρέψω αυτήν.
21. Δεν εθεώρησεν ανομίαν εις τον Ιακώβ, ουδέ είδε διαστροφήν εις τον Ισραήλ· Κύριος ο Θεός αυτού είναι μετ' αυτού, και αλαλαγμός βασιλέως είναι μεταξύ αυτών.
22. Ο Θεός εξήγαγεν αυτούς εξ Αιγύπτου· έχουσιν ως δύναμιν μονοκέρωτος.
23. Βεβαίως ουδεμία γοητεία δεν ισχύει κατά του Ιακώβ, ουδέ μαντεία κατά του Ισραήλ· κατά καιρόν θέλει λαληθή περί του Ιακώβ και περί του Ισραήλ, Τι κατώρθωσεν ο Θεός.
24. Ιδού, ο λαός θέλει σηκωθή ως λέων, και θέλει εγερθή ως σκύμνος· δεν θέλει κοιμηθή εωσού φάγη το θήραμα, και πίη το αίμα των πεφονευμένων.
25. Και είπεν ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ, Μήτε να καταρασθής αυτούς διόλου μήτε να ευλογήσης αυτούς διόλου.
26. Αποκριθείς δε ο Βαλαάμ είπε προς τον Βαλάκ, δεν σε ελάλησα, λέγων, Παν ό,τι μοι είπη ο Κύριος, τούτο πρέπει να κάμω;
27. Και είπεν ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ, Ελθέ, παρακαλώ, θέλω σε φέρει εις άλλον τόπον, ίσως θέλει αρέσει εις τον Θεόν να μοι καταρασθής αυτόν εκείθεν.
28. Και έφερεν ο Βαλάκ τον Βαλαάμ επί την κορυφήν του Φεγώρ, το οποίον βλέπει προς Γεσιμών.
29. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ, οικοδόμησόν μοι ενταύθα επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ενταύθα επτά μόσχους και επτά κριούς.
30. και έκαμεν ο Βαλάκ ως είπεν ο Βαλαάμ και προσέφερε μόσχον και κριόν εφ' έκαστον βωμόν.

ΑΡΙΘΜΟΙ 24o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
Numbers 24
1. Και ιδών ο Βαλαάμ ότι ήτο αρεστόν ενώπιον του Κυρίου να ευλογήση τον Ισραήλ, δεν υπήγε, καθώς άλλοτε, να ζητήση μαντείας, αλλ' έστησε το πρόσωπον αυτού προς την έρημον.
2. Και ανύψωσεν ο Βαλαάμ τους οφθαλμούς αυτού και είδε τον Ισραήλ κατεσκηνωμένον κατά τας φυλάς αυτών· και ήλθεν επ' αυτόν το πνεύμα του Θεού.
3. Και αρχίσας την παραβολήν αυτού είπε, Βαλαάμ ο υιός του Βεώρ είπε, και ο άνθρωπος, ο έχων ανοικτούς τους οφθαλμούς αυτού, είπεν·
4. είπεν εκείνος, όστις ήκουσε τα λόγια του Θεού, Όστις είδεν όρασιν του Παντοδυνάμου, πεσών εις έκστασιν, έχων όμως ανοικτούς τους οφθαλμούς αυτού.
5. Πόσον ώραίαι είναι αι κατοικίαι σου, Ιακώβ, αι σκηναί σου, Ισραήλ.
6. Ως κοιλάδες είναι εξηπλωμέναι, ως παράδεισοι εις όχθας ποταμού, ως δένδρα αλόης τα οποία εφύτευσεν ο Κύριος, ως κέδροι πλησίον των υδάτων.
7. Θέλει εκχέει ύδωρ εκ της αντλίας αυτού, και το σπέρμα αυτού θέλει είσθαι εις ύδατα πολλά, και ο βασιλεύς αυτού θέλει είσθαι υψηλότερος του Αγάγ, και η βασιλεία αυτού θέλει μεγαλυνθή.
8. Ο Θεός εξήγαγεν αυτόν εξ Αιγύπτου· έχει ως δύναμιν μονοκέρωτος· θέλει καταφάγει τα έθνη τους πολεμίους αυτού, και θέλει συντρίψει τα οστά αυτών, και θέλει κατατοξεύσει αυτούς με τα βέλη αυτού.
9. Αναπεσών, εκοιμήθη ως λέων, και ως σκύμνος λέοντος· τις θέλει εξεγείρει αυτόν; Ευλογημένος ο ευλογών σε και κατηραμένος ο καταρώμενός σε.
10. Και εξήφθη ο θυμός του Βαλάκ εναντίον του Βαλαάμ και συνεκρότησε τας χείρας αυτού· και είπεν ο Βαλάκ προς τον Βαλαάμ, διά να καταρασθής τους εχθρούς μου σε εκάλεσα· και ιδού, συ ευλογών ευλόγησας αυτούς τρίτην ταύτην φοράν·
11. τώρα λοιπόν φύγε εις τον τόπον σου· έλεγον να σε τιμήσω με τιμάς· αλλ' ιδού, ο Κύριος σε εστέρησε της τιμής.
12. Και είπεν ο Βαλαάμ προς τον Βαλάκ, Δεν είπον και προς τους απεσταλμένους σου, τους οποίους απέστειλας προς εμέ, λέγων,
13. Και αν μοι δώση ο Βαλάκ την οικίαν αυτού πλήρη αργυρίου και χρυσίου, δεν δύναμαι να παραβώ την προσταγήν του Κυρίου, ώστε να κάμω καλόν ή κακόν απ' εμαυτού, αλλ' ό,τι ο Κύριος λαλήση, τούτο θέλω ειπεί;
14. και τώρα, ιδού, εγώ υπάγω προς τον λαόν μου· ελθέ λοιπόν να σοι φανερώσω τι θέλει κάμει ο λαός ούτος εις τον λαόν σου εις τας εσχάτας ημέρας.
15. Και αρχίσας την παραβολήν αυτού είπε, Βαλαάμ ο υιός του Βεώρ είπε, και ο άνθρωπος, ο έχων ανοικτούς τους οφθαλμούς αυτού, είπεν·
16. είπεν εκείνος, όστις ήκουσε τα λόγια του Θεού, και έλαβε την γνώσιν του Υψίστου, όστις είδεν όρασιν του Παντοδυνάμου, πεσών εις έκστασιν, έχων όμως ανοικτούς τους οφθαλμούς αυτού·
17. Θέλω ιδεί αυτόν, αλλ' ουχί τώρα· θέλω θεωρήσει αυτόν, αλλ' ουχί εκ του πλησίον· θέλει ανατείλει άστρον εξ Ιακώβ, και θέλει αναστηθή σκήπτρον εκ του Ισραήλ, και θέλει πατάξει τους αρχηγούς Μωάβ, και εξολοθρεύσει πάντας τους υιούς του Σήθ·
18. και ο Εδώμ θέλει είσθαι κληρονομία, και ο Σηείρ θέλει είσθαι κληρονομία εις τους εχθρούς αυτού· και ο Ισραήλ θέλει πράξει εν ισχύϊ·
19. και θέλει εξέλθει εξ Ιακώβ ο εξουσιάζων, και θέλει εξολοθρεύσει τον διασωθέντα εκ της πόλεως.
20. Και ιδών τον Αμαλήκ, ήρχισε την παραβολήν αυτού και είπεν, Ο Αμαλήκ είναι αρχή των εθνών· αλλ' εν τω τέλει αυτού θέλει αφανισθή.
21. Και ιδών τον Κεναίον, ήρχισε την παραβολήν αυτού και είπεν, Ισχυρά είναι η κατοικία σου, και θέτεις την φωλεάν σου επί την πέτραν·
22. πλην ο Κεναίος θέλει καταπορθηθή, εωσού σε φέρη αιχμάλωτον ο Ασσούρ.
23. Και επανέλαβε την παραβολήν αυτού και είπεν, Ω τις θέλει ζήσει, όταν ο Θεός κάμη τούτο;
24. Και πλοία θέλουσιν ελθεί από των παραλίων των Κητιαίων, και θέλουσι καταθλίψει τον Ασσούρ, και θέλουσι καταθλίψει τον Εβερ· αλλά και εκείνοι θέλουσιν εξαφανισθή.
25. Και σηκωθείς ο Βαλαάμ ανεχώρησε και επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού· ο δε Βαλάκ απήλθε και αυτός εις την οδόν αυτού.

 ΑΡΙΘΜΟΙ 25 ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 25
1. Και έμεινεν ο Ισραήλ εν Σιττείμ· και ήρχισεν ο λαός να πορνεύη μετά των θυγατέρων Μωάβ·
2. αίτινες προσεκάλεσαν τον λαόν εις τας θυσίας των θεών αυτών· και έφαγεν ο λαός και προσεκύνησε τους θεούς αυτών.
3. Και προσεκολλήθη ο Ισραήλ εις τον Βέελ-φεγώρ· και εξήφθη η οργή του Κυρίου κατά του Ισραήλ.
4. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Λάβε πάντας τους αρχηγούς του λαού και κρέμασον αυτούς ενώπιον του Κυρίου κατέναντι του ηλίου· διά να σηκωθή από του Ισραήλ η φλογερά οργή του Κυρίου.
5. Και είπεν ο Μωϋσής προς τους κριτάς του Ισραήλ, Φονεύσατε έκαστος τους ανθρώπους αυτού, τους όσοι προσεκολλήθησαν εις τον Βέελ-φεγώρ.
6. Και ιδού, εις εκ των υιών Ισραήλ ήλθε φέρων εις τους αδελφούς αυτού γυναίκα Μαδιανίτιν, ενώπιον του Μωϋσέως και ενώπιον πάσης της συναγωγής των υιών Ισραήλ, ενώ έκλαιον εν τη θύρα της σκηνής του μαρτυρίου.
7. Και ιδών Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, υιού του Ααρών του ιερέως, εσηκώθη εκ μέσον της συναγωγής, και λαβών εις την χείρα αυτού δοράτιον,
8. υπήγε κατόπιν του ανθρώπου του Ισραηλίτου εις την σκηνήν και διεπέρασεν αμφοτέρους, τον τε άνθρωπον τον Ισραηλίτην και την γυναίκα διά της κοιλίας αυτής. Και έπαυσεν η πληγή από των υιών Ισραήλ.
9. Ήσαν δε οι αποθανόντες εν τη πληγή εικοσιτέσσαρες χιλιάδες.
10. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
11. Ο Φινεές, ο υιός του Ελεάζαρ, υιού Ααρών του ιερέως, απέστρεψε τον θυμόν μου από των υιών Ισραήλ, δείξας ζήλον υπέρ εμού μεταξύ αυτών, όθεν δεν εξωλόθρευσα τους υιούς Ισραήλ εν τη ζηλοτυπία μου·
12. διά τούτο ειπέ, Ιδού, εγώ δίδω εις αυτόν την διαθήκην μου της ειρήνης·
13. και θέλει είσθαι εις αυτόν και εις το σπέρμα αυτού μετ' αυτόν διαθήκη ιερατείας αιωνίου· διότι εστάθη ζηλωτής υπέρ του Θεού αυτού, και έκαμεν εξιλέωσιν υπέρ των υιών Ισραήλ.
14. Το δε όνομα του Ισραηλίτου του θανατωθέντος εκείνου, όστις εθανατώθη μετά της γυναικός της Μαδιανίτιδος, ήτο Ζιμβρί, υιός Σαλού, άρχοντος οικογενείας επισήμου μεταξύ των Συμεωνιτών.
15. Και το όνομα της γυναικός της Μαδιανίτιδος της θανατωθείσης ήτο Χασβί, θυγάτηρ του Σούρ, αρχηγού λαού, εξ επισήμου οικογενείας εν Μαδιάμ.
16. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
17. Πολεμείτε τους Μαδιανίτας και πατάξατε αυτούς·
18. διότι αυτοί σας πολεμούσι με τας δολιότητας αυτών, με τας οποίας σας εδολιεύθησαν εις την υπόθεσιν του Φεγώρ και εις την υπόθεσιν της Χασβί θυγατρός του άρχοντος Μαδιανίτου, της αδελφής αυτών, ήτις εθανατώθη εν τη ημέρα της πληγής διά την υπόθεσιν του Φεγώρ.

ΑΡΙΘΜΟΙ 26o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
Numbers 26
1. Και μετά την πληγήν ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν και προς τον Ελεάζαρ τον υιόν του Ααρών τον ιερέα, λέγων,
2. Λάβετε το κεφάλαιον πάσης της συναγωγής των υιών Ισραήλ από είκοσι ετών και επάνω, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών, πάντας τους δυναμένους εν τω Ισραήλ να εξέλθωσιν εις πόλεμον.
3. Και ελάλησαν ο Μωϋσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς προς αυτούς εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην, κατέναντι της Ιεριχώ, λέγοντες,
4. Αριθμήσατε αυτούς από είκοσι ετών και επάνω, καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν και εις τους υιούς Ισραήλ, τους εξελθόντας εκ γης Αιγύπτου.
5. Ρουβήν, ο πρωτότοκος του Ισραήλ· οι υιοί Ρουβήν ήσαν Ανώχ, εξ ου η συγγένεια των Ανωχιτών· εκ Φαλλού, η συγγένεια των Φαλλουϊτών·
6. εξ Εσρών, η συγγένεια των Εσρωνιτών· εκ του Χαρμί, η συγγένεια των Χαρμιτών.
7. Αύται είναι αι συγγένειαι των Ρουβηνιτών· και η απαρίθμησις αυτών ήτο τεσσαράκοντα τρεις χιλιάδες και επτακόσιοι τριάκοντα.
8. και οι υιοί του Φαλλού ήσαν Ελιάβ·
9. και οι υιοί του Ελιάβ, Νεμουήλ και Δαθάν και Αβειρών. Ούτοι είναι ο Δαθάν και ο Αβειρών, οι ονομαστοί εκείνοι εν τη συναγωγή, οι στασιάσαντες κατά του Μωϋσέως και κατά του Ααρών εν τη συνοδία του Κορέ, ότε εστασίασαν κατά του Κυρίου·
10. και ήνοιξεν η γη το στόμα αυτής και κατέπιεν αυτούς μετά του Κορέ, εν τω εξολοθρευμώ της συνοδίας αυτού, ότε το πυρ κατέφαγε τους διακοσίους πεντήκοντα ανθρώπους· και έγειναν εις σημείον·
11. του Κορέ όμως οι υιοί δεν απέθανον.
12. Οι υιοί Συμεών κατά τας οικογενείας αυτών ήσαν, εκ Νεμουήλ, η συγγένεια των Νεμουηλιτών· εξ Ιαμείν, η συγγένεια των Ιαμεινιτών· εξ Ιαχείν, η συγγένεια των Ιαχεινιτών·
13. εκ Ζερά, η συγγένεια των Ζεριτών· εκ Σαούλ, η συγγένεια των Σαουλιτών.
14. Αύται είναι αι συγγένειαι των Συμεωνιτών· κατά την απαρίθμησιν αυτών, εικοσιδύο χιλιάδες και διακόσιοι.
15. Οι υιοί Γαδ κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εκ του Σιφών, η συγγένεια των Σιφωνιτών· εξ Αγγί, η συγγένεια των Αγγιτών· εκ Σουνί, η συγγένεια των Σουνιτών·
16. εξ Αζενί, η συγγένεια των Αζενιτών· εξ Ηρί, η συγγένεια των Ηριτών·
17. εξ Αρόδ, η συγγένεια των Αροδιτών· εξ Αριηλί, η συγγένεια των Αριηλιτών.
18. Αύται είναι αι συγγένειαι των υιών Γάδ· κατά την απαρίθμησιν αυτών, τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι.
19. Οι υιοί Ιούδα ήσαν Ηρ και Αυνάν· και απέθανον ο Ηρ και ο Αυνάν εν τη γη Χαναάν.
20. Και οι υιοί Ιούδα κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εκ Σηλά, η συγγένεια των Σηλανιτών· εκ Φαρές, η συγγένεια των Φαρεσιτών· εκ Ζαρά, η συγγένεια των Ζαριτών·
21. και οι υιοί Φαρές ήσαν εξ Εσρών, η συγγένεια των Εσρωνιτών· εξ Αμούλ, η συγγένεια των Αμουλιτών.
22. Αύται είναι αι συγγένειαι Ιούδα· κατά την απαρίθμησιν αυτών, εβδομήκοντα εξ χιλιάδες και πεντακόσιοι.
23. Οι υιοί Ισσάχαρ κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εκ Θωλά, συγγένεια των Θωλαϊτών· εκ Φουά, η συγγένεια των Φουνιτών·
24. εξ Ιασούβ, η συγγένεια των Ιασουβιτών· εκ Σιμβρών, η συγγένεια των Σιμβρωνιτών.
25. Αύται είναι αι συγγένειαι Ισσάχαρ· κατά την απαρίθμησιν αυτών, εξήκοντα τέσσαρες χιλιάδες και τριακόσιοι.
26. Οι υιοί Ζαβουλών κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εκ Σερέδ, συγγένεια των Σερεδιτών· εξ Αιλών, η συγγένεια των Αιλωνιτών· εξ Ιαλεήλ, η συγγένεια των Ιαλεηλιτών.
27. Αύται είναι αι συγγένειαι των Ζαβουλωνιτών· κατά την απαρίθμησιν αυτών, εξήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι.
28. Οι υιοί Ιωσήφ κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν Μανασσής και Εφραΐμ.
29. Οι υιοί Μανασσή ήσαν, εκ Μαχείρ, η συγγένεια των Μαχειριτών. Και ο Μαχείρ εγέννησε τον Γαλαάδ· εκ δε του Γαλαάδ η συγγένεια των Γαλααδιτών·
30. ούτοι είναι οι υιοί Γαλαάδ· εξ Αχιέζερ, η συγγένεια των Αχιεζεριτών· εκ Χελέκ, η συγγένεια των Χελεκιτών·
31. και εξ Ασριήλ, η συγγένεια των Ασριηλιτών· εκ Συχέμ, η συγγένεια των Συχεμιτών· και εκ Σεμιδά, η συγγένεια των Σεμιδαϊτών·
32. και εξ Εφέρ, η συγγένεια των Εφεριτών·
33. και Σαλπαάδ, ο υιός του Εφέρ, δεν είχεν υιούς, αλλά θυγατέρας· τα δε ονόματα των θυγατέρων του Σαλπαάδ ήσαν Μααλά και Νουά, Αγλά, Μελχά και Θερσά.
34. Αύται είναι αι συγγένειαι Μανασσή· και η απαρίθμησις αυτών, πεντήκοντα δύο χιλιάδες και επτακόσιοι.
35. Ούτοι είναι οι υιοί Εφραΐμ κατά τας συγγενείας αυτών· εκ Σουθαλά, η συγγένεια των Σουθαλαϊτών· εκ Βεχέρ, η συγγένεια των Βεχεριτών· εκ Ταχάν, η συγγένεια των Ταχανιτών·
36. και ούτοι είναι οι υιοί Σουθαλά· εξ Εράν, η συγγένεια των Ερανιτών.
37. Αύται είναι αι συγγένειαι των υιών Εφραΐμ· κατά την απαρίθμησιν αυτών, τριάκοντα δύο χιλιάδες και πεντακόσιοι. Ούτοι είναι οι υιοί Ιωσήφ κατά τας συγγενείας αυτών.
38. Οι υιοί Βενιαμίν κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εκ Βελά, η συγγένεια των Βελαϊτών· εξ Ασβήλ, η συγγένεια των Ασβηλιτών· εξ Αχιράμ, η συγγένεια των Αχιραμιτών·
39. εκ Σουφάμ, η συγγένεια των Σουφαμιτών· εξ Ουφάμ, η συγγένεια των Ουφαμιτών·
40. και οι υιοί Βελά ήσαν Αρέδ και Νααμάν· εξ Αρέδ, η συγγένεια των Αρεδιτών· εκ Νααμάν, συγγένεια των Νααμιτών.
41. Ούτοι είναι οι υιοί Βενιαμίν κατά τας συγγενείας αυτών· και η απαρίθμησις αυτών ήτο τεσσαράκοντα πέντε χιλιάδες και εξακόσιοι.
42. Ούτοι είναι οι υιοί Δαν κατά τας συγγενείας αυτών· εκ Σουάμ, η συγγένεια των Σουαμιτών· αύται είναι αι συγγένειαι Δαν κατά τας συγγενείας αυτών·
43. πάσαι αι συγγένειαι των Σουαμιτών, κατά την απαρίθμησιν αυτών, ήσαν εξήκοντα τέσσαρες χιλιάδες και τετρακόσιοι.
44. Οι υιοί Ασήρ κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εξ Ιεμνά, η συγγένεια των Ιεμνιτών· εξ Ιεσουΐ, η συγγένεια των Ιεσουϊτών· εκ Βεριά, η συγγένεια των Βεριαϊτών·
45. εκ των υιών Βεριά ήσαν, εξ Έβερ, η συγγένεια των Εβεριτών· εκ Μαλχιήλ, η συγγένεια των Μαλχιηλιτών·
46. και το όνομα της θυγατρός του Ασήρ ήτο Σάρα.
47. Αύται είναι αι συγγένειαι των υιών Ασήρ κατά την απαρίθμησιν αυτών, πεντήκοντα τρεις χιλιάδες και τετρακόσιοι.
48. Οι υιοί Νεφθαλί κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν, εξ Ιασιήλ, συγγένεια των Ιασιηλιτών· εκ Γουνί, η συγγένεια των Γουνιτών·
49. εξ Ιεσέρ, η συγγένεια των Ιεσεριτών· εκ Σιλλήμ, η συγγένεια των Σιλλημιτών.
50. Αύται είναι αι συγγένειαι Νεφθαλί κατά τας συγγενείας αυτών· και απαρίθμησις αυτών ήτο τεσσαράκοντα πέντε χιλιάδες και τετρακόσιοι.
51. Αύτη είναι η απαρίθμησις των υιών Ισραήλ, εξακόσιαι χιλιάδες και χίλιοι επτακόσιοι τριάκοντα.
52. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,
53. Εις τούτους θέλει μοιρασθή η γη εις κληρονομίαν κατά τον αριθμόν των ονομάτων αυτών·
54. εις τους περισσοτέρους θέλεις δώσει περισσοτέραν κληρονομίαν και εις τους ολιγωτέρους θέλεις δώσει ολιγωτέραν κληρονομίαν· εις έκαστον θέλει δοθή κληρονομία αυτού κατά την απαρίθμησιν αυτού·
55. και η γη θέλει μοιρασθή διά κλήρων· κατά τα ονόματα των φυλών, κατά τας πατριάς αυτών, θέλουσι κληρονομήσει·
56. κατά τον κλήρον θέλει μοιρασθή η κληρονομία αυτών μεταξύ πολλών και ολίγων.
57. Και αύτη είναι η απαρίθμησις των Λευϊτών, κατά τας συγγενείας αυτών· εκ Γηρσών, η συγγένεια των Γηρσωνιτών· εκ Καάθ, η συγγένεια των Κααθιτών· εκ Μεραρί, η συγγένεια των Μεραριτών.
58. Αύται είναι αι συγγένειαι των Λευϊτών· η συγγένεια των Λιβνιτών, η συγγένεια των Χεβρωνιτών, η συγγένεια των Μααλιτών, συγγένεια των Μουσιτών, η συγγένεια των Κοραϊτών· και ο Καάθ εγέννησε τον Αμράμ.
59. Το δε όνομα της γυναικός του Αμράμ ήτο Ιωχαβέδ, θυγάτηρ του Λευΐ, ήτις εγεννήθη εις τον Λευΐ εν Αιγύπτω· και εγέννησεν εις τον Αμράμ τον Ααρών και τον Μωϋσήν και Μαριάμ την αδελφήν αυτών.
60. Και εγεννήθησαν εις τον Ααρών Ναδάβ και Αβιούδ, Ελεάζαρ και Ιθάμαρ.
61. Απέθανον δε ο Ναδάβ και ο Αβιούδ, ότε προσέφεραν πυρ ξένον ενώπιον του Κυρίου.
62. Και η απαρίθμησις αυτών ήτο εικοσιτρείς χιλιάδες, παν αρσενικόν από ενός μηνός και επάνω· διότι δεν απηριθμήθησαν μεταξύ των υιών Ισραήλ, επειδή δεν εδόθη εις αυτούς κληρονομία μεταξύ των υιών Ισραήλ.
63. Ούτοι είναι οι απαριθμηθέντες διά του Μωϋσέως και Ελεάζαρ του ιερέως, οίτινες απηρίθμησαν τους υιούς Ισραήλ εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ.
64. Μεταξύ δε τούτων δεν ευρίσκετο άνθρωπος εκ των απαριθμηθέντων υπό του Μωϋσέως και Ααρών του ιερέως, ότε απηρίθμησαν τους υιούς Ισραήλ εν τη ερήμω Σινά.
65. Διότι ο Κύριος είπε περί αυτών, Εξάπαντος θέλουσιν αποθάνει εν τη ερήμω. Και δεν εναπελείφθη εξ αυτών ουδείς, ει μη Χάλεβ ο υιός του Ιεφοννή και Ιησούς ο υιός του Ναυή.

ΑΡΙΘΜΟΙ 27o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
Numbers 27
1. Και προσήλθον αι θυγατέρες του Σαλπαάδ, υιού του Εφέρ, υιού του Γαλαάδ, υιού του Μαχείρ, υιού του Μανασσή, εκ των συγγενειών Μανασσή υιού του Ιωσήφ. Και ταύτα είναι τα ονόματα των θυγατέρων αυτού· Μααλά, Νουά και Αγλά και Μελχά και Περσά.
2. Και εστάθησαν ενώπιον του Μωϋσέως και ενώπιον Ελεάζαρ του ιερέως και ενώπιον των αρχόντων και πάσης της συναγωγής εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου, λέγουσαι,
3. Ο πατήρ ημών απέθανεν εν τη ερήμω· και αυτός δεν ήτο εν τη συνοδία των συναθροισθέντων κατά του Κυρίου εν τη συνοδία του Κορέ, αλλ' απέθανε δι' ιδίαν αυτού αμαρτίαν και δεν είχεν υιούς·
4. διά τι να εξαλειφθή το όνομα του πατρός ημών εκ μέσου της συγγενείας αυτού, διότι δεν έχει υιόν; δότε εις ημάς κληρονομίαν μεταξύ των αδελφών του πατρός ημών.
5. Και έφερεν ο Μωϋσής την κρίσιν αυτών ενώπιον του Κυρίου.
6. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
7. Ορθώς λαλούσιν αι θυγατέρες του Σαλπαάδ· εξάπαντος θέλεις δώσει εις αυτάς κτήμα εις κληρονομίαν μεταξύ των αδελφών του πατρός αυτών· και θέλεις διαβιβάσει εις αυτάς την κληρονομίαν του πατρός αυτών.
8. Και θέλεις λαλήσει προς τους υιούς Ισραήλ λέγων, Εάν άνθρωπός τις αποθάνη και δεν έχη υιόν, τότε θέλετε διαβιβάσει την κληρονομίαν αυτού εις την θυγατέρα αυτού.
9. Και εάν δεν έχη θυγατέρα, τότε θέλετε δώσει την κληρονομίαν αυτού εις τους αδελφούς αυτού.
10. Και εάν δεν έχη αδελφούς, τότε θέλετε δώσει την κληρονομίαν αυτού εις τους αδελφούς του πατρός αυτού.
11. Εάν δε ο πατήρ αυτού δεν έχη αδελφούς, τότε θέλετε δώσει την κληρονομίαν αυτού εις τον συγγενή αυτού τον πλησιέστερον εκ της συγγενείας αυτού, και ούτος θέλει εξουσιάζει αυτήν. Και τούτο θέλει είσθαι εις τους υιούς Ισραήλ διάταγμα κρίσεως, καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν.
12. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Ανάβα εις τούτο το όρος Αβαρίμ και ιδέ την γην, την οποίαν έδωκα εις τους υιούς Ισραήλ·
13. και αφού ίδης αυτήν, θέλεις προστεθή και συ εις τον λαόν σου, καθώς προσετέθη Ααρών ο αδελφός σου·
14. διότι σεις ηναντιώθητε εις τον λόγον μου εν τη ερήμω Σιν εν τη αντιλογία της συναγωγής, ώστε να με αγιάσητε εις το ύδωρ ενώπιον αυτών. Τούτο είναι το ύδωρ Μεριβά εν Κάδης εν τη ερήμω Σιν.
15. Και ελάλησεν ο Μωϋσής προς τον Κύριον, λέγων,
16. Κύριος, ο Θεός των πνευμάτων πάσης σαρκός, ας διορίση άνθρωπον επί την συναγωγήν,
17. όστις να εξέλθη έμπροσθεν αυτών, και όστις να εισέλθη έμπροσθεν αυτών, και όστις να εξάγη αυτούς, και όστις να εισάγη αυτούς· ώστε να μη ήναι η συναγωγή του Κυρίου ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα.
18. Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Λάβε μετά σου Ιησούν τον υιόν του Ναυή, άνθρωπον εις τον οποίον είναι το πνεύμα, και επίθες την χείρα σου επ' αυτόν·
19. και παράστησον αυτόν ενώπιον Ελεάζαρ του ιερέως και ενώπιον πάσης της συναγωγής και δος εις αυτόν διαταγάς ενώπιον αυτών·
20. και θέλεις επιθέσει επ' αυτόν από της δόξης σου, διά να υπακούωσιν εις αυτόν πάσα η συναγωγή των υιών Ισραήλ·
21. και θέλει παρασταθή ενώπιον Ελεάζαρ του ιερέως, όστις θέλει ερωτήσει περί αυτού κατά την κρίσιν του Ουρίμ ενώπιον του Κυρίου· κατά τον λόγον αυτού θέλουσιν εξέρχεσθαι και κατά τον λόγον αυτού θέλουσιν εισέρχεσθαι, αυτός και πάντες οι υιοί Ισραήλ μετ' αυτού και πάσα η συναγωγή.
22. Και έκαμεν ο Μωϋσής, καθώς προσέταξεν εις αυτόν ο Κύριος· και έλαβε τον Ιησούν και παρέστησεν αυτόν ενώπιον Ελεάζαρ του ιερέως, και ενώπιον πάσης της συναγωγής·
23. και επέθηκε τας χείρας αυτού επ' αυτόν και έδωκεν εις αυτόν διαταγάς, καθώς προσέταξε Κύριος διά χειρός του Μωϋσέως.

ΑΡΙΘΜΟΙ 28o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 28
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
2. Πρόσταξον τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Τα δώρα μου, τους άρτους μου, την θυσίαν μου γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς εμέ, προσέχετε να προσφέρητε εις εμέ εν τω πρέποντι καιρώ αυτών.
3. Και θέλεις ειπεί προς αυτούς, Αύτη είναι η διά πυρός γινομένη προσφορά, την οποίαν θέλετε προσφέρει προς τον Κύριον· δύο αρνία ενιαύσια άμωμα καθ' ημέραν, εις παντοτεινόν ολοκαύτωμα.
4. Το εν αρνίον θέλεις προσφέρει το πρωΐ, και το άλλο αρνίον θέλεις προσφέρει το δειλινόν.
5. Και διά προσφοράν εξ αλφίτων θέλετε προσφέρει σεμίδαλιν, το δέκατον του εφά, εζυμωμένην με έλαιον από ελαίας κοπανισμένας, το τέταρτον του ιν.
6. Τούτο είναι παντοτεινόν ολοκαύτωμα, διωρισμένον εν τω όρει Σινά, εις οσμήν ευωδίας, θυσία γινομένη διά πυρός εις τον Κύριον.
7. Και η σπονδή αυτού θέλει είσθαι το τέταρτον του ιν διά το εν αρνίον· εις το αγιαστήριον θέλεις χύσει σίκερα διά σπονδήν εις τον Κύριον.
8. Και το άλλο αρνίον θέλεις προσφέρει το δειλινόν· κατά την εξ αλφίτων προσφοράν της πρωΐας και κατά την σπονδήν αυτής θέλεις προσφέρει αυτό θυσίαν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
9. και την ημέραν του σαββάτου θέλεις προσφέρει δύο αρνία ενιαύσια άμωμα, και δύο δέκατα σεμιδάλεως εζυμωμένης με έλαιον διά προσφοράν εξ αλφίτων, και την σπονδήν αυτής.
10. τούτο είναι το ολοκαύτωμα εκάστου σαββάτου εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της σπονδής αυτού.
11. Και εις τας νεομηνίας σας θέλετε προσφέρει ολοκαύτωμα προς τον Κύριον, δύο μόσχους και ένα κριόν, επτά αρνία ενιαύσια, άμωμα·
12. και δι' έκαστον μόσχον τρία δέκατα σεμιδάλεως εζυμωμένης με έλαιον διά προσφοράν εξ αλφίτων, και διά τον ένα κριόν δύο δέκατα σεμιδάλεως εζυμωμένης με έλαιον διά προσφοράν εξ αλφίτων·
13. και ανά εν δέκατον σεμιδάλεως εζυμωμένης με έλαιον διά προσφοράν εξ αλφίτων δι' έκαστον αρνίον, προς ολοκαύτωμα, θυσίαν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
14. Και η σπονδή αυτών θέλει είσθαι οίνος, το ήμισυ του ιν διά τον μόσχον, και το τρίτον του ιν διά τον κριόν, και το τέταρτον του ιν διά το αρνίον. Τούτο είναι το ολοκαύτωμα εκάστου μηνός, κατά τους μήνας του ενιαυτού.
15. Και εις τράγος εξ αιγών θέλει προσφέρεσθαι προς τον Κύριον εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της σπονδής αυτού.
16. Και την δεκάτην τετάρτην ημέραν του πρώτου μηνός είναι το πάσχα του Κυρίου.
17. Και την δεκάτην πέμπτην του μηνός τούτον είναι εορτή· επτά ημέρας θέλουσι τρώγεσθαι άζυμα.
18. Εν τη πρώτη ημέρα θέλει είσθαι συγκάλεσις αγία· δεν θέλετε κάμνει ουδέν έργον δουλευτικόν.
19. Και θέλετε προσφέρει θυσίαν γινομένην διά πυρός, ολοκαύτωμα προς τον Κύριον, δύο μόσχους εκ βοών και ένα κριόν και επτά αρνία ενιαύσια· άμωμα θέλουσιν είσθαι εις εσάς.
20. Και η εξ αλφίτων προσφορά αυτών θέλει είσθαι σεμίδαλις εζυμωμένη με έλαιον· τρία δέκατα θέλετε προσφέρει διά τον μόσχον και δύο δέκατα διά τον κριόν.
21. Ανά εν δέκατον θέλεις προσφέρει δι' έκαστον αρνίον, κατά τα επτά αρνία·
22. και ένα τράγον εις προσφοράν περί αμαρτίας, διά να γείνη εξιλέωσις διά σας.
23. Εκτός του ολοκαυτώματος της πρωΐας, το οποίον είναι διά ολοκαύτωμα παντοτεινόν, θέλετε προσφέρει ταύτα.
24. Ούτω θέλετε προσφέρει καθ' ημέραν εις τας επτά ημέρας, τα δώρα τα προς θυσίαν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον. Τούτο θέλει προσφέρεσθαι εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της σπονδής αυτού.
25. Και εν τη ημέρα τη εβδόμη θέλετε έχει συγκάλεσιν αγίαν· δεν θέλετε κάμνει ουδέν έργον δουλευτικόν.
26. Και εν τη ημέρα των απαρχών, όταν προσφέρητε νέαν εξ αλφίτων προσφοράν προς τον Κύριον, εις το τέλος των εβδομάδων σας, θέλετε έχει συγκάλεσιν αγίαν· δεν θέλετε κάμνει ουδέν έργον δουλευτικόν.
27. Και θέλετε προσφέρει ολοκαύτωμα εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον, δύο μόσχους εκ βοών, ένα κριόν, επτά αρνία ενιαύσια·
28. και η εξ αλφίτων προσφορά αυτών θέλει είσθαι σεμίδαλις εζυμωμένη με έλαιον, τρία δέκατα δι' έκαστον μόσχον, δύο δέκατα διά τον ένα κριόν,
29. ανά εν δέκατον δι' έκαστον αρνίον, κατά τα επτά αρνία·
30. ένα τράγον εξ αιγών, διά να γείνη εξιλέωσις διά σας.
31. Εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού, ταύτα θέλετε προσφέρει, άμωμα θέλουσιν είσθαι εις εσάς, και τας σπονδάς αυτών.

ΑΡΙΘΜΟΙ 29o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 29
1. Και εν τω μηνί τω εβδόμω, τη πρώτη του μηνός, θέλετε έχει συγκάλεσιν αγίαν· δεν θέλετε κάμνει ουδέν έργον δουλευτικόν· αύτη είναι εις εσάς ημέρα αλαλαγμού σαλπίγγων.
2. Και θέλετε προσφέρει ολοκαύτωμα εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον, ένα μόσχον εκ βοών, ένα κριόν, επτά αρνία ενιαύσια, άμωμα·
3. και η εξ αλφίτων προσφορά αυτών θέλει είσθαι σεμίδαλις εζυμωμένη με έλαιον, τρία δέκατα διά τον μόσχον, δύο δέκατα διά τον κριόν,
4. και εν δέκατον δι' έκαστον αρνίον, κατά τα επτά αρνία·
5. και ένα τράγον εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας, διά να γείνη εξιλέωσις διά σάς·
6. εκτός του ολοκαυτώματος του μηνός και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και των σπονδών αυτών, κατά το διατεταγμένον περί αυτών, θυσίαν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
7. Και τη δεκάτη τούτου του εβδόμου μηνός θέλετε έχει συγκάλεσιν αγίαν· και θέλετε ταπεινώσει τας ψυχάς σας· ουδεμίαν εργασίαν θέλετε κάμνει·
8. και θέλετε προσφέρει ολοκαύτωμα προς τον Κύριον εις οσμήν ευωδίας, ένα μόσχον εκ βοών, ένα κριόν, επτά αρνία ενιαύσια· άμωμα θέλουσιν είσθαι εις εσάς.
9. Και η εξ αλφίτων προσφορά αυτών θέλει είσθαι σεμίδαλις εζυμωμένη με έλαιον, τρία δέκατα διά τον μόσχον, δύο δέκατα διά τον ένα κριόν,
10. ανά εν δέκατον δι' έκαστον αρνίον, κατά τα επτά αρνία·
11. ένα τράγον εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός της προς εξιλέωσιν περί αμαρτίας προσφοράς και του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και των σπονδών αυτών.
12. Και τη δεκάτη πέμπτη ημέρα του εβδόμου μηνός θέλετε έχει συγκάλεσιν αγίαν· δεν θέλετε κάμνει ουδέν έργον δουλευτικόν· και θέλετε εορτάζει εορτήν εις τον Κύριον επτά ημέρας.
13. Και θέλετε προσφέρει ολοκαύτωμα, θυσίαν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον, δεκατρείς μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια· άμωμα θέλουσιν είσθαι.
14. Και η εξ αλφίτων προσφορά αυτών θέλει είσθαι σεμίδαλις εζυμωμένη με έλαιον, τρία δέκατα δι' έκαστον μόσχον εκ των δεκατριών μόσχων, δύο δέκατα δι' έκαστον κριόν εκ των δύο κριών,
15. και ανά εν δέκατον δι' έκαστον αρνίον κατά τα δεκατέσσαρα αρνία·
16. και ένα τράγον εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος, της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
17. Και τη δευτέρα ημέρα θέλετε προσφέρει δώδεκα μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια, άμωμα·
18. και την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τους μόσχους, διά τους κριούς και διά τα αρνία, κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον·
19. και ένα τράγον αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και των σπονδών αυτών.
20. Και τη τρίτη ημέρα ένδεκα μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια, άμωμα·
21. και την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τους μόσχους, διά τους κριούς και διά τα αρνία, κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον·
22. και ένα τράγον εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
23. Και τη τετάρτη ημέρα δέκα μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια, άμωμα·
24. την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τους μόσχους, διά τους κριούς και διά τα αρνία κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον·
25. και ένα τράγον εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος, της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
26. Και τη πέμπτη ημέρα εννέα μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια, άμωμα·
27. και την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τους μόσχους, διά τους κριούς και διά τα αρνία, κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον·
28. και ένα τράγον εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
29. Και τη έκτη ημέρα οκτώ μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια, άμωμα·
30. και την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τους μόσχους, διά τους κριούς και διά τα αρνία κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον·
31. και ένα τράγον εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος, της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
32. Και τη εβδόμη ημέρα επτά μόσχους, δύο κριούς, δεκατέσσαρα αρνία ενιαύσια, άμωμα·
33. και την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τους μόσχους, διά τους κριούς και διά τα αρνία κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον περί αυτών·
34. και ένα τράγον εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος, της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
35. Τη ογδόη ημέρα θέλετε έχει σύναξιν επίσημον· ουδέν έργον δουλευτικόν θέλετε κάμνει·
36. και θέλετε προσφέρει ολοκαύτωμα, θυσίαν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον, ένα μόσχον, ένα κριόν, επτά αρνία ενιαύσια, άμωμα·
37. την εξ αλφίτων προσφοράν αυτών και τας σπονδάς αυτών, διά τον μόσχον, διά την κριόν και διά τα αρνία κατά τον αριθμόν αυτών, ως είναι διατεταγμένον·
38. και ένα τράγον εις προσφοράν περί αμαρτίας, εκτός του παντοτεινού ολοκαυτώματος και της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού και της σπονδής αυτού.
39. ταύτα θέλετε κάμνει προς τον Κύριον εις τας διωρισμένας εορτάς σας, εκτός των ευχών σας και των αυτοπροαιρέτων προσφορών σας, διά τα ολοκαυτώματά σας και διά τας εξ αλφίτων προσφοράς σας και διά τας σπονδάς σας και διά τας ειρηνικάς προσφοράς σας.
40. Και ελάλησεν ο Μωϋσής προς τους υιούς Ισραήλ κατά πάντα όσα προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.

ΑΡΙΘΜΟΙ 30o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 30
1. Και ελάλησεν ο Μωϋσής προς τους άρχοντας των φυλών των υιών Ισραήλ, λέγων, Ούτος είναι ο λόγος τον οποίον προσέταξεν ο Κύριος·
2. Όταν άνθρωπός τις κάμη ευχήν προς τον Κύριον ή ομόση όρκον, ώστε να δέση την ψυχήν αυτού με δεσμόν, δεν θέλει παραβή τον λόγον αυτού θέλει κάμει κατά πάντα όσα εξήλθον εκ του στόματος αυτού.Αριθ.κα'.2, Λευτ.ε'.4, Κριτ.ια'.30,35, Εκκλ.ε'.4, Πραξ.κγ'.14, Ματθ.ιδ'.7,9
3. Εάν δε γυνή τις κάμη ευχήν προς τον Κύριον και δέση εαυτήν με δεσμόν εν τη οικία του πατρός αυτής εις την νεότητα αυτής,
4. και ακούση ο πατήρ αυτής την ευχήν αυτής και τον δεσμόν αυτής διά του οποίου έδεσε την ψυχήν αυτής και σιωπήση προς αυτήν ο πατήρ αυτής, τότε πάσαι αι ευχαί αυτής θέλουσι μένει και πας δεσμός, διά του οποίου έδεσε την ψυχήν αυτής, θέλει μένει.
5. Εάν δε ο πατήρ αυτής δεν συγκατανεύση εις αυτήν, καθ' ην ημέραν ακούση, πάσαι αι ευχαί αυτής ή οι δεσμοί αυτής, διά των οποίων έδεσε την ψυχήν αυτής, δεν θέλουσι μένει και ο Κύριος θέλει συγχωρήσει αυτήν, διότι ο πατήρ αυτής δεν συγκατένευσεν εις αυτήν.
6. Εάν όμως έχουσα άνδρα ηυχήθη ή επρόφερέ τι διά των χειλέων αυτής, διά του οποίου έδεσε την ψυχήν αυτής,
7. και ήκουσεν ο ανήρ αυτής και εσιώπησε προς αυτήν, καθ' ην ημέραν ήκουσε, τότε αι ευχαί αυτής θέλουσι μένει και οι δεσμοί αυτής, διά των οποίων έδεσε την ψυχήν αυτής, θέλουσι μένει.
8. Εάν όμως ο ανήρ αυτής δεν συγκατένευσεν εις αυτήν, καθ' ην ημέραν ήκουσε, τότε θέλει ακυρώσει την ευχήν αυτής, την οποίαν ηυχήθη, και ό,τι επρόφερε διά των χειλέων αυτής, διά του οποίου έδεσε την ψυχήν αυτής· και ο Κύριος θέλει συγχωρήσει αυτήν.
9. Πάσα όμως ευχή χήρας ή γυναικός αποβεβλημένης, διά της οποίας έδεσε την ψυχήν αυτής, θέλει μένει επ' αυτήν.
10. Και εάν ηυχήθη εν τη οικία του ανδρός αυτής ή έδεσε την ψυχήν αυτής με δεσμόν όρκου,
11. και ήκουσεν ο ανήρ αυτής και εσιώπησε προς αυτήν και δεν ηναντιώθη εις αυτήν, τότε πάσαι αι ευχαί αυτής θέλουσι μένει και πάντες οι δεσμοί, διά των οποίων έδεσε την ψυχήν αυτής, θέλουσι μένει.
12. Εάν όμως ο ανήρ αυτής ηκύρωσεν αυτά ρητώς, καθ' ην ημέραν ήκουσε, παν ό,τι εξήλθεν εκ των χειλέων αυτής περί των ευχών αυτής και περί του δεσμού της ψυχής αυτής δεν θέλει μένει· ο ανήρ αυτής ηκύρωσεν αυτά και ο Κύριος θέλει συγχωρήσει αυτήν.
13. Πάσαν ευχήν και πάντα όρκον υποχρεόνοντα εις κακουχίαν ψυχής ο ανήρ αυτής δύναται να επικυρώση ή ο ανήρ αυτής δύναται να ακυρώση·
14. εάν όμως ο ανήρ αυτής σιωπήση διόλου προς αυτήν από ημέρας εις ημέραν, τότε επικυρόνει πάσας τας ευχάς αυτής ή πάντας τους δεσμούς αυτής, οίτινες είναι επ' αυτήν· αυτός επεκύρωσεν αυτά, διότι εσιώπησε προς αυτήν, καθ' ην ημέραν ήκουσεν.
15. Εάν όμως ηκύρωσεν αυτά ρητώς αφού ήκουσε, τότε θέλει βαστάσει την αμαρτίαν αυτής.
16. Ταύτα είναι τα διατάγματα, τα οποία προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν, μεταξύ ανδρός και γυναικός αυτού και μεταξύ πατρός και θυγατρός αυτού εν τη νεότητι αυτής εν τη οικία του πατρός αυτής.
[>]