ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ
13o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 13
1. Εάν εγερθή εν μέσω σου προφήτης
ή ενυπνιαζόμενος ενύπνια και δώση εις σε σημείον ή τεράστιον,
2. και αληθεύση το σημείον ή το τεράστιον,
περί του οποίου ελάλησε προς σε, λέγων, Ας υπάγωμεν κατόπιν άλλων θεών
τους οποίους δεν εγνώρισας, και ας λατρεύσωμεν αυτούς,
3. δεν θέλεις δώσει ακρόασιν εις τους
λόγους του προφήτου εκείνου ή εκείνου του ενυπνιαζομένου ενύπνια· διότι
δοκιμάζει εσάς Κύριος ο Θεός σας, διά να γνωρίση εάν αγαπάτε Κύριον τον
Θεόν σας εξ όλης της καρδίας σας και εξ όλης της ψυχής σας.
4. Κύριον τον Θεόν σας θέλετε ακολουθεί
και αυτόν θέλετε φοβείσθαι, και τας εντολάς αυτού θέλετε φυλάττει, και
εις την φωνήν αυτού θέλετε υπακούει, και αυτόν θέλετε λατρεύει, και εις
αυτόν θέλετε είσθαι προσκεκολλημένοι.
5. Εκείνος δε ο προφήτης ή εκείνος
ο ενυπνιαζόμενος ενύπνια θέλει θανατωθή· διότι ελάλησεν αποστασίαν κατά
Κυρίου του Θεού σας, όστις σας εξήγαγεν εκ γης Αιγύπτου και σας ελύτρωσεν
εξ οίκου δουλείας, διά να σε αποπλανήση εκ της οδού, εις την οποίαν προσέταξεν
εις σε Κύριος ο Θεός σου να περιπατής· και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ
μέσου σου.
6. Εάν ο αδελφός σου, ο υιός της μητρός
σου, ή ο υιός σου ή η θυγάτηρ σου ή η γυνή του κόλπου σου, ή ο φίλος σου
όστις είναι ως η ψυχή σου, σε παρακινήση κρυφίως, λέγων, Ας υπάγωμεν και
ας λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνώρισας συ ούτε οι πατέρες
σου,
7. εκ των θεών των εθνών, των πέριξ
υμών, των πλησίον σου ή των μακράν από σου, απ' άκρου της γης έως άκρου
της γης,
αυτόν, ουδέ θέλει φεισθή αυτόν ο οφθαλμός
σου, ουδέ θέλεις σπλαγχνισθή ουδέ θέλεις κρύψει αυτόν·
9. αλλά εξάπαντος θέλεις θανατώσει
αυτόν· η χειρ σου θέλει είσθαι πρώτη επ' αυτόν διά να θανατώσης αυτόν,
και η χειρ παντός του λαού έπειτα.
10. Και θέλεις λιθοβολήσει αυτόν
με λίθους, ώστε να αποθάνη· διότι εζήτησε να σε αποπλανήση από Κυρίου του
Θεού σου, όστις σε εξήγαγεν εκ γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας.
11. Και πας ο Ισραήλ ακούσας θέλει
φοβηθή και δεν θέλει κάμει πλέον εν μέσω σου τοιούτον κακόν.
12. Εάν ακούσης εις τινά των πόλεών
σου, τας οποίας Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε, διά να κατοικής εκεί, να
λέγωσιν,
13. άνθρωποι παράνομοι εξήλθον εκ
μέσου σου και επλάνησαν τους κατοίκους της πόλεως αυτών, λέγοντες, Ας υπάγωμεν
και ας λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνωρίσατε,
14. τότε θέλεις εξετάσει και ερωτήσει
και ερευνήσει επιμελώς· και εάν ήναι αληθές και βέβαιον το πράγμα, ότι
τοιούτον βδέλυγμα ενηργήθη εν μέσω σου,
15. εξάπαντος θέλεις πατάξει τους
κατοίκους της πόλεως εκείνης εν στόματι μαχαίρας, εξολοθρεύων αυτήν και
πάντας τους εν αυτή, και τα κτήνη αυτής, εν στόματι μαχαίρας.
16. Και θέλεις συνάξει πάντα τα λάφυρα
αυτής εν μέσω της πλατείας αυτής, και θέλεις καύσει εν πυρί την πόλιν και
πάντα τα λάφυρα αυτής ολοκλήρως, εις Κύριον τον Θεόν σου· και θέλει είσθαι
εις τον αιώνα ερείπια· δεν θέλει οικοδομηθή πλέον.
17. Και δεν θέλει προσκολληθή εις
την χείρα σου ουδέν εκ του αναθέματος· διά να επιστρέψη ο Κύριος από της
εξάψεως του θυμού αυτού, και να δείξη προς σε έλεος, και να σε σπλαγχνισθή
και να σε πολυπλασιάση, καθώς ώμοσε προς τους πατέρας σου,
18. όταν υπακούσης εις την φωνήν
Κυρίου του Θεού σου, ώστε να φυλάττης πάσας τας εντολάς αυτού, τας οποίας
εγώ προστάζω εις σε σήμερον, να πράττης το αρεστόν ενώπιον Κυρίου του Θεού
σου.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 14
1. Σεις είσθε υιοί Κυρίου του Θεού
σας· δεν θέλετε κάμει εις το σώμα σας εντομάς, ουδέ θέλετε κάμει φαλάκρωμα
αναμέσον των οφθαλμών σας, διά νεκρόν.
2. Διότι λαός άγιος είσαι εις Κύριον
τον Θεόν σου· και σε εξέλεξεν ο Κύριος διά να ήσαι εις αυτόν λαός εκλεκτός,
παρά πάντα τα έθνη τα επί της γης.
3. Δεν θέλεις τρώγει ουδέν βδελυκτόν.
4. Ταύτα είναι τα κτήνη, τα οποία
θέλετε τρώγει· ο βους, το πρόβατον και η αιξ,
5. η έλαφος και η δορκάς και ο βούβαλος
και ο αγριότραγος και ο πύγαργος και ο άγριος βους και η καμηλοπάρδαλις.
6. Και παν τετράποδον έχον τον πόδα
δίχηλον και το ονύχιον διηρημένον εις δύο χηλάς, και αναμασσών μεταξύ των
τετραπόδων, ταύτα θέλετε τρώγει.
7. Ταύτα όμως δεν θέλετε τρώγει εκ
των όσα αναμασσώσιν, ή εκ των όσα έχουσι το ονύχιον δίχηλον· την κάμηλον
και τον λαγωόν και τον δασύποδα· διότι αναμασσώσι μεν, πλην δεν έχουσι
διηρημένον το ονύχιον· ταύτα είναι ακάθαρτα εις εσάς·
8. και τον χοίρον, διότι έχει μεν
το ονύχιον δίχηλον, πλην δεν αναμασσά· είναι ακάθαρτος εις εσάς· από του
κρέατος αυτών δεν θέλετε τρώγει ουδέ το θνησιμαίον αυτών θέλετε εγγίζει.
9. Εκ πάντων των εν τοις ύδασι ταύτα
θέλετε τρώγει πάντα, όσα έχουσι πτερύγια και λέπη, θέλετε τρώγει·
10. πάντα δε, όσα δεν έχουσι πτερύγια
και λέπη, δεν θέλετε τρώγει· είναι ακάθαρτα εις εσάς.
11. Παν πτηνόν καθαρόν θέλετε τρώγει.
12. Ταύτα όμως είναι εκείνα, εκ των
οποίων δεν θέλετε τρώγει· ο αετός και ο γρυπαετός και ο μελαναετός
13. και ο γυπαετός και ο ίκτινος
και ο γυψ κατά το είδος αυτού,
14. και πας κόραξ κατά το είδος αυτού,
15. και η στρουθοκάμηλος και η γλαύξ
και ο ίβις και ο ιέραξ κατά το είδος αυτού,
16. ο νυκτικόραξ και η μεγάλη γλαύξ
και ο κύκνος,
17. και ο πελεκάν και η κίσσα και
η αίθυια,
18. και ο πελαργός και ο ερωδιός
κατά το είδος αυτού και ο έπωψ και η νυκτερίς.
19. Και πάντα τα ερπετά τα πτερωτά
είναι ακάθαρτα εις εσάς· δεν θέλουσι τρώγεσθαι.
20. Παν πτηνόν καθαρόν θέλετε τρώγει.
21. Ουδέν θνησιμαίον θέλετε τρώγει·
εις τον ξένον τον εντός των πυλών σου θέλεις δίδει αυτά, διά να τρώγη αυτό·
ή θέλεις πωλεί αυτό εις αλλογενή· διότι λαός άγιος είσαι εις Κύριον τον
Θεόν σου. Δεν θέλεις εψήσει ερίφιον εν τω γάλακτι της μητρός αυτού.
22. Θέλεις εξάπαντος δεκατίζει πάντα
τα γεννήματα του σπόρου σου, τα οποία φέρει ο αγρός κατ' έτος.
23. Και θέλεις τρώγει ενώπιον Κυρίου
του Θεού σου, εν τω τόπω όντινα εκλέξη διά να θέση το όνομα αυτού εκεί,
το δέκατον του σίτου σου, του οίνου σου και του ελαίου σου, και τα πρωτότοκα
των βοών σου και των προβάτων σου· διά να μάθης να φοβήσαι πάντοτε Κύριον
τον Θεόν σου.
24. Και εάν η οδός ήναι πολύ μακράν
διά σε, ώστε να μη δύνασαι να φέρης αυτά, ή εάν ο τόπος απέχη πολύ από
σου, όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός σου διά να θέση εκεί το όνομα αυτού, ότε
σε ηυλόγησε Κύριος ο Θεός σου,
25. τότε θέλεις εξαργυρώσει αυτά,
και θέλεις κομποδέσει το αργύριον εις την χείρα σου και υπάγει εις τον
τόπον όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός σου·
26. και θέλεις δώσει το αργύριον
αντί οποιουδήποτε πράγματος επιθυμεί η ψυχή σου, αντί βοών ή αντί προβάτων
ή αντί οίνου ή αντί σίκερα ή αντί οποιουδήποτε πράγματος ορέγεται η ψυχή
σου· και θέλεις τρώγει εκεί ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, και θέλεις ευφρανθή,
συ και ο οίκός σου
27. και ο Λευΐτης ο εντός των πυλών
σου· δεν θέλεις εγκαταλείψει αυτόν· διότι δεν έχει μερίδα ουδέ κληρονομίαν
μετά σου.
28. Εις το τέλος του τρίτου έτους,
θέλεις εκφέρει παν το δέκατον των γεννημάτων σου του έτους εκείνου, και
θέλεις εναποθέτει εντός των πυλών σου·
29. και ο Λευΐτης, διότι δεν έχει
μερίδα ουδέ κληρονομίαν μετά σου, και ο ξένος και ο ορφανός και η χήρα,
οίτινες είναι εντός των πυλών σου, θέλουσιν έρχεσθαι και θέλουσι τρώγει
και χορταίνει διά να σε ευλογήση Κύριος ο Θεός σου εις πάντα τα έργα της
χειρός σου όσα εργάζεσαι.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 15
1. Εν τω τέλει του εβδόμου έτους θέλεις κάμνει άφεσιν.
2. Και ούτος είναι ο νόμος της αφέσεως· πας δανειστής,
όστις εδάνεισέ τι εις τον πλησίον αυτού, θέλει αφήσει αυτό· δεν θέλει απαιτεί
αυτό από τον πλησίον αυτού ή από τον αδελφόν αυτού· διότι τούτο ονομάζεται
άφεσις του Κυρίου.
3. Από του ξένου δύνασαι να απαιτήσης αυτό· ό,τι όμως
ο αδελφός σου έχει εκ των ιδικών σου, η χειρ σου θέλει αφίνει αυτό·
4. διά να μη υπάρχη πτωχός μεταξύ σας· διότι ο Κύριος
θέλει σε ευλογήσει μεγάλως εν τη γη, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει
εις σε κληρονομίαν, διά να εξουσιάσης αυτήν·
5. αν μόνον επιμελώς ακούης την φωνήν Κυρίου του Θεού
σου, διά να προσέχης να κάμνης πάσας τας εντολάς ταύτας, τας οποίας εγώ
σε προστάζω σήμερον.
6. διότι Κύριος ο Θεός σου θέλει σε ευλογήσει, καθώς
υπεσχέθη εις σέ· και θέλεις δανείζει εις πολλά έθνη, συ όμως δεν θέλεις
δανείζεσθαι και θέλεις βασιλεύει επί πολλά έθνη, επί σε όμως δεν θέλουσι
βασιλεύσει.
7. Εάν ήναι εν μέσω σου πτωχός εκ των αδελφών σου εντός
τινός των πυλών σου, εν τη γη σου την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις
σε, δεν θέλεις σκληρύνει την καρδίαν σου ουδέ θέλεις κλείσει την χείρα
σου από του πτωχού αδελφού σου·
8. αλλ' εξάπαντος θέλεις ανοίξει την χείρα σου προς αυτόν,
και εξάπαντος θέλεις δανείσει εις αυτόν ικανά διά την χρείαν αυτού, εις
ό,τι χρειάζεται.
9. πρόσεχε εις σεαυτόν, μήποτε επέλθη κακός στοχασμός
επί την καρδίαν σου και είπης, Πλησιάζει το έβδομον έτος, το έτος της αφέσεως·
και πονηρευθή ο οφθαλμός σου κατά του πτωχού αδελφού σου και δεν δώσης
εις αυτόν, και βοήση προς τον Κύριον κατά σου, και γείνη εις σε αμαρτία.
10. Θέλεις δώσει εξάπαντος εις αυτόν, και η καρδία σου
δεν θέλει πονηρευθή όταν δίδης εις αυτόν· επειδή διά τούτο θέλει σε ευλογεί
Κύριος ο Θεός σου εις πάντα τα έργα σου και εις πάσας τας επιχειρήσεις
σου.
11. Διότι δεν θέλει λείψει πτωχός εκ μέσου της γης σου·
διά τούτο εγώ προστάζω εις σε, λέγων, Θέλεις εξάπαντος ανοίγει την χείρα
σου προς τον αδελφόν σου, προς τον πτωχόν σου και προς τον ενδεή σου επί
της γης σου.
12. Εάν ο αδελφός σου, Εβραίος ή Εβραία, πωληθή εις σε,
θέλει σε δουλεύσει εξ έτη, και εις το έβδομον έτος θέλεις εξαποστείλει
αυτόν ελεύθερον από σου.
13. Και όταν εξαποστείλης αυτόν ελεύθερον από σου, δεν
θέλεις εξαποστείλει αυτόν κενόν·
14. θέλεις εξάπαντος εφοδιάσει αυτόν από των προβάτων
σου και από του αλωνίου σου και από του ληνού σου· από ό,τι Κύριος ο Θεός
σου σε ηυλόγησε, θέλεις δώσει εις αυτόν.
15. Και θέλεις ενθυμηθή ότι δούλος εστάθης εν γη Αιγύπτου,
και Κύριος ο Θεός σου σε ελύτρωσεν· όθεν εγώ προστάζω εις σε το πράγμα
τούτο σήμερον.
16. Αλλ' εάν σοι είπη, Δεν εξέρχομαι από σού· επειδή
ηγάπησε σε και τον οίκόν σου, διότι ευτυχεί μετά σού·
17. τότε θέλεις λάβει τρυπητήριον και θέλεις τρυπήσει
το ωτίον αυτού προς την θύραν, και θέλει είσθαι δούλός σου παντοτεινός·
και εις την δούλην σου θέλεις κάμει ομοίως.
18. Δεν θέλει φανή εις σε σκληρόν όταν εξαποστείλης αυτόν
ελεύθερον από σού· διότι σε εδούλευσε το διπλούν μισθωτού δούλου, εξ έτη·
και Κύριος ο Θεός σου θέλει σε ευλογεί εις παν ό,τι κάμνεις.
19. Πάντα τα πρωτότοκα, όσα γεννώνται μεταξύ των βοών
σου και των προβάτων σου τα αρσενικά, θέλεις αφιερόνει εις Κύριον τον Θεόν
σου· δεν θέλεις μεταχειρισθή εις εργασίαν τον πρωτότοκον μόσχον σου, ουδέ
κουρεύσει το πρωτότοκον των προβάτων σου.
20. Ενώπιον Κυρίου του Θεού σου θέλεις τρώγει αυτό κατ'
έτος, εν τω τόπω όντινα εκλέξη ο Κύριος, συ και ο οίκός σου.
21. Και εάν έχη τινά μώμον, εάν ήναι χωλόν ή τυφλόν ή
έχη τινά μώμον κακόν, δεν θέλεις θυσιάσει αυτό εις Κύριον τον Θεόν σου.
22. Εντός των πυλών σου θέλεις τρώγει αυτό· ο ακάθαρτος
και ο καθαρός εξίσου, ως την δορκάδα και ως την έλαφον.
23. Πλην το αίμα αυτού δεν θέλεις φάγει επί την γην θέλεις
χύσει αυτό ως ύδωρ.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 16o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 16
1. Φύλαττε τον μήνα Αβίβ και κάμνε το πάσχα εις Κύριον
τον Θεόν σου· επειδή εις τον μήνα Αβίβ σε εξήγαγε Κύριος ο Θεός σου εξ
Αιγύπτου διά νυκτός.
2. Θέλεις λοιπόν θυσιάζει το πάσχα εις Κύριον τον Θεόν
σου, πρόβατον και βουν, εν τω τόπω όντινα εκλέξη ο Κύριος διά να κατοικίση
εκεί το όνομα αυτού.
3. Δεν θέλεις τρώγει με αυτό ένζυμα· επτά ημέρας θέλεις
τρώγει άζυμα με αυτό, άρτον θλίψεως, διότι μετά σπουδής εξήλθες εκ γης
Αιγύπτου· διά να ενθυμήσαι την ημέραν της εξόδου σου εκ γης Αιγύπτου, πάσας
τας ημέρας της ζωής σου.
4. Και δεν θέλει φανή προζύμιον εις σε, κατά πάντα τα
όριά σου, επτά ημέρας· και από του κρέατος, το οποίον εθυσίασας την πρώτην
ημέραν προς το εσπέρας, δεν θέλει μείνει ουδέν έως πρωΐ.
5. Δεν δύνασαι να θυσιάσης το πάσχα εν ουδεμιά των πόλεών
σου, τας οποίας Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σέ·
6. αλλ' εν τω τόπω, όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός σου διά
να κατοικίση εκεί το όνομα αυτού, θέλεις θυσιάζει το πάσχα την εσπέραν,
προς την δύσιν του ηλίου, εν τω καιρώ καθ' ον εξήλθες εξ Αιγύπτου.
7. Και θέλεις εψήσει αυτό και φάγει εν τω τόπω όντινα
εκλέξη Κύριος ο Θεός σου· και το πρωΐ θέλεις επιστρέφει και υπάγει εις
τας κατοικίας σου.
8. Εξ ημέρας θέλεις τρώγει άζυμα· και την ημέραν την
εβδόμην θέλει είσθαι σύναξις επίσημος εις Κύριον τον Θεόν σου· δεν θέλεις
κάμει εργασίαν.
9. Επτά εβδομάδας θέλεις αριθμήσει εις σεαυτόν· άρχισον
να αριθμής τας επτά εβδομάδας, αφού αρχίσης να βάλης το δρέπανον εις τα
σπαρτά.
10. Και θέλεις κάμει την εορτήν των εβδομάδων εις Κύριον
τον Θεόν σου, μετά της ανηκούσης αυτοπροαιρέτου προσφοράς της χειρός σου,
την οποίαν προσφέρης, όπως σε ευλόγησε Κύριος ο Θεός σου.
11. Και θέλεις ευφρανθή ενώπιον Κυρίου του Θεού σου,
συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου και ο δούλός σου και η δούλη σου και
ο Λευΐτης ο εντός των πυλών σου και ο ξένος και ο ορφανός και η χήρα, οίτινες
είναι εν μέσω σου, εν τω τόπω όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός σου, διά να κατοικίση
εκεί το όνομα αυτού.
12. Και θέλεις ενθυμείσθαι ότι δούλος εστάθης εν Αιγύπτω·
και θέλεις φυλάττει και εκτελεί ταύτα τα διατάγματα.
13. Θέλεις κάμνει την εορτήν της σκηνοπηγίας επτά ημέρας,
αφού συνάξης τον σίτόν σου και τον οίνόν σου·
14. και θέλεις ευφρανθή εν τη εορτή σου, συ και ο υιός
σου και η θυγάτηρ σου και ο δούλός σου και η δούλη σου και ο Λευΐτης και
ο ξένος και ο ορφανός και η χήρα, οίτινες είναι εντός των πυλών σου.
15. Επτά ημέρας θέλεις εορτάζει εις Κύριον τον Θεόν σου,
εν τω τόπω όντινα εκλέξη ο Κύριος· διότι Κύριος ο Θεός σου θέλει σε ευλογεί
εις πάντα τα γεννήματά σου και εις πάντα τα έργα των χειρών σου· και θέλεις
εξάπαντος ευφρανθή.
16. Τρίς του ενιαυτού θέλει εμφανίζεσθαι παν αρσενικόν
σου ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, εν τω τόπω όντινα εκλέξη· εν τη εορτή
των αζύμων, και εν τη εορτή των εβδομάδων, και εν τη εορτή της σκηνοπηγίας·
και δεν θέλουσιν εμφανίζεσθαι ενώπιον του Κυρίου κενοί.
17. Έκαστος θέλει δίδει κατά την δύναμιν αυτού, κατά
την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου, την οποίαν σοι έδωκε.
18. Κριτάς και άρχοντας θέλεις καταστήσει εις σεαυτόν
κατά πάσας τας πόλεις σου, τας οποίας Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κατά
τας φυλάς σου· και θέλουσι κρίνει τον λαόν εν κρίσει δικαία.
19. Δεν θέλεις διαστρέψει κρίσιν·
δεν θέλεις αποβλέπει εις πρόσωπον ουδέ θέλεις λαμβάνει δώρον· διότι το
δώρον τυφλόνει τους οφθαλμούς των σοφών και διαφθείρει τους λόγους των
δικαίων.
20. Το δίκαιον, το δίκαιον θέλεις ακολουθεί· διά να ζήσης
και να κληρονομήσης την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε.
21. Δεν θέλεις φυτεύσει εις σεαυτόν άλσος οποιωνδήποτε
δένδρων πλησίον του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου, το οποίον θέλεις
κάμει εις σεαυτόν·
22. ουδέ θέλεις στήσει εις σεαυτόν άγαλμα· τα οποία μισεί
Κύριος ο Θεός σου.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 17o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 17
1. Δεν θέλεις θυσιάσει εις Κύριον τον Θεόν σου βουν ή
πρόβατον έχον μώμον ή οιονδήποτε ελάττωμα· διότι είναι βδέλυγμα εις Κύριον
τον Θεόν σου.
2. Εάν ευρεθή εν μέσω σου, εν τινί των πόλεών σου τας
οποίας Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε, ανήρ ή γυνή όστις έπραξε κακόν ενώπιον
Κυρίου του Θεού σου, παραβαίνων την διαθήκην αυτού,
3. και απελθών ελάτρευσεν άλλους θεούς και προσεκύνησεν
αυτούς, τον ήλιον ή την σελήνην ή οποιονδήποτε εκ της στρατιάς του ουρανού,
το οποίον δεν προσέταξα·
4. και αναγγελθή προς σε, και ακούσης και επιμελώς εξετάσης
και ιδού, είναι αλήθεια και βέβαιον το πράγμα, ότι επράχθη τοιούτον βδέλυγμα
εν τω Ισραήλ·
5. τότε θέλεις φέρει έξω εις τας πύλας σου τον άνδρα
εκείνον ή την γυναίκα εκείνην, οίτινες έπραξαν το κακόν τούτο πράγμα, τον
άνδρα ή την γυναίκα· και θέλεις λιθοβολήσει αυτούς με λίθους, και θέλουσιν
αποθάνει.
6. Επί στόματος δύο μαρτύρων ή τριών μαρτύρων θέλει θανατόνεσθαι
ο άξιος θανάτου· επί στόματος ενός μάρτυρος δεν θέλει θανατόνεσθαι.
7. Αι χείρες των μαρτύρων θέλουσιν είσθαι αι πρώται επ'
αυτόν, εις το να θανατώσωσιν αυτόν, και έπειτα αι χείρες παντός του λαού.
Ούτω θέλεις εκβάλει το κακόν εκ μέσου σου.
8. Εάν τύχη εις σε υπόθεσίς τις πολύ δύσκολος να κρίνης
αυτήν, αναμέσον αίματος και αίματος, αναμέσον δίκης και δίκης, και αναμέσον
πληγής και πληγής, υποθέσεις αμφισβητήσιμοι εντός των πόλεών σου, τότε
θέλεις σηκωθή και θέλεις αναβή εις τον τόπον όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός
σου·
9. και θέλεις υπάγει προς τους ιερείς τους Λευΐτας και
προς τον κριτήν τον όντα κατ' εκείνας τας ημέρας, και θέλεις ερωτήσει και
θέλουσιν αναγγείλει προς σε την απόφασιν της κρίσεως·
10. και θέλεις κάμει κατά την απόφασιν, την οποίαν σε
αναγγείλωσιν εκ του τόπου εκείνου όντινα εκλέξη ο Κύριος· και θέλεις προσέξει
να πράξης κατά πάντα όσα παραγγείλωσιν εις σε.
11. Κατά την απόφασιν του νόμου την οποίαν σε αναγγείλωσι,
και κατά την κρίσιν την οποίαν σε είπωσι, θέλεις κάμει· δεν θέλεις εκκλίνει
από του λόγου τον οποίον σε αναγγείλωσι, δεξιά ή αριστερά.
12. Ο άνθρωπος δε όστις φερθή υπερηφάνως, ώστε να μη
υπακούση εις τον ιερέα τον παριστάμενον να λειτουργή εκεί ενώπιον Κυρίου
του Θεού σου, ή εις τον κριτήν, ο άνθρωπος εκείνος θέλει αποθάνει· και
θέλεις εκβάλει το κακόν εκ του Ισραήλ.
13. Και πας ο λαός θέλει ακούσει και φοβηθή, και δεν
θέλουσιν υπερηφανεύεσθαι πλέον.
14. Αφού εισέλθης εις την γην, την οποίαν δίδει εις σε
Κύριος ο Θεός σου, και κληρονομήσης αυτήν και κατοικήσης εν αυτή και είπης,
Θέλω καταστήσει βασιλέα επ' εμέ, καθώς πάντα τα έθνη τα πέριξ εμού,
15. θέλεις βέβαια καταστήσει βασιλέα επί σε, όντινα εκλέξη
Κύριος ο Θεός σου· εκ των αδελφών σου θέλεις καταστήσει βασιλέα επί σέ·
δεν δύνασαι να καταστήσης άνθρωπον ξένον επί σε, όστις δεν είναι αδελφός
σου.
16. Πλην δεν θέλει πληθύνει ίππους εις εαυτόν, ουδέ θέλει
επαναφέρει τον λαόν εις την Αίγυπτον, διά να αυξήση ίππους· διότι ο Κύριος
είπε προς εσάς, Δεν θέλετε επιστρέψει πλέον δι' εκείνης της οδού.
17. Ουδέ θέλει πληθύνει εις εαυτόν γυναίκας, διά να μη
αποπλανηθή η καρδία αυτού· ουδέ θέλει πληθύνει σφόδρα εις εαυτόν αργύριον
και χρυσίον.
18. Και όταν καθήση επί του θρόνου της βασιλείας αυτού,
θέλει γράψει δι' εαυτόν αντίγραφον του νόμου τούτου εις βιβλίον, εξ εκείνου
το οποίον είναι ενώπιον των ιερέων των Λευϊτών·
19. και τούτο θέλει είσθαι πλησίον αυτού, και θέλει αναγινώσκει
εν αυτώ πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού· διά να μάθη να φοβήται Κύριον
τον Θεόν αυτού, να φυλάττη πάντας τους λόγους του νόμου τούτου και τα διατάγματα
ταύτα, ώστε να εκτελή αυτά·
20. διά να μη υψωθή η καρδία αυτού υπεράνω των αδελφών
αυτού, και διά να μη εκκλίνη από των εντολών δεξιά η αριστερά· όπως μακροημερεύση
εν τη βασιλεία αυτού, αυτός και τα τέκνα αυτού, εν τω μέσω του Ισραήλ.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 18o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 18
1. Οι ιερείς οι Λευΐται,
πάσα η φυλή του Λευΐ, δεν θέλουσιν έχει μερίδα ούτε κληρονομίαν μετά του
Ισραήλ· τας διά πυρός γινομένας προσφοράς του Κυρίου και την κληρονομίαν
αυτού θέλουσι τρώγει.
2. Διά τούτο κληρονομίαν
δεν θέλουσιν έχει μεταξύ των αδελφών αυτών· ο Κύριος είναι η κληρονομία
αυτών, καθώς είπε προς αυτούς.
3. Και τούτο θέλει
είσθαι το δικαίωμα των ιερέων παρά του λαού, παρά των θυσιαζόντων τας θυσίας,
είτε βουν είτε πρόβατον· θέλουσι δίδει εις τον ιερέα τον ώμον και τας σιαγόνας
και την κοιλίαν.
4. Τας απαρχάς του
σίτου σου, του οίνου σου και του ελαίου σου, και το πρώτον του μαλλίου
των προβάτων σου, θέλεις δίδει εις αυτόν.
5. διότι αυτόν εξέλεξε
Κύριος ο Θεός σου εκ πασών των φυλών σου, διά να παρίσταται να λειτουργή
εις το όνομα του Κυρίου, αυτός και οι υιοί αυτού διαπαντός.
6. Και εάν έλθη Λευΐτης
εκ τινός των πόλεών σου από παντός του Ισραήλ, όπου παροικεί, και έλθη
μεθ' όλου του πόθου της ψυχής αυτού, εις τον τόπον όντινα εκλέξη ο Κύριος,
7. τότε θέλει λειτουργεί
εις το όνομα Κυρίου του Θεού αυτού, καθώς πάντες οι αδελφοί αυτού οι Λευΐται,
οι παριστάμενοι εκεί ενώπιον του Κυρίου.
8. Ίσας μερίδας θέλουσι
τρώγει εκτός του προερχομένου εκ της πωλήσεως της πατρικής αυτού περιουσίας.
9. Αφού εισέλθης εις
την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε, δεν θέλεις μάθει να
πράττης κατά τα βδελύγματα των εθνών εκείνων.
10. Δεν θέλει ευρεθή
εις σε ουδείς διαπερνών τον υιόν αυτού ή την θυγατέρα αυτού διά του πυρός,
ή μαντευόμενος μαντείαν ή προγνώστης των καιρών ή οιωνοσκόπος ή μάγος,
11. ή γόης ή ανταποκριτής
δαιμονίων ή τερατοσκόπος ή νεκρόμαντις.
12. Διότι πας ο πράττων
ταύτα είναι βδέλυγμα εις τον Κύριον· και εξ αιτίας των βδελυγμάτων τούτων
Κύριος ο Θεός σου εκδιώκει αυτούς απ' έμπροσθέν σου.
13. Τέλειος θέλεις
είσθαι ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.
14. Διότι τα έθνη
ταύτα, τα οποία θέλεις κατακληρονομήσει, έδωκαν ακρόασιν εις προγνώστας
των καιρών και εις μάντεις· σε όμως Κύριος ο Θεός σου δεν αφήκε να πράττης
ούτω.
15.
Προφήτην εκ μέσου σου θέλει αναστήσει εις σε Κύριος ο Θεός σου εκ των αδελφών
σου, ως εμέ· αυτού θέλετε ακούει· Πραξ.γ'.22,
ζ'..37, Ιωάν.α'.45
16. κατά πάντα όσα
εζήτησας παρά Κυρίου του Θεού σου εν Χωρήβ εν τη ημέρα της συνάξεως, λέγων,
Ας μη ακούσω πλέον την φωνήν Κυρίου του Θεού μου, μηδέ να ίδω πλέον το
μέγα τούτο πυρ, διά να μη αποθάνω.
17. Και είπε Κύριος
προς εμέ, Καλώς έχουσιν όσα ελάλησαν.
18.
Προφήτην εκ μέσου των αδελφών αυτών θέλω αναστήσει εις αυτούς, ως σε, και
θέλω βάλει τους λόγους μου εις το στόμα αυτού, και θέλει λαλεί προς αυτούς
πάντα όσα εγώ προστάζω εις αυτόν· Πραξ.γ'.22,
ζ'..37, Ιωάν.α'.45
19.
Και ο άνθρωπος όστις δεν υπακούση εις τους λόγους μου, τους οποίους αυτός
θέλει λαλήσει εν τω ονόματί μου, εγώ θέλω εκζητήσει τούτο παρ' αυτού.
20. Ο προφήτης όμως
όστις ασεβήση και λαλήση εν τω ονόματί μου λόγον τον οποίον εγώ δεν προσέταξα
εις αυτόν να λαλήση, ή όστις λαλήση εν τω ονόματι άλλων θεών, ο προφήτης
εκείνος θέλει θανατωθή.
21. Και εάν είπης
εν τη καρδία σου, Πως θέλομεν γνωρίσει τον λόγον, τον οποίον ο Κύριος δεν
ελάλησεν;
22. Όταν τις προφήτης
λαλήση εν τω ονόματι του Κυρίου και ο λόγος δεν γείνη ουδέ συμβή, ούτος
είναι ο λόγος τον οποίον ο Κύριος δεν ελάλησεν· ελάλησεν αυτόν ο προφήτης
εν υπερηφανία· δεν θέλετε φοβηθή απ' αυτού.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 19o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 19
1. Αφού Κύριος ο Θεός σου αφανίση τα έθνη, των οποίων
την γην δίδει εις σε Κύριος ο Θεός σου, και κατακληρονομήσης αυτά και κατοικήσης
εις τας πόλεις αυτών και εις τας οικίας αυτών,
2. θέλεις χωρίσει τρεις πόλεις εις σεαυτόν εν τω μέσω
της γης σου, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε να κληρονομήσης
αυτήν.
3. Θέλεις ετοιμάσει εις σεαυτόν την οδόν· και θέλεις
διαιρέσει εις τρία τα όρια της γης σου, την οποίαν δίδει εις σε Κύριος
ο Θεός σου να κληρονομήσης, διά να φεύγη εκεί πας φονεύς.
4. Και αύτη είναι η διάταξις περί του φονέως, όστις φύγη
εκεί, διά να ζήση· Όστις κτυπήση τον πλησίον αυτού εξ αγνοίας, τον οποίον
πρότερον δεν εμίσει,
5. καθώς όταν υπάγη τις μετά του πλησίον αυτού εις το
δάσος διά να κόψη ξύλα, και ενώ η χειρ αυτού καταβιβάζη κτύπημα με τον
πέλεκυν διά να κόψη το δένδρον, εκβή το σιδήριον από του ξύλου και τύχη
τον πλησίον αυτού και αυτός αποθάνη, ούτος θέλει φύγει εις μίαν εκ των
πόλεων εκείνων και θέλει ζήσει·
6. μήποτε καταδιώξη τον φονέα ο εκδικητής του αίματος,
ενώ είναι εις έξαψιν η καρδία αυτού, και προφθάση αυτόν, εάν η οδός ήναι
μακρά, και φονεύση αυτόν, καίτοι μη όντα άξιον θανάτου, επειδή δεν εμίσει
αυτόν πρότερον.
7. Διά τούτο εγώ προστάζω εις σε λέγων, τρεις πόλεις
θέλεις χωρίσει εις σεαυτόν.
8. Και εάν Κύριος ο Θεός σου πλατύνη τα όριά σου, καθώς
ώμοσε προς τους πατέρας σου, και δώση εις σε πάσαν την γην, την οποίαν
υπεσχέθη να δώση εις τους πατέρας σου,
9. εάν φυλάττης πάσας τας εντολάς ταύτας, ώστε να εκτελής
αυτάς, τας οποίας εγώ προστάζω εις σε σήμερον, να αγαπάς Κύριον τον Θεόν
σου και να περιπατής πάντοτε εις τας οδούς αυτού, τότε θέλεις προσθέσει
εις σεαυτόν έτι τρεις πόλεις προς τας τρεις εκείνας·
10. διά να μη χυθή αίμα αθώον εν μέσω της γης σου, την
οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κληρονομίαν, και να ήναι αίμα επάνω
σου.
11. Εάν δε τις έχη μίσος κατά του πλησίον αυτού, και
παραμονεύσας αυτόν εφορμήση επ' αυτόν και πατάξη αυτόν, και αποθάνη, και
φύγη εις μίαν των πόλεων τούτων,
12. τότε θέλουσιν αποστείλει οι πρεσβύτεροι της πόλεως
αυτού και θέλουσι λάβει αυτόν εκείθεν, και θέλουσι παραδώσει αυτόν εις
την χείρα του εκδικητού του αίματος, διά να αποθάνη.
13. Ο οφθαλμός σου δεν θέλει φεισθή αυτόν, αλλά θέλεις
εξαλείψει από του Ισραήλ το αθώον αίμα, διά να ευημερής.
14. Δεν θέλεις μετακινήσει τα όρια του πλησίον σου, όσα
οι πατέρες σου έστησαν εις την κληρονομίαν σου, την οποίαν θέλεις κατακληρονομήσει,
εν τη γη την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε διά να κατακληρονομήσης
αυτήν.
15. Εις μάρτυς δεν θέλει σηκωθή εναντίον τινός ανθρώπου,
δι' οποιανδήποτε ανομίαν ή δι' οποιονδήποτε αμάρτημα, ό,τι αμάρτημα αμαρτήση·
επί στόματος δύο μαρτύρων ή επί στόματος τριών μαρτύρων θέλει βεβαιούσθαι
πας λόγος.
16. Εάν ψευδής μάρτυς σηκωθή εναντίον ανθρώπου, διά να
μαρτυρήση κατ' αυτού αδίκως,
17. τότε και οι δύο άνθρωποι, μεταξύ των οποίων είναι
η διαφορά, θέλουσι σταθή ενώπιον του Κυρίου, ενώπιον των ιερέων και των
κριτών των όντων κατ' εκείνας τας ημέρας·
18. και οι κριταί θέλουσιν εξετάσει ακριβώς, και ιδού,
εάν ο μάρτυς ήναι ψευδομάρτυς και εμαρτύρησε ψευδώς κατά του αδελφού αυτού,
19. τότε θέλετε κάμει εις αυτόν, καθώς αυτός εστοχάσθη
να κάμη εις τον αδελφόν αυτού· και θέλεις εκβάλει το κακόν εκ μέσου σου.
20. Και οι λοιποί θέλουσιν ακούσει και φοβηθή, και δεν
θέλουσιν εις το εξής πράξει τοιούτον κακόν εν μέσω σου.
21. Και ο οφθαλμός σου δεν θέλει φεισθή· θέλει δοθή ζωή
αντί ζωής, οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος, χειρ αντί χειρός,
πους αντί ποδός.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ
20o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 20
1. Όταν εξέλθης εις μάχην εναντίον των εχθρών σου, και
ίδης ίππους και αμάξας, λαόν περισσότερον παρά σε, μη φοβηθής αυτούς· διότι
Κύριος ο Θεός σου είναι μετά σου, όστις σε ανεβίβασεν εκ γης Αιγύπτου.
2. Και όταν πλησιάσητε εις την μάχην, ο ιερεύς θέλει
προσέλθει και λαλήσει προς τον λαόν,
3. και θέλει ειπεί προς αυτούς, Άκουε, Ισραήλ· σεις πλησιάζετε
σήμερον εις την μάχην κατά των εχθρών σας· ας μη δειλιάση η καρδία σας,
μη φοβηθήτε μηδέ τρομάξητε μηδέ εκπλαγήτε από προσώπου αυτών·
4. διότι Κύριος ο Θεός σας είναι ο προπορευόμενος μεθ'
υμών, διά να πολεμήση υπέρ υμών εναντίον των εχθρών σας, διά να σώση υμάς.
5. Και οι άρχοντες θέλουσι λαλήσει προς τον λαόν, λέγοντες,
Τις άνθρωπος ωκοδόμησεν οικίαν νέαν και δεν έκαμεν εγκαινιασμόν αυτής;
ας αναχωρήση και ας επιστρέψη εις την οικίαν αυτού, μήποτε αποθάνη εν τη
μάχη και εγκαινιάση αυτήν άλλος άνθρωπος.
6. Και τις άνθρωπος εφύτευσεν αμπελώνα και δεν ευφράνθη
εξ αυτού; ας αναχωρήση και ας επιστρέψη εις την οικίαν αυτού, μήποτε αποθάνη
εν τη μάχη, και ευφρανθή εξ αυτού άλλος άνθρωπος.
7. Και τις άνθρωπος ηρραβωνίσθη γυναίκα και δεν έλαβεν
αυτήν; ας αναχωρήση και ας επιστρέψη εις την οικίαν αυτού, μήποτε αποθάνη
εν τη μάχη, και λάβη αυτήν άλλος άνθρωπος.
8. Και οι άρχοντες θέλουσι λαλήσει έτι προς τον λαόν
και θέλουσιν ειπεί, Τις άνθρωπος είναι δειλός και άκαρδος; ας αναχωρήση
και ας επιστρέψη εις την οικίαν αυτού, διά να μη δειλιάση η καρδία των
αδελφών αυτού, ως η καρδία αυτού.
9. Και αφού τελειώσωσιν οι άρχοντες λαλούντες προς τον
λαόν, θέλουσι καταστήσει αρχηγούς των στρατευμάτων, διά να προΐστανται
του λαού.
10. Όταν πλησιάσης εις πόλιν διά να εκπολεμήσης αυτήν,
τότε κάλεσον αυτήν εις ειρήνην·
11. και εάν σοι αποκριθή ειρηνικά και ανοίξη εις σε,
τότε πας ο λαός ο ευρισκόμενος εν αυτή θέλει γείνει υποτελής εις σε και
θέλει σε δουλεύει·
12. εάν όμως δεν κάμη ειρήνην μετά σου, αλλά σε πολεμήση
τότε θέλεις πολιορκήσει αυτήν·
13. και αφού Κύριος ο Θεός σου παραδώση αυτήν εις τας
χείρας σου, θέλεις πατάξει πάντα τα αρσενικά αυτής εν στόματι μαχαίρας·
14. τας δε γυναίκας και τα βρέφη και τα κτήνη και πάντα
όσα ευρίσκονται εν τη πόλει, πάντα τα λάφυρα αυτής, θέλεις λάβει εις σεαυτόν·
και θέλεις τρώγει τα λάφυρα των εχθρών σου, όσα Κύριος ο Θεός σου έδωκεν
εις σε.
15. Ούτω θέλεις κάμει εις πάσας τας πόλεις τας πολύ μακράν
από σου, αίτινες δεν είναι εκ των πόλεων των εθνών τούτων·
16. εκ των πόλεων όμως των λαών τούτων, τας οποίας Κύριος
ο Θεός σου δίδει εις σε κληρονομίαν, δεν θέλεις αφήσει ζων ουδέν έχον πνοήν·
17. αλλά θέλεις εξολοθρεύσει αυτούς κατά κράτος, τους
Χετταίους και τους Αμορραίους τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους τους
Ευαίους και τους Ιεβουσαίους, καθώς προσέταξεν εις σε Κύριος ο Θεός σου·
18. διά να μη σας διδάξωσι να πράττητε κατά πάντα τα
βδελύγματα αυτών, τα οποία έκαμον εις τους θεούς αυτών, και αμαρτήσητε
εναντίον Κυρίου του Θεού σας.
19. Όταν πολιορκής πόλιν τινά ημέρας πολλάς, πολεμών
αυτήν διά να εξουσιάσης αυτήν, δεν θέλεις εξολοθρεύσει τα δένδρα αυτής,
καταφέρων επ' αυτά πέλεκυν· διότι εξ αυτών δύνασαι να τρέφησαι και δεν
θέλεις κόψει αυτά. Μήπως είναι άνθρωπος το δένδρον του αγρού, ώστε να έλθη
εναντίον σου εν τη πολιορκία;
20. Μόνον τα δένδρα, όσα γνωρίζεις ότι δεν είναι δένδρα
τροφής, ταύτα θέλεις εξολοθρεύσει και εκκόψει και θέλεις οικοδομήσει περιχαρακώματα
εναντίον της πόλεως, ήτις πολεμεί προς σε, εωσού παραδοθή.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 21o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 21
1. Εάν τις ευρεθή
πεφονευμένος εν τη γη, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε διά να
κληρονομήσης αυτήν, πεσμένος εις την πεδιάδα, και ήναι άγνωστον τις εφόνευσεν
αυτόν,
2. τότε θέλουσιν εξέλθει
οι πρεσβύτεροί σου και οι κριταί σου, και θέλουσι μετρήσει προς τας πόλεις
τας πέριξ του πεφονευμένου·
3. και της πόλεως,
ήτις είναι η πλησιεστέρα εις τον πεφονευμένον, οι πρεσβύτεροι της πόλεως
εκείνης θέλουσι λάβει δάμαλιν, ήτις δεν υπεβλήθη εις εργασίαν ουδέ έσυρεν
υπό τον ζυγόν·
4. και θέλουσι καταβιβάσει
οι πρεσβύτεροι της πόλεως εκείνης την δάμαλιν εις τραχείαν φάραγγα, ήτις
ούτε γεωργείται ούτε σπείρεται και εκεί εν τη φάραγγι θέλουσι κόψει τον
τράχηλον της δαμάλεως.
5.
Και θέλουσι πλησιάσει οι ιερείς οι υιοί του Λευΐ· επειδή αυτούς εξέλεξε
Κύριος ο Θεός σου να λειτουργώσιν εις αυτόν, και να ευλογώσιν εν τω ονόματι
του Κυρίου· και κατά τον λόγον αυτών θέλει κρίνεσθαι πάσα διαφορά και πάσα
πληγή·
6. και πάντες οι πρεσβύτεροι
της πόλεως εκείνης, της πλησιεστέρας εις τον πεφονευμένον, θέλουσι νίψει
τας χείρας αυτών επί της δαμάλεως της εσφαγμένης εν τη φάραγγι·
7. και αποκριθέντες
θέλουσιν ειπεί, Αι χείρες ημών δεν έχυσαν το αίμα τούτο, ουδέ είδον οι
οφθαλμοί ημών·
8. γενού ίλεως, Κύριε,
εις τον λαόν σου τον Ισραήλ, τον οποίον ελύτρωσας, και μη βάλης επί τον
λαόν σου Ισραήλ αίμα αθώον· και θέλει συγχωρηθή εις αυτούς το αίμα.
9. Ούτω θέλεις εξαλείψει
εκ μέσου σου το αθώον αίμα, όταν κάμης το αρεστόν εις τους οφθαλμούς του
Κυρίου.
10. Όταν εξέλθης να
πολεμήσης τους εχθρούς σου, και Κύριος ο Θεός σου παραδώση αυτούς εις τας
χείρας σου, και λάβης εξ αυτών αιχμαλώτους,
11. και ίδης μεταξύ
των αιχμαλώτων γυναίκα ευειδή και επιθυμήσης αυτήν, διά να λάβης αυτήν
εις σεαυτόν γυναίκα,
12. τότε θέλεις φέρει
αυτήν εις την οικίαν σου, και θέλει ξυρίσει την κεφαλήν αυτής και περιονυχίσει
τους όνυχας αυτής·
13. και θέλει εκδυθή
τα ενδύματα της αιχμαλωσίας αυτής επάνωθεν αυτής και θέλει καθήσει εν τη
οικία σου και κλαύσει τον πατέρα αυτής και την μητέρα αυτής ολόκληρον μήνα·
και μετά ταύτα θέλεις εισέλθει προς αυτήν, και θέλεις είσθαι ανήρ αυτής
και εκείνη θέλει είσθαι γυνή σου.
14. Και εάν συμβή
να μη ευχαριστήσαι εις αυτήν, τότε θέλεις εξαποστείλει αυτήν ελευθέραν·
και δεν θέλεις πωλήσει αυτήν δι' αργύριον, δεν θέλεις εμπορευθή αυτήν,
διότι εταπείνωσας αυτήν.
15. Εάν τις έχη δύο
γυναίκας, την μίαν αγαπωμένην και την άλλην μισουμένην, και γεννήσωσιν
εις αυτόν τέκνα η αγαπωμένη και η μισουμένη, και ο πρωτότοκος υιός ήναι
της μισουμένης,
16. τότε, καθ' ην
ημέραν μοιράζει εις τους υιούς αυτού την περιουσίαν αυτού, δεν δύναται
να κάμη πρωτότοκον τον υιόν της αγαπωμένης, παριδών τον υιόν της μισουμένης,
τον αληθώς πρωτότοκον·
17. αλλά θέλει αναγνωρίσει
τον υιόν της μισουμένης διά πρωτότοκον, δίδων εις αυτόν διπλούν μερίδιον
εκ πάντων των υπαρχόντων αυτού· διότι είναι η αρχή της δυνάμεως αυτού·
εις τούτον ανήκουσι τα πρωτοτόκια.
18. Εάν τις έχη υιόν
πεισματώδη και απειθή, όστις δεν υπακούει εις την φωνήν του πατρός αυτού
ή εις την φωνήν της μητρός αυτού, και, αφού παιδεύσωσιν αυτόν, δεν υπακούη
εις αυτούς,
19. τότε ο πατήρ αυτού
και η μήτηρ αυτού θέλουσι πιάσει αυτόν, και θέλουσιν εκφέρει αυτόν προς
τους πρεσβυτέρους της πόλεως αυτού και εις την πύλην του τόπου αυτού·
20. και θέλουσιν ειπεί
προς τους πρεσβυτέρους της πόλεως αυτού, Ούτος ο υιός ημών είναι πεισματώδης
και απειθής· δεν υπακούει εις την φωνήν ημών· είναι λαίμαργος και μέθυσος·
21. και πάντες οι
άνθρωποι της πόλεως αυτού θέλουσι λιθοβολήσει αυτόν με λίθους, και θέλει
αποθάνει. Και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου· και πας ο Ισραήλ
θέλει ακούσει και φοβηθή.
22. Και εάν τις έπραξεν
αμάρτημα άξιον θανάτου και καταδικασθή εις θάνατον, και κρεμάσης αυτόν
εις ξύλον,
23. δεν θέλει μένει
το σώμα αυτού όλην την νύκτα επί του ξύλου, αλλά θέλεις εξάπαντος θάψει
αυτόν την αυτήν ημέραν, διότι είναι κατηραμένος υπό του Θεού ο κρεμάμενος·
διά να μη μολύνης την γην σου, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε
κληρονομίαν.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 22o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 22
1.
Ιδών τον βουν του αδελφού σου ή το πρόβατον αυτού πλανώμενον, μη παραβλέψης
αυτά· θέλεις εξάπαντος επιστρέψει αυτά εις τον αδελφόν σου.
2. Και εάν ο αδελφός
σου δεν κατοική πλησίον σου, ή εάν δεν γνωρίζης αυτόν, τότε θέλεις φέρει
αυτά εντός της οικίας σου, και θέλουσιν είσθαι μετά σου εωσού ζητήση αυτά
ο αδελφός σου· και θέλεις αποδώσει αυτά εις αυτόν.
3. Ούτω θέλεις κάμει
και διά τον όνον αυτού· ούτω θέλεις κάμει και διά το ιμάτιον αυτού· ούτω
θέλεις κάμει και διά πάντα τα χαμένα πράγματα του αδελφού σου· όσα έχασε,
και συ εύρες αυτά· δεν δύνασαι να παραβλέψης αυτά.
4. Ιδών τον όνον του
αδελφού σου ή τον βουν αυτού πεσμένον εν τη οδώ, μη παραβλέψης αυτά· θέλεις
εξάπαντος σηκώσει αυτά μετ' αυτού.
5.
Η γυνή δεν θέλει φορέσει το ανήκον εις άνδρα, ουδέ ο ανήρ θέλει ενδυθή
στολήν γυναικός· επειδή πάντες οι πράττοντες ούτως είναι βδέλυγμα εις Κύριον
τον Θεόν σου.
6. Εάν απαντήσης καθ'
οδόν έμπροσθέν σου φωλεάν πτηνού επί τινός δένδρου ή κατά γης, έχουσαν
νεοσσούς ή ωά, και την μητέρα καθημένην επί τους νεοσσούς ή επί τα ωά,
δεν θέλεις λάβει την μητέρα μετά των τέκνων·
7. θέλεις εξάπαντος
απολύσει την μητέρα, τα δε τέκνα θέλεις λάβει εις σεαυτόν· διά να ευημερήσης
και να μακροημερεύσης.
8. Όταν οικοδομής
νέαν οικίαν, θέλεις κάμει περιτείχισμα πέριξ του δώματός σου, διά να μη
κάμης ένοχον αίματος την οικίαν σου, εάν πέση τις άνθρωπος απ' αυτής.
9.
Δεν θέλεις σπείρει εις τον αμπελώνα σου ετεροειδή σπέρματα· διά να μη μιανθή
το γέννημα του σπόρου τον οποίον έσπειρας, και ο καρπός του αμπελώνος.
10. Δεν θέλεις αροτριάσει
με βουν και όνον ομού.
11. Δεν θέλεις φορεί
ένδυμα σύμμικτον από μάλλινον ομού και λινάριον.
12. Θέλεις κάμει εις
σεαυτόν κρόσσια εις τας τέσσαρας άκρας του ενδύματός σου, με το οποίον
σκεπάζεσαι.
13. Εάν τις λάβη γυναίκα
και εισέλθη προς αυτήν και μισήση αυτήν,
14. και δώση αφορμήν
να κακολογήσωσιν αυτήν, και φέρη δυσφημίαν επ' αυτήν, και είπη, Έλαβον
ταύτην την γυναίκα, και ότε προσήλθον προς αυτήν, δεν εύρηκα αυτήν παρθένον,
15.
τότε ο πατήρ της νέας και η μήτηρ αυτής θέλουσι λάβει και εκφέρει προς
τους πρεσβυτέρους της πόλεως, εις την πύλην, τα παρθένια της νέας·
16. και ο πατήρ της
νέας θέλει ειπεί προς τους πρεσβυτέρους, Την θυγατέρα μου έδωκα εις τον
άνθρωπον τούτον διά γυναίκα, και αυτός μισεί αυτήν·
17. και ιδού, έδωκεν
αφορμήν να κακολογώσιν αυτήν, λέγων, Δεν εύρηκα την θυγατέρα σου παρθένον·
πλην ιδού, τα παρθένια της θυγατρός μου. Και θέλουσιν εκδιπλώσει το ιμάτιον
έμπροσθεν των πρεσβυτέρων της πόλεως.
18. Και θέλουσι λάβει
οι πρεσβύτεροι της πόλεως εκείνης τον άνθρωπον και θέλουσι τιμωρήσει αυτόν·
19. και θέλουσι ζημιώσει
αυτόν εκατόν σίκλους αργυρίου, και δώσει αυτούς εις τον πατέρα της νέας,
διότι έφερε δυσφημίαν επί παρθένον Ισραηλίτιν· και θέλει είσθαι γυνή αυτού·
δεν δύναται να αποβάλη αυτήν πάσας τας ημέρας αυτού.
20.
Εάν όμως το πράγμα τούτο ήναι αληθινόν, και δεν ευρεθή παρθένος η κόρη,
21. τότε θέλουσιν
εκφέρει την νέαν εις την θύραν του οίκου του πατρός αυτής, και οι άνθρωποι
της πόλεως αυτής θέλουσι λιθοβολίσει αυτήν με λίθους, και θέλει αποθάνει
διότι έπραξεν αφροσύνην εν τω Ισραήλ, πορνεύουσα τον οίκον του πατρός αυτής·
και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου.
22. Εάν τις ευρεθή
κοιμώμενος μετά γυναικός υπάνδρου, τότε αμφότεροι θέλουσι θανατόνεσθαι,
ο ανήρ ο κοιμώμενος μετά της γυναικός, και η γυνή· και θέλεις εξαφανίσει
το κακόν εκ του Ισραήλ.
23. Εάν νέα τις παρθένος
ήναι ηρραβωνισμένη μετά ανδρός, και εύρη τις αυτήν εν τη πόλει και κοιμηθή
μετ' αυτής,
24. τότε θέλετε εκφέρει
αυτούς αμφοτέρους εις την πύλην της πόλεως εκείνης, και θέλετε λιθοβολήσει
αυτούς με λίθους, και θέλουσιν αποθάνει· την νέαν, διότι δεν εφώναξεν,
ούσα εν τη πόλει και τον άνθρωπον, διότι εταπείνωσε την γυναίκα του πλησίον
αυτού· και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου.
25.
Αλλ' εάν τις εύρη εν αγρώ την νέαν την ηρραβωνισμένην, και ο άνθρωπος βιάση
αυτήν και κοιμηθή μετ' αυτής, τότε μόνος ο άνθρωπος, ο κοιμηθείς μετ' αυτής,
θέλει θανατόνεσθαι·
26. εις δε την νέαν
δεν θέλεις κάμει ουδέν· δεν είναι εις την νέαν αμάρτημα θανάτου· διότι
καθώς όταν τις εφορμήση επί τον πλησίον αυτού και φονεύση αυτόν, ούτως
είναι το πράγμα τούτο·
27. διότι εν τω αγρώ
εύρηκεν αυτήν, εφώναξεν η ηρραβωνισμένη νέα, αλλά δεν υπήρχεν ο σώζων αυτήν.
28. Εάν τις εύρη νέαν
παρθένον μη ηρραβωνισμένην και πιάση αυτήν και κοιμηθή μετ' αυτής, και
ευρεθώσι·
29. τότε ο άνθρωπος
ο κοιμηθείς μετ' αυτής θέλει δώσει εις τον πατέρα της νέας πεντήκοντα σίκλους
αργυρίου, και αυτή θέλει είσθαι γυνή αυτού· επειδή εταπείνωσεν αυτήν, δεν
δύναται να αποβάλη αυτήν πάσας τας ημέρας αυτού.
30. Δεν θέλει λάβει
τις την γυναίκα του πατρός αυτού, ουδέ θέλει εκκαλύψει το συγκάλυμμα του
πατρός αυτού.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 23o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 23
1. Ο έχων τα κρύφια
αυτού τεθλασμένα ή αποκεκομμένα δεν θέλει εισέλθει εις την συναγωγήν του
Κυρίου.
2.
Ο νόθος δεν θέλει εισέλθει εις την συναγωγήν του Κυρίου· έως δεκάτης γενεάς
αυτού δεν θέλει εισέλθει εις την συναγωγήν του Κυρίου.
3.
Αμμωνίτης και Μωαβίτης δεν θέλει εισέλθει εις την συναγωγήν του Κυρίου·
έως δεκάτης γενεάς αυτών ουδέποτε θέλουσιν εισέλθει εις την συναγωγήν του
Κυρίου.
4. Διότι δεν σας προϋπήντησαν
με άρτον και ύδωρ εν τη οδώ, ότε εξήρχεσθε εξ Αιγύπτου· και διότι εμίσθωσαν
κατά σου τον Βαλαάμ τον υιόν του Βεώρ εκ Φεθορά της Μεσοποταμίας, διά να
σε καταρασθή.
5. Αλλά Κύριος ο Θεός
σου δεν ηθέλησε να εισακούση του Βαλαάμ· αλλά Κύριος ο Θεός σου μετέβαλε
την κατάραν εις ευλογίαν προς σε, διότι Κύριος ο Θεός σου σε ηγάπησε.
6.
Δεν θέλεις ζητήσει την ειρήνην αυτών ουδέ την ευτυχίαν αυτών πάσας τας
ημέρας σου εις τον αιώνα.
7.
Δεν θέλεις βδελύττεσθαι τον Ιδουμαίον, διότι είναι αδελφός σου· δεν θέλεις
βδελύττεσθαι τον Αιγύπτιον, διότι εστάθης ξένος εν τη γη αυτού.
8.
Τα παιδία, όσα γεννηθώσιν εξ αυτών, θέλουσιν εισέλθει εις την συναγωγήν
του Κυρίου εν τη τρίτη γενεά αυτών.
9.
Όταν εκστρατεύης επί τους εχθρούς σου, φυλάττου από παντός κακού πράγματος.
10.
Εάν ήναι εν μέσω σου άνθρωπος, όστις δεν είναι καθαρός, εκ τινός συμβάντος
εις αυτόν την νύκτα, θέλει εξέλθει έξω του στρατοπέδου, δεν θέλει εισέλθει
εντός του στρατοπέδου·
11.
και προς την εσπέραν θέλει λουσθή εν ύδατι και δύοντος του ηλίου θέλει
εισέλθει εντός του στρατοπέδου.
12. Και θέλεις έχει
τόπον έξω του στρατοπέδου και θέλεις εξέλθει εκεί έξω·
13.
και θέλεις έχει πτυάριον μικρόν μεταξύ των όπλων σου· και όταν κάθησαι
έξω, θέλεις σκάπτει δι' αυτού, και θέλεις στρέψει και σκεπάσει το εξερχόμενον
από σου.
14.
Διότι Κύριος ο Θεός σου περιπατεί εν μέσω του στρατοπέδου σου, διά να σε
ελευθερώση και διά να παραδώση τους εχθρούς σου έμπροσθέν σου· διά τούτο
θέλει είσθαι άγιον το στρατόπεδόν σου· διά να μη βλέπη ακαθαρσίαν τινά
εν σοι, και αποστρέψη από σου.
15.
Δεν θέλεις παραδώσει δούλον εις τον κύριον αυτού, όστις κατέφυγεν από του
κυρίου αυτού προς σέ·
16. μετά σου θέλει
κατοικεί, εν μέσω σου, εις όντινα τόπον εκλέξη, εν μιά των πυλών σου όπου
αρέσκη εις αυτόν· δεν θέλεις καταδυναστεύσει αυτόν.
17.
Πόρνη δεν θέλει υπάρχει εκ των θυγατέρων Ισραήλ, ουδέ θέλει είσθαι κίναιδος
εκ των υιών Ισραήλ.
18.
Δεν θέλεις φέρει πληρωμήν πόρνης ουδέ μίσθωμα κυνός, εις τον οίκον Κυρίου
του Θεού σου, δι' ουδεμίαν ευχήν· διότι αμφότερα ταύτα είναι βδέλυγμα εις
Κύριον τον Θεόν σου.
19.
Δεν θέλεις δανείζει εις τον αδελφόν σου χρήματα επί τόκω, τροφάς επί τόκω,
ουδέν πράγμα δανειζόμενον επί τόκω.
20.
Εις τον ξένον δύνασαι να τοκίζης· εις τον αδελφόν σου όμως δεν θέλεις τοκίσει
διά να σε ευλογή Κύριος ο Θεός σου εις πάσας τας επιχειρήσεις σου, επί
της γης, εις την οποίαν υπάγεις διά να κληρονομήσης αυτήν.
21.
Όταν ευχηθής ευχήν προς Κύριον τον Θεόν σου, δεν θέλεις βραδύνει να αποδώσης
αυτήν· διότι Κύριος ο Θεός σου θέλει εξάπαντος εκζητήσει αυτήν παρά σου,
και θέλει είσθαι αμαρτία εις σε. Αριθ.λ'.2,
Λευτ.ε'.4,
Κριτ.ια'.30,35,
Εκκλ.ε'.4,
Πραξ.κγ'.14,
Ματθ.ιδ'.7,9
22.
Εάν όμως δεν θέλης να ευχηθής, δεν θέλει είσθαι αμαρτία εις σε.
23.
ό,τι εξέλθη εκ των χειλέων σου θέλεις φυλάξει, και θέλεις εκτελέσει καθ'
ον τρόπον ευχήθης εις Κύριον τον Θεόν σου την αυτοπροαίρετον προσφοράν,
την οποίαν υπεσχέθης διά στόματός σου.
24.
Όταν εισέρχησαι εις τον αμπελώνα του πλησίον σου, δύνασαι να τρώγης σταφύλια
κατά την όρεξίν σου, εωσού χορτασθής· εις το αγγείόν σου όμως δεν θέλεις
βάλει.
25.
Όταν εισέρχησαι εις τα σπαρτά του πλησίον σου, δύνασαι να αποσπάς διά της
χειρός σου αστάχυα· δρέπανον όμως δεν δύνασαι να βάλης εις τα σπαρτά του
πλησίον σου.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 24o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Deuteronomy 24
1.
Όταν τις λάβη γυναίκα και νυμφευθή μετ' αυτής, και συμβή να μη εύρη χάριν
εις τους οφθαλμούς αυτού, διότι εύρηκεν εν αυτή άσχημον πράγμα, τότε ας
γράψη εις αυτήν γράμμα διαζυγίου, και ας δώση αυτό εις την χείρα αυτής,
και ας αποπέμψη αυτήν εκ της οικίας αυτού.
2.
Και αφού αναχωρήση από της οικίας αυτού, δύναται να υπάγη και να συζευχθή
μετά άλλου ανδρός.
3.
Και εάν ο δεύτερος ανήρ αυτής μισήση αυτήν και γράψη εις αυτήν γράμμα διαζυγίου
και δώση αυτό εις την χείρα αυτής, και αποπέμψη αυτήν από της οικίας αυτού,
ή εάν αποθάνη ο δεύτερος ανήρ, ο λαβών αυτήν εις γυναίκα αυτού,
4.
ο πρώτος αυτής ανήρ, ο αποπέμψας αυτήν, δεν δύναται να λάβη αυτήν πάλιν
εις εαυτόν γυναίκα, αφού εμολύνθη· διότι είναι βδέλυγμα ενώπιον του Κυρίου·
και δεν θέλεις επιφέρει αμαρτίαν εις την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός
σου δίδει εις σε κληρονομίαν.
5.
Εάν τις νεωστί λάβη γυναίκα, δεν θέλει εξέλθει εις πόλεμον, και δεν θέλει
επιφορτισθή επ' αυτόν ουδέν αλλά ελεύθερος θέλει είσθαι εν τη οικία αυτού
εν έτος, και θέλει ευφράνει την γυναίκα αυτού την οποίαν έλαβε.
6.
Δεν θέλει λάβει ουδείς εις ενέχυρον την άνω ουδέ την κάτω πέτραν του μύλου·
διότι ζωήν λαμβάνει εις ενέχυρον.
7.
Εάν τις φωραθή κλέπτων τινά εκ των αδελφών αυτού εκ των υιών Ισραήλ, και
καταδουλώσας αυτόν επώλησε, τότε ο κλέπτης ούτος θέλει θανατόνεσθαι και
θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου.
8.
Πρόσεχε εις την πληγήν της λέπρας, να φυλάττης επιμελώς και να κάμνης κατά
πάντα όσα οι ιερείς οι Λευΐται σας διδάξωσι καθώς προσέταξα εις αυτούς,
θέλετε προσέχει να κάμνητε.
9.
Ενθυμού τι έκαμεν εις την Μαριάμ Κύριος ο Θεός σου καθ' οδόν, αφού εξήλθετε
εξ Αιγύπτου.
10.
Όταν δανείσης τι εις τον πλησίον σου, δεν θέλεις εισέλθει εις την οικίαν
αυτού διά να λάβης το ενέχυρον αυτού·
11.
έξω θέλεις σταθή, και ο άνθρωπος εις τον οποίον δανείζεις θέλει εκφέρει
εις σε το ενέχυρον.
12.
Και εάν ο άνθρωπος ήναι πτωχός, δεν θέλεις κοιμηθή μετά του ενεχύρου αυτού·
13.
εξάπαντος θέλεις αποδώσει εις αυτόν το ενέχυρον περί την δύσιν του ηλίου,
και θέλει κοιμηθή εν τω ιματίω αυτού και θέλει σε ευλογήσει και θέλει είσθαι
εις σε δικαιοσύνη ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.
14.
Δεν θέλεις αδικήσει μισθωτόν πτωχόν και ενδεή, εκ των αδελφών σου ή εκ
των ξένων σου των εν τη γη σου, εντός των πυλών σου.
15.
Αυθημερόν θέλεις δώσει τον μισθόν αυτού, πριν δύση ο ήλιος επ' αυτόν· διότι
είναι πτωχός και έχει την ελπίδα αυτού εις αυτόν· διά να μη βοήση κατά
σου προς Κύριον, και γείνη εις σε αμαρτία.
16.
Οι πατέρες δεν θέλουσι θανατόνεσθαι διά τα τέκνα, ούτε τα τέκνα θέλουσι
θανατόνεσθαι διά τους πατέρας· έκαστος θέλει θανατόνεσθαι διά το ίδιον
εαυτού αμάρτημα.
17.
Δεν θέλεις διαστρέφει την κρίσιν του ξένου, του ορφανού, ουδέ θέλεις λαμβάνει
το ιμάτιον της χήρας ενέχυρον·
18.
αλλά θέλεις ενθυμείσθαι ότι δούλος εστάθης εν Αιγύπτω, και σε ελύτρωσε
Κύριος ο Θεός σου εκείθεν· διά τούτο εγώ προστάζω εις σε να κάμνης το πράγμα
τούτο.
19.
Όταν θερίζης το θέρος σου εν τω αγρώ σου, και λησμονήσης χειρόβολόν τι
εν τω αγρώ, δεν θέλεις επιστρέψει διά να λάβης αυτό· διά τον ξένον θέλει
είσθαι, διά τον ορφανόν και διά την χήραν· διά να σε ευλογή Κύριος ο Θεός
σου εις πάντα τα έργα των χειρών σου.
20.
Αφού τινάξης τας ελαίας σου, δεν θέλεις πάλιν ελαιολογήσει τους κλάδους·
θέλει είσθαι διά τον ξένον, διά τον ορφανόν και διά την χήραν.
21.
Αφού τρυγήσης τον αμπελώνά σου, δεν θέλεις σταφυλολογήσει πάλιν· θέλει
είσθαι διά τον ξένον, διά τον ορφανόν και διά την χήραν.
22. Και θέλεις ενθυμείσθαι
ότι δούλος εστάθης εν γη Αιγύπτου· διά τούτο εγώ προστάζω εις σε να κάμνης
το πράγμα τούτο.
[>>]