ΑΡΙΘΜΟΙ 31o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
 Numbers 31
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
2. Κάμε την εκδίκησιν των υιών Ισραήλ κατά των Μαδιανιτών· έπειτα θέλεις προστεθή εις τον λαόν σου.
3. Και ελάλησεν ο Μωϋσής προς τον λαόν, λέγων, Ας οπλισθώσιν από σας άνδρες εις πόλεμον και ας υπάγωσιν εναντίον του Μαδιάμ, διά να εκδικήσωσι τον Κύριον κατά του Μαδιάμ·
4. ανά χιλίους από πάσης φυλής, εκ πασών των φυλών του Ισραήλ, θέλετε αποστείλει εις τον πόλεμον.
5. Και εξηριθμήθησαν εκ των χιλιάδων του Ισραήλ χίλιοι από πάσης φυλής, δώδεκα χιλιάδες ώπλισμένοι εις πόλεμον.
6. Και απέστειλεν αυτούς ο Μωϋσής εις τον πόλεμον, χιλίους από πάσης φυλής, αυτούς και Φινεές τον υιόν του Ελεάζαρ του ιερέως, εις τον πόλεμον, μετά των σκευών των αγίων και μετά των σαλπίγγων του αλαλαγμού εις τας χείρας αυτού.
7. Και επολέμησαν εναντίον του Μαδιάμ, καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν, και εθανάτωσαν παν αρσενικόν.
8. Και εκτός των θανατωθέντων και τους βασιλείς του Μαδιάμ εθανάτωσαν, τον Ευΐ και τον Ρεκέμ και τον Σούρ και τον Ουρ και τον Ρεβά, πέντε βασιλείς του Μαδιάμ· και τον Βαλαάμ υιόν του Βεώρ εθανάτωσαν εν μαχαίρα.
9. Και ηχμαλώτισαν οι υιοί Ισραήλ τας γυναίκας του Μαδιάμ και τα παιδία αυτών, και πάντα τα κτήνη αυτών και πάντα τα ποίμνια αυτών και πάντα τα υπάρχοντα αυτών ελεηλάτησαν.
10. Και πάσας τας πόλεις αυτών κατά τας κατοικίας αυτών, και πάντας τους πύργους αυτών, κατέκαυσαν εν πυρί.
11. Και έλαβον πάντα τα λάφυρα και πάσαν την λεηλασίαν από ανθρώπου έως κτήνους.
12. Και έφεραν προς τον Μωϋσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς την συναγωγήν των υιών Ισραήλ τους αιχμαλώτους, και τα λάφυρα και την λεηλασίαν, εις το στρατόπεδον, εις τας πεδιάδας του Μωάβ, τας παρά τον Ιορδάνην, κατέναντι της Ιεριχώ.
13. Και εξήλθον ο Μωϋσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής εις συνάντησιν αυτών έξω του στρατοπέδου.
14. Και εθυμώθη ο Μωϋσής εναντίον των αρχηγών του στρατεύματος, των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων, των ελθόντων από της παρατάξεως του πολέμου·
15. και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Ζώσας αφήσατε πάσας τας γυναίκας;
16. ιδού, αύται έγειναν αιτία εις τους υιούς Ισραήλ, κατά την συμβουλήν του Βαλαάμ, να ανομήσωσιν εναντίον του Κυρίου εις την υπόθεσιν του Φεγώρ, και έγεινεν η πληγή επί της συναγωγής του Κυρίου·
17. και τώρα θανατώσατε εκ των παιδίων πάντα τα αρσενικά, και θανατώσατε πάσας τας γυναίκας, όσαι εγνώρισαν άνδρα, κοιμηθείσαι μετ' αυτού·
18. πάντα όμως τα κοράσια, όσα δεν εγνώρισαν κοίτην ανδρός, φυλάξατε ζώντα δι' εαυτούς·
19. και μείνατε έξω του στρατοπέδου επτά ημέρας· όστις εθανάτωσεν άνθρωπον, και όστις ήγγισε πεφονευμένον, καθαρίσθητε σεις και οι αιχμάλωτοί σας την τρίτην ημέραν και την εβδόμην ημέραν·
20. και καθαρίσατε πάντα τα ιμάτια και πάντα τα σκεύη τα δερμάτινα και πάντα τα ειργασμένα εκ τριχών αιγός και πάντα τα ξύλινα σκεύη.
21. Και είπεν Ελεάζαρ ο ιερεύς προς τους πολεμιστάς τους ερχομένους εις τον πόλεμον, Τούτο είναι το πρόσταγμα του νόμου, τον οποίον προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν·
22. πλην το χρυσίον και το αργύριον, τον χαλκόν, τον σίδηρον, τον κασσίτερον και τον μόλυβδον,
23. παν ό,τι δύναται να εμβή εις το πυρ, θέλετε περάσει διά του πυρός και θέλει είσθαι καθαρόν· πρέπει όμως να καθαρισθή και διά του ύδατος του καθαρισμού· και παν ό,τι δεν εμβαίνει εις το πυρ, θέλετε περάσει διά του ύδατος·
24. και θέλετε πλύνει τα ιμάτιά σας την εβδόμην ημέραν και θέλετε είσθαι καθαροί· και μετά ταύτα θέλετε εισέλθει εις το στρατόπεδον.
25. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
26. Λάβε τον αριθμόν των λαφύρων της αιχμαλωσίας, από ανθρώπου έως κτήνους, συ και Ελεάζαρ ο ιερεύς και οι αρχηγοί των πατριών της συναγωγής·
27. και διαίρεσον τα λάφυρα εις δύο μεταξύ των πολεμιστών των εξελθόντων εις τον πόλεμον και πάσης της συναγωγής·
28. και αφαίρεσον διά τον Κύριον απόδομα εκ των ανδρών, των πολεμιστών, των εξελθόντων εις τον πόλεμον, ανά εν εκ πεντακοσίων, από ανθρώπων και από βοών και από όνων και από προβάτων·
29. από του ημίσεως αυτών θέλετε λάβει και δώσει εις Ελεάζαρ τον ιερέα προσφοράν του Κυρίου·
30. και από του ημίσεως μεριδίον των υιών Ισραήλ θέλεις λάβει εν μερίδιον από πεντήκοντα, από ανθρώπων, από βοών, από όνων και από προβάτων, από παντός κτήνους, και θέλεις δώσει αυτά εις τους Λευΐτας, τους φυλάττοντας τας φυλακάς της σκηνής του Κυρίου.
31. Και έκαμεν ο Μωϋσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν.
32. Και τα λάφυρα τα εναπολειφθέντα εκ της λεηλασίας, την οποίαν έκαμον οι άνδρες οι πολεμισταί, ήσαν πρόβατα εξακόσια, εβδομήκοντα πέντε χιλιάδες,
33. και βόες εβδομήκοντα δύο χιλιάδες,
34. και όνοι χιλιάδες εξήκοντα μία,
35. και ψυχαί ανθρώπων, από των γυναικών αίτινες δεν εγνώρισαν κοίτην ανδρός, πάσαι αι ψυχαί, τριάκοντα δύο χιλιάδες.
36. Και το ήμισυ, το μερίδιον των εξελθόντων εις τον πόλεμον, ήτο κατά τον αριθμόν, τα πρόβατα τριακόσια τριάκοντα επτά χιλιάδες και πεντακόσια·
37. και το απόδομα του Κυρίου από των προβάτων ήτο εξακόσια εβδομήκοντα πέντε·
38. και οι βόες τριάκοντα εξ χιλιάδες, και το απόδομα του Κυρίου εβδομήκοντα δύο·
39. και οι όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι, και το απόδομα του Κυρίου εις και εξήκοντα·
40. και ψυχαί ανθρώπων ήσαν δεκαέξ χιλιάδες, και το απόδομα του Κυρίου τριάκοντα δύο ψυχαί.
41. Και έδωκεν ο Μωϋσής το απόδομα, την προσφοράν του Κυρίου, εις Ελεάζαρ τον ιερέα, καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν.
42. Και από του ημίσεως μεριδίου των υιών Ισραήλ, το οποίον ο Μωϋσής εξεχώρισεν από του μεριδίου των ανδρών των πολεμιστών·
43. και τούτο το ήμισυ της συναγωγής ήτο πρόβατα τριακόσια τριάκοντα επτά χιλιάδες και πεντακόσια,
44. και βόες τριάκοντα εξ χιλιάδες,
45. και όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι,
46. και ψυχαί ανθρώπων δεκαέξ χιλιάδες·
47. και έλαβεν ο Μωϋσής από του ημίσεως μεριδίου των υιών Ισραήλ ανά εν εκ πεντήκοντα, από ανθρώπων και από κτηνών, και έδωκεν αυτά εις τους Λευΐτας, τους φυλάττοντας τας φυλακάς της σκηνής του Κυρίου, καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν
48. Και προσήλθον εις τον Μωϋσήν οι αρχηγοί οι επί των χιλιάδων του στρατεύματος, χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι,
49. και είπον προς τον Μωϋσήν, Οι δούλοί σου έλαβον τον αριθμόν των ανδρών των πολεμιστών των υπό την επιστασίαν ημών, και δεν λείπει εξ ημών ουδέ είς·
50. και εφέραμε τα δώρα του Κυρίου, έκαστος ό,τι εύρηκε, σκεύη χρυσά, αλύσους και βραχιόλια, δακτυλίδια, ενώτια και περιδέραια, διά να γείνη εξιλέωσις υπέρ των ψυχών ημών ενώπιον του Κυρίου.
51. Και έλαβεν ο Μωϋσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρ' αυτών όλον εις σκεύη ειργασμένα.
52. Και παν το χρυσίον της προσφοράς των χιλιάρχων και εκατοντάρχων, το οποίον προσέφεραν εις τον Κύριον, ήτο δεκαέξ χιλιάδες επτακόσιοι πεντήκοντα σίκλοι.
53. Διότι οι άνδρες οι πολεμισταί είχον λαφυραγωγήσει έκαστος δι' εαυτόν.
54. Και έλαβεν ο Μωϋσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρά των χιλιάρχων και εκατοντάρχων και έφεραν αυτό εις την σκηνήν του μαρτυρίου εις μνημόσυνον των υιών Ισραήλ ενώπιον του Κυρίου.

ΑΡΙΘΜΟΙ 32o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 32
1. Οι δε υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γαδ είχον πλήθος κτηνών πολύ σφόδρα· και ότε είδον την γην Ιαζήρ και την γην Γαλαάδ, ότι, ιδού, ο τόπος ήτο τόπος διά κτήνη,
2. οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν ελθόντες είπον προς τον Μωϋσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς τους άρχοντας της συναγωγής, λέγοντες,
3. Η Αταρώθ και Δαιβών και Ιαζήρ και Νιμρά και Εσεβών και Ελεαλή και Σεβάμ και Νεβώ και Βαιών,
4. η γη την οποίαν επάταξεν ο Κύριος έμπροσθεν της συναγωγής του Ισραήλ, είναι γη κτηνοτρόφος και οι δούλοί σου έχουσι κτήνη·
5. διά τούτο, είπον, εάν ευρήκαμεν χάριν έμπροσθέν σου, ας δοθή η γη αύτη εις τους δούλους σου διά ιδιοκτησίαν· μη διαβιβάσης ημάς τον Ιορδάνην.
6. Και είπεν ο Μωϋσής προς τους υιούς Γαδ και προς τους υιούς Ρουβήν, Οι αδελφοί σας θέλουσιν υπάγει εις πόλεμον και σεις θέλετε μείνει εδώ;
7. και διά τι δειλιάζετε την καρδίαν των υιών Ισραήλ, διά να μη περάσωσιν εις την γην, την οποίαν ο Κύριος έδωκεν εις αυτούς;
8. ούτως έκαμον οι πατέρες σας, ότε απέστειλα αυτούς από Κάδης-βαρνή διά να ίδωσι την γήν·
9. και ανέβησαν μέχρι της φάραγγος Εσχώλ, και ιδόντες την γην εδειλίασαν την καρδίαν των υιών Ισραήλ, διά να μη εισέλθωσιν εις την γην την οποίαν ο Κύριος έδωκεν εις αυτούς·
10. και εξήφθη η οργή του Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη, και ώμοσε λέγων,
11. Δεν θέλουσιν ιδεί οι άνδρες οι αναβάντες εξ Αιγύπτου, από είκοσι ετών και επάνω, την γην την οποίαν ώμοσα προς τον Αβραάμ, προς τον Ισαάκ και προς τον Ιακώβ· διότι δεν με ηκολούθησαν εντελώς·
12. εκτός Χάλεβ υιού Ιεφοννή του Κενεζίτου και Ιησού υιού του Ναυή· διότι ηκολούθησαν εντελώς τον Κύριον.
13. Και εξήφθη η οργή του Κυρίου κατά του Ισραήλ, και έκαμεν αυτούς να περιπλανώνται εις την έρημον τεσσαράκοντα έτη, εωσού εξωλοθρεύθη πάσα η γενεά, ήτις είχε πράξει το κακόν ενώπιον του Κυρίου.
14. Και ιδού, σεις εσηκώθητε αντί των πατέρων σας, γενεά ανθρώπων αμαρτωλών, διά να εξάψητε περισσότερον την φλόγα της οργής του Κυρίου κατά του Ισραήλ.
15. Επειδή, εάν εκκλίνητε απ' αυτού, έτι πάλιν θέλει αφήσει τον Ισραήλ εν τη ερήμω και θέλετε εξολοθρεύσει πάντα τον λαόν τούτον.
16. Και προσήλθον εις αυτόν και είπον, Θέλομεν οικοδομήσει ενταύθα μάνδρας διά τα κτήνη ημών και πόλεις διά τα παιδία ημών·
17. ημείς δε ώπλισμένοι θέλομεν προχωρεί πρόθυμοι έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, εωσού φέρωμεν αυτούς εις τον τόπον αυτών· τα δε παιδία ημών θέλουσι κατοικεί εις τετειχισμένας πόλεις, διά τους κατοίκους του τόπου·
18. δεν θέλομεν επιστρέψει εις τας οικίας ημών, εωσού οι υιοί Ισραήλ κληρονομήσωσιν έκαστος την κληρονομίαν αυτού·
19. διότι ημείς δεν θέλομεν να κληρονομήσωμεν μετ' αυτών πέραν του Ιορδάνου και επέκεινα· διότι η κληρονομία ημών έπεσεν εις ημάς εντεύθεν του Ιορδάνου προς ανατολάς.
20. Και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Εάν κάμητε κατά τον λόγον τούτον, εάν προχωρήτε ώπλισμένοι έμπροσθεν του Κυρίου εις πόλεμον,
21. και διαβήτε πάντες, ώπλισμένοι τον Ιορδάνην έμπροσθεν του Κυρίου, εωσού εκδιώξη τους εχθρούς αυτού απ' έμπροσθεν αυτού,
22. και υποταχθή η γη έμπροσθεν του Κυρίου· τότε μετά ταύτα θέλετε επιστρέψει και θέλετε είσθαι αθώοι ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον του Ισραήλ, και θέλετε έχει την γην ταύτην ιδιοκτησίαν σας ενώπιον του Κυρίου·
23. εάν όμως δεν κάμητε ούτως, ιδού, θέλετε αμαρτήσει ενώπιον του Κυρίου· και ας ήσθε βέβαιοι ότι θέλει σας ευρή η αμαρτία σας·
24. οικοδομήσατε πόλεις διά τα παιδία σας και μάνδρας διά τα πρόβατά σας και κάμετε εκείνο, το οποίον εξήλθεν εκ του στόματός σας.
25. Και είπον οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν προς τον Μωϋσήν, λέγοντες, Οι δούλοί σου θέλουσι κάμει καθώς ο κύριός μου προστάζει·
26. τα παιδία ημών, αι γυναίκες ημών, τα ποίμνια ημών και πάντα τα κτήνη ημών θέλουσι μένει ενταύθα εις τας πόλεις του Γαλαάδ·
27. οι δούλοί σου όμως θέλουσι διαβή πάντες ώπλισμένοι, παρατεταγμένοι ενώπιον του Κυρίου εις μάχην, καθώς λέγει ο κύριός μου.
28. Τότε ο Μωϋσής έδωκε προσταγήν περί αυτών εις Ελεάζαρ τον ιερέα και εις τον Ιησούν υιόν του Ναυή και εις τους αρχηγούς των πατριών των φυλών των υιών Ισραήλ·
29. και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Εάν οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν διαβώσι με σας τον Ιορδάνην, πάντες ώπλισμένοι εις μάχην, έμπροσθεν του Κυρίου, και κατακυριευθή η γη έμπροσθέν σας, τότε θέλετε δώσει εις αυτούς την γην Γαλαάδ εις ιδιοκτησίαν·
30. εάν όμως δεν θέλωσι να διαβώσιν ώπλισμένοι με σας, τότε θέλουσι λάβει κληρονομίαν μεταξύ σας εν τη γη Χαναάν.
31. Και απεκρίθησαν οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν λέγοντες, Ως είπεν ο Κύριος εις τους δούλους σου, ούτω θέλομεν κάμει·
32. ημείς θέλομεν διαβή ώπλισμένοι έμπροσθεν του Κυρίου εις την γην Χαναάν, διά να έχωμεν την ιδιοκτησίαν της κληρονομίας ημών εντεύθεν του Ιορδάνου.
33. Και έδωκεν εις αυτούς ο Μωϋσής, εις τους υιούς Γαδ και εις τους υιούς Ρουβήν και εις το ήμισυ της φυλής Μανασσή υιού του Ιωσήφ, το βασίλειον του Σηών βασιλέως των Αμορραίων και το βασίλειον του Ωγ βασιλέως της Βασάν, την γην μετά των πόλεων αυτής εν τοις ορίοις, τας πόλεις της γης κύκλω.
34. Και οι υιοί Γαδ ωκοδόμησαν την Δαιβών και την Αταρώθ και την Αροήρ
35. και την Ατρώθ-σοφάν και την Ιαζήρ και την Ιογβεά
36. και την Βαιθ-νιμρά και την Βαιθ-αράν, πόλεις οχυράς, και μάνδρας προβάτων.
37. Και οι υιοί Ρουβήν ωκοδόμησαν την Εσεβών και την Ελεαλή και την Κιριαθαΐμ
38. και την Νεβώ και την Βάαλ-μεών, μεταβάλλοντες τα ονόματα αυτών, και την Σιβμά· και έδωκαν άλλα ονόματα εις τας πόλεις, τας οποίας ωκοδόμησαν.
39. Και οι υιοί Μαχείρ υιού του Μανασσή υπήγαν εις την Γαλαάδ και εκυρίευσαν αυτήν, εκδιώξαντες τον Αμορραίον τον εν αυτή.
40. Και έδωκεν ο Μωϋσής την Γαλαάδ εις Μαχείρ τον υιόν του Μανασσή· και κατώκησεν εν αυτή.
41. Και Ιαείρ ο υιός του Μανασσή υπήγε και εκυρίευσε τας μικράς πόλεις αυτής· και ωνόμασεν αυτάς Αβώθ-ιαείρ.
42. Και ο Νοβά υπήγε και εκυρίευσε την Καινάθ και τα χωρία αυτής· και ωνόμασεν αυτήν Νοβά, από του ονόματος αυτού.

ΑΡΙΘΜΟΙ 33o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 33
1. Αύται είναι αι οδοιπορίαι των υιών Ισραήλ, των εξελθόντων εκ της γης Αιγύπτου κατά τα στρατεύματα αυτών διά χειρός του Μωϋσέως και του Ααρών.
2. Και έγραψεν ο Μωϋσής τας εξόδους αυτών κατά τας οδοιπορίας αυτών, διά προσταγής του Κυρίου· και αύται είναι αι οδοιπορίαι αυτών κατά τας εξόδους αυτών.
3. Και εσηκώθησαν από Ραμεσσή τον πρώτον μήνα, τη δεκάτη πέμπτη ημέρα του πρώτου μηνός· τη επαύριον του πάσχα εξήλθον οι υιοί Ισραήλ εν χειρί υψηλή ενώπιον πάντων των Αιγυπτίων·
4. ενώ οι Αιγύπτιοι έθαπτον εκείνους, τους οποίους ο Κύριος επάταξε μεταξύ αυτών, παν πρωτότοκον· και εις τους θεούς αυτών έκαμεν ο Κύριος εκδίκησιν.
5. Και σηκωθέντες οι υιοί Ισραήλ από Ραμεσσή, εστρατοπέδευσαν εν Σοκχώθ.
6. Και σηκωθέντες από Σοκχώθ, εστρατοπέδευσαν εν Εθάμ, ήτις είναι εν τω άκρω της ερήμου.
7. Και σηκωθέντες από Εθάμ, έστρεψαν προς Πι-αϊρώθ, ήτις είναι κατέναντι Βέελ-σεφών· και εστρατοπέδευσαν κατέναντι της Μιγδώλ.
8. Και σηκωθέντες απ' έμπροσθεν της Αϊρώθ, διέβησαν διά της θαλάσσης εις την έρημον· και ώδοιπόρησαν οδόν τριών ημερών διά της ερήμου Εθάμ και εστρατοπέδευσαν εν Μερρά.
9. Και σηκωθέντες από Μερρά, ήλθον εις Αιλείμ· και ήσαν εν Αιλείμ δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα δένδρα φοινίκων· και εστρατοπέδευσαν εκεί.
10. Και σηκωθέντες από Αιλείμ, εστρατοπέδευσαν παρά την Ερυθράν θάλασσαν.
11. Και σηκωθέντες από της Ερυθράς θαλάσσης, εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω Σιν.
12. Και σηκωθέντες από της ερήμου Σιν, εστρατοπέδευσαν εν Δοφκά.
13. Και σηκωθέντες από Δοφκά, εστρατοπέδευσαν εν Αιλούς.
14. Και σηκωθέντες από Αιλούς, εστρατοπέδευσαν εν Ραφιδείν, όπου δεν ήτο ύδωρ διά να πίη ο λαός.
15. Και σηκωθέντες από Ραφιδείν, εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω Σινά.
16. Και σηκωθέντες από της ερήμου Σινά, εστρατοπέδευσαν εν Κιβρώθ-αττααβά.
17. Και σηκωθέντες από Κιβρώθ-αττααβά, εστρατοπέδευσαν εν Ασηρώθ.
18. Και σηκωθέντες από Ασηρώθ, εστρατοπέδευσαν εν Ριθμά.
19. Και σηκωθέντες από Ριθμά, εστρατοπέδευσαν εν Ριμμών-φαρές.
20. Και σηκωθέντες από Ριμμών-φαρές, εστρατοπέδευσαν εν Λιβνά.
21. Και σηκωθέντες από Λιβνά, εστρατοπέδευσαν εν Ρισσά.
22. Και σηκωθέντες από Ρισσά, εστρατοπέδευσαν εν Κεελαθά.
23. Και σηκωθέντες από Κεελαθά, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Σαφέρ.
24. Και σηκωθέντες από του όρους Σαφέρ, εστρατοπέδευσαν εν Χαραδά.
25. Και σηκωθέντες από Χαραδά, εστρατοπέδευσαν εν Μακηλώθ.
26. Και σηκωθέντες από Μακηλώθ, εστρατοπέδευσαν εν Ταχάθ.
27. Και σηκωθέντες από Ταχάθ, εστρατοπέδευσαν εν Θαρά.
28. Και σηκωθέντες από Θαρά, εστρατοπέδευσαν εν Μιθκά.
29. Και σηκωθέντες από Μιθκά, εστρατοπέδευσαν εν Ασεμωνά.
30. Και σηκωθέντες από Ασεμωνά, εστρατοπέδευσαν εν Μοσηρώθ.
31. Και σηκωθέντες από Μοσηρώθ, εστρατοπέδευσαν εν Βενέ-ιακάν.
32. Και σηκωθέντες από Βενέ-ιακάν, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Γαδγάδ.
33. Και σηκωθέντες από του όρους Γαδγάδ, εστρατοπέδευσαν εν Ιοτβαθά.
34. Και σηκωθέντες από Ιοτβαθά, εστρατοπέδευσαν εν Εβρωνά.
35. Και σηκωθέντες από Εβρωνά, εστρατοπέδευσαν εν Εσιών-γάβερ.
36. Και σηκωθέντες από Εσιών-γάβερ, εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω Σιν, ήτις είναι η Κάδης.
37. Και σηκωθέντες από Κάδης, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Ωρ, κατά το άκρον της γης Εδώμ.
38. Και ανέβη Ααρών ο ιερεύς, διά προσταγής του Κυρίου, εις το όρος Ωρ και απέθανεν εκεί, το τεσσαρακοστόν έτος της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου, τον πέμπτον μήνα· την πρώτην του μηνός.
39. Και ο Ααρών ήτο εκατόν εικοσιτριών ετών, ότε απέθανεν εν τω όρει Ωρ.
40. Και ήκουσεν ο Χαναναίος, βασιλεύς της Αράδ, όστις κατώκει προς μεσημβρίαν, εν γη Χαναάν, την έλευσιν των υιών Ισραήλ.
41. Και σηκωθέντες από του όρους Ωρ, εστρατοπέδευσαν εν Σαλμωνά.
42. Και σηκωθέντες από Σαλμωνά, εστρατοπέδευσαν εν Φυνών.
43. Και σηκωθέντες από Φυνών, εστρατοπέδευσαν εν Ωβώθ.
44. Και σηκωθέντες από Ωβώθ, εστρατοπέδευσαν εν Ιϊέ-αβαρίμ, κατά τα όρια του Μωάβ.
45. Και σηκωθέντες από Ιείμ, εστρατοπέδευσαν εν Δαιβών-γαδ.
46. Και σηκωθέντες από Δαιβών-γαδ, εστρατοπέδευσαν εν Αλμών-διβλαθαΐμ.
47. Και σηκωθέντες από Αλμών-διβλαθαΐμ, εστρατοπέδευσαν εις τα όρη Αβαρίμ, κατέναντι Νεβώ.
48. Και σηκωθέντες από των ορέων Αβαρίμ, εστρατοπέδευσαν εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ.
49. Και εστρατοπέδευσαν παρά τον Ιορδάνην, από Βαιθ-ιεσιμώθ έως Αβέλ-σιττίμ, εις τας πεδιάδας Μωάβ.
50. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ, λέγων,
51. Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Αφού διαβήτε τον Ιορδάνην προς την γην Χαναάν,
52. θέλετε εκδιώξει πάντας τους κατοίκους της γης απ' έμπροσθέν σας και καταστρέψει πάσας τας εικόνας αυτών και καταστρέψει πάντα τα χυτά είδωλα αυτών και κατεδαφίσει πάντας τους βωμούς αυτών·
53. και θέλετε κυριεύσει την γην και κατοικήσει εν αυτή· διότι εις εσάς έδωκα την γην ταύτην εις κληρονομίαν·
54. και θέλετε διαμοιρασθή την γην διά κλήρων μεταξύ των συγγενειών σας· εις τους περισσοτέρους θέλετε δώσει περισσοτέραν κληρονομίαν, και εις τους ολιγωτέρους θέλετε δώσει ολιγωτέραν κληρονομίαν· εκάστου η κληρονομία θέλει είσθαι εις το μέρος όπου πέση ο κλήρος αυτού· κατά τας φυλάς των πατέρων σας θέλετε κληρονομήσει.
55. Εάν όμως δεν εκδιώξητε τους κατοίκους της γης απ' έμπροσθέν σας, τότε όσους ηθέλετε αφήσει εξ αυτών να μένωσι, θέλουσιν είσθαι άκανθαι εις τους οφθαλμούς σας και κέντρα εις τας πλευράς σας και θέλουσι σας ενοχλεί εν τω τόπω όπου κατοικείτε·
56. και έτι, καθώς εστοχαζόμην να κάμω εις αυτούς, ούτω θέλω κάμει εις εσάς.

ΑΡΙΘΜΟΙ 34o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 34
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,
2. Πρόσταξον τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Όταν εισέλθητε εις την γην Χαναάν, την γην εκείνην ήτις θέλει σας πέσει εις κληρονομίαν, την γην Χαναάν μετά των ορίων αυτής,
3. τότε το μέρος σας το προς μεσημβρίαν θέλει είσθαι από της ερήμου Σιν έως πλησίον Εδώμ· και τα μεσημβρινά όριά σας θέλουσιν είσθαι από του άκρου της αλμυράς θαλάσσης προς ανατολάς·
4. και το όριόν σας θέλει στρέφει από μεσημβρίας προς την ανάβασιν Ακραββίμ, και θέλει διέρχεσθαι εις Σίν· και θέλει προχωρεί από του μεσημβρινού μέρους έως Κάδης-βαρνή, και θέλει εκβαίνει εις Ασάρ-αδδάρ, και θέλει διαβαίνει έως Ασμών·
5. και θέλει στρέφεσθαι το όριον από Ασμών έως του χειμάρρου της Αιγύπτου, και θέλει καταντήσει εις την θάλασσαν.
6. Δυτικόν δε όριον θέλετε έχει την θάλασσαν την μεγάλην· αύτη θέλει είσθαι το δυτικόν όριόν σας.
7. Και ταύτα θέλουσιν είσθαι τα αρκτικά όριά σας· από της μεγάλης θαλάσσης θέλετε θέσει όριόν σας το όρος Ωρ·
8. από του όρους Ωρ θέλετε θέσει όριόν σας έως της εισόδου Αιμάθ, και θέλει προχωρεί το όριον εις Σεδάδ·
9. και θέλει προχωρεί το όριον εις Ζιφρών, και θέλει καταντήσει εις Ασάρ-ενάν· τούτο θέλει είσθαι το αρκτικόν όριόν σας.
10. Και θέλετε θέσει τα ανατολικά όριά σας από Ασάρ-ενάν έως Σεπφάμ·
11. και θέλει καταβαίνει το όριον από Σεπφάμ έως Ριβλά, προς ανατολάς του Αείν· και θέλει καταβαίνει το όριον και θέλει φθάνει εις το πλάγιον της θαλάσσης Χιννερώθ προς ανατολάς·
12. και θέλει καταβαίνει το όριον προς τον Ιορδάνην και θέλει καταντήσει εις την αλμυράν θάλασσαν. Αύτη είναι η γη σας κατά τα όρια αυτής κύκλω.
13. Και προσέταξεν ο Μωϋσής τους υιούς Ισραήλ λέγων, Αύτη είναι η γη, την οποίαν θέλετε κληρονομήσει διά κλήρων, την οποίαν ο Κύριος προσέταξε να δοθή εις τας εννέα φυλάς και εις το ήμισυ της φυλής.
14. Διότι η φυλή των υιών Ρουβήν κατά τον οίκον των πατέρων αυτών και η φυλή των υιών Γαδ κατά τον οίκον των πατέρων αυτών, έλαβον την κληρονομίαν αυτών· και το ήμισυ της φυλής του Μανασσή έλαβε την κληρονομίαν αυτού.
15. Αι δύο φυλαί και το ήμισυ της φυλής έλαβον την κληρονομίαν αυτών εντεύθεν του Ιορδάνου κατέναντι της Ιεριχώ, προς ανατολάς.
16. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,
17. Ταύτα είναι τα ονόματα των ανδρών, οίτινες θέλουσι κληροδοτήσει εις εσάς την γήν· Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο υιός του Ναυή·
18. και θέλετε λάβει ανά ένα άρχοντα αφ' εκάστης φυλής, διά να κληροδοτήσωσι την γήν·
19. και ταύτα είναι τα ονόματα των ανδρών· Εκ της φυλής Ιούδα, Χάλεβ ο υιός του Ιεφοννή·
20. και εκ της φυλής των υιών Συμεών, Σαμουήλ ο υιός του Αμμιούδ·
21. εκ της φυλής Βενιαμίν, Ελιδάδ ο υιός του Χισλών·
22. και εκ της φυλής των υιών Δαν, ο άρχων Βουκκί ο υιός του Ιογλί·
23. εκ των υιών Ιωσήφ, εκ της φυλής των υιών Μανασσή, ο άρχων Ανιήλ ο υιός του Εφώδ·
24. και εκ της φυλής των υιών Εφραΐμ, ο άρχων Κεμουήλ ο υιός του Σιφτάν·
25. και εκ της φυλής των υιών Ζαβουλών, ο άρχων Ελισαφάν ο υιός του Φαρνάχ·
26. και εκ της φυλής των υιών Ισσάχαρ, ο άρχων Φαλτιήλ ο υιός του Αζάν·
27. και εκ της φυλής των υιών Ασήρ, ο άρχων Αχιούδ ο υιός του Σελωμί·
28. και εκ της φυλής των υιών Νεφθαλί, ο άρχων Φεδαήλ ο υιός του Αμμιούδ.
29. Ούτοι είναι, τους οποίους προσέταξεν ο Κύριος να κληροδοτήσωσιν εις τους υιούς Ισραήλ εν τη γη Χαναάν.

ΑΡΙΘΜΟΙ 35o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 35
1. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ, λέγων,
2. Πρόσταξον τους υιούς Ισραήλ να δώσωσιν εις τους Λευΐτας, από της κληρονομίας της ιδιοκτησίας αυτών, πόλεις διά να κατοικήσωσι· και περίχωρα θέλετε δώσει εις τους Λευΐτας διά τας πόλεις πέριξ αυτών.
3. Και αι μεν πόλεις θέλουσιν είσθαι εις αυτούς διά να κατοικώσιν εις αυτάς· τα δε περίχωρα αυτών θέλουσιν είσθαι διά τα κτήνη αυτών και διά τα υπάρχοντα αυτών και διά πάντα τα ζώα αυτών.
4. Και τα περίχωρα των πόλεων, τα οποία θέλετε δώσει εις τους Λευΐτας, θέλουσιν είσθαι, από του τείχους της πόλεως και έξω, χίλιαι πήχαι κύκλω.
5. Και θέλετε μετρήσει από του έξω της πόλεως προς το ανατολικόν μέρος δύο χιλιάδας πηχών, και προς το μεσημβρινόν μέρος δύο χιλιάδας πηχών, και προς το δυτικόν μέρος δύο χιλιάδας πηχών, και προς το αρκτικόν μέρος δύο χιλιάδας πηχών· και η πόλις θέλει είσθαι εν τω μέσω. Ταύτα θέλουσιν είσθαι εις αυτούς τα περίχωρα των πόλεων.
6. Και εκ των πόλεων, τας οποίας θέλετε δώσει εις τους Λευΐτας, εξ πόλεις θέλουσιν είσθαι διά καταφύγιον, τας οποίας θέλετε διορίσει διά να φεύγη εκεί ο φονεύς· και εις ταύτας θέλετε προσθέσει τεσσαράκοντα δύο πόλεις.
7. Πάσαι αι πόλεις, τας οποίας θέλετε δώσει εις τους Λευΐτας, θέλουσιν είσθαι τεσσαράκοντα οκτώ πόλεις· ταύτας θέλετε δώσει μετά των περιχώρων αυτών.
8. Και αι πόλεις, τας οποίας θέλετε δώσει, θέλουσιν είσθαι εκ της ιδιοκτησίας των υιών Ισραήλ· από των εχόντων πολλά θέλετε δώσει πολλά, και από των εχόντων ολίγα θέλετε δώσει ολίγα· έκαστος κατά την κληρονομίαν, την οποίαν εκληρονόμησε, θέλει δώσει εκ των πόλεων αυτού εις τους Λευΐτας.
9. Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
10. Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Όταν διαβήτε τον Ιορδάνην προς την γην Χαναάν,
11. τότε θέλετε διορίσει εις εαυτούς πόλεις, διά να ήναι εις εσάς πόλεις καταφυγίου, ώστε να φεύγη εκεί ο φονεύς, όστις εφόνευσεν άνθρωπον ακουσίως.
12. Και θέλουσιν είσθαι εις εσάς πόλεις διά καταφύγιον από του εκδικούντος το αίμα· διά να μη αποθάνη ο φονεύς, εωσού παρασταθή ενώπιον της συναγωγής εις κρίσιν.
13. Και εκ των πόλεων, τας οποίας θέλετε δώσει, εξ πόλεις θέλουσιν είσθαι διά καταφύγιον εις εσάς.
14. Τας τρεις πόλεις θέλετε δώσει εντεύθεν του Ιορδάνου, και τας τρεις πόλεις θέλετε δώσει εν τη γη Χαναάν· πόλεις καταφυγίου θέλουσιν είσθαι.
15. Αύται αι εξ πόλεις θέλουσιν είσθαι καταφύγιον διά τους υιούς Ισραήλ και διά τον ξένον και διά τον παροικούντα μεταξύ αυτών· ώστε όστις φονεύση άνθρωπον ακουσίως να φεύγη εκεί.
16. Και εάν πατάξη αυτόν με όργανον σιδηρούν, ώστε να αποθάνη, είναι φονεύς· ο φονεύς εξάπαντος θέλει θανατωθή.
17. Και εάν πατάξη αυτόν με λίθον εκ της χειρός, διά του οποίου δύναται να αποθάνη, και αποθάνη, είναι φονεύς· ο φονεύς εξάπαντος θέλει θανατωθή.
18. Η εάν πατάξη αυτόν με ξύλινον όργανον εκ χειρός, εκ του οποίου δύναται να αποθάνη, και αποθάνη, είναι φονεύς· ο φονεύς εξάπαντος θέλει θανατωθή.
19. Ο εκδικητής του αίματος, αυτός θέλει θανατόνει τον φονέα· όταν απαντήση αυτόν, θέλει θανατόνει αυτόν·
20. Εάν δε δι' έχθραν ωθήση αυτόν ή παραμονεύσας ρίψη τι επ' αυτόν και αποθάνη,
21. ή εχθρικώς πατάξη αυτόν με την χείρα αυτού και αποθάνη, ο πατάξας εξάπαντος θέλει θανατωθή· είναι φονεύς· ο εκδικητής του αίματος θέλει θανατόνει τον φονέα, όταν απαντήση αυτόν.
22. Εάν όμως ωθήση αυτόν εξαίφνης χωρίς έχθρας ή ρίψη τι επ' αυτόν χωρίς να παραμονεύση αυτόν,
23. ή λίθον τινά χωρίς να ίδη αυτόν, εκ του οποίου δύναται να αποθάνη, και ρίψη επ' αυτόν ώστε να αποθάνη, και δεν ήτο εχθρός αυτού ουδέ εζήτει να κακοποιήση αυτόν,
24. τότε η συναγωγή θέλει κρίνει αναμέσον του φονέως και του εκδικούντος το αίμα κατά τας κρίσεις ταύτας·
25. και η συναγωγή θέλει ελευθερώσει τον φονέα εκ της χειρός του εκδικούντος το αίμα, και η συναγωγή θέλει αποκαταστήσει αυτόν εις την πόλιν του καταφυγίου αυτού, όπου είχε φύγει· και θέλει κατοικεί εν αυτή μέχρι του θανάτου του ιερέως του μεγάλου, του κεχρισμένου διά του αγίου ελαίου.
26. Εάν όμως ο φονεύς εξέλθη έξω των ορίων της πόλεως του καταφυγίου αυτού, εις την οποίαν έφυγε,
27. και ο εκδικητής του αίματος εύρη αυτόν έξω των ορίων της πόλεως του καταφυγίου αυτού και ο εκδικητής του αίματος θανατώση τον φονέα, δεν θέλει είσθαι ένοχος αίματος·
28. διότι έπρεπε να μένη εν τη πόλει του καταφυγίου αυτού μέχρι του θανάτου του μεγάλου ιερέως· μετά δε τον θάνατον του μεγάλου ιερέως, ο φονεύς θέλει επιστρέφει εις την γην της ιδιοκτησίας αυτού.
29. Και ταύτα θέλουσιν είσθαι εις διάταγμα κρίσεως προς εσάς, εις πάσας τας γενεάς σας κατά πάσας τας κατοικίας σας.
30. Όστις φονεύση τινά, ο φονεύς θέλει θανατωθή διά στόματος μαρτύρων· πλην εις μόνος μάρτυς δεν θέλει μαρτυρήσει εναντίον τινός, ώστε να θανατωθή.
31. Και δεν θέλετε λαμβάνει ουδεμίαν εξαγοράν υπέρ της ζωής του φονέως, όστις είναι ένοχος θανάτου· αλλά εξάπαντος θέλει θανατωθή.
32. Και δεν θέλετε λαμβάνει εξαγοράν υπέρ του φυγόντος εις την πόλιν του καταφυγίου αυτού· διά να επιστρέψη να κατοική εν τω τόπω αυτού, μέχρι του θανάτου του ιερέως.
33. Και δεν θέλετε μολύνει την γην εις την οποίαν κατοικείτε· διότι το αίμα αυτό μολύνει την γήν· και η γη δεν δύναται να καθαρισθή από του αίματος του εκχυθέντος επ' αυτής, ειμή διά του αίματος εκείνου όστις έχυσεν αυτό.
34. Μη μολύνετε λοιπόν την γην, εις την οποίαν θέλετε κατοικήσει, εν μέσω της οποίας εγώ κατοικώ· διότι εγώ ο Κύριος είμαι ο κατοικών εν τω μέσω των υιών Ισραήλ.

ΑΡΙΘΜΟΙ 36o ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[<]----English----[>]
 Numbers 36
1. Και προσελθόντες οι αρχηγοί των πατριών των συγγενειών των υιών Γαλαάδ, υιού του Μαχείρ, υιού του Μανασσή, εκ των συγγενειών των υιών Ιωσήφ, ελάλησαν ενώπιον του Μωϋσέως και ενώπιον των αρχόντων, οίτινες ήσαν οι αρχηγοί των πατριών των υιών Ισραήλ·
2. και είπον, Ο Κύριος προσέταξεν εις τον κύριόν μου να δώση την γην διά κλήρου προς κληρονομίαν εις τους υιούς Ισραήλ, και ο κύριός μου προσετάχθη παρά του Κυρίου να δώση την κληρονομίαν Σαλπαάδ, του αδελφού ημών, εις τας θυγατέρας αυτού·
3. και εάν νυμφευθώσι μετά τινός εκ των υιών των φυλών των υιών Ισραήλ, τότε η κληρονομία αυτών θέλει αφαιρεθή εκ της κληρονομίας των πατέρων ημών και θέλει προστεθή εις την κληρονομίαν της φυλής ήτις ήθελε δεχθή αυτάς· ούτω θέλει αφαιρεθή από του κλήρου της κληρονομίας ημών·
4. και όταν έλθη το έτος της αφέσεως των υιών Ισραήλ, τότε η κληρονομία αυτών θέλει προστεθή εις την κληρονομίαν της φυλής, ήτις ήθελε δεχθή αυτάς· και η κληρονομία αυτών θέλει αφαιρεθή από της κληρονομίας της φυλής των πατέρων ημών.
5. Και προσέταξεν ο Μωϋσής τους υιούς Ισραήλ, κατά τον λόγον του Κυρίου, λέγων, Η φυλή των υιών Ιωσήφ ελάλησεν ορθώς.
6. Ούτος είναι ο λόγος, τον οποίον προσέταξεν ο Κύριος περί των θυγατέρων του Σαλπαάδ, λέγων, Ας νυμφευθώσι με όντινα αρέσκη εις αυτάς· μόνον θέλουσι νυμφευθή μετά ανδρών εκ της συγγενείας της φυλής των πατέρων αυτών·
7. και δεν θέλει μεταβαίνει η κληρονομία των υιών Ισραήλ από φυλής εις φυλήν· διότι έκαστος εκ των υιών Ισραήλ θέλει είσθαι προσκεκολλημένος εις την κληρονομίαν της φυλής των πατέρων αυτού.
8. Και πάσα θυγάτηρ, ήτις έχει κληρονομίαν εν φυλή τινί των υιών Ισραήλ, θέλει είσθαι γυνή ενός εκ της συγγενείας της φυλής του πατρός αυτής· διά να απολαμβάνωσιν οι υιοί Ισραήλ έκαστος την κληρονομίαν των πατέρων αυτού.
9. Και δεν θέλει μεταβαίνει η κληρονομία από φυλής εις άλλην φυλήν, αλλ' έκαστος εκ των φυλών των υιών Ισραήλ θέλει είσθαι προσκεκολλημένος εις την κληρονομίαν αυτού.
10. Ως προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν, ούτως έκαμον αι θυγατέρες του Σαλπαάδ·
11. διότι η Μααλά, η Θερσά και η Αγλά και η Μελχά και η Νουά, αι θυγατέρες του Σαλπαάδ, ενυμφεύθησαν με τους υιούς των αδελφών του πατρός αυτών·
12. ενυμφεύθησαν με άνδρας εκ των συγγενειών των υιών Μανασσή, υιού του Ιωσήφ· και η κληρονομία αυτών έμεινεν εν τη φυλή της συγγενείας του πατρός αυτών.
13. Ταύτα είναι τα προστάγματα και αι κρίσεις, τας οποίας προσέταξεν ο Κύριος διά χειρός του Μωϋσέως προς τους υιούς Ισραήλ, εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ.
[>]