ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ
25o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 25
1. Εάν συμβή διαφορά
μεταξύ ανθρώπων, και έλθωσιν εις την κρίσιν, και κρίνωσιν αυτούς, τότε
θέλουσι δικαιώσει τον δίκαιον και καταδικάσει τον ένοχον.
2. Και εάν ο ένοχος
ήναι άξιος μαστιγώσεως, ο κριτής θέλει προστάξει να ρίψωσιν αυτόν κάτω,
και κατά το πταίσμα αυτού να μαστιγώσωσιν αυτόν ενώπιον αυτού αριθμόν τινά.
3. Τεσσαράκοντα δύναται
να μαστιγώση αυτόν, ουχί περισσότερον· μήποτε, εάν προσθέση να μαστιγώση
αυτόν επέκεινα τούτων με πολλάς μαστιγώσεις, φανή ο αδελφός σου βδελυκτός
εις τους οφθαλμούς σου.
4. Δεν θέλεις εμφράξει
το στόμα βοός αλωνίζοντος.
5. Εάν συγκατοικώσιν
αδελφοί, και αποθάνη εις εξ αυτών και δεν έχη τέκνα, η γυνή του αποθανόντος
δεν θέλει υπανδρευθή με ξένον· ο αδελφός του ανδρός αυτής θέλει εισέλθει
προς αυτήν, και θέλει λάβει αυτήν εις εαυτόν γυναίκα και εκπληρώσει το
χρέος του ανδραδέλφου εις αυτήν.
6. Και ο πρωτότοκος,
τον οποίον γεννήση, θέλει ονομασθή με το όνομα του αποθανόντος αδελφού
αυτού, και δεν θέλει εξαλειφθή το όνομα αυτού εκ του Ισραήλ.
7. Εάν δε ο άνθρωπος
δεν ευαρεστήται να λάβη την γυναίκα του αδελφού αυτού, τότε η γυνή του
αδελφού αυτού ας αναβή εις την πύλην προς τους πρεσβυτέρους και ας είπη,
Ο αδελφός του ανδρός μου αρνείται να αναστήση το όνομα του αδελφού αυτού
εν τω Ισραήλ· δεν θέλει να εκπληρώση εις εμέ το χρέος του ανδραδέλφου.
8. Τότε οι πρεσβύτεροι
της πόλεως αυτού θέλουσι καλέσει αυτόν και λαλήσει προς αυτόν· και εάν
αυτός επιμένη, λέγων, Δεν ευαρεστούμαι να λάβω αυτήν,
9. τότε η γυνή του
αδελφού αυτού θέλει ελθεί προς αυτόν ενώπιον των πρεσβυτέρων, και θέλει
λύσει το υπόδημα αυτού από του ποδός αυτού και εμπτύσει εις το πρόσωπον
αυτού, και αποκριθείσα θέλει ειπεί, Ούτω θέλει γίνεσθαι εις τον άνθρωπον,
όστις δεν θέλει να οικοδομήση τον οίκον του αδελφού αυτού.
10. Και θέλει ονομάζεσθαι
το όνομα αυτού εν τω Ισραήλ, Ο οίκος του έχοντος λελυμένου το υπόδημα.
11. Εάν άνθρωποι μάχωνται
προς αλλήλους, και η γυνή του ενός πλησιάση διά να ελευθερώση τον άνδρα
αυτής εκ της χειρός του τύπτοντος αυτόν, και εκτείνασα την χείρα αυτής
πιάση αυτόν από των κρυφίων αυτού,
12. τότε θέλεις αποκόψει
την χείρα αυτής· ο οφθαλμός σου δεν θέλει φεισθή.
13. Δεν θέλεις έχει
εν τω σακκίω σου διάφορα ζύγια, μεγάλον και μικρόν.
14. Δεν θέλεις έχει
εν τη οικία σου διάφορα μέτρα, μεγάλον και μικρόν.
15. Αληθινόν και δίκαιον
ζύγιον θέλεις έχει αληθινόν και δίκαιον μέτρον θέλεις έχει διά να πληθύνωνται
αι ημέραι σου επί της γης την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σέ·
16. διότι πάντες οι
πράττοντες ταύτα, πάντες οι πράττοντες αδικίαν, είναι βδέλυγμα εις Κύριον
τον Θεόν σου.
17. Ενθυμού τι έκαμεν
εις σε ο Αμαλήκ εν τη οδώ, αφού εξήλθετε εξ Αιγύπτου·
18. τίνι τρόπω αντεστάθη
εις σε εν τη οδώ και απέκοψε τους οπισθίους σου, πάντας τους αδυνάτους
τους όπισθέν σου, ενώ ήσο αποκαμωμένος και κεκοπιασμένος· και δεν εφοβήθη
τον Θεόν.
19. Διά τούτο, αφού
Κύριος ο Θεός σου σοι έδωκεν ανάπαυσιν από πάντων των εχθρών σου κύκλω,
εν τη γη την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κληρονομίαν διά να κατακληρονομήσης
αυτήν, τότε θέλεις εξαλείψει το μνημόσυνον του Αμαλήκ υποκάτωθεν του ουρανού·
δεν θέλεις λησμονήσει.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 26o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 26
1. Και όταν εισέλθης
εις την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κληρονομίαν, και
κατακληρονομήσης αυτήν και κατοικήσης εν αυτή,
2. τότε θέλεις λάβει
από της απαρχής πάντων των καρπών της γης, τους οποίους συνάξης εκ της
γης σου, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε, και θέλεις βάλει αυτήν
εις καλάθιον, και θέλεις υπάγει εις τον τόπον, όντινα εκλέξη Κύριος ο Θεός
σου διά να κατοικίση εκεί το όνομα αυτού.
3. Και θέλεις υπάγει
προς τον ιερέα, τον όντα κατ' εκείνας τας ημέρας, και θέλεις ειπεί προς
αυτόν, Αναγγέλλω σήμερον προς Κύριον τον Θεόν σου, ότι εισήλθον εις την
γην, την οποίαν ο Κύριος ώμοσε προς τους πατέρας ημών να δώση εις ημάς.
4. Και ο ιερεύς θέλει
λάβει το καλάθιον εκ της χειρός σου, και θέλει καταθέσει αυτό ενώπιον του
θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου.
5. Και θέλεις λαλήσει
και ειπεί ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, Σύριος περιπλανώμενος ήτο ο πατήρ
μου, και κατέβη εις Αίγυπτον, και παροικήσας εκεί μετά ολίγων ανθρώπων
κατεστάθη εκεί έθνος μέγα, δυνατόν και πολυάριθμον·
6. και οι Αιγύπτιοι
εταλαιπώρησαν ημάς και κατέθλιψαν ημάς και επέβαλον εφ' ημάς σκληράν δουλείαν·
7. και ανεβοήσαμεν
προς Κύριον τον Θεόν των πατέρων ημών, και εισήκουσεν ο Κύριος της φωνής
ημών, και επέβλεψεν επί την θλίψιν ημών και επί τον μόχθον ημών και επί
την καταδυνάστευσιν ημών·
8. και εξήγαγεν ημάς
ο Κύριος εξ Αιγύπτου εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι εξηπλωμένω, και με
τέρατα μεγάλα και με σημεία και με θαύματα·
9. και εισήγαγεν ημάς
εις τον τόπον τούτον, και έδωκεν εις ημάς την γην ταύτην, γην ρέουσαν γάλα
και μέλι·
10. και τώρα, ιδού,
έφερα τας απαρχάς των καρπών της γης, την οποίαν συ, Κύριε έδωκας εις εμέ.
Και θέλεις καταθέσει αυτάς ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, και θέλεις προσκυνήσει
ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.
11. Και θέλεις ευφρανθή
εις πάντα τα αγαθά, τα οποία Κύριος ο Θεός σου έδωκεν εις σε και εις τον
οίκόν σου, συ και ο Λευΐτης και ο ξένος ο εν μέσω σου.
12. Αφού τελειώσης
να δεκατίζης πάντα τα δέκατα των γεννημάτων σου εις το τρίτον έτος, το
έτος της δεκατείας, και δώσης αυτά εις τον Λευΐτην, εις τον ξένον, εις
τον ορφανόν και εις την χήραν, και φάγωσιν εντός των πυλών σου και χορτασθώσι,
13. τότε θέλεις ειπεί
ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, Εξεκαθάρισα εκ της οικίας μου τα αφιερώματα,
και προσέτι έδωκα αυτά εις τον Λευΐτην και εις τον ξένον, εις τον ορφανόν
και εις την χήραν, κατά πάντα τα προστάγματά σου, τα οποία προσέταξας εις
εμέ· δεν παρέβην τας εντολάς σου ουδέ ελησμόνησα αυτάς·
14. δεν έφαγον εξ
αυτών εις το πένθος μου, ούτε έλαβον εκ τούτων διά ακάθαρτον χρήσιν, ούτε
έδωκα εξ αυτών διά νεκρόν· υπήκουσα εις την φωνήν Κυρίου του Θεού μου,
έκαμον κατά πάντα όσα προσέταξας εις εμέ·
15. επίβλεψον εκ του
οίκου σου του αγίου, εκ του ουρανού, και ευλόγησον τον λαόν σου τον Ισραήλ,
και την γην την οποίαν έδωκας εις ημάς, καθώς ώμοσας προς τους πατέρας
ημών, γην ρέουσαν γάλα και μέλι.
16. Σήμερον προσέταξεν
εις σε Κύριος ο Θεός σου να εκτελής τα διατάγματα ταύτα και τας κρίσεις·
διά τούτο θέλεις φυλάττει και θέλεις εκτελεί αυτά εξ όλης της καρδίας σου
και εξ όλης της ψυχής σου.
17. Εξέλεξας τον Κύριον
σήμερον να ήναι Θεός σου, και να περιπατής εις τας οδούς αυτού και να φυλάττης
τα διατάγματα αυτού και τας εντολάς αυτού και τας κρίσεις αυτού, και να
υπακούης εις την φωνήν αυτού·
18. και ο Κύριος σοι
είπε σήμερον να ήσαι εις αυτόν λαός εκλεκτός, καθώς ελάλησε προς σε, και
να φυλάττης πάσας τας εντολάς αυτού·
19. και να σε καταστήση
υψηλόν υπεράνω πάντων των εθνών τα οποία έκαμεν, εις καύχημα και εις όνομα
και εις δόξαν· και να ήσαι λαός άγιος εις Κύριον τον Θεόν σου, καθώς ελάλησε.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 27o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 27
1. Και προσέταξεν
ο Μωϋσής και οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ τον λαόν, λέγων, Φυλάττετε πάσας
τας εντολάς, τας οποίας εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον.
2. Και την ημέραν
καθ' ην διαβήτε τον Ιορδάνην, προς την γην την οποίαν Κύριος ο Θεός σου
δίδει εις σε, θέλεις στήσει εις σεαυτόν λίθους μεγάλους, και θέλεις χρίσει
αυτούς με ασβέστην·
3. και θέλεις γράψει
επ' αυτούς πάντας τους λόγους του νόμου τούτου, αφού διαβής τον Ιορδάνην,
διά να εισέλθης εις την γην την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε,
γην ρέουσαν γάλα και μέλι, καθώς Κύριος ο Θεός των πατέρων σου υπεσχέθη
εις σε.
4. Διά τούτο αφού
διαβήτε τον Ιορδάνην, θέλετε στήσει τους λίθους τούτους, τους οποίους εγώ
προστάζω εις εσάς σήμερον, εν τω όρει Εβάλ, και θέλεις χρίσει αυτούς με
ασβέστην.
5. Και θέλεις οικοδομήσει
εκεί θυσιαστήριον εις Κύριον τον Θεόν σου, θυσιαστήριον εκ λίθων· σίδηρον
δεν θέλεις επιβάλει επ' αυτούς.
6. Θέλεις οικοδομήσει
το θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού σου εκ λίθων ολοκλήρων· και θέλεις προσφέρει
επ' αυτού ολοκαυτώματα προς Κύριον τον Θεόν σου·
7. και θέλεις προσφέρει
θυσίας ειρηνικάς, και θέλεις τρώγει εκεί, και θέλεις ευφραίνεσθαι ενώπιον
Κυρίου του Θεού σου·
8. και θέλεις γράψει
επί τους λίθους πάντας τους λόγους του νόμου τούτου ευκρινέστατα.
9. Και ελάλησαν ο
Μωϋσής και οι ιερείς οι Λευΐται προς πάντα τον Ισραήλ λέγοντες, Πρόσεχε
και άκουε, Ισραήλ· ταύτην την ημέραν κατεστάθης λαός Κυρίου του Θεού σου·
10. θέλεις λοιπόν
υπακούει εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, και εκτελεί τας εντολάς αυτού,
και τα διατάγματα αυτού τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον.
11. Και προσέταξεν
ο Μωϋσής τον λαόν την ημέραν εκείνην, λέγων,
12. Ούτοι θέλουσι
σταθή επί το όρος Γαριζίν διά να ευλογήσωσι τον λαόν, αφού διαβήτε τον
Ιορδάνην· Συμεών και Λευΐ και Ιούδα και Ισσάχαρ και Ιωσήφ και Βενιαμίν.
13. Και ούτοι θέλουσι
σταθή επί το όρος Εβάλ διά να καταρασθώσι· Ρουβήν, Γαδ και Ασήρ και Ζαβουλών,
Δαν και Νεφθαλί.
14. Και θέλουσι λαλήσει
οι Λευΐται και ειπεί προς πάντας τους ανθρώπους του Ισραήλ μετά φωνής μεγάλης,
15. Επικατάρατος ο
άνθρωπος, όστις κάμη γλυπτόν ή χωνευτόν, βδέλυγμα εις τον Κύριον, έργον
χειρών τεχνίτου, και θέση εν αποκρύφω. Και πας ο λαός θέλει αποκριθή και
ειπεί, Αμήν.
16. Επικατάρατος όστις
κακολογήση τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού. Και πας ο λαός θέλει ειπεί,
Αμήν.
17. Επικατάρατος όστις
μετακινήση το οροθέσιον του πλησίον αυτού. Και πας ο λαός θέλει ειπεί,
Αμήν.
18. Επικατάρατος όστις
αποπλανήση τον τυφλόν εν τη οδώ. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
19. Επικατάρατος όστις
διαστρέψη την κρίσιν του ξένου, του ορφανού και της χήρας. Και πας ο λαός
θέλει ειπεί, Αμήν.
20. Επικατάρατος όστις
κοιμηθή μετά της γυναικός του πατρός αυτού· διότι εκκαλύπτει το συγκάλυμμα
του πατρός αυτού. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
21. Επικατάρατος όστις
κοιμηθή μεθ' οποιουδήποτε κτήνους. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
22. Επικατάρατος όστις
κοιμηθή μετά της αδελφής αυτού της θυγατρός του πατρός αυτού, ή της θυγατρός
της μητρός αυτού. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
23. Επικατάρατος όστις
κοιμηθή μετά της πενθεράς αυτού. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
24. Επικατάρατος όστις
κτυπήση τον πλησίον αυτού κρυφίως. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
25. Επικατάρατος όστις
λάβη δώρα διά να φονεύση άνθρωπον αθώον. Και πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
26. Επικατάρατος όστις
δεν εμμένει εις τους λόγους του νόμου τούτου, διά να εκτελή αυτούς. Και
πας ο λαός θέλει ειπεί, Αμήν.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 28o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 28
1. Και εάν υπακούης
επιμελώς εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να προσέχης να κάμνης πάσας
τας εντολάς αυτού, τας οποίας εγώ προστάζω εις σε σήμερον, θέλει σε υψώσει
Κύριος ο Θεός σου υπεράνω πάντων των εθνών της γής·
2. και θέλουσιν ελθεί
επί σε πάσαι αι ευλογίαι αύται και θέλουσι σε ευρεί, εάν υπακούσης εις
την φωνήν Κυρίου του Θεού σου.
3. Ευλογημένος θέλεις
είσθαι εν τη πόλει και ευλογημένος θέλεις είσθαι εν τω αγρώ.
4. Ευλογημένος ο καρπός
της κοιλίας σου και ο καρπός της γης σου και ο καρπός των κτηνών σου, αι
αγέλαι των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου.
5. Ευλογημένον το
καλάθιόν σου και η σκάφη σου.
6. Ευλογημένος θέλεις
είσθαι όταν εισέρχησαι, και ευλογημένος θέλεις είσθαι όταν εξέρχησαι.
7. Τους εχθρούς σου,
τους επανισταμένους επί σε, ο Κύριος θέλει κάμει αυτούς να συντριφθώσιν
έμπροσθέν σου· από μιας οδού θέλουσιν εξέλθει επί σε, και από επτά οδών
θέλουσι φύγει από προσώπου σου.
8. Ο Κύριος θέλει
εξαποστέλλει επί σε την ευλογίαν εις τας αποθήκας σου και εις πάντα όσα
επιβάλης την χείρα σου· και θέλει σε ευλογήσει επί της γης την οποίαν Κύριος
ο Θεός σου δίδει εις σε.
9. Ο Κύριος θέλει
σε καταστήσει εις εαυτόν λαόν άγιον, καθώς ώμοσε προς σε, εάν φυλάττης
τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου, και περιπατής εις τας οδούς αυτού.
10. Και πάντες οι
λαοί της γης θέλουσιν ιδεί, ότι το όνομα του Κυρίου επικέκληται επί σε,
και θέλουσι τρομάζει από σου.
11. Και ο Κύριος θέλει
σε πληθύνει εις αγαθά, εις τον καρπόν της κοιλίας σου και εις τον καρπόν
των κτηνών σου και εις τα γεννήματα της γης σου, επί της γης την οποίαν
ώμοσε Κύριος προς τους πατέρας σου να δώση εις σε.
12. Ο Κύριος θέλει
ανοίξει εις σε τον αγαθόν θησαυρόν αυτού, τον ουρανόν, διά να δίδη βροχήν
εις την γην σου κατά τον καιρόν αυτής, και διά να ευλογή πάντα τα έργα
των χειρών σου· και θέλεις δανείζει εις πολλά έθνη, συ δε δεν θέλεις δανείζεσθαι.
13. Και θέλει σε καταστήσει
ο Κύριος κεφαλήν και ουχί ουράν· και θέλεις είσθαι μόνον υπεράνω και δεν
θέλεις είσθαι υποκάτω· εάν υπακούσης εις τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου,
τας οποίας εγώ προστάζω εις σε σήμερον, να φυλάττης και να εκτελής·
14. και δεν θέλεις
εκκλίνει από πάντων των λόγων, τους οποίους εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον,
δεξιά ή αριστερά, διά να υπάγης κατόπιν άλλων θεών διά να λατρεύσης αυτούς.
15. Αλλ' εάν δεν υπακούσης
εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου, διά να προσέχης να εκτελής πάσας τας
εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα οποία εγώ προστάζω εις σε σήμερον,
πάσαι αι κατάραι αύται θέλουσιν ελθεί επί σε και θέλουσι σε ευρεί.
16. Κατηραμένος θέλεις
είσθαι εν τη πόλει, και κατηραμένος θέλεις είσθαι εν τω αγρώ.
17. Κατηραμένον το
καλάθιόν σου και η σκάφη σου.
18. Κατηραμένος ο
καρπός της κοιλίας σου και τα γεννήματα της γης σου, αι αγέλαι των βοών
σου και τα ποίμνια των προβάτων σου.
19. Κατηραμένος θέλεις
είσθαι όταν εισέρχησαι, και κατηραμένος θέλεις είσθαι όταν εξέρχησαι.
20. Ο Κύριος θέλει
εξαποστείλει επί σε την κατάραν, την θλίψιν και την φθοράν, εις πάντα όσα
επιβάλης την χείρα σου διά να πράξης, εωσού εξολοθρευθής και εωσού αφανισθής
ταχέως, διά την πονηρίαν των έργων σου, διότι εγκατέλιπες εμέ.
21. Ο Κύριος θέλει
προσκολλήσει εις σε το θανατικόν, εωσού σε εξολοθρεύση από της γης, όπου
υπάγεις να κληρονομήσης αυτήν.
22. Ο Κύριος θέλει
σε πατάξει με μαρασμόν και με πυρετόν και με ρίγος και με φλόγωσιν και
με μάχαιραν και με ανεμοφθορίαν και με ερυσίβην· και θέλουσι σε καταδιώκει
εωσού αφανισθής.
23. Και ο ουρανός
σου ο υπεράνω της κεφαλής σου θέλει είσθαι χαλκός, και η γη η υποκάτω σου
σίδηρος.
24. Ο Κύριος θέλει
δώσει την βροχήν της γης σου κονιορτόν και χώμα· εκ του ουρανού θέλει καταβαίνει
επί σε, εωσού εξολοθρευθής.
25. Ο Κύριος θέλει
σε κάμει να συντριφθής έμπροσθεν των εχθρών σου· από μιας οδού θέλεις εξέλθει
επ' αυτούς, και από επτά οδών θέλεις φύγει από προσώπου αυτών· και θέλεις
διασκορπισθή εις πάντα τα βασίλεια της γης.
26. Και το πτώμά σου
θέλει είσθαι τροφή εις πάντα τα όρνεα του ουρανού και εις τα θηρία της
γης, και δεν θέλει είσθαι ο αποδιώκων.
27. Ο Κύριος θέλει
σε πατάξει με την Αιγυπτιακήν πληγήν και με αιμορροΐδας και με ψώραν και
με ξυσμόν, ώστε να μη δύνασαι να ιατρευθής.
28. Ο Κύριος θέλει
σε πατάξει με αφροσύνην και με τύφλωσιν και με έκστασιν καρδίας·
29. και θέλεις ψηλαφά
εν τω μέσω της ημέρας, ως ο τυφλός ψηλαφά εν τω σκότει, και δεν θέλεις
ευοδούσθαι εις τας οδούς σου· και θέλεις είσθαι μόνον καταδυναστευόμενος
και διαρπαζόμενος πάσας τας ημέρας, και δεν θέλει είσθαι ο σώζων.
30. Θέλεις αρραβωνισθή
γυναίκα, και άλλος ανήρ θέλει κοιμηθή μετ' αυτής· οικίαν θέλεις οικοδομήσει,
και δεν θέλεις κατοικήσει εν αυτή· αμπελώνα θέλεις φυτεύσει, και δεν θέλεις
τρυγήσει αυτόν.
31. Ο βους σου θέλει
είσθαι εσφαγμένος ενώπιόν σου, και δεν θέλεις φάγει εξ αυτού· ο όνος σου
θέλει αρπαχθή απ' έμπροσθέν σου και δεν θέλει αποδοθή εις σέ· τα πρόβατά
σου θέλουσι παραδοθή εις τους εχθρούς σου, και δεν θέλει είσθαι εις σε
ο σώζων.
32. Οι υιοί σου και
αι θυγατέρες σου θέλουσι παραδοθή εις άλλον λαόν, και οι οφθαλμοί σου θέλουσι
βλέπει και μαραίνεσθαι δι' αυτούς όλην την ημέραν· και δεν θέλει είσθαι
δύναμις εν τη χειρί σου.
33. Τον καρπόν της
γης σου και πάντας τους κόπους σου θέλει φάγει έθνος το οποίον δεν γνωρίζεις·
και θέλεις είσθαι μόνον καταδυναστευόμενος και καταπατούμενος πάσας τας
ημέρας.
34. Και θέλεις γείνει
παράφρων διά τα θεάματα των οφθαλμών σου, τα οποία θέλεις ιδεί.
35. Ο Κύριος θέλει
σε πατάξει εις τα γόνατα και εις τα σκέλη με πληγήν κακήν, ώστε να μη δύνασαι
να ιατρευθής από του ίχνους των ποδών σου έως της κορυφής σου.
36. Ο Κύριος θέλει
φέρει σε και τον βασιλέα σου όντινα καταστήσης επί σε, εις έθνος το οποίον
δεν εγνώρισας, συ, ουδέ οι πατέρες σου· και εκεί θέλεις λατρεύσει άλλους
θεούς, ξύλα και λίθους.
37. Και θέλεις είσθαι
εις έκπληξιν, εις παροιμίαν και εις διήγημα μεταξύ πάντων των εθνών, όπου
εν σε φέρη ο Κύριος.
38. Σπόρον πολύν θέλεις
φέρει εις τον αγρόν, και ολίγον θέλεις συνάξει διότι θέλει καταφάγει αυτόν
η ακρίς.
39. Αμπελώνας θέλεις
φυτεύσει και καλλιεργήσει, και οίνον δεν θέλεις πίει ουδέ θέλεις τρυγήσει
διότι ο σκώληξ θέλει καταφάγει αυτούς.
40. Ελαίας θέλεις
έχει εις πάντα τα όριά σου, και με έλαιον δεν θέλεις χρισθή· διότι αι ελαίαί
σου θέλουσιν αποβάλει τον καρπόν.
41. Υιούς και θυγατέρας
θέλεις γεννήσει, και δεν θέλουσιν είσθαι σού· διότι θέλουσιν υπάγει εις
αιχμαλωσίαν.
42. Πάντα τα δένδρα
σου και τον καρπόν της γης σου θέλει καταφθείρει ο βρούχος.
43. Ο ξένος, ο εν
τω μέσω σου, θέλει αναβαίνει υπεράνω σου, άνω άνω, συ δε θέλεις καταβαίνει
κάτω κάτω.
44. Εκείνος θέλει
δανείζει εις σε, συ δε δεν θέλεις δανείζει εις αυτόν· αυτός θέλει είσθαι
κεφαλή, και συ θέλεις είσθαι ουρά.
45. Και θέλουσιν ελθεί
επί σε πάσαι αι κατάραι αύται, και θέλουσι σε καταδιώξει και σε ευρεί,
εωσού εξολοθρευθής· διότι δεν υπήκουσας εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου,
διά να φυλάττης τας εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα οποία προσέταξεν
εις σε.
46. Και ταύτα θέλουσιν
είσθαι επί σε και επί το σπέρμα σου, εις σημείον και τέρας διαπαντός.
47. Επειδή δεν ελάτρευσας
Κύριον τον Θεόν σου εν ευφροσύνη και εν αγαθότητι καρδίας, διά την αφθονίαν
πάντων·
48. διά τούτο θέλεις
δουλεύσει τους εχθρούς σου, τους οποίους ο Κύριος θέλει εξαποστείλει επί
σε, με πείναν και με δίψαν και με γυμνότητα και με έλλειψιν πάντων· και
θέλει βάλει επί τον τράχηλόν σου ζυγόν σιδηρούν, εωσού σε εξολοθρεύση.
49. Ο Κύριος θέλει
φέρει έθνος επί σε μακρόθεν, από άκρου της γης, ως με ορμήν αετού· έθνος,
του οποίου την γλώσσαν δεν θέλεις εννοεί·
50. έθνος αγριοπρόσωπον,
το οποίον δεν θέλει σεβασθή το πρόσωπον του γέροντος ουδέ θέλει ελεήσει
τον νέον·
51. και θέλει τρώγει
τον καρπόν των κτηνών σου και τα γεννήματα της γης σου, εωσού εξολοθρευθής·
το οποίον δεν θέλει αφήσει εις σε σίτον, οίνον ή έλαιον, τας αγέλας των
βοών σου ή τα ποίμνια των προβάτων σου, εωσού σε εξολοθρεύση.
52. Και θέλει σε πολιορκήσει
εις πάσας τας πόλεις σου, εωσού πέσωσι τα υψηλά και οχυρά τείχη σου, εις
τα οποία συ ήλπιζες, καθ' όλην την γην σου· και θέλει σε πολιορκήσει εις
πάσας τας πόλεις σου, καθ' όλην την γην σου την οποίαν έδωκεν εις σε Κύριος
ο Θεός σου.
53. Και θέλεις φάγει
τον καρπόν της κοιλίας σου, τας σάρκας των υιών σου και των θυγατέρων σου,
τους οποίους έδωκεν εις σε Κύριος ο Θεός σου, εν τη πολιορκία και εν τη
καταθλίψει, με την οποίαν θέλει σε καταθλίψει ο εχθρός σου·
54. ο ανήρ ο απαλός
μεταξύ σου και ο σφόδρα τρυφερός θέλει εμβλέψει με βλέμμα πονηρόν εις τον
αδελφόν αυτού και εις την γυναίκα του κόλπου αυτού και εις τα εναπολειφθέντα
τέκνα αυτού όσα εναπολειφθώσιν·
55. ώστε να μη δώση
εις ουδένα εξ αυτών από των σαρκών των τέκνων αυτού, τα οποία ήθελε τρώγει
διότι δεν έμεινεν εις αυτόν ουδέν εν τη πολιορκία και εν τη καταθλίψει,
με την οποίαν ο εχθρός σου θέλει σε καταθλίψει εις πάσας τας πόλεις σου.
56. Η απαλή και τρυφερά
γυνή μεταξύ σου, της οποίας ο πους δεν εδοκίμασε να πατήση επί της γης
διά την τρυφερότητα και απαλότητα, θέλει εμβλέψει με βλέμμα πονηρόν εις
τον άνδρα του κόλπου αυτής και εις τον υιόν αυτής και εις την θυγατέρα
αυτής,
57. και εις το βρέφος
αυτής το εξελθόν εκ μέσου των ποδών αυτής και εις τα τέκνα, τα οποία εγέννησε·
διότι θέλει φάγει αυτά κρυφίως, διά την έλλειψιν πάντων, εν τη πολιορκία
και εν τη καταθλίψει, με την οποίαν ο εχθρός σου θέλει σε καταθλίψει εις
τας πόλεις σου.
58. Εάν δεν προσέχης
να κάμνης πάντας τους λόγους του νόμου τούτου, τους γεγραμμένους εν τω
βιβλίω τούτω, ώστε να φοβήσαι το ένδοξον και φοβερόν τούτο όνομα, ΚΥΡΙΟΝ
ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΣΟΥ,
59. τότε ο Κύριος
θέλει κάμει τρομεράς τας πληγάς σου και τας πληγάς του σπέρματός σου, πληγάς
μεγάλας και απαύστους και νόσους κακάς και απαύστους.
60. Και θέλει επιφέρει
επί σε πάσας τας οδύνας της Αιγύπτου, διά τας οποίας ετρόμαξας· και θέλουσι
προσκολληθή εις σέ·
61. και πάσαν ασθένειαν
και πάσαν πληγήν, ήτις δεν είναι γεγραμμένη εν τω βιβλίω του νόμου τούτου,
ταύτας ο Κύριος θέλει φέρει επί σε, εωσού εξολοθρευθής.
62. Και θέλετε εναπολειφθή
ολιγοστοί τον αριθμόν, ενώ ήσθε ως τα άστρα του ουρανού κατά το πλήθος·
διότι δεν υπήκουσας εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου.
63. Και καθώς ο Κύριος
ευφράνθη εις εσάς εις το να σας αγαθοποιή και να σας πληθύνη, ούτω θέλει
ευφρανθή ο Κύριος εις εσάς εις το να σας εξαλείψη και να σας μηδενώση·
και θέλετε αρπαχθή από της γης, όπου υπάγετε να κληρονομήσητε αυτήν.
64. Και θέλει σε διασπείρει
ο Κύριος εις πάντα τα έθνη, απ' άκρου της γης έως άκρου της γής· και θέλετε
λατρεύσει εκεί άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνώρισας, συ ουδέ οι πατέρες
σου, ξύλα και λίθους.
65. Αλλά και εν τω
μέσω των εθνών τούτων δεν θέλεις ευρεί ανάπαυσιν, ουδέ θέλει έχει στάσιν
το ίχνος του ποδός σου· αλλά θέλει σοι δώσει ο Κύριος εκεί καρδίαν τρέμουσαν
και μαραινομένους οφθαλμούς και τηκομένην ψυχήν.
66. Και η ζωή σου
θέλει είσθαι κρεμαμένη ενώπιόν σου· και θέλεις φοβείσθαι νύκτα και ημέραν,
και δεν θέλεις πιστεύει εις την ζωήν σου.
67. Το πρωΐ θέλεις
ειπεί, Είθε να ήτο εσπέρα και την εσπέραν θέλεις ειπεί, Είθε να ήτο πρωΐ
διά τον φόβον της καρδίας σου, τον οποίον θέλεις φοβείσθαι, και διά τα
θεάματα των οφθαλμών σου, τα οποία θέλεις βλέπει.
68. Και θέλει σε επαναφέρει
ο Κύριος εις την Αίγυπτον με πλοία, από της οδού περί της οποίας σοι είπα,
Δεν θέλεις πλέον ιδεί αυτήν άλλην φοράν· και θέλετε πωλείσθαι εκεί εις
τους εχθρούς σας ως δούλοι και δούλαι και δεν θέλει είσθαι ο αγοράζων.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 29o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 29
1. Ούτοι είναι οι
λόγοι της διαθήκης, την οποίαν προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν να κάμη
προς τους υιούς Ισραήλ εν τη γη Μωάβ· εκτός της διαθήκης, την οποίαν έκαμε
προς αυτούς εν Χωρήβ.
2. Και εκάλεσεν ο
Μωϋσής πάντα τον Ισραήλ και είπε προς αυτούς, Σεις είδετε πάντα όσα έκαμεν
ο Κύριος ενώπιον των οφθαλμών σας εν τη γη της Αιγύπτου, εις τον Φαραώ
και εις πάντας τους δούλους αυτού και εις πάσαν την γην αυτού,
3. τους πειρασμούς
τους μεγάλους τους οποίους είδον οι οφθαλμοί σου, τα σημεία και τα τεράστια
τα μεγάλα εκείνα·
4. πλην ο Κύριος δεν
έδωκεν εις εσάς καρδίαν διά να καταλαμβάνητε, και οφθαλμούς διά να βλέπητε,
και ώτα διά να ακούητε, μέχρι της ημέρας ταύτης.
5. Και σας περιέφερα
τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω· τα ιμάτιά σας δεν επαλαιώθησαν επάνω σας,
και το υπόδημά σου δεν επαλαιώθη εις τον πόδα σου.
6. Άρτον δεν εφάγετε,
και οίνον και σίκερα δεν επίετε· διά να γνωρίσητε ότι εγώ είμαι Κύριος
ο Θεός σας.
7. Και ότε ήλθετε
εις τούτον τον τόπον, Σηών ο βασιλεύς της Εσεβών και Ωγ ο βασιλεύς της
Βασάν εξήλθον εις συνάντησιν ημών διά πόλεμον, και ημείς επατάξαμεν αυτούς·
8. και εκυριεύσαμεν
την γην αυτών, και εδώκαμεν αυτήν κληρονομίαν εις τους Ρουβηνίτας και εις
τους Γαδίτας και εις το ήμισυ της φυλής του Μανασσή.
9. Φυλάττετε λοιπόν
τους λόγους της διαθήκης ταύτης και εκτελείτε αυτούς, διά να ευημερήτε
εις πάντα όσα πράττετε.
10. Σεις ίστασθε σήμερον
πάντες ενώπιον Κυρίου του Θεού σας, οι αρχηγοί των φυλών σας, οι πρεσβύτεροί
σας και οι άρχοντές σας, πάντες οι άνδρες του Ισραήλ,
11. τα τέκνα σας,
αι γυναίκές σας και ο ξένος σου ο εν μέσω του στρατοπέδου σου, από του
ξυλοκόπου σου έως του υδροφόρου σου·
12. διά να εισέλθης
εις την διαθήκην Κυρίου του Θεού σου και εις τας κατάρας αυτού, τα οποία
Κύριος ο Θεός σου διατίθεται προς σε σήμερον·
13. διά να σε καταστήση
σήμερον λαόν εις εαυτόν, και αυτός να ήναι εις σε Θεός, καθώς είπε προς
σε, και καθώς ώμοσε προς τους πατέρας σου, προς τον Αβραάμ, προς τον Ισαάκ
και προς τον Ιακώβ.
14. Και ουχί προς
εσάς μόνον διατίθεμαι εγώ την διαθήκην ταύτην και τας κατάρας ταύτας·
15. αλλά και προς
τους παρισταμένους ενταύθα μεθ' ημών σήμερον ενώπιον Κυρίου του Θεού ημών,
και προς τους μη παρισταμένους ενταύθα μεθ' ημών σήμερον·
16. διότι σεις εξεύρετε
πως κατωκήσαμεν εν τη γη της Αιγύπτου, και πως επεράσαμεν εν μέσω των εθνών
διά των οποίων διήλθετε·
17. και είδετε τα
βδελύγματα αυτών και τα είδωλα αυτών, ξύλα και λίθους, αργύριον και χρυσίον,
τα μεταξύ αυτών·
18. διά να μη ήναι
μεταξύ σας ανήρ ή γυνή ή συγγένεια ή φυλή, των οποίων η καρδία να εκκλίνη
σήμερον από Κυρίου του Θεού ημών, διά να υπάγη να λατρεύση τους θεούς των
εθνών εκείνων· διά να μη ήναι μεταξύ σας ρίζα αναβρύουσα χολήν και πικρίαν·
19. και όταν ακούη
τους λόγους της κατάρας ταύτης, να μακαρίζη εαυτόν εν τη καρδία αυτού,
λέγων, Εγώ θέλω έχει ειρήνην, καίτοι περιπατών εν τη αποπλανήσει της καρδίας
μου, προσθέτων μέθην εις την δίψαν·
20. δεν θέλει σπλαγχνισθή
αυτόν ο Κύριος, αλλά τότε η οργή του Κυρίου και ο ζήλος αυτού θέλουσιν
εξαφθή κατά του ανθρώπου εκείνου· και πάσαι αι κατάραι αι γεγραμμέναι εν
τω βιβλίω τούτω θέλουσι πέσει επ' αυτόν, και ο Κύριος θέλει εξαλείψει το
όνομα αυτού υποκάτωθεν του ουρανού.
21. Και θέλει αποχωρίσει
αυτόν ο Κύριος προς απώλειαν από πασών των φυλών του Ισραήλ, κατά πάσας
τας κατάρας της διαθήκης τας γεγραμμένας εν τούτω τω βιβλίω του νόμου·
22. και η επερχομένη
γενεά των υιών σας, οίτινες θέλουσιν αναστηθή ύστερον από σας, και ο ξένος
όστις έλθη από μακράς γης, θέλουσιν ειπεί, όταν ίδωσι τας πληγάς της γης
εκείνης, και τας αρρωστίας τας οποίας ο Κύριος επέφερεν επ' αυτήν,
23. πας ο τόπος αυτής
είναι με θείον και άλας κατακεκαυμένος, ούτε σπείρεται ούτε βλαστάνει,
ούτε χόρτος αυξάνει επ' αυτής, κατά την καταστροφήν των Σοδόμων και των
Γομόρρων, της Αδαμά και Σεβωείμ, τας οποίας κατέστρεψεν ο Κύριος εν τω
θυμώ αυτού και εν τη οργή αυτού,
24. και θέλουσιν ειπεί
πάντα τα έθνη, Διά τι ο Κύριος έκαμεν ούτως εις την γην ταύτην; διά τι
ο θυμός της μεγάλης ταύτης οργής;
25. Τότε θέλουσιν
ειπεί, Διότι εγκατέλιπον την διαθήκην Κυρίου του Θεού των πατέρων αυτών,
την οποίαν έκαμε προς αυτούς, ότε εξήγαγεν αυτούς εκ γης Αιγύπτου·
26. και υπήγαν και
ελάτρευσαν άλλους θεούς και προσεκύνησαν αυτούς, θεούς τους οποίους δεν
ήξευρον, ουδέ έδωκεν εις αυτούς·
27. διά τούτο εξήφθη
ο θυμός του Κυρίου εναντίον της γης εκείνης, διά να επιφέρη επ' αυτήν πάσας
τας κατάρας τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω,
28. και εξερρίζωσεν
αυτούς ο Κύριος από της γης αυτών μετά θυμού και μετά οργής· και μετά μεγάλης
αγανακτήσεως· και έρριψεν αυτούς εις άλλην γην, καθώς είναι την ημέραν
ταύτην.
29. Τα κρυπτά ανήκουσιν
εις Κύριον τον Θεόν ημών· τα δε αποκεκαλυμμένα εις ημάς και εις τα τέκνα
ημών διαπαντός, διά να εκτελέσωμεν πάντας τους λόγους του νόμου τούτου.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 30o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 30
1. Και όταν έλθωσιν επί σε πάντα τα
πράγματα ταύτα, η ευλογία και η κατάρα, την οποίαν έθεσα ενώπιόν σου, και
ανακαλέσης ταύτα εις την καρδίαν σου εν τω μέσω πάντων των εθνών, όπου
αν διασκορπίση σε Κύριος ο Θεός σου,
2. και επιστραφής προς Κύριον τον Θεόν σου και υπακούσης
εις την φωνήν αυτού, κατά πάντα όσα εγώ προστάζω εις σε σήμερον, συ και
τα τέκνα σου, εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου,
3. τότε Κύριος ο Θεός σου θέλει σε επαναφέρει εκ της
αιχμαλωσίας, και θέλει σε σπλαγχνισθή, και πάλιν θέλει σε συνάξει εκ πάντων
των εθνών, όπου σε διεσκόρπισε Κύριος ο Θεός σου·
4. και εις τα έσχατα του ουρανού αν ήναι η διασπορά σου,
εκείθεν θέλει σε συνάξει Κύριος ο Θεός σου και εκείθεν θέλει σε λάβει,
5. και θέλει σε εισαγάγει Κύριος ο Θεός σου εις την γην,
την οποίαν εκληρονόμησαν οι πατέρες σου, και θέλεις κληρονομήσει αυτήν·
και θέλει σε αγαθοποιήσει και σε πολλαπλασιάσει υπέρ τους πατέρας σου.
6. Και θέλει περιτέμει Κύριος ο Θεός σου την καρδίαν
σου και την καρδίαν του σπέρματός σου, διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου
εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου, διά να ζης.
7. Και θέλει επιφέρει Κύριος ο Θεός σου πάσας τας κατάρας
ταύτας επί τους εχθρούς σου και επί τους μισούντάς σε, οίτινες σε κατεδίωξαν.
8. Και συ θέλεις επιστραφή και υπακούσει εις την φωνήν
του Κυρίου, και θέλεις εκτελεί πάσας τας εντολάς αυτού, τας οποίας εγώ
προστάζω εις σε σήμερον.
9. Και θέλει σε πληθύνει Κύριος ο Θεός σου εις πάντα
τα έργα των χειρών σου, εις τον καρπόν της κοιλίας σου και εις τον καρπόν
των κτηνών σου και εις τα γεννήματα της γης σου, εις αγαθόν· διότι ο Κύριος
θέλει ευφρανθή πάλιν επί σε εις αγαθόν, καθώς ευφράνθη επί τους πατέρας
σου,
10. εάν υπακούσης εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σου,
ώστε να φυλάττης τας εντολάς αυτού και τα διατάγματα αυτού, τα γεγραμμένα
εν τω βιβλίω του νόμου τούτου· εάν επιστραφής προς Κύριον τον Θεόν σου
εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου.
11. Επειδή η εντολή αύτη, την οποίαν
εγώ προστάζω εις σε σήμερον, δεν είναι πολλά βαρεία διά σε, ουδέ μακράν.
12. Δεν είναι εν τω ουρανώ, ώστε να είπης, Τις θέλει
αναβή δι' ημάς εις τον ουρανόν και φέρει αυτήν προς ημάς, διά να ακούσωμεν
αυτήν και να εκτελέσωμεν αυτήν;
13. ουδέ πέραν της θαλάσσης είναι, ώστε να είπης, Τις
θέλει διαπεράσει την θάλασσαν δι' ημάς και φέρει αυτήν προς ημάς, διά να
ακούσωμεν αυτήν και να εκτελέσωμεν αυτήν;
14. Αλλά πολύ πλησίον σου είναι ο λόγος, εν τω στόματί
σου και εν τη καρδία σου, διά να εκτελής αυτόν.
15. Ιδού, εγώ έθεσα ενώπιόν σου σήμερον την ζωήν και
το αγαθόν, και τον θάνατον και το κακόν·
16. καθότι εγώ προστάζω εις σε σήμερον να αγαπάς Κύριον
τον Θεόν σου, να περιπατής εις τας οδούς αυτού και να φυλάττης τας εντολάς
αυτού και τα διατάγματα αυτού και τας κρίσεις αυτού, διά να ζης και να
πληθύνησαι και διά να σε ευλογήση Κύριος ο Θεός σου εν τη γη, εις την οποίαν
εισέρχεσαι διά να κληρονομήσης αυτήν.
17. Εάν όμως παρεκτραπή η καρδία σου και δεν υπακούσης,
αλλά αποπλανηθής και προσκυνήσης άλλους θεούς και λατρεύσης αυτούς,
18. εγώ αναγγέλλω προς εσάς σήμερον ότι εξάπαντος θέλετε
αφανισθή· δεν θέλετε μακροημερεύσει επί της γης, προς την οποίαν διαβαίνεις
τον Ιορδάνην, διά να εισέλθητε εκεί να κατακληρονομήσητε αυτήν.
19. Διαμαρτύρομαι προς εσάς σήμερον τον ουρανόν και την
γην, ότι έθεσα ενώπιόν σας την ζωήν και τον θάνατον, την ευλογίαν και την
κατάραν· διά τούτο εκλέξατε την ζωήν, διά να ζήτε συ και το σπέρμα σου·
20. διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου, διά να υπακούης
εις την φωνήν αυτού, και διά να ήσαι προσηλωμένος εις αυτόν· διότι τούτο
είναι η ζωή σου και η μακρότης των ημερών σου· διά να κατοικής επί της
γης, την οποίαν ώμοσεν ο Κύριος προς τους πατέρας σου, προς τον Αβραάμ,
προς τον Ισαάκ και προς τον Ιακώβ, να δώση εις αυτούς.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 31o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 31
1. Και υπήγεν ο Μωϋσής
και ελάλησε τους λόγους τούτους προς πάντα τον Ισραήλ·
2. και είπε προς αυτούς,
Εκατόν είκοσι ετών είμαι εγώ σήμερον· δεν δύναμαι πλέον να εισέρχωμαι και
να εξέρχωμαι, και ο Κύριος μοι είπε, Δεν θέλεις διαβή τον Ιορδάνην τούτον.
3. Κύριος ο Θεός σου,
αυτός θέλει διαβή έμπροσθέν σου, αυτός θέλει καταστρέψει τα έθνη ταύτα
απ' έμπροσθέν σου, και συ θέλεις κατακληρονομήσει αυτά· ο Ιησούς, αυτός
θέλει διαβή έμπροσθέν σου, καθώς ελάλησεν ο Κύριος.
4. Και θέλει κάμει
εις αυτά ο Κύριος, ως έκαμεν εις τον Σηών και εις τον Ωγ, τους βασιλείς
των Αμορραίων, και εις την γην αυτών, τους οποίους εξωλόθρευσε.
5. Και θέλει παραδώσει
αυτούς ο Κύριος έμπροσθέν σας, διά να κάμητε εις αυτούς κατά πάσας τας
προσταγάς τας οποίας προσέταξα εις εσάς.
6. Ανδρίζεσθε και
θαρρείτε, μη φοβείσθε μηδέ δειλιάτε από προσώπου αυτών· διότι Κύριος ο
Θεός σου, αυτός είναι ο πορευόμενος μετά σού· δεν θέλει σε αφήσει ουδέ
θέλει σε εγκαταλείψει.
7. Και εκάλεσεν ο
Μωϋσής τον Ιησούν και είπε προς αυτόν ενώπιον παντός του Ισραήλ, Ανδρίζου
και θάρρει· διότι συ θέλεις εισαγάγει τον λαόν τούτον εις την γην, την
οποίαν ώμοσε Κύριος προς τους πατέρας αυτών να δώση εις αυτούς, και συ
θέλεις κληροδοτήσει αυτήν εις αυτούς·
8. και ο Κύριος, αυτός
είναι ο προπορευόμενός σου· αυτός θέλει είσθαι μετά σού· δεν θέλει σε αφήσει
ουδέ θέλει σε εγκαταλείψει· μη φοβού, μηδέ δειλία.
9. Και έγραψεν ο Μωϋσής
τον νόμον τούτον και παρέδωκεν αυτόν εις τους ιερείς τους υιούς του Λευΐ,
τους βαστάζοντας την κιβωτόν της διαθήκης του Κυρίου, και εις πάντας τους
πρεσβυτέρους του Ισραήλ.
10. Και προσέταξεν
εις αυτούς ο Μωϋσής, λέγων, Εν τω τέλει εκάστου εβδόμου έτους, εν τω καιρώ
του έτους της αφέσεως, εν τη εορτή της σκηνοπηγίας,
11. όταν πας ο Ισραήλ
συναχθή διά να εμφανισθή ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, εν τω τόπω όντινα
εκλέξη, θέλεις αναγινώσκει τον νόμον τούτον ενώπιον παντός του Ισραήλ εις
επήκοον αυτών.
12. Σύναξον τον λαόν,
τους άνδρας και τας γυναίκας και τα παιδία και τον ξένον σου τον εντός
των πυλών σου, διά να ακούσωσι και διά να μάθωσι και να φοβώνται Κύριον
τον Θεόν σας, και διά να προσέχωσι να εκτελώσι πάντας τους λόγους του νόμου
τούτου·
13. και διά να ακούσωσι
τα τέκνα αυτών, τα οποία δεν εξεύρουσι, και να μάθωσι να φοβώνται Κύριον
τον Θεόν σας πάσας τας ημέρας, όσας ζήτε επί της γης, προς την οποίαν διαβαίνετε
τον Ιορδάνην διά να κληρονομήσητε αυτήν.
14. Και είπεν ο Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ιδού, πλησιάζουσιν αι ημέραι του θανάτου σου· κάλεσον
τον Ιησούν, και παρουσιάσθητε εν τη σκηνή του μαρτυρίου, διά να δώσω εις
αυτόν προσταγάς. Και υπήγεν ο Μωϋσής και ο Ιησούς και παρουσιάσθησαν εν
τη σκηνή του μαρτυρίου.
15. Και εφάνη ο Κύριος
εν τη σκηνή εν στύλω νεφέλης· και εστάθη ο στύλος της νεφέλης επί της θύρας
της σκηνής.
16. Και είπε Κύριος
προς τον Μωϋσήν, Ιδού, συ θέλεις κοιμηθή μετά των πατέρων σου· και σηκωθείς
ο λαός ούτος θέλει πορνεύσει κατόπιν των ξένων θεών της γης, εις την οποίαν
αυτός εισέρχεται, και θέλει με εγκαταλείψει και παραβή την διαθήκην μου,
την οποίαν έκαμον προς αυτούς·
17. τότε θέλει εξαφθή
ο θυμός μου εναντίον αυτών την ημέραν εκείνην, και θέλω εγκαταλείψει αυτούς
και θέλω κρύψει το πρόσωπόν μου απ' αυτών, και θέλουσιν εξαναλωθή· και
θέλουσιν ευρεί αυτούς πολλά κακά και θλίψεις· ώστε θέλουσιν ειπεί την ημέραν
εκείνην, δεν εύρον ημάς τα κακά ταύτα, επειδή ο Θεός ημών δεν είναι εν
μέσω ημών;
18. Και εγώ εξάπαντος
θέλω κρύψει απ' αυτών το πρόσωπόν μου την ημέραν εκείνην, διά πάσας τας
κακίας τας οποίας έπραξαν, διότι εστράφησαν προς θεούς ξένους.
19. Τώρα λοιπόν γράψατε
εις εαυτούς την ωδήν ταύτην, και διδάξατε αυτήν εις τους υιούς Ισραήλ·
βάλετε αυτήν εις το στόμα αυτών, διά να γείνη εις εμέ ωδή αύτη εις μαρτύριον
εναντίον των υιών Ισραήλ.
20. Διότι αφού εισαγάγω
αυτούς εις την γην, την οποίαν ώμοσα προς τους πατέρας αυτών, γην ρέουσαν
γάλα και μέλι, και αυτοί φάγωσι και χορτασθώσι και εμπλησθώσι, τότε θέλουσι
στραφή προς θεούς ξένους και θέλουσι λατρεύσει αυτούς, και θέλουσι με παροργίσει
και παραβή την διαθήκην μου.
21. Και αφού εύρωσιν
αυτούς πολλά κακά και θλίψεις, η ωδή αύτη θέλει μαρτυρήσει εναντίον αυτών
ως μάρτυς· διότι δεν θέλει λησμονηθή από του στόματος του σπέρματος αυτών·
επειδή εγώ γνωρίζω την πονηρίαν αυτών, την οποίαν εργάζονται έτι την σήμερον,
πριν εισαγάγω αυτούς εις την γην την οποίαν ώμοσα.
22. Και έγραψεν ο
Μωϋσής την ωδήν ταύτην τη αυτή ημέρα, και εδίδαξεν αυτήν εις τους υιούς
Ισραήλ.
23. Και προσέταξεν
εις τον Ιησούν τον υιόν του Ναυή και είπεν, Ανδρίζου και θάρρει διότι συ
θέλεις εισαγάγει τους υιούς Ισραήλ εις την γην την οποίαν ώμοσα προς αυτούς,
και εγώ θέλω είσθαι μετά σου.
24. Και αφού ο Μωϋσής
ετελείωσε να γράφη τους λόγους του νόμου τούτου εις βιβλίον, έως τέλους,
25. τότε ο Μωϋσής
προσέταξεν εις τους Λευΐτας, τους βαστάζοντας την κιβωτόν της διαθήκης
του Κυρίου, λέγων,
26. Λάβετε τούτο το
βιβλίον του νόμου, και θέσατε αυτό εις τα πλάγια της κιβωτού της διαθήκης
Κυρίου του Θεού σας, και θέλει είσθαι εκεί εις μαρτύριον κατά σού·
27. διότι εγώ εξεύρω
την απείθειάν σου και τον τράχηλόν σου τον σκληρόν. Ιδού, ενώ είμαι ζων
με σας σήμερον, ηπειθήσατε εις τον Κύριον· πόσω δε μάλλον μετά τον θάνατόν
μου;
28. συνάξατε προς
εμέ πάντας τους πρεσβυτέρους των φυλών σας και τους άρχοντάς σας, διά να
λαλήσω τους λόγους τούτους εις επήκοον αυτών, και να επικαλεσθώ τον ουρανόν
και την γην μάρτυρας εναντίον αυτών·
29. επειδή εξεύρω
ότι μετά τον θάνατόν μου εξάπαντος θέλετε διαφθαρή και εκκλίνει από της
οδού, την οποίαν προσέταξα εις εσάς· και θέλουσι σας ευρεί τα κακά εις
τας εσχάτας ημέρας, επειδή θέλετε πράξει κακά ενώπιον του Κυρίου, ώστε
να παροργίσητε αυτόν με τα έργα των χειρών σας.
30. Και ελάλησεν ο
Μωϋσής, εις επήκοον πάσης της συναγωγής του Ισραήλ, τους λόγους της ωδής
ταύτης έως τέλους·
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 32o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 32
1. Πρόσεχε, ουρανέ,
και θέλω λαλήσει· και ας ακούη η γη τους λόγους του στόματός μου.
2. Η διδασκαλία μου
θέλει σταλάξει ως η βροχή, ο λόγος μου θέλει καταβή ως η δρόσος, ως η ψεκάς
επί την χλόην και ως ο όμβρος επί τον χόρτον·
3. διότι θέλω εξυμνήσει
το όνομα του Κυρίου· απόδοτε μεγαλωσύνην εις τον Θεόν ημών.
4. Αυτός είναι ο Βράχος,
τα έργα αυτού είναι τέλεια· διότι πάσαι αι οδοί αυτού είναι κρίσις· Θεός
πιστός, και δεν υπάρχει αδικία εν αυτώ· δίκαιος και ευθύς είναι αυτός.
5. Ούτοι διεφθάρησαν·
η κηλίς αυτών δεν είναι κηλίς των υιών αυτού· είναι γενεά σκολιά και διεστραμμένη.
6. Ταύτα ανταποδίδετε
εις τον Κύριον, λαέ μωρέ και ασύνετε; δεν είναι αυτός ο πατήρ σου, όστις
σε εξηγόρασεν; αυτός όστις σε έπλασε και σε εμόρφωσεν;
7. Ενθυμήθητι τας
αρχαίας ημέρας, συλλογίσθητι τα έτη πολλών γενεών· ερώτησον τον πατέρα
σου, και αυτός θέλει σοι αναγγείλει, τους πρεσβυτέρους σου, και αυτοί θέλουσι
σοι ειπεί·
8. ότε διεμέριζεν
ο Ύψιστος τα έθνη, ότε διέσπειρε τους υιούς του Αδάμ, έστησε τα όρια των
λαών κατά τον αριθμόν των υιών Ισραήλ.
9. Διότι η μερίς του
Κυρίου είναι ο λαός αυτού, ο Ιακώβ είναι το μέρος της κληρονομίας αυτού.
10. Εν γη ερήμω εύρηκεν
αυτόν, και εν ερημία φρίκης και ολολυγμού· περιωδήγησεν αυτόν, επαιδαγώγησεν
αυτόν, εφύλαξεν αυτόν ως κόρην οφθαλμού αυτού.
11. Καθώς ο αετός
σκεπάζει την φωλεάν αυτού, περιθάλπει τους νεοσσούς αυτού, εξαπλόνων τας
πτέρυγας αυτού αναλαμβάνει αυτούς, και σηκόνει αυτούς επί των πτερύγων
αυτού,
12. ούτως ο Κύριος
μόνος ώδήγησεν αυτόν, και δεν ήτο μετ' αυτού ξένος Θεός.
13. Ανεβίβασεν αυτούς
επί τα έξοχα μέρη της γης, και έφαγον τα γεννήματα των αγρών· και εθήλασεν
αυτούς μέλι εκ της πέτρας, και έλαιον εκ της σκληράς πέτρας,
14. Βούτυρον βοών
και γάλα προβάτων, με πάχος αρνίων, και κριών θρεμμάτων της Βασάν, και
τράγων, μετά του εξαιρέτου άνθους του σίτου· και έπιες οίνον, αίμα σταφυλής.
15. Ο δε Ιεσουρούν
επαχύνθη και απελάκτισεν· επαχύνθης, επλατύνθης, υπερελιπάνθης· τότε ελησμόνησε
τον Θεόν τον πλάσαντα αυτόν, και κατεφρόνησε τον Βράχον της σωτηρίας αυτού.
16. Παρώξυναν αυτόν
εις ζηλοτυπίαν με ξένους θεούς, με βδελύγματα παρώξυναν αυτόν εις θυμόν·
17. εθυσίασαν εις
δαιμόνια, ουχί εις τον Θεόν· εις θεούς, τους οποίους δεν εγνώριζον, εις
νέους θεούς νεωστί εισαχθέντας, τους οποίους δεν ελάτρευον οι πατέρες σας·
18. τον δε Βράχον
τον γεννήσαντά σε εγκατέλιπες, και ελησμόνησας τον Θεόν τον πλάσαντά σε.
19. Και είδεν ο Κύριος
και απεστράφη αυτούς, διότι παρώργισαν αυτόν οι υιοί αυτού και αι θυγατέρες
αυτού·
20. και είπε, Θέλω
αποστρέψει το πρόσωπόν μου απ' αυτών, θέλω ιδεί οποίον θέλει είσθαι το
τέλος αυτών· διότι αυτοί είναι γενεά διεστραμμένη, υιοί εις τους οποίους
δεν υπάρχει πίστις.
21. Αυτοί με παρώξυναν
εις ζηλοτυπίαν με τα μη όντα θεόν· με τα είδωλα αυτών με παρώργισαν· και
εγώ θέλω παροξύνει αυτούς εις ζηλοτυπίαν με τους μη όντας λαόν, με έθνος
ασύνετον θέλω παροργίσει αυτούς.
22. Διότι πυρ εξήφθη
εν τω θυμώ μου, και θέλει εκκαυθή έως εις τα κατώτατα του άδου, και θέλει
καταφάγει την γην μετά των γεννημάτων αυτής, και θέλει καταφλογίσει τα
θεμέλια των ορέων.
23. Θέλω επισωρεύσει
επ' αυτούς κακά, πάντα τα βέλη μου θέλω εκκενώσει επ' αυτούς.
24. Θέλουσιν αναλωθή
εκ της πείνης και καταφαγωθή με φλογώδεις νόσους, και με πικρόν όλεθρον·
και οδόντας θηρίων θέλω εξαποστείλει επ' αυτούς, και φαρμάκιον των ερπόντων
επί της γης.
25. Έξωθεν μάχαιρα,
και έσωθεν τρόμος, θέλει καταναλώσει τον τε νέον και την παρθένον, το θηλάζον
νήπιον και τον πολιόν γέροντα.
26. Είπα, Ήθελον διασκορπίσει
αυτούς, ήθελον εξαλείψει το μνημόσυνον αυτών εκ μέσου των ανθρώπων,
27. εάν δεν εφοβούμην
την οργήν του εχθρού, μη πως υψηλοφρονήσωσιν οι εναντίοι αυτών, και είπωσιν,
Η χειρ ημών η υψηλή, και ουχί ο Κύριος, έκαμε πάντα ταύτα.
28. Διότι είναι έθνος
ασύνετον, και δεν υπάρχει εν αυτοίς φρόνησις.
29. Είθε να ήσαν σοφοί,
να ενόουν τούτο, να εσυλλογίζοντο το τέλος αυτών
30. Πως ήθελε δυνηθή
εις να διώξη χιλίους, και δύο να τρέψωσιν εις φυγήν μυριάδας, εάν ο Βράχος
αυτών δεν ήθελε πωλήσει αυτούς, και δεν ήθελε παραδώσει αυτούς ο Κύριος;
31. Διότι ο βράχος
αυτών δεν είναι ως ο Βράχος ημών· και αυτοί οι εχθροί ημών ας κρίνωσιν.
32. Επειδή εκ της
αμπέλου των Σοδόμων είναι η άμπελος αυτών, και εκ των αγρών της Γομόρρας·
η σταφυλή αυτών είναι σταφυλή χολής, οι βότρεις αυτών πικροί·
33. ο οίνος αυτών
φαρμάκιον δρακόντων, και ανίατος ιός ασπίδος.
34. Δεν είναι τούτο
αποτεταμιευμένον εις εμέ, εσφραγισμένον εις τους θησαυρούς μου;
35. Εις εμέ ανήκει
η εκδίκησις και η ανταπόδοσις· ο πους αυτών εν καιρώ θέλει ολισθήσει διότι
πλησίον είναι η ημέρα της απωλείας αυτών, και τα μέλλοντα να έλθωσιν επ'
αυτούς σπεύδουσι.
36. Διότι ο Κύριος
θέλει κρίνει τον λαόν αυτού, και θέλει μεταμεληθή διά τους δούλους αυτού,
όταν ίδη ότι απωλέσθη η δύναμις αυτών, και δεν έμεινεν ουδέν πεφυλαγμένον
ουδέ αφειμένον.
37. Και θέλει ειπεί,
Που είναι οι θεοί αυτών, ο βράχος εις τον οποίον είχον το θάρρος αυτών;
38. οίτινες έτρωγον
το πάχος των θυσιών αυτών, και έπινον τον οίνον των σπονδών αυτών; ας σηκωθώσι
και ας σας βοηθήσωσιν, ας γείνωσιν εις εσάς σκέπη.
39. Ίδετε τώρα ότι
εγώ, εγώ είμαι, και δεν είναι Θεός πλην εμού· εγώ θανατόνω και ζωοποιώ·
εγώ πληγόνω και ιατρεύω· και δεν υπάρχει ο ελευθερών εκ της χειρός μου.
40. Διότι εγώ υψόνω
εις τον ουρανόν την χείρα μου, Και λέγω, Ζω εγώ εις τον αιώνα·
41. εάν ακονίσω την
αστραπηφόρον μάχαιράν μου, και επιβάλω την χείρα μου εις κρίσιν, θέλω κάμει
εκδίκησιν εις τους εχθρούς μου, και θέλω ανταποδώσει εις τους μισούντάς
με·
42. θέλω μεθύσει τα
βέλη μου από αίματος, και η μάχαιρά μου θέλει καταφάγει κρέατα, από του
αίματος των πεφονευμένων και των αιχμαλώτων, από της κεφαλής των αρχόντων
των εχθρών.
43. Ευφράνθητε, έθνη,
μετά του λαού αυτού· διότι θέλει εκδικήσει το αίμα των δούλων αυτού, και
αποδώσει εκδίκησιν εις τους εναντίους αυτού, και καθαρίσει την γην αυτού
και τον λαόν αυτού.
44. Και ήλθεν ο Μωϋσής,
και ελάλησε πάντας τους λόγους της ωδής ταύτης εις επήκοον του λαού, αυτός
και Ιησούς ο υιός του Ναυή.
45. Και ετελείωσεν
ο Μωϋσής λαλών πάντας τους λόγους τούτους προς πάντα τον Ισραήλ.
46. Και είπε προς
αυτούς, Θέσατε τας καρδίας σας εις πάντας τους λόγους, τους οποίους εγώ
σήμερον διαμαρτύρομαι προς εσάς· τους οποίους θέλετε παραγγείλει εις τα
τέκνα σας να προσέχωσιν εις το να εκτελώσι, πάντας τους λόγους του νόμου
τούτου.
47. Διότι ούτος δεν
είναι εις εσάς λόγος μάταιος· επειδή αύτη είναι η ζωή σας· και διά του
λόγου τούτου θέλετε μακροημερεύσει επί της γης, προς την οποίαν διαβαίνετε
τον Ιορδάνην διά να κληρονομήσητε αυτήν.
48. Και ελάλησε Κύριος
προς τον Μωϋσήν την αυτήν εκείνην ημέραν, λέγων,
49. Ανάβα εις το όρος
τούτο Αβαρίμ, εις το όρος Νεβώ, το εν τη γη Μωάβ κατέναντι της Ιεριχώ·
και θεώρησον την γην Χαναάν, την οποίαν εγώ δίδω εις τους υιούς Ισραήλ
εις ιδιοκτησίαν·
50. και τελεύτησον
εν τω όρει όπου αναβαίνεις, και προστέθητι εις τον λαόν σου, καθώς ο αδελφός
σου Ααρών ετελεύτησεν εν τω όρει Ωρ και προσετέθη εις τον λαόν αυτού·
51. διότι ηπειθήσατε
εις εμέ μεταξύ των υιών Ισραήλ εις τα ύδατα της Μεριβά-κάδης, εν τη ερήμω
Σίν· επειδή δεν με ηγιάσατε εν μέσω των υιών Ισραήλ·
52. όθεν απέναντι
θέλεις ιδεί την γην, εκεί όμως δεν θέλεις εισέλθει, εις την γην την οποίαν
εγώ δίδω εις τους υιούς Ισραήλ.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 33o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 33
1. Και αύτη είναι η ευλογία, την οποίαν ηυλόγησε Μωϋσής
ο άνθρωπος του Θεού τους υιούς Ισραήλ, προ της τελευτής αυτού·
2. και είπεν, Ο Κύριος ήλθεν εκ Σινά, και επεφάνη εις
αυτούς εκ Σηείρ· επέλαμψεν εκ του όρους Φαράν, και ήλθε μετά μυριάδων αγίων·
εκ της δεξιάς αυτού εξήλθε πυρ νόμου δι' αυτούς.
3. Ναι, ηγάπησε τον λαόν· υπό την χείρα σου είναι πάντες
οι άγιοι αυτού· και εκάθηντο εις τους πόδας σου, διά να λάβωσι τους λόγους
σου.
4. Νόμον προσέταξεν εις ημάς ο Μωϋσής, την κληρονομίαν
της συναγωγής Ιακώβ.
5. Και ήτο βασιλεύς εν τω Ιεσουρούν, ότε οι άρχοντες
του λαού συνήχθησαν μετά των φυλών Ισραήλ.
6. Ζήτω ο Ρουβήν και ας μη αποθάνη, και ας ήναι ο λαός
αυτού πολυάριθμος.
7. Και αύτη είναι η ευλογία του Ιούδα· και είπεν, Εισάκουσον,
Κύριε, της φωνής του Ιούδα, και φέρε αυτόν εις τον λαόν αυτού· αι χείρες
αυτού ας ήναι αυτάρκεις εις αυτόν· και έσο βοήθεια εις αυτόν κατά των εχθρών
αυτού.
8. Και περί του Λευΐ είπε, Τα Θουμμίμ σου και τα Ουρίμ
σου ας ήναι μετά του ανθρώπου του οσίου σου, τον οποίον εδοκίμασας εν Μασσά,
και μετά του οποίου ηντιλόγησας εις τα ύδατα της Μεριβά·
9. όστις είπε προς τον πατέρα αυτού και προς την μητέρα
αυτού, Δεν είδον αυτόν, και όστις απηρνήθη τους αδελφούς αυτού, ουδέ εγνώρισε
τους υιούς αυτού· διότι ετήρησαν τον λόγον σου, και εφύλαξαν την διαθήκην
σου.
10. Θέλουσι διδάσκει τας κρίσεις σου εις τον Ιακώβ, και
τον νόμον σου εις τον Ισραήλ· θέλουσι βάλει θυμίαμα ενώπιόν σου, και ολοκαυτώματα
επί το θυσιαστήριόν σου.
11. Ευλόγησον, Κύριε, τα τάγματα αυτού, και δέχθητι τα
έργα των χειρών αυτού· σύνθλασον την οσφύν των επανισταμένων επ' αυτόν,
και των μισούντων αυτόν, ώστε να μη εγερθώσι πλέον.
12. Περί του Βενιαμίν είπεν, Ο ηγαπημένος του Κυρίου
θέλει κατοικεί εν ασφαλεία πλησίον αυτού· ο Κύριος θέλει περισκέπει αυτόν
πάσας τας ημέρας, και μεταξύ των ώμων αυτού θέλει αναπαύεσθαι.
13. Και περί του Ιωσήφ είπεν, Ευλογημένη ας ήναι παρά
Κυρίου η γη αυτού, από των πολυτίμων δώρων του ουρανού, από της δρόσου,
και από της κάτω κειμένης αβύσσου,
14. και από των εκ του ηλίου πολυτίμων καρπών, και από
των εκ της σελήνης πολυτίμων δώρων,
15. και από των εξαιρέτων αγαθών των αρχαίων ορέων, και
από των πολυτίμων αγαθών των αιωνίων βουνών,
16. και από των πολυτίμων αγαθών της γης και του πληρώματος
αυτής· και η ευδοκία του φανέντος εν τη βάτω ας έλθη επί την κεφαλήν του
Ιωσήφ, και επί την κορυφήν του εκλεκτού μεταξύ των αδελφών αυτού.
17. Η δόξα αυτού ας ήναι ως του πρωτοτόκου του ταύρου
αυτού, και τα κέρατα αυτού ως τα κέρατα του μονοκέρωτος· δι' αυτών θέλει
κερατίσει τα έθνη έως των άκρων της γής· και αύται είναι αι μυριάδες του
Εφραΐμ, και αύται αι χιλιάδες του Μανασσή.
18. Και περί του Ζαβουλών είπεν, Ευφραίνου, Ζαβουλών,
εν τη εξόδω σου· και Ισσάχαρ, εις τας σκηνάς σου.
19. Θέλουσι καλέσει τους λαούς εις το όρος· εκεί θέλουσι
προσφέρει θυσίας δικαιοσύνης· διότι θέλουσι θηλάσει την αφθονίαν της θαλάσσης,
και τους κεκρυμμένους θησαυρούς της άμμου.
20. Και περί του Γαδ είπεν, Ευλογημένος ο πλατύνων τον
Γάδ· κάθηται ως λέων, και διασπαράττει βραχίονα και κεφαλήν.
21. Και προέβλεψε δι' εαυτόν την πρώτην μερίδα· διότι
εκεί το μερίδιον του νομοθέτου ήτο διαπεφυλαγμένον· και ήλθε μετά των αρχόντων
του λαού, εξεπλήρωσε την δικαιοσύνην του Κυρίου και τας κρίσεις αυτού μετά
του Ισραήλ.
22. Και περί του Δαν είπεν, Ο Δαν είναι σκύμνος λέοντος·
θέλει πηδήσει από Βασάν.
23. Και περί του Νεφθαλί είπεν, Ω Νεφθαλί, κεχορτασμένε
ευδοκίας, και πεπληρωμένε της ευλογίας του Κυρίου, κληρονόμησον την δύσιν
και την μεσημβρίαν.
24. Και περί του Ασήρ είπεν, Ας ήναι ευλογημένος από
τέκνων ο Ασήρ· ας ήναι δεκτός εις τους αδελφούς αυτού, και εις έλαιον ας
βάψη τον πόδα αυτού.
25. Σίδηρος και χαλκός ας ήναι τα υποδήματά σου, και
η δύναμίς σου ως αι ημέραι σου.
26. Δεν είναι ουδείς ως ο Θεός του Ιεσουρούν, όστις επιβαίνει
επί τους ουρανούς προς βοήθειάν σου, και εν τη μεγαλοπρεπεία αυτού επί
το στερέωμα.
27. Ο Θεός ο αιώνιος είναι καταφυγή, και υποστήριγμα
οι αιώνιοι βραχίονες· και θέλει εκδιώξει τον εχθρόν απ' έμπροσθέν σου,
και θέλει ειπεί, Εξολόθρευσον.
28. Τότε ο Ισραήλ θέλει κατοικήσει μόνος εν ασφαλεία·
ο οφθαλμός του Ιακώβ θέλει είσθαι επί γης σίτου και οίνου· και οι ουρανοί
αυτού θέλουσι σταλάζει δρόσον.
29. Μακάριος συ, Ισραήλ. Τις όμοιός σου, λαέ σωζόμενε
υπό του Κυρίου, όστις είναι η ασπίς της βοηθείας σου, και η μάχαιρα της
υπεροχής σου Και θέλουσιν υποταχθή οι εχθροί σου εις σε, και συ θέλεις
πατήσει επί τον τράχηλον αυτών.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ 34o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]----English----[>]
Deuteronomy 34
1. Και ανέβη ο Μωϋσής
από των πεδιάδων Μωάβ εις το όρος Νεβώ, εις την κορυφήν Φασγά· την κατέναντι
της Ιεριχώ. Και έδειξεν εις αυτόν ο Κύριος πάσαν την γην Γαλαάδ έως Δαν,
2. και πάσαν την γην
Νεφθαλί, και την γην του Εφραΐμ και του Μανασσή, και πάσαν την γην του
Ιούδα, έως της θαλάσσης της εσχάτης,
3. και την μεσημβρίαν
και την πεδιάδα της κοιλάδος της Ιεριχώ, πόλεως φοινίκων, έως Σηγώρ.
4. Και ο Κύριος είπε
προς αυτόν, Αύτη είναι η γη, την οποίαν εγώ ώμοσα προς τον Αβραάμ, προς
τον Ισαάκ και προς τον Ιακώβ, λέγων, εις το σπέρμα σου θέλω δώσει αυτήν·
εγώ σε έκαμα να ίδης αυτήν με τους οφθαλμούς σου, εκεί όμως δεν θέλεις
διαπεράσει.
5. Και ετελεύτησεν
εκεί ο Μωϋσής, ο θεράπων του Κυρίου, εν τη γη Μωάβ, κατά τον λόγον του
Κυρίου.
6. Και έθαψεν αυτόν
εν κοιλάδι εν τη γη Μωάβ, κατέναντι του Βαιθ-φεγώρ· και ουδείς γνωρίζει
την ταφήν αυτού έως της σήμερον.
7. Και ήτο ο Μωϋσής
εκατόν είκοσι ετών, ότε απέθανε· δεν ημαυρώθησαν οι οφθαλμοί αυτού, ουδέ
ηλαττώθη η δύναμις αυτού.
8. Και έκλαυσαν οι
υιοί Ισραήλ τον Μωϋσήν εις τας πεδιάδας του Μωάβ τριάκοντα ημέρας· και
ετελειώθησαν αι ημέραι του κλαυθμού του πένθους του Μωϋσέως.
9. Και Ιησούς ο υιός
του Ναυή ήτο πλήρης πνεύματος σοφίας· διότι ο Μωϋσής είχεν επιθέσει τας
χείρας αυτού επ' αυτόν· και υπήκουον εις αυτόν οι υιοί Ισραήλ και έκαμνον
καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν.
10. Και δεν ηγέρθη
πλέον εν τω Ισραήλ προφήτης ως ο Μωϋσής, τον οποίον εγνώρισεν ο Κύριος
πρόσωπον προς πρόσωπον,
11. εις πάντα τα σημεία
και τεράστια, τα οποία ο Κύριος απέστειλεν αυτόν να κάμη εν τη γη της Αιγύπτου,
εις τον Φαραώ και εις πάντας τους δούλους αυτού και εις πάσαν την γην αυτού,
12. και εις πάσαν
την χείρα την κραταιάν, και εις πάντα τα θαυμάσια τα μεγάλα, τα οποία έκαμεν
ο Μωϋσής ενώπιον παντός του Ισραήλ.
[>]