ΕΡΕΜΙΑΣ 27o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 27
1. Εν τη αρχή της βασιλείας του Ιωακείμ υιού
του Ιωσίου, βασιλέως του Ιούδα, έγεινεν ο λόγος ούτος προς τον Ιερεμίαν
παρά Κυρίου, λέγων,
2. Ούτω λέγει Κύριος προς εμέ· Κάμε εις σεαυτόν
δεσμά και ζυγούς και επίθες αυτά επί τον τράχηλόν σου·
3. και πέμψον αυτά προς τον βασιλέα του Εδώμ
και προς τον βασιλέα του Μωάβ και προς τον βασιλέα των υιών Αμμών και προς
τον βασιλέα της Τύρου και προς τον βασιλέα της Σιδώνος, διά χειρός των
μηνυτών των ερχομένων εις την Ιερουσαλήμ προς τον Σεδεκίαν βασιλέα του
Ιούδα·
4. και πρόσταξον αυτούς να είπωσι προς τους κυρίους
αυτών, Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Ούτω θέλετε
ειπεί προς τους κυρίους υμών·
5. Εγώ έκαμον την γην, τον άνθρωπον και τα ζώα
τα επί προσώπου της γης, διά της δυνάμεώς μου της μεγάλης και διά του βραχίονός
μου του εξηπλωμένου· και έδωκα αυτήν εις όντινα ηυδόκησα.
6. Και τώρα εγώ έδωκα πάντας τούτους τους τόπους
εις την χείρα του Ναβουχοδονόσορ, βασιλέως της Βαβυλώνος, του δούλου μου·
και αυτά τα θηρία του αγρού έδωκα εις αυτόν διά να υπηρετώσιν αυτόν.
7. Και πάντα τα έθνη θέλουσι δουλεύσει εις αυτόν
και εις τον υιόν αυτού και εις τον υιόν του υιού αυτού, εωσού έλθη ο καιρός
της γης και αυτού, και έθνη πολλά και βασιλείς μεγάλοι θέλουσι καταδουλώσει
αυτόν.
8. Και το έθνος και το βασίλειον, το οποίον δεν
θέλει δουλεύσει εις αυτόν τον Ναβουχοδονόσορ, τον βασιλέα της Βαβυλώνος,
και το οποίον δεν θέλει βάλει τον τράχηλον αυτού υπό τον ζυγόν του βασιλέως
της Βαβυλώνος, το έθνος εκείνο θέλω τιμωρήσει, λέγει Κύριος, εν μαχαίρα
και εν πείνη και εν λοιμώ, εωσού εξολοθρεύσω αυτό διά χειρός εκείνου.
9. Και σεις, μη ακούετε τους προφήτας σας μήτε
τους μάντεις σας μήτε τους ενυπνιαστάς σας μήτε τους οιωνοσκόπους σας μήτε
τους μάγους σας, οίτινες λαλούσι προς εσάς, λέγοντες, δεν θέλετε δουλεύσει
εις τον βασιλέα της Βαβυλώνος·
10. διότι αυτοί προφητεύουσι ψεύδος προς εσάς,
διά να σας απομακρύνωσιν από της γης σας, και διά να σας διώξω και να απολεσθήτε.
11. το δε έθνος, το οποίον υποβάλη τον τράχηλον
αυτού υπό τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος και δουλεύση εις αυτόν,
εκείνο θέλω αφήσει να μένη ακόμη εν τη γη αυτού, λέγει Κύριος· και θέλει
εργάζεσθαι αυτήν και κατοικεί εν αυτή.
12. Ελάλησα και προς τον Σεδεκίαν βασιλέα του
Ιούδα κατά πάντας τους λόγους τούτους, λέγων, Φέρετε τους τραχήλους σας
υπό τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος και δουλεύσατε εις αυτόν και εις
τον λαόν αυτού, και θέλετε ζήσει.
13. Διά τι θέλετε να αποθάνητε, συ και ο λαός
σου, εν μαχαίρα, εν πείνη και εν λοιμώ, καθώς ο Κύριος ελάλησε κατά του
έθνους, το οποίον δεν δουλεύση εις τον βασιλέα της Βαβυλώνος;
14. Διά τούτο, μη ακούετε τους λόγους των προφητών,
οίτινες λαλούσι προς εσάς, λέγοντες· Δεν θέλετε δουλεύσει εις τον βασιλέα
της Βαβυλώνος· διότι αυτοί προφητεύουσιν εις εσάς ψεύδος.
15. Διότι εγώ δεν απέστειλα αυτούς, λέγει Κύριος,
και αυτοί προφητεύουσι ψευδώς εν τω ονόματί μου· διά να σας διώξω και να
απολεσθήτε, σεις και οι προφήται οι προφητεύοντες προς εσάς.
16. Ελάλησα και προς τους ιερείς και προς πάντα
τούτον τον λαόν λέγων, Ούτω λέγει Κύριος· Μη ακούετε τους λόγους των προφητών
σας, οίτινες προφητεύουσι προς εσάς, λέγοντες, Ιδού, τα σκεύη του οίκου
του Κυρίου θέλουσιν επανακομισθή εντός ολίγου από της Βαβυλώνος· διότι
αυτοί προφητεύουσι ψεύδος προς εσάς.
17. Μη ακούετε αυτούς· δουλεύσατε εις τον βασιλέα
της Βαβυλώνος και θέλετε ζήσει· διά τι η πόλις αύτη να ερημωθή;
18. Εάν δε αυτοί ήναι προφήται και εάν ο λόγος
του Κυρίου ήναι μετ' αυτών, ας ικετεύσωσι τώρα τον Κύριον των δυνάμεων,
ώστε τα σκεύη τα εναπολειφθέντα εν τω οίκω του Κυρίου και τω οίκω του βασιλέως
του Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ να μη υπάγωσιν εις την Βαβυλώνα.
19. Διότι ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων περί
των στύλων και περί της θαλάσσης και περί των βάσεων και περί του υπολοίπου
των σκευών των εναπολειφθέντων εν τη πόλει ταύτη,
20. τα οποία Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος
δεν έλαβεν, ότε έφερεν αιχμάλωτον τον Ιεχονίαν, υιόν του Ιωακείμ βασιλέως
του Ιούδα, από Ιερουσαλήμ εις Βαβυλώνα και πάντας τους άρχοντας του Ιούδα
και της Ιερουσαλήμ·
21. μάλιστα ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ, περί των σκευών των εναπολειφθέντων εν τω οίκω του Κυρίου
και τω οίκω του βασιλέως του Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ·
22. αυτά θέλουσι μετακομισθή εις την Βαβυλώνα
και θέλουσιν είσθαι εκεί έως της ημέρας καθ' ην θέλω επισκεφθή αυτά; λέγει
Κύριος· τότε θέλω επαναφέρει αυτά και αποκαταστήσει αυτά εις τον τόπον
τούτον.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 28o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 28
1. Και εν τω αυτώ έτει, εν τη αρχή της βασιλείας
του Σεδεκίου βασιλέως του Ιούδα, εν τω τετάρτω έτει, εν τω πέμπτω μηνί,
Ανανίας ο υιός του Αζώρ ο προφήτης, ο από Γαβαών, ελάλησε προς εμέ εν τω
οίκω του Κυρίου ενώπιον των ιερέων και παντός του λαού, λέγων,
2. Ούτως είπεν ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ, λέγων, Συνέτριψα τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος.
3. Εν τω διαστήματι δύο ολοκλήρων ετών θέλω επαναφέρει
εις τον τόπον τούτον πάντα τα σκεύη του οίκου του Κυρίου, τα οποία Ναβουχοδονόσορ
ο βασιλεύς της Βαβυλώνος έλαβεν εκ του τόπου τούτου και έφερεν αυτά εις
την Βαβυλώνα·
4. και εις τον τόπον τούτον θέλω επαναφέρει,
λέγει Κύριος, Ιεχονίαν τον υιόν του Ιωακείμ τον βασιλέα του Ιούδα και πάντας
τους αιχμαλώτους του Ιούδα, οίτινες εφέρθησαν εις την Βαβυλώνα· διότι θέλω
συντρίψει τον ζυγόν του βασιλέως της Βαβυλώνος.
5. Και ελάλησεν Ιερεμίας ο προφήτης προς τον
προφήτην Ανανίαν ενώπιον των ιερέων και ενώπιον παντός του λαού του παρεστώτος
εν τω οίκω του Κυρίου·
6. και είπεν Ιερεμίας ο προφήτης, Αμήν· ο Κύριος
να κάμη ούτω ο Κύριος να εκπληρώση τους λόγους σου, τους οποίους συ προεφήτευσας,
να επαναφέρη από της Βαβυλώνος εις τον τόπον τούτον τα σκεύη του οίκου
του Κυρίου και παν ό,τι ηχμαλωτίσθη
7. Πλην άκουσον τώρα τον λόγον τούτον, τον οποίον
εγώ λαλώ εις τα ώτα σου και εις τα ώτα παντός του λαού·
8. Οι προφήται, οίτινες εστάθησαν προ εμού και
προ σου έκπαλαι, προεφήτευσαν και κατά πολλών τόπων και κατά μεγάλων βασιλείων,
περί πολέμου και περί κακών και περί λοιμού·
9. ο προφήτης, όστις προφητεύει περί ειρήνης,
όταν ο λόγος του προφήτου εκπληρωθή, τότε θέλει γνωρισθή ο προφήτης, ότι
αληθώς απέστειλεν αυτόν ο Κύριος.
10. Τότε ο Ανανίας ο προφήτης έλαβε τον ζυγόν
από του τραχήλου του προφήτου Ιερεμίου και συνέτριψεν αυτόν.
11. Και ελάλησεν ο Ανανίας ενώπιον παντός του
λαού, λέγων, Ούτω λέγει Κύριος· κατά τούτον τον τρόπον θέλω συντρίψει τον
ζυγόν του Ναβουχοδονόσορ, βασιλέως της Βαβυλώνος, από του τραχήλου πάντων
των εθνών εν τω διαστήματι δύο ολοκλήρων ετών. Και ο προφήτης Ιερεμίας
υπήγε την οδόν αυτού.
12. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν, αφού
Ανανίας ο προφήτης συνέτριψε τον ζυγόν από του τραχήλου του προφήτου Ιερεμίου,
λέγων,
13. Ύπαγε και ειπέ προς τον Ανανίαν, λέγων, Ούτω
λέγει Κύριος· Συ συνέτριψας τους ζυγούς τους ξυλίνους· αλλ' αντί τούτων
θέλεις κάμει ζυγούς σιδηρούς.
14. Διότι ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο
Θεός του Ισραήλ· Ζυγόν σιδηρούν έθεσα επί τον τράχηλον πάντων τούτων των
εθνών διά να δουλεύωσιν εις τον Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα της Βαβυλώνος·
και θέλουσι δουλεύσει εις αυτόν· και αυτά τα θηρία του αγρού έδωκα εις
αυτόν.
15. Τότε είπεν Ιερεμίας ο προφήτης προς τον Ανανίαν
τον προφήτην, Άκουσον τώρα, Ανανία· δεν σε απέστειλεν ο Κύριος· αλλά συ
κάμνεις τον λαόν τούτον να ελπίζη εις ψεύδος.
16. Διά τούτο ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, εγώ θέλω
σε απορρίψει από προσώπου της γής· εν τούτω τω έτει θέλεις αποθάνει, διότι
ελάλησας στασιασμόν κατά του Κυρίου.
17. Και απέθανεν Ανανίας ο προφήτης εν εκείνω
τω έτει, τον έβδομον μήνα.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 29o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 29
1. Και ούτοι είναι οι λόγοι της επιστολής, την
οποίαν Ιερεμίας ο προφήτης έστειλεν από Ιερουσαλήμ προς τους υπολοίπους
των πρεσβυτέρων της αιχμαλωσίας και προς τους ιερείς και προς τους προφήτας
και προς πάντα τον λαόν, τον οποίον ο Ναβουχοδονόσορ έφερεν αιχμάλωτον
από Ιερουσαλήμ εις την Βαβυλώνα,
2. αφού Ιεχονίας ο βασιλεύς και η βασίλισσα και
οι ευνούχοι, οι άρχοντες του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ και οι ξυλουργοί
και οι χαλκείς εξήλθον από Ιερουσαλήμ,
3. διά χειρός Ελασά υιού του Σαφάν και του Γεμαρίου
υιού του Χελκίου, τους οποίους Σεδεκίας ο βασιλεύς του Ιούδα απέστειλεν
εις την Βαβυλώνα προς Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα της Βαβυλώνος· λέγων,
4. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του
Ισραήλ, προς πάντας εκείνους, οίτινες εφέρθησαν αιχμάλωτοι, τους οποίους
εγώ έκαμον να φερθώσιν αιχμάλωτοι από Ιερουσαλήμ εις την Βαβυλώνα·
5. οικοδομήσατε οίκους και κατοικήσατε· και φυτεύσατε
κήπους και φάγετε τον καρπόν αυτών·
6. λάβετε γυναίκας και γεννήσατε υιούς και θυγατέρας·
και λάβετε γυναίκας διά τους υιούς σας και δότε τας θυγατέρας σας εις άνδρας
και ας γεννήσωσιν υιούς και θυγατέρας και πληθύνθητε εκεί και μη σμικρυνθήτε·
7. και ζητήσατε την ειρήνην της πόλεως, όπου
εγώ σας έκαμον να φερθήτε αιχμάλωτοι, και προσεύχεσθε υπέρ αυτής προς τον
Κύριον· διότι εν τη ειρήνη αυτής θέλετε έχει ειρήνην.
8. Διότι ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο
Θεός του Ισραήλ· Ας μη απατώσιν υμάς οι προφήται υμών οι εν μέσω υμών και
οι μάντεις υμών, και μη ακούετε τα ενύπνια υμών τα οποία υμείς ονειρεύεσθε·
9. διότι προφητεύουσι ψευδώς προς υμάς επί τω
ονόματί μου· εγώ δεν απέστειλα αυτούς, λέγει Κύριος.
10. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Ότι αφού πληρωθώσιν
εβδομήκοντα έτη εν Βαβυλώνι, θέλω επισκεφθή υμάς και θέλω εκτελέσει προς
υμάς τον λόγον μου τον αγαθόν, να επαναφέρω υμάς εις τον τόπον τούτον.
11. Διότι εγώ γνωρίζω τας βουλάς τας οποίας βουλεύομαι
περί υμών, λέγει Κύριος, βουλάς ειρήνης και ουχί κακού, διά να δώσω εις
υμάς το προσδοκώμενον τέλος.
12. Τότε θέλετε κράξει προς εμέ και θέλετε υπάγει
και προσευχηθή εις εμέ και θέλω σας εισακούσει.
13. Και θέλετε με ζητήσει και ευρεί, όταν με
εκζητήσητε εξ όλης της καρδίας υμών.
14. Και θέλω ευρεθή από σας, λέγει Κύριος· και
θέλω αποστρέψει την αιχμαλωσίαν σας και θέλω σας συνάξει εκ πάντων των
εθνών και εκ πάντων των τόπων όπου σας εδίωξα, λέγει Κύριος· και θέλω σας
επαναφέρει εις τον τόπον, όθεν σας έκαμον να φερθήτε αιχμάλωτοι.
15. Επειδή είπετε, Ο Κύριος εσήκωσεν εις ημάς
προφήτας εν Βαβυλώνι,
16. γνωρίσατε, ότι ούτω λέγει Κύριος περί του
βασιλέως του καθημένου επί του θρόνου Δαβίδ και περί παντός του λαού του
κατοικούντος εν τη πόλει ταύτη και περί των αδελφών σας, των μη εξελθόντων
μεθ' υμών εις αιχμαλωσίαν·
17. ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Ιδού, θέλω
αποστείλει επ' αυτούς την μάχαιραν, την πείναν και τον λοιμόν, και θέλω
καταστήσει αυτούς ως τα σύκα τα αχρεία, τα οποία διά την αχρειότητα δεν
τρώγονται.
18. Και θέλω καταδιώξει αυτούς εν μαχαίρα, εν
πείνη και εν λοιμώ· και θέλω παραδώσει αυτούς εις διασποράν εν πάσι τοις
βασιλείοις της γης, ώστε να ήναι κατάρα και θάμβος και συριγμός και όνειδος
εν πάσι τοις έθνεσιν όπου εδίωξα αυτούς·
19. διότι δεν ήκουσαν τους λόγους μου, λέγει
Κύριος, τους οποίους έστειλα προς αυτούς διά των δούλων μου των προφητών,
εγειρόμενος πρωΐ και αποστέλλων· και δεν υπηκούσατε, λέγει Κύριος.
20. Ακούσατε λοιπόν τον λόγον του Κυρίου, πάντες
σεις οι αιχμαλωτισθέντες, τους οποίους εξαπέστειλα από Ιερουσαλήμ εις Βαβυλώνα.
21. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ, περί του Αχαάβ υιού του Κωλαίου και περί του Σεδεκίου υιού
του Μαασίου, οίτινες προφητεύουσι ψεύδη προς εσάς εν τω ονόματί μου· Ιδού,
θέλω παραδώσει αυτούς εις την χείρα του Ναβουχοδονόσορ, βασιλέως της Βαβυλώνος,
και θέλει πατάξει αυτούς ενώπιόν σας.
22. Και εξ αυτών θέλουσι λάβει κατάραν εν πάσι
τοις αιχμαλώτοις του Ιούδα τοις εν Βαβυλώνι, λέγοντες, Ο Κύριος να σε κάμη
ως τον Σεδεκίαν και ως τον Αχαάβ, τους οποίους ο βασιλεύς της Βαβυλώνος
έψησεν εν πυρί·
23. διότι έπραξαν αφροσύνην εν Ισραήλ και εμοίχευον
τας γυναίκας των πλησίον αυτών και ελάλουν λόγους ψευδείς εν τω ονόματί
μου, τους οποίους δεν προσέταξα εις αυτούς· και εγώ εξεύρω και είμαι μάρτυς,
λέγει Κύριος.
24. Και προς Σεμαΐαν τον Νεαιλαμίτην θέλεις λαλήσει,
λέγων,
25. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ, λέγων, Επειδή συ απέστειλας επιστολάς εν τω ονόματί σου προς
πάντα τον λαόν τον εν Ιερουσαλήμ και προς τον Σοφονίαν τον υιόν του Μαασίου
τον ιερέα και προς πάντας τους ιερείς, λέγων,
26. Ο Κύριος σε κατέστησεν ιερέα αντί Ιωδαέ του
ιερέως, διά να ήσθε επιστάται εις τον οίκον του Κυρίου επί πάντα άνθρωπον
μαινόμενον και προφητεύοντα, διά να βάλλης αυτόν εις φυλακήν και εις δεσμά·
27. τώρα λοιπόν διά τι δεν ήλεγξας Ιερεμίαν τον
εξ Αναθώθ, όστις προφητεύει εις εσάς;
28. επειδή αυτός διά τούτο επέστειλε προς ημάς
εις την Βαβυλώνα, λέγων, Η αιχμαλωσία αύτη είναι μακρά· οικοδομήσατε οικίας
και κατοικήσατε· και φυτεύσατε κήπους και φάγετε τον καρπόν αυτών.
29. Και Σοφονίας ο ιερεύς ανέγνωσε την επιστολήν
ταύτην εις επήκοον του Ιερεμίου του προφήτου.
30. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν,
λέγων,
31. Απόστειλον προς πάντας τους αιχμαλώτους,
λέγων, Ούτω λέγει Κύριος περί Σεμαΐα του Νεαιλαμίτου. Επειδή ο Σεμαΐας
προεφήτευσε προς εσάς και εγώ δεν απέστειλα αυτόν και σας έκαμε να ελπίζητε
εις ψεύδος,
32. διά τούτο ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, θέλω επισκεφθή
Σεμαΐαν τον Νεαιλαμίτην και το σπέρμα αυτού· αυτός δεν θέλει έχει άνθρωπον
κατοικούντα μεταξύ του λαού τούτου, ουδέ θέλει ιδεί το καλόν, το οποίον
εγώ θέλω κάμει εις τον λαόν μου, λέγει Κύριος· διότι ελάλησε στασιασμόν
κατά του Κυρίου.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 30o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 30
1. Ο λόγος ο γενόμενος προς τον Ιερεμίαν παρά
Κυρίου, λέγων,
2. Ούτως είπε Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, λέγων,
Γράψον εις σεαυτόν εν βιβλίω πάντας τους λόγους, τους οποίους ελάλησα προς
σέ·
3. διότι, ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος,
και θέλω επιστρέψει την αιχμαλωσίαν του λαού μου Ισραήλ και Ιούδα, λέγει
Κύριος· και θέλω επιστρέψει αυτούς εις την γην, την οποίαν έδωκα εις τους
πατέρας αυτών, και θέλουσι κυριεύσει αυτήν.
4. Και ούτοι είναι οι λόγοι, τους οποίους ελάλησε
Κύριος περί του Ισραήλ και περί του Ιούδα.
5. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Ηκούσαμεν φωνήν τρομεράν,
φόβον και ουχί ειρήνην.
6. Ερωτήσατε τώρα και ιδέτε, εάν άρσεν τίκτη·
διά τι βλέπω έκαστον άνδρα με τας χείρας αυτού επί την οσφύν αυτού, ως
τίκτουσαν, και πάντα τα πρόσωπα εστράφησαν εις ωχρίασιν;
7. Ουαί· διότι μεγάλη είναι η ημέρα εκείνη· ομοία
αυτής δεν υπήρξε και είναι καιρός της στενοχωρίας του Ιακώβ· πλην θέλει
σωθή εξ αυτής.
8. Και εν τη ημέρα εκείνη, λέγει ο Κύριος των
δυνάμεων, θέλω συντρίψει τον ζυγόν αυτού από του τραχήλου σου και θέλω
διασπάσει τα δεσμά σου και ξένοι δεν θέλουσι πλέον καταδουλώσει αυτόν·
9. αλλά θέλουσι δουλεύει Κύριον τον Θεόν αυτών
και Δαβίδ τον βασιλέα αυτών, τον οποίον θέλω αναστήσει εις αυτούς.
10. Συ δε μη φοβού, δούλέ μου Ιακώβ, λέγει Κύριος·
μηδέ δειλιάσης, Ισραήλ· διότι, ιδού, θέλω σε σώσει από του μακρυνού τόπου
και το σπέρμα σου από της γης της αιχμαλωσίας αυτών· και ο Ιακώβ θέλει
επιστρέψει και θέλει ησυχάσει και αναπαυθή και δεν θέλει υπάρχει ο εκφοβών.
11. Διότι εγώ είμαι μετά σου, λέγει Κύριος, διά
να σε σώσω· και αν κάμω συντέλειαν πάντων των εθνών όπου σε διεσκόρπισα,
εις σε όμως δεν θέλω κάμει συντέλειαν, αλλά θέλω σε παιδεύσει εν κρίσει
και δεν θέλω όλως σε αθωώσει.
12. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Το σύντριμμά σου
είναι ανίατον, η πληγή σου αλγεινή.
13. δεν υπάρχει ο κρίνων την κρίσιν σου, ώστε
να ανορθωθής· δεν υπάρχουσι διά σε φάρμακα θεραπευτικά.
14. Πάντες οι αγαπητοί σου σε ελησμόνησαν· δεν
σε ζητούσι· διότι σε επλήγωσα εν πληγή εχθρού, εν τιμωρία σκληρά, εξ αιτίας
του πλήθους των ανομιών σου· αι αμαρτίαι σου επληθύνθησαν.
15. Τι βοάς διά το σύντριμμά σου; ο πόνος σου
είναι ανίατος εξ αιτίας του πλήθους των ανομιών σου· αι αμαρτίαι σου επληθύνθησαν·
διά τούτο έκαμον ταύτα εις σε.
16. Διά τούτο πάντες οι κατατρώγοντές σε θέλουσι
καταφαγωθή· και πάντες οι εναντίοι σου, πάντες ομού θέλουσιν υπάγει εις
αιχμαλωσίαν· και οι λαφυραγωγούντές σε θέλουσι γείνει λάφυρον και πάντας
τους διαρπάζοντάς σε θέλω δώσει εις διαρπαγήν.
17. Διότι θέλω αποκαταστήσει την υγίειαν εις
σε και θέλω σε ιατρεύσει από των πληγών σου, λέγει Κύριος· διότι αυτοί
σε ωνόμασαν Απερριμμένην, λέγοντες, Αύτη είναι η Σιών· δεν υπάρχει ο ζητών
αυτήν.
18. Ούτω λέγει Κύριος. Ιδού, εγώ θέλω επιστρέψει
από της αιχμαλωσίας τας σκηνάς του Ιακώβ και θέλω οικτείρει τας κατοικίας
αυτού· και η πόλις θέλει οικοδομηθή επί των ερειπίων αυτής, και ο ναός
θέλει αποκατασταθή κατά την διάταξιν αυτού.
19. Και εξ αυτών θέλει εξέρχεσθαι ευχαριστία
και φωνή αγαλλομένων· και θέλω πολλαπλασιάσει αυτούς και δεν θέλουσιν ολιγοστεύσει·
και θέλω δοξάσει αυτούς και δεν θέλουσι σμικρυνθή.
20. Και τα τέκνα αυτών θέλουσιν είσθαι ως το
πρότερον, και η συναγωγή αυτών θέλει στερεωθή ενώπιόν μου, και θέλω τιμωρήσει
πάντας τους καταθλίβοντας αυτούς.
21. Και ο άρχων αυτών θέλει είσθαι εξ αυτών και
ο εξουσιαστής αυτών θέλει εξέρχεσθαι εκ μέσου αυτών· και θέλω κάμει αυτόν
να πλησιάζη και θέλει πλησιάζει εις εμέ· διότι τις είναι ούτος, όστις εγγυάται
την καρδίαν αυτού διά να πλησιάζη προς εμέ; λέγει Κύριος.
22. Και θέλετε είσθαι λαός μου και εγώ θέλω είσθαι
Θεός υμών.
23. Ιδού, ανεμοστρόβιλος παρά Κυρίου εξήλθε με
ορμήν, ανεμοστρόβιλος αφανίζων· θέλει εξορμήσει επί την κεφαλήν των ασεβών.
24. Ο φλογερός θυμός του Κυρίου δεν θέλει επιστρέψει,
εωσού εκτελέση και εωσού εκπληρώση τας βουλάς της καρδίας αυτού· εν ταις
εσχάταις ημέραις θέλετε νοήσει τούτο.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 31o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 31
1. Εν τω αυτώ καιρώ, λέγει Κύριος, θέλω είσθαι
ο Θεός πασών των οικογενειών του Ισραήλ και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός
μου.
2. Ούτω λέγει Κύριος· Ο λαός ο εναπολειφθείς
από της μαχαίρας εύρηκε χάριν εν τη ερήμω· ο Ισραήλ υπήγε να εύρη ανάπαυσιν.
3. Ο Κύριος εφάνη παλαιόθεν εις εμέ, λέγων, Ναι,
σε ηγάπησα αγάπησιν η αιώνιον· διά τούτο σε είλκυσα με έλεος.
4. Πάλιν θέλω σε οικοδομήσει και θέλεις οικοδομηθή,
παρθένε του Ισραήλ· θέλεις ευπρεπισθή πάλιν με τα τύμπανά σου και θέλεις
εξέρχεσθαι εις τους χορούς των αγαλλομένων.
5. Θέλεις φυτεύσει πάλιν αμπελώνας επί των ορέων
της Σαμαρείας· οι φυτευταί θέλουσι φυτεύσει και θέλουσι τρώγει τον καρπόν.
6. Διότι θέλει είσθαι ημέρα, καθ' ην οι φύλακες
επί του όρους Εφραΐμ θέλουσι φωνάζει, Σηκώθητε και ας αναβώμεν εις την
Σιών προς Κύριον τον Θεόν ημών.
7. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Ψάλλετε εν αγαλλιάσει
διά τον Ιακώβ και αλαλάξατε διά την κεφαλήν των εθνών· κηρύξατε, αινέσατε
και είπατε, Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου το υπόλοιπον του Ισραήλ.
8. Ιδού εγώ θέλω φέρει αυτούς εκ της γης του
βορρά, και θέλω συνάξει αυτούς από των εσχάτων της γης, και μετ' αυτών
τον τυφλόν και τον χωλόν, την έγκυον και την γεννώσαν ομού· συνάθροισμα
μέγα θέλει επιστρέψει ενταύθα.
9. Μετά κλαυθμού θέλουσιν ελθεί και μετά δεήσεων
θέλω επαναφέρει αυτούς· θέλω οδηγήσει αυτούς παρά ποταμούς υδάτων δι' ευθείας
οδού, καθ' ην δεν θέλουσι προσκόψει· διότι είμαι πατήρ εις τον Ισραήλ και
ο Εφραΐμ είναι ο πρωτότοκός μου.
10. Ακούσατε, έθνη, τον λόγον του Κυρίου, και
αναγγείλατε εις τας νήσους τας μακράν και είπατε, Ο διασκορπίσας τον Ισραήλ
θέλει συνάξει αυτόν και θέλει φυλάξει αυτόν ως ο βοσκός το ποίμνιον αυτού.
11. Διότι ο Κύριος εξηγόρασε τον Ιακώβ και ελύτρωσεν
αυτόν εκ χειρός του δυνατωτέρου αυτού.
12. Και θέλουσιν ελθεί και ψάλλει επί του ύψους
της Σιών, και θέλουσι συρρεύσει εις τα αγαθά του Κυρίου, εις σίτον και
εις οίνον και εις έλαιον και εις τα γεννήματα των προβάτων και των βοών,
και η ψυχή αυτών θέλει είσθαι ως παράδεισος περιποτιζόμενος· και παντελώς
δεν θέλουσι λυπηθή πλέον.
13. Τότε θέλει χαρή η παρθένος εν τω χορώ, και
οι νέοι και οι γέροντες ομού· και θέλω στρέψει το πένθος αυτών εις χαράν
και θέλω παρηγορήσει αυτούς και ευφράνει αυτούς μετά την θλίψιν αυτών.
14. Και θέλω χορτάσει την ψυχήν των ιερέων από
παχύτητος, και ο λαός μου θέλει χορτασθή από των αγαθών μου, λέγει Κύριος.
15. Ούτω λέγει Κύριος· Φωνή ηκούσθη εν Ραμά,
θρήνος, κλαυθμός, οδυρμός· η Ραχήλ, κλαίουσα τα τέκνα αυτής, δεν ήθελε
να παρηγορηθή διά τα τέκνα αυτής, διότι δεν υπάρχουσιν.
16. Ούτω λέγει Κύριος· Παύσον την φωνήν σου από
κλαυθμού και τους οφθαλμούς σου από δακρύων· διότι το έργον σου θέλει ανταμειφθή,
λέγει Κύριος· και θέλουσιν επιστρέψει εκ της γης του εχθρού.
17. Και είναι ελπίς εις τα έσχατά σου, λέγει
Κύριος, και τα τέκνα σου θέλουσιν επιστρέψει εις τα όρια αυτών.
18. Ήκουσα τωόντι τον Εφραΐμ λέγοντα εν οδυρμοίς,
Με επαίδευσας, και επαιδεύθην ως μόσχος αδάμαστος· επίστρεψόν με και θέλω
επιστρέψει· διότι συ είσαι Κύριος ο Θεός μου·
19. βεβαίως αφού επέστρεψα, μετενόησα, και αφού
εδιδάχθην, εκτύπησα επί τον μηρόν μου· ησχύνθην και μάλιστα ηρυθρίασα,
διότι εβάστασα το όνειδος της νεότητός μου.
20. Ο Εφραΐμ είναι υιός αγαπητός εις εμέ; παιδίον
φίλτατον; διότι αφού ελάλησα εναντίον αυτού, πάντοτε ενθυμούμαι αυτόν,
διά τούτο τα σπλάγχνα μου ηχούσι δι' αυτόν· θέλω βεβαίως σπλαγχνισθή αυτόν,
λέγει Κύριος.
21. Στήσον σημεία της οδού, κάμε εις σεαυτόν
σωρούς υψηλούς· προσήλωσον την καρδίαν σου εις την λεωφόρον, εις την οδόν
δι' ης υπήγες· επίστρεψον, παρθένε του Ισραήλ, επίστρεψον εις αυτάς τας
πόλεις σου.
22. Έως πότε θέλεις περιφέρεσθαι, θυγάτηρ αποστάτρια;
διότι ο Κύριος εποίησε νέον πράγμα εν τη γή· Γυνή θέλει περικυκλώσει άνδρα.
23. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ· Έτι θέλουσι λέγει τον λόγον τούτον εν τη γη του Ιούδα και εν
ταις πόλεσιν αυτού, όταν επίστρέψω την αιχμαλωσίαν αυτών, Ο Κύριος να σε
ευλογήση, κατοικία δικαιοσύνης, όρος αγιότητος.
24. Και θέλουσι κατοικήσει εν αυτή ο Ιούδας και
πάσαι αι πόλεις αυτού ομού, οι γεωργοί και οι εξερχόμενοι μετά των ποιμνίων·
25. διότι εχόρτασα την εκλελυμένην ψυχήν και
ενέπλησα πάσαν τεθλιμμένην ψυχήν.
26. Διά τούτο εξύπνησα και εθεώρησα, και ο ύπνος
μου εστάθη γλυκύς εις εμέ.
27. Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος, και
θέλω σπείρει τον οίκον Ισραήλ και τον οίκον Ιούδα με σπέρμα ανθρώπου και
με σπέρμα κτήνους.
28. Και καθώς εγρηγόρουν επ' αυτούς διά να εκριζόνω
και να κατασκάπτω και να κατεδαφίζω και να καταστρέφω και να καταθλίβω,
ούτω θέλω γρηγορήσει επ' αυτούς διά να ανοικοδομώ και να φυτεύω, λέγει
Κύριος.
29. Εν ταις ημέραις εκείναις δεν θέλουσι λέγει
πλέον, Οι πατέρες έφαγον όμφακα και οι οδόντες των τέκνων ημωδίασαν·
30. αλλ' έκαστος θέλει αποθνήσκει διά την ανομίαν
αυτού· πας άνθρωπος, όστις φάγη τον όμφακα, τούτου οι οδόντες θέλουσιν
αιμωδιάσει.
31. Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος, και
θέλω κάμει προς τον οίκον Ισραήλ και προς τον οίκον Ιούδα διαθήκην νέαν·
32. ουχί κατά την διαθήκην, την οποίαν έκαμον
προς τους πατέρας αυτών, καθ' ην ημέραν επίασα αυτούς από της χειρός διά
να εξαγάγω αυτούς εκ γης Αιγύπτου· διότι αυτοί παρέβησαν την διαθήκην μου
και εγώ απεστράφην αυτούς, λέγει Κύριος·
33. αλλ' αύτη θέλει είσθαι η διαθήκη, την οποίαν
θέλω κάμει προς τον οίκον Ισραήλ· μετά τας ημέρας εκείνας, λέγει Κύριος,
θέλω θέσει τον νόμον μου εις τα ενδόμυχα αυτών και θέλω γράψει αυτόν εν
ταις καρδίαις αυτών· και θέλω είσθαι Θεός αυτών και αυτοί θέλουσιν είσθαι
λαός μου.
34. Και δεν θέλουσι διδάσκει πλέον έκαστος τον
πλησίον αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού, λέγων, Γνωρίσατε τον Κύριον·
διότι πάντες ούτοι θέλουσι με γνωρίζει από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών,
λέγει Κύριος· διότι θέλω συγχωρήσει την ανομίαν αυτών και την αμαρτίαν
αυτών δεν θέλω ενθυμείσθαι πλέον.
35. Ούτω λέγει Κύριος, ο διδούς τον ήλιον εις
φως της ημέρας, τας διατάξεις της σελήνης και των αστέρων εις φως της νυκτός,
ο ταράττων την θάλασσαν, και τα κύματα αυτής βομβούσι· Κύριος των δυνάμεων
το όνομα αυτού·
36. Εάν αι διατάξεις αύται εκλείψωσιν απ' έμπροσθέν
μου, λέγει Κύριος, τότε και το σπέρμα του Ισραήλ θέλει παύσει από του να
ήναι έθνος ενώπιόν μου πάσας τας ημέρας.
37. Ούτω λέγει Κύριος· Εάν ο ουρανός άνω δύναται
να μετρηθή και τα θεμέλια της γης κάτω να εξιχνιασθώσι, τότε και εγώ θέλω
απορρίψει παν το σπέρμα του Ισραήλ διά πάντα όσα έπραξαν, λέγει Κύριος.
38. Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος, και
η πόλις θέλει οικοδομηθή εις τον Κύριον από του πύργου Ανανεήλ έως της
πύλης της γωνίας.
39. Και σχοινίον διαμετρήσεως θέλει εξέλθει έτι
απέναντι αυτής επί τον λόφον Γαρήβ και θέλει περιέλθει έως Γοάθ.
40. Και πάσα η κοιλάς των πτωμάτων και της στάκτης
και πάντες οι αγροί έως του χειμάρρου Κέδρων, έως της γωνίας της πύλης
των ίππων προς ανατολάς, θέλουσιν είσθαι άγιοι εις τον Κύριον· δεν θέλει
πλέον εκριζωθή ουδέ καταστραφή εις τον αιώνα.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 32o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 32
1. Ο λόγος ο γενόμενος προς τον Ιερεμίαν παρά
Κυρίου εν τω δεκάτω έτει του Σεδεκίου βασιλέως του Ιούδα, το οποίον ήτο
το δέκατον όγδοον έτος του Ναβουχοδονόσορ.
2. Και τότε το στράτευμα του βασιλέως της Βαβυλώνος
επολιόρκει την Ιερουσαλήμ· και ο Ιερεμίας ο προφήτης ήτο κεκλεισμένος εν
τη αυλή της φυλακής, της εν τω οίκω του βασιλέως του Ιούδα.
3. Διότι Σεδεκίας ο βασιλεύς του Ιούδα είχε κλείσει
αυτόν, λέγων, Διά τι συ προφητεύεις λέγων, Ούτω λέγει Κύριος, Ιδού, εγώ
θέλω παραδώσει την πόλιν ταύτην εις την χείρα του βασιλέως της Βαβυλώνος
και θέλει κυριεύσει αυτήν·
4. και Σεδεκίας ο βασιλεύς του Ιούδα δεν θέλει
εκφύγει εκ της χειρός των Χαλδαίων, αλλά θέλει βεβαίως παραδοθή εις την
χείρα του βασιλέως της Βαβυλώνος και θέλει λαλήσει μετ' αυτού στόμα προς
στόμα και οι οφθαλμοί αυτού θέλουσιν ιδεί τους οφθαλμούς αυτού·
5. και θέλει φέρει τον Σεδεκίαν εις την Βαβυλώνα
και εκεί θέλει είσθαι, εωσού επισκεφθώ αυτόν, λέγει Κύριος· και εάν πολεμήσητε
τους Χαλδαίους, δεν θέλετε ευδοκιμήσει.
6. Και είπεν ο Ιερεμίας, Έγεινε λόγος Κυρίου
προς εμέ, λέγων,
7. Ιδού, Αναμεήλ, ο υιός του Σαλλούμ του θείου
σου, θέλει ελθεί προς σε, λέγων, Αγόρασον εις σεαυτόν τον αγρόν μου τον
εν Αναθώθ· διότι εις σε ανήκει το δικαίωμα εξαγοράς διά να αγοράσης αυτόν.
8. Και ήλθε προς εμέ Αναμεήλ, ο υιός του θείου
μου, εις την αυλήν της φυλακής, κατά τον λόγον του Κυρίου, και είπε προς
εμέ, Αγόρασον, παρακαλώ, τον αγρόν μου τον εν Αναθώθ, τον εν τη γη Βενιαμίν·
διότι εις σε ανήκει το δικαίωμα της κληρονομίας και εις σε η εξαγορά· αγόρασον
αυτόν εις σεαυτόν. Τότε εγνώρισα ότι λόγος Κυρίου ήτο ούτος.
9. Και ηγόρασα παρά του Αναμεήλ, υιού του θείου
μου, τον αγρόν τον εν Αναθώθ και εζύγισα προς αυτόν τα χρήματα, δεκαεπτά
σίκλους αργυρίου.
10. Και έγραψα το συμφωνητικόν και εσφράγισα
και έβαλον μάρτυρας και εζύγισα τα χρήματα εν τη πλάστιγγι.
11. Και έλαβον το συμφωνητικόν της αγοράς, το
εσφραγισμένον κατά τον νόμον και την συνήθειαν και το ανοικτόν·
12. και έδωκα το συμφωνητικόν της αγοράς εις
τον Βαρούχ τον υιόν του Νηρίου υιού του Μαασίου, έμπροσθεν του Αναμεήλ
υιού του θείου μου και έμπροσθεν των μαρτύρων των υπογραψάντων το συμφωνητικόν
της αγοράς, έμπροσθεν πάντων των Ιουδαίων των καθημένων εν τη αυλή της
φυλακής.
13. Και προσέταξα τον Βαρούχ έμπροσθεν αυτών,
λέγων,
14. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ· Λάβε τα συμφωνητικά ταύτα, το συμφωνητικόν τούτο της αγοράς
και το εσφραγισμένον και το συμφωνητικόν τούτο το ανοικτόν· και θες αυτά
εις αγγείον πήλινον, διά να διαμένωσιν ημέρας πολλάς.
15. Διότι ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο
Θεός του Ισραήλ· Οικίαι και αγροί και άμπελοι θέλουσιν αποκτηθή πάλιν εν
ταύτη τη γη.
16. Αφού δε έδωκα το συμφωνητικόν, της αγοράς
εις τον Βαρούχ τον υιόν του Νηρίου προσηυχήθην εις τον Κύριον, λέγων,
17. Ω Κύριε Θεέ· ιδού, συ έκαμες τον ουρανόν
και την γην εν τη δυνάμει σου τη μεγάλη και εν τω βραχίονί σου τω εξηπλωμένω·
δεν είναι ουδέν πράγμα δύσκολον εις σε.
18. Κάμνεις έλεος εις χιλιάδας και ανταποδίδεις
την ανομίαν των πατέρων εις τον κόλπον των τέκνων αυτών μετ' αυτούς· ο
Θεός ο μέγας, ο ισχυρός, Κύριος των δυνάμεων το όνομα αυτού,
19. μέγας εν βουλή και δυνατός εν έργοις· διότι
οι οφθαλμοί σου είναι ανεωγμένοι επί πάσας τας οδούς των υιών των ανθρώπων,
διά να δώσης εις έκαστον κατά τας οδούς αυτού και κατά τον καρπόν των έργων
αυτού·
20. όστις έκαμες σημεία και τέρατα εν τη γη της
Αιγύπτου, γνωστά έως της ημέρας ταύτης, και εν Ισραήλ και εν ανθρώποις·
και έκαμες εις σεαυτόν όνομα, ως την ημέραν ταύτην.
21. και εξήγαγες τον λαόν σου τον Ισραήλ εκ γης
Αιγύπτου με σημεία και με τέρατα και με κραταιάν χείρα και με βραχίονα
εξηπλωμένον και με τρόμον μέγαν·
22. και έδωκας εις αυτούς την γην ταύτην, την
οποίαν ώμοσας προς τους πατέρας αυτών να δώσης εις αυτούς, γην ρέουσαν
γάλα και μέλι·
23. και εισήλθον και εκληρονόμησαν αυτήν· αλλά
δεν υπήκουσαν εις την φωνήν σου ουδέ περιεπάτησαν εν τω νόμω σου· δεν έκαμον
ουδέν εκ πάντων όσα προσέταξας εις αυτούς να κάμωσι· διά τούτο επέφερες
επ' αυτούς άπαν τούτο το κακόν.
24. Ιδού, τα χαρακώματα έφθασαν εις την πόλιν,
διά να κυριεύσωσιν αυτήν· και η πόλις εδόθη εις την χείρα των Χαλδαίων
των πολεμούντων κατ' αυτής, εξ αιτίας της μαχαίρας και της πείνης και του
λοιμού· και ό,τι ελάλησας, έγεινε· και ιδού, βλέπεις·
25. και συ είπας προς εμέ, Κύριε Θεέ, Αγόρασον
εις σεαυτόν τον αγρόν δι' αργυρίου και παράστησον μάρτυρας· και η πόλις
εδόθη εις την χείρα των Χαλδαίων.
26. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν,
λέγων,
27. Ιδού, εγώ είμαι Κύριος ο Θεός πάσης σαρκός·
είναι τι πράγμα δύσκολον εις εμέ;
28. διά τούτο ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, θέλω παραδώσει
την πόλιν ταύτην εις την χείρα των Χαλδαίων και εις την χείρα του Ναβουχοδονόσορ
βασιλέως της Βαβυλώνος, και θέλει κυριεύσει αυτήν·
29. και οι Χαλδαίοι οι πολεμούντες κατά της πόλεως
ταύτης θέλουσιν ελθεί και βάλει πυρ εις την πόλιν ταύτην και κατακαύσει
αυτήν και τας οικίας, επί τα δώματα των οποίων εθυμίαζον εις τον Βάαλ και
έκαμνον σπονδάς εις άλλους θεούς, διά να με παροργίσωσι.
30. Διότι οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα κακόν
μόνον έκαμνον ενώπιόν μου εκ νεότητος αυτών· διότι οι υιοί Ισραήλ άλλο
δεν έκαμνον, παρά να με παροργίζωσι διά των έργων των χειρών αυτών, λέγει
Κύριος.
31. Διότι η πόλις αύτη εστάθη εις εμέ ερεθισμός
της οργής μου και του θυμού μου, αφ' ης ημέρας ωκοδόμησαν αυτήν έως της
ημέρας ταύτης, διά να απορρίψω αυτήν απ' έμπροσθέν μου,
32. ένεκεν πάσης της κακίας των υιών Ισραήλ και
των υιών Ιούδα, την οποίαν έκαμον διά να με παροργίσωσιν, αυτοί, οι βασιλείς
αυτών, οι άρχοντες αυτών, οι ιερείς αυτών και οι προφήται αυτών και οι
άνδρες Ιούδα και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ.
33. Και έστρεψαν νώτα προς εμέ και ουχί πρόσωπον·
και εδίδασκον αυτούς εγειρόμενος πρωΐ και διδάσκων, πλην δεν ήκουσαν, ώστε
να λάβωσι παιδείαν·
34. αλλ' έθεσαν τα βδελύγματα αυτών εν τω οίκω,
εφ' ον εκλήθη το όνομά μου, διά να μιάνωσιν αυτόν.
35. Και ωκοδόμησαν τους υψηλούς τόπους του Βάαλ
τους εν τη φάραγγι του υιού Εννόμ, διά να διαπεράσωσι τους υιούς αυτών
και τας θυγατέρας αυτών διά του πυρός εις τον Μολόχ· το οποίον δεν προσέταξα
εις αυτούς ουδέ ανέβη επί την καρδίαν μου, να πράξωσι το βδέλυγμα τούτο,
ώστε να κάμωσι τον Ιούδαν να αμαρτάνη.
36. Και τώρα διά ταύτα ούτω λέγει Κύριος, ο Θεός
του Ισραήλ, περί της πόλεως ταύτης, περί ης υμείς λέγετε, Θέλει παραδοθή
εις την χείρα του βασιλέως της Βαβυλώνος, διά μαχαίρας και διά πείνης και
διά λοιμού·
37. ιδού, θέλω συνάξει αυτούς εκ πάντων των τόπων,
όπου εδίωξα αυτούς εν τη οργή μου και εν τω θυμώ μου και εν τη μεγάλη αγανακτήσει
μου· και θέλω επιστρέψει αυτούς εις τον τόπον τούτον και θέλω κατοικίσει
αυτούς εν ασφαλεία·
38. και θέλουσιν είσθαι λαός μου και εγώ θέλω
είσθαι Θεός αυτών·
39. και θέλω δώσει εις αυτούς καρδίαν μίαν και
οδόν μίαν, διά να με φοβώνται πάσας τας ημέρας, διά το καλόν αυτών και
των τέκνων αυτών μετ' αυτούς·
40. και θέλω κάμει διαθήκην αιώνιον προς αυτούς,
ότι δεν θέλω αποστρέψει απ' οπίσω αυτών, διά να αγαθοποιώ αυτούς· και θέλω
δώσει τον φόβον μου εις τας καρδίας αυτών, διά να μη αποστατήσωσιν απ'
εμού·
41. και θέλω ευφραίνεσθαι επ' αυτούς εις το να
αγαθοποιώ αυτούς, και θέλω φυτεύσει αυτούς εν τη γη ταύτη κατά αλήθειαν,
εξ όλης μου της καρδίας και εξ όλης μου της ψυχής.
42. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Καθώς επέφερα επί
τούτον τον λαόν πάντα ταύτα τα μεγάλα κακά, ούτω θέλω επιφέρει επ' αυτούς
πάντα τα αγαθά, τα οποία εγώ ελάλησα περί αυτών.
43. Και θέλουσιν αποκτηθή αγροί εν τη γη ταύτη,
περί της οποίας σεις λέγετε, Είναι έρημος χωρίς ανθρώπου ή κτήνους· παρεδόθη
εις την χείρα των Χαλδαίων.
44. Θέλουσιν αγοράζει αγρούς δι' αργυρίου και
υπογράφει συμφωνητικά και σφραγίζει και θέλουσι παριστάνει μάρτυρας, εν
τη γη Βενιαμίν και εν τοις πέριξ Ιερουσαλήμ και εν ταις πόλεσι του Ιούδα
και εν ταις πόλεσι της ορεινής και εν ταις πόλεσι της πεδινής και εν ταις
πόλεσι του νότου· διότι θέλω επιστρέψει την αιχμαλωσίαν αυτών, λέγει Κύριος.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 33o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 33
1. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν
εκ δευτέρου, ενώ αυτός ήτο έτι κεκλεισμένος εν τη αυλή της φυλακής, λέγων,
2. Ούτω λέγει Κύριος ο κτίσας αυτήν, Κύριος ο
πλάσας αυτήν διά να στερεώση αυτήν· Κύριος το όνομα αυτού·
3. Κράξον προς εμέ και θέλω σοι αποκριθή και
σοι δείξει μεγάλα και απόκρυφα, τα οποία δεν γνωρίζεις.
4. Διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ
περί των οικιών της πόλεως ταύτης και περί των οικιών των βασιλέων του
Ιούδα, αίτινες θέλουσι καταστραφή από χαρακωμάτων και από μαχαίρας,
5. των ερχομένων διά να πολεμήσωσι προς τους
Χαλδαίους και διά να εμπλήσωσιν αυτάς με τα πτώματα των ανθρώπων, τους
οποίους εγώ θέλω πατάξει εν τη οργή μου και εν τω θυμώ μου και διά πάσας
τας κακίας των οποίων έκρυψα το πρόσωπόν μου από της πόλεως ταύτης·
6. ιδού, εγώ θέλω φέρει εις αυτήν υγιείαν και
ίασιν και θέλω ιατρεύσει αυτούς, και θέλω κάμει αυτούς να ίδωσιν αφθονίαν
ειρήνης και αληθείας.
7. Και θέλω επιστρέψει την αιχμαλωσίαν του Ιούδα
και την αιχμαλωσίαν του Ισραήλ, και θέλω οικοδομήσει αυτούς ως το πρότερον·
8. και θέλω καθαρίσει αυτούς από πάσης της ανομίας
αυτών, με την οποίαν ημάρτησαν εις εμέ· και θέλω συγχωρήσει πάσας τας ανομίας
αυτών, με τας οποίας ημάρτησαν εις εμέ και με τας οποίας απεστάτησαν απ'
εμού.
9. Και η πόλις αύτη θέλει είσθαι εις εμέ όνομα
ευφροσύνης, αίνεσις και δόξα έμπροσθεν πάντων των εθνών της γης, τα οποία
θέλουσιν ακούσει πάντα τα αγαθά, τα οποία εγώ κάμνω εις αυτούς· και θέλουσιν
εκπλαγή και τρομάξει διά πάντα τα αγαθά και διά πάσαν την ειρήνην, την
οποίαν θέλω κάμει εις αυτήν.
10. Ούτω λέγει Κύριος· Πάλιν θέλει ακουσθή εν
τω τόπω τούτω, περί του οποίου σεις λέγετε, Είναι έρημος, χωρίς ανθρώπου
και χωρίς κτήνους εν ταις πόλεσι του Ιούδα και εν ταις πλατείαις της Ιερουσαλήμ,
αίτινες είναι έρημοι, χωρίς ανθρώπου και χωρίς κατοίκου και χωρίς κτήνους,
11. η φωνή της χαράς και η φωνή της ευφροσύνης,
η φωνή του νυμφίου και η φωνή της νύμφης, φωνή των λεγόντων, Αινείτε τον
Κύριον των δυνάμεων, διότι αγαθός ο Κύριος, διότι το έλεος αυτού μένει
εις τον αιώνα· και των προσφερόντων ευχαριστηρίους προσφοράς εις τον οίκον
του Κυρίου· διότι θέλω επιστρέψει την αιχμαλωσίαν της γης, ως το πρότερον,
λέγει Κύριος.
12. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Πάλιν εν
τω τόπω τούτω όστις είναι έρημος, χωρίς ανθρώπου και χωρίς κτήνους, και
εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτού, θέλουσιν είσθαι μάνδραι ποιμένων διά να αναπαύωσι
τα ποίμνια.
13. Εν ταις πόλεσι της ορεινής, εν ταις πόλεσι
της πεδινής και εν ταις πόλεσι του νότου και εν τη γη Βενιαμίν και εν τοις
πέριξ της Ιερουσαλήμ και εν ταις πόλεσι του Ιούδα θέλουσι περάσει πάλιν
τα ποίμνια υπό την χείρα του αριθμούντος, λέγει Κύριος.
14. Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος, και
θέλω εκτελέσει τον αγαθόν εκείνον λόγον, τον οποίον ελάλησα περί του οίκου
Ισραήλ και περί του οίκου Ιούδα.
15. Εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρώ
εκείνω θέλω αναβλαστήσει εις τον Δαβίδ βλαστόν δικαιοσύνης, και θέλει εκτελέσει
κρίσιν και δικαιοσύνην εν τη γη.
16. Εν εκείναις ταις ημέραις ο Ιούδας θέλει σωθή
και η Ιερουσαλήμ θέλει κατοικήσει εν ασφαλεία· και τούτο είναι το όνομα,
με το οποίον θέλει ονομασθή, Ο Κύριος η δικαιοσύνη ημών.
17. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Δεν θέλει λείψει
από του Δαβίδ άνθρωπος καθήμενος επί τον θρόνον του οίκου Ισραήλ·
18. ούτε από των ιερέων των Λευϊτών θέλει λείψει
άνθρωπος ενώπιόν μου, διά να προσφέρη ολοκαυτώματα και να καίη προσφοράς
εξ αλφίτων και να κάμνη θυσίας πάσας τας ημέρας.
19. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν
λέγων,
20. Ούτω λέγει Κύριος· Εάν ήναι δυνατόν να καταλύσητε
την διαθήκην μου της ημέρας και την διαθήκην μου της νυκτός, ώστε να μη
ήναι πλέον ημέρα και νυξ εν τω καιρώ αυτών,
21. τότε θέλει δυνηθή να καταλυθή και η διαθήκη
μου η προς τον Δαβίδ τον δούλον μου, ώστε να μη έχη υιόν διά να βασιλεύη
επί του θρόνου αυτού, και η προς τους Λευΐτας τους ιερείς, τους λειτουργούς
μου.
22. Καθώς η στρατιά του ουρανού δεν δύναται να
αριθμηθή ουδέ η άμμος της θαλάσσης να μετρηθή, ούτω θέλω πληθύνει το σπέρμα
Δαβίδ του δούλου μου και τους Λευΐτας τους λειτουργούντας εις εμέ.
23. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν,
λέγων,
24. Δεν είδες τι ελάλησεν ο λαός ούτος, λέγων,
Τας δύο οικογενείας, τας οποίας ο Κύριος εξέλεξεν, απέρριψεν αυτάς; ούτως
αυτοί κατεφρόνησαν τον λαόν μου, ώστε δεν λογίζεται πλέον έθνος εις αυτούς.
25. Ούτω λέγει Κύριος· Εάν δεν έκαμον την διαθήκην
μου της ημέρας και της νυκτός, και εάν δεν διέταξα τους νόμους του ουρανού
και της γης,
26. τότε θέλω απορρίψει το σπέρμα του Ιακώβ και
του Δαβίδ του δούλου μου, ώστε να μη λάβω εκ του σπέρματος αυτού κυβερνήτας
επί το σπέρμα του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ· διότι θέλω επιστρέψει
την αιχμαλωσίαν αυτών και θέλω οικτείρει αυτούς.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 34o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 34
1. Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου,
ότε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού και
πάντα τα βασίλεια της γης τα υποκείμενα υπό την χείρα αυτού και πάντες
οι λαοί επολέμουν κατά της Ιερουσαλήμ και κατά πασών των πόλεων αυτής,
λέγων,
2. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ύπαγε
και λάλησον προς τον Σεδεκίαν τον βασιλέα του Ιούδα και ειπέ προς αυτόν,
Ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, θέλω παραδώσει την πόλιν ταύτην εις την χείρα
του βασιλέως της Βαβυλώνος, και θέλει κατακαύσει αυτήν εν πυρί·
3. και συ δεν θέλεις εκφύγει εκ της χειρός αυτού,
αλλ' εξάπαντος θέλεις πιασθή και παραδοθή εις την χείρα αυτού· και οι οφθαλμοί
σου θέλουσιν ιδεί τους οφθαλμούς του βασιλέως της Βαβυλώνος, και το στόμα
αυτού θέλει λαλήσει εις το στόμα σου, και θέλεις υπάγει εις την Βαβυλώνα.
4. Άκουσον όμως τον λόγον του Κυρίου, Σεδεκία
βασιλεύ του Ιούδα· ούτω λέγει Κύριος περί σού· Δεν θέλεις αποθάνει διά
μαχαίρας·
5. εν ειρήνη θέλεις αποθάνει, και κατά τας καύσεις
τας εις τους πατέρας σου, τους προγενεστέρους βασιλείς, τους υπάρξαντας
προ σου, ούτω θέλουσι κάμει καύσεις εις σέ· και θέλουσι κλαύσει, λέγοντες,
Ουαί, Κύριε· διότι εγώ ελάλησα τον λόγον, λέγει Κύριος.
6. Και ελάλησεν Ιερεμίας ο προφήτης προς Σεδεκίαν
τον βασιλέα του Ιούδα πάντας τους λόγους τούτους εν Ιερουσαλήμ·
7. το δε στράτευμα του βασιλέως της Βαβυλώνος
επολέμει κατά της Ιερουσαλήμ και κατά πασών των πόλεων του Ιούδα των εναπολειφθεισών,
κατά της Λαχείς και κατά της Αζηκά· διότι αύται εναπελείφθησαν εν ταις
πόλεσιν Ιούδα, πόλεις οχυραί.
8. Ο λόγος ο γενόμενος προς τον Ιερεμίαν παρά
Κυρίου, αφού ο βασιλεύς Σεδεκίας έκαμε συνθήκην μετά παντός του λαού του
εν Ιερουσαλήμ, διά να κηρύξη εις αυτούς άφεσιν·
9. ώστε να αποπέμψη έκαστος τον δούλον αυτού
και έκαστος την δούλην αυτού, Εβραίον ή Εβραίαν, ελευθέρους, διά να μη
έχη μηδείς δούλον Ιουδαίον αδελφόν αυτού·
10. και ήκουσαν πάντες οι άρχοντες και πας ο
λαός, οι εισελθόντες εις την συνθήκην, του να αποπέμψωσιν έκαστος τον δούλον
αυτού και έκαστος την δούλην αυτού ελευθέρους, ώστε να μη έχωσι πλέον δούλους
αυτούς· υπήκουσαν λοιπόν και απέπεμψαν·
11. μετά ταύτα όμως τους δούλους και τας δούλας,
τους οποίους απέπεμψαν ελευθέρους, έκαμον να επιστρέψωσι, και καθυπέβαλον
αυτούς να ήναι δούλοι και δούλαι·
12. και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν
παρά Κυρίου, λέγων,
13. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Εγώ
έκαμον διαθήκην προς τους πατέρας σας, καθ' ην ημέραν εξήγαγον αυτούς εκ
γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας, λέγων,
14. Εν τω τέλει επτά ετών αποπέμψατε έκαστος
τον αδελφόν αυτού τον Εβραίον, όστις επωλήθη εις σε και σε υπηρέτησεν εξ
έτη· τότε θέλεις αποπέμψει αυτόν ελεύθερον από σού· αλλ' οι πατέρες σας
δεν μου ήκουσαν ουδέ έκλιναν το ωτίον αυτών.
15. Και σεις τώρα είχετε επιστρέψει και κάμει
το ευθές ενώπιόν μου, κηρύττοντες έκαστος άφεσιν εις τον πλησίον αυτού·
και είχετε κάμει συνθήκην ενώπιόν μου εν τω οίκω, εφ' ον εκλήθη το όνομά
μου·
16. αλλ' επεστρέψατε και εμιάνατε το όνομά μου,
και εκάμετε έκαστος τον δούλον αυτού και έκαστος την δούλην αυτού να επιστρέψωσι,
τους οποίους είχετε αποπέμψει ελευθέρους κατά την θέλησιν αυτών, και καθυπεβάλετε
αυτούς διά να ήναι εις εσάς δούλοι και δούλαι.
17. Διά τούτο ούτω λέγει Κύριος· Σεις δεν μου
ηκούσατε, να κηρύξητε άφεσιν έκαστος εις τον αδελφόν αυτού και έκαστος
εις τον πλησίον αυτού· ιδού λοιπόν, λέγει Κύριος, εγώ κηρύττω άφεσιν εναντίον
σας εις την μάχαιραν, εις τον λοιμόν και εις την πείναν· και θέλω σας παραδώσει
εις διασποράν εν πάσι τοις βασιλείοις της γης.
18. Και θέλω παραδώσει τους ανθρώπους τους αθετήσαντας
την διαθήκην μου, οίτινες δεν εξετέλεσαν τους λόγους της διαθήκης, την
οποίαν έκαμον ενώπιόν μου, ότε έσχισαν τον μόσχον εις δύο και επέρασαν
μεταξύ των τμημάτων αυτού,
19. τους άρχοντας του Ιούδα και τους άρχοντας
της Ιερουσαλήμ, τους ευνούχους και τους ιερείς και πάντα τον λαόν του τόπου,
οίτινες επέρασαν μεταξύ των τμημάτων του μόσχου·
20. και θέλω παραδώσει αυτούς εις την χείρα των
εχθρών αυτών και εις την χείρα των ζητούντων την ψυχήν αυτών· τα δε πτώματα
αυτών θέλουσιν είσθαι διά τροφήν εις τα πετεινά του ουρανού και εις τα
θηρία της γης.
21. Και Σεδεκίαν τον βασιλέα του Ιούδα και τους
άρχοντας αυτού θέλω παραδώσει εις την χείρα των εχθρών αυτών και εις την
χείρα των ζητούντων την ψυχήν αυτών και εις την χείρα του στρατεύματος
του βασιλέως της Βαβυλώνος, οίτινες ανεχώρησαν από εσάς.
22. Ιδού, θέλω προστάξει, λέγει Κύριος, και θέλω
επιστρέψει αυτούς εις την πόλιν ταύτην· και θέλουσι πολεμήσει κατ' αυτής
και κυριεύσει αυτήν και κατακαύσει αυτήν εν πυρί· και θέλω κάμει ερήμωσιν
τας πόλεις του Ιούδα, ώστε να μη υπάρχη ο κατοικών.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 35o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 35
1. Ο λόγος ο γενόμενος προς τον Ιερεμίαν παρά
Κυρίου εν ταις ημέραις του Ιωακείμ υιού του Ιωσίου, βασιλέως του Ιούδα,
λέγων,
2. Ύπαγε προς τον οίκον των Ρηχαβιτών και λάλησον
προς αυτούς και φέρε αυτούς εις τον οίκον του Κυρίου, εις εν των δωματίων,
και πότισον αυτούς οίνον.
3. Τότε έλαβον Ιααζανίαν, τον υιόν του Ιερεμίου,
υιού του Χαβασινία, και τους αδελφούς αυτού και πάντας τους υιούς αυτού
και πάντα τον οίκον των Ρηχαβιτών,
4. και έφερα αυτούς προς τον οίκον του Κυρίου,
εις το δωμάτιον των υιών του Ανάν, υιού του Ιγδαλίου, ανθρώπου του Θεού,
το οποίον ήτο πλησίον του δωματίου των αρχόντων του επί του δωματίου του
Μαασίου υιού του Σαλλούμ, του φύλακος της αυλής·
5. και έθεσα έμπροσθεν των υιών του οίκου των
Ρηχαβιτών αγγεία πλήρη οίνου και ποτήρια, και είπα προς αυτούς, Πίετε οίνον.
6. Και είπον, Δεν θέλομεν πίει οίνον· διότι Ιωναδάβ,
ο υιός του Ρηχάβ, ο πατήρ ημών, προσέταξεν εις ημάς λέγων, Δεν θέλετε πίει
οίνον, σεις και οι υιοί σας, εις τον αιώνα·
7. ουδέ οικίαν θέλετε οικοδομήσει ουδέ σπέρμα
θέλετε σπείρει ουδέ αμπελώνα θέλετε φυτεύσει ουδέ θέλετε έχει· αλλ' εν
σκηναίς θέλετε κατοικεί πάσας τας ημέρας σας, διά να ζήσητε πολλάς ημέρας
επί της γης, εν ή παροικείτε.
8. Και υπηκούσαμεν εις την φωνήν του Ιωναδάβ,
υιού του Ρηχάβ, του πατρός ημών, κατά πάντα όσα προσέταξεν εις ημάς, να
μη πίωμεν οίνον πάσας τας ημέρας ημών, ημείς, αι γυναίκες ημών, οι υιοί
ημών και αι θυγατέρες ημών·
9. μηδέ να οικοδομήσωμεν οικίας διά να κατοικώμεν·
και δεν είχομεν αμπελώνα ή αγρόν ή σπέρμα·
10. αλλά κατωκήσαμεν εν σκηναίς και υπηκούσαμεν
και επράξαμεν κατά πάντα όσα προσέταξεν εις ημάς Ιωναδάβ ο πατήρ ημών·
11. ότε όμως Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος
ανέβη εις τον τόπον, είπομεν, Έλθετε και ας υπάγωμεν εις Ιερουσαλήμ, εξ
αιτίας του στρατεύματος των Χαλδαίων και εξ αιτίας του στρατεύματος των
Συρίων· και κατοικούμεν εν Ιερουσαλήμ.
12. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν,
λέγων,
13. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ· Ύπαγε και ειπέ προς τους ανθρώπους του Ιούδα και προς τους
κατοίκους της Ιερουσαλήμ, Δεν θέλετε λάβει παιδείαν διά να ακούητε τους
λόγους μου; λέγει Κύριος.
14. Οι μεν λόγοι του Ιωναδάβ, υιού του Ρηχάβ,
όστις προσέταξεν εις τους υιούς αυτού να μη πίνωσιν οίνον, εξετελέσθησαν·
και έως της ημέρας ταύτης δεν πίνουσι, διότι υπακούουσιν εις την προσταγήν
του πατρός αυτών· εγώ δε ελάλησα προς εσάς, εγειρόμενος πρωΐ και λαλών,
πλην δεν μου ηκούσατε.
15. Και απέστειλα προς εσάς πάντας τους δούλους
μου τους προφήτας, εγειρόμενος πρωΐ και αποστέλλων, λέγων, Επιστρέψατε
ήδη έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς και διορθώσατε τας πράξεις υμών
και μη υπάγετε οπίσω άλλων θεών διά να λατρεύητε αυτούς, και θέλετε κατοικήσει
εν τη γη, την οποίαν έδωκα εις εσάς και εις τους πατέρας σας· αλλά δεν
εκλίνατε το ωτίον σας και δεν μου εισηκούσατε.
16. Επειδή οι υιοί του Ιωναδάβ υιού του Ρηχάβ
εξετέλεσαν την προσταγήν του πατρός αυτών, την οποίαν προσέταξεν εις αυτούς,
ο δε λαός ούτος δεν μου εισήκουσε,
17. διά τούτο ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, θέλω φέρει επί τον Ιούδαν και επί πάντας τους
κατοίκους της Ιερουσαλήμ πάντα τα κακά, τα οποία ελάλησα κατ' αυτών, διότι
ελάλησα προς αυτούς και δεν ήκουσαν, και έκραξα προς αυτούς και δεν απεκρίθησαν.
18. Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον οίκον των Ρηχαβιτών,
Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Επειδή υπηκούσατε
εις την προσταγήν Ιωναδάβ του πατρός σας και εφυλάξατε πάσας τας εντολάς
αυτού και εκάμετε κατά πάντα όσα προσέταξεν εις εσάς,
19. διά τούτο ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ· δεν θέλει λείψει άνθρωπος από του Ιωναδάβ υιού του Ρηχάβ
παριστάμενος ενώπιόν μου εις τον αιώνα.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 36o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 36
1. Και εν τω τετάρτω έτει του Ιωακείμ, υιού του
Ιωσίου βασιλέως του Ιούδα, έγεινεν ο λόγος ούτος προς τον Ιερεμίαν παρά
Κυρίου, λέγων,
2. Λάβε εις σεαυτόν τόμον βιβλίου και γράψον
εν αυτώ πάντας τους λόγους, τους οποίους ελάλησα προς σε κατά του Ισραήλ
και κατά του Ιούδα και κατά πάντων των εθνών αφ' ης ημέρας ελάλησα προς
σε, από των ημερών του Ιωσίου έως της ημέρας ταύτης·
3. ίσως ακούση ο οίκος Ιούδα πάντα τα κακά, τα
οποία εγώ βουλεύομαι να κάμω εις αυτούς, ώστε να επιστρέψωσιν έκαστος από
της οδού αυτού της πονηράς και να συγχωρήσω την ανομίαν αυτών και την αμαρτίαν
αυτών.
4. Και εκάλεσεν ο Ιερεμίας τον Βαρούχ τον υιόν
του Νηρίου, και ο Βαρούχ έγραψεν εκ στόματος του Ιερεμίου πάντας τους λόγους
του Κυρίου, τους οποίους ελάλησε προς αυτόν, επί τόμου βιβλίου.
5. Και προσέταξεν ο Ιερεμίας τον Βαρούχ, λέγων,
Εγώ είμαι υπό φύλαξιν· δεν δύναμαι να εισέλθω εις τον οίκον του Κυρίου·
6. διά τούτο είσελθε συ και ανάγνωσον εν τω τόμω,
τον οποίον έγραψας εκ στόματός μου τους λόγους του Κυρίου, εις τα ώτα του
λαού εν τω οίκω του Κυρίου εν ημέρα νηστείας· και θέλεις προσέτι αναγνώσει
αυτούς εις τα ώτα παντός του Ιούδα, όσοι έρχονται εκ των πόλεων αυτών·
7. ίσως η δέησις αυτών φθάση ενώπιον του Κυρίου
και επιστρέψωσιν έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς· διότι μέγας είναι
ο θυμός και η οργή, την οποίαν ο Κύριος ελάλησε κατά του λαού τούτου.
8. Και έκαμεν ο Βαρούχ ο υιός του Νηρίου κατά
πάντα όσα προσέταξεν εις αυτόν Ιερεμίας ο προφήτης, αναγνώσας εν τω βιβλίω
τους λόγους του Κυρίου εν τω οίκω του Κυρίου.
9. Και εν τω πέμπτω έτει του Ιωακείμ, υιού του
Ιωσίου βασιλέως του Ιούδα, εν τω εννάτω μηνί, εκήρυξαν νηστείαν ενώπιον
του Κυρίου πας ο λαός εν Ιερουσαλήμ και πας ο λαός ο ερχόμενος εκ των πόλεων
Ιούδα εις Ιερουσαλήμ.
10. Και ανέγνωσεν ο Βαρούχ εν τω βιβλίω τους
λόγους του Ιερεμίου εν τω οίκω του Κυρίου, εν τω δωματίω του Γεμαρίου,
υιού του Σαφάν, του γραμματέως, εν τη αυλή τη άνω, εν τη εισόδω της νέας
πύλης του οίκου του Κυρίου, εις τα ώτα παντός του λαού.
11. Και ήκουσε Μιχαΐας ο υιός του Γεμαρίου, υιού
του Σαφάν, εκ του βιβλίου πάντας τους λόγους του Κυρίου,
12. και κατέβη προς τον οίκον του βασιλέως, εις
το δωμάτιον του γραμματέως· και ιδού, πάντες οι άρχοντες εκάθηντο εκεί,
Ελισαμά ο γραμματεύς και Δελαΐας ο υιός του Σεμαΐου και Ελναθάν ο υιός
του Αχβώρ και Γεμαρίας ο υιός του Σαφάν και Σεδεκίας ο υιός του Ανανίου
και πάντες οι άρχοντες.
13. Και ανήγγειλε προς αυτούς ο Μιχαΐας πάντας
τους λόγους τους οποίους ήκουσεν, ότε ο Βαρούχ ανεγίνωσκε το βιβλίον εις
τα ώτα του λαού.
14. Και απέστειλαν πάντες οι άρχοντες προς τον
Βαρούχ Ιουδεί τον υιόν του Νεθανίου, υιού του Σελεμίου, υιού του Χουσεί,
λέγοντες, Τον τόμον, τον οποίον ανέγνωσας εις τα ώτα του λαού, λάβε αυτόν
εις την χείρα σου και ελθέ. Και έλαβεν ο Βαρούχ ο υιός του Νηρίου τον τόμον
εις την χείρα αυτού και ήλθε προς αυτούς.
15. Και είπον προς αυτόν, Κάθησον τώρα και ανάγνωσον
τώρα εις τα ώτα ημών· και ανέγνωσεν ο Βαρούχ εις τα ώτα αυτών.
16. Και ως ήκουσαν πάντας τους λόγους, εξεπλάγησαν
προς αλλήλους και είπον προς τον Βαρούχ, Θέλομεν βεβαίως αναγγείλει προς
τον βασιλέα πάντας τους λόγους τούτους.
17. Και ηρώτησαν τον Βαρούχ, λέγοντες, Ειπέ προς
ημάς τώρα, πως έγραψας πάντας τους λόγους τούτους εκ του στόματος αυτού;
18. Και είπε προς αυτούς ο Βαρούχ, Από του στόματος
αυτού προέφερε προς εμέ πάντας τους λόγους τούτους, και εγώ έγραφον με
μελάνην εν τω βιβλίω.
19. Και είπον οι άρχοντες προς τον Βαρούχ, Ύπαγε,
κρύφθητι, συ και ο Ιερεμίας· και άνθρωπος ας μη εξεύρη που είσθε.
20. Και εισήλθον προς τον βασιλέα εις την αυλήν·
αφήκαν όμως τον τόμον εν τω δωματίω Ελισαμά του γραμματέως και ανήγγειλαν
εις τα ώτα του βασιλέως πάντας τους λόγους.
21. Και απέστειλεν ο βασιλεύς τον Ιουδεί να λάβη
τον τόμον· και έλαβεν εκ του δωματίου Ελισαμά του γραμματέως. Και ανέγνωσεν
αυτόν ο Ιουδεί εις τα ώτα του βασιλέως και εις τα ώτα πάντων των αρχόντων
των παρεστώτων περί τον βασιλέα.
22. Ο δε βασιλεύς εκάθητο εν τω οίκω τω χειμερινώ,
εν τω εννάτω μηνί, και ήτο έμπροσθεν αυτού εστία καίουσα.
23. Και καθώς ο Ιουδεί ανεγίνωσκε τρεις και τέσσαρας
σελίδας, εκείνος έκοπτεν αυτό διά του μαχαιριδίου του γραμματέως και έρριπτεν
εις το πυρ το επί της εστίας, εωσού κατηναλώθη άπας ο τόμος εν τω πυρί
τω επί της εστίας.
24. Και δεν ετρόμαξαν ουδέ διέσχισαν τα ιμάτια
αυτών ο βασιλεύς και πάντες οι δούλοι αυτού οι ακούσαντες πάντας τους λόγους
τούτους.
25. Και ενώ, μάλιστα ο Ελναθάν και ο Δελαΐας
και ο Γεμαρίας εμεσίτευον προς τον βασιλέα, να μη καύση τον τόμον, δεν
ήκουσεν αυτούς.
26. Και προσέταξεν ο βασιλεύς τον Ιεραμεήλ τον
υιόν του Αμμέλεχ και τον Σεραΐαν τον υιόν του Αζριήλ και τον Σελεμίαν τον
υιόν του Αβδιήλ, να πιάσωσι τον Βαρούχ τον γραμματέα και τον Ιερεμίαν τον
προφήτην· πλην ο Κύριος έκρυψεν αυτούς.
27. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν,
αφού ο βασιλεύς κατέκαυσε τον τόμον και τους λόγους, τους οποίους έγραψεν
ο Βαρούχ εκ στόματος του Ιερεμίου, λέγων,
28. Λάβε πάλιν εις σεαυτόν άλλον τόμον και γράψον
επ' αυτώ πάντας τους προτέρους λόγους, οίτινες ήσαν εν τω πρώτω τόμω, τον
οποίον κατέκαυσεν Ιωακείμ ο βασιλεύς του Ιούδα·
29. και προς τον Ιωακείμ, τον βασιλέα του Ιούδα,
θέλεις ειπεί, Ούτω λέγει Κύριος· Συ κατέκαυσας τον τόμον τούτον, λέγων,
Διά τι έγραψας εν αυτώ, λέγων, Ο βασιλεύς της Βαβυλώνος θέλει ελθεί εξάπαντος
και θέλει εξολοθρεύσει την γην ταύτην και κάμει να εκλείψη απ' αυτής άνθρωπος
και κτήνος;
30. Διά τούτο ούτω λέγει Κύριος περί του Ιωακείμ
του βασιλέως του Ιούδα· δεν θέλει έχει καθήμενον επί του θρόνου του Δαβίδ·
και το πτώμα αυτού θέλει εκριφθή την ημέραν εις το καύμα και την νύκτα
εις τον παγετόν·
31. και θέλω παιδεύσει αυτόν και το σπέρμα αυτού
και τους δούλους αυτού διά την ανομίαν αυτών· και θέλω φέρει επ' αυτούς
και επί τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ και επί τους ανθρώπους του Ιούδα
πάντα τα κακά, τα οποία ελάλησα προς αυτούς και δεν ήκουσαν.
32. Και έλαβεν ο Ιερεμίας άλλον τόμον και έδωκεν
αυτόν εις τον Βαρούχ, τον υιόν του Νηρίου, τον γραμματέα, και έγραψεν εν
αυτώ εκ στόματος του Ιερεμίου πάντας τους λόγους του βιβλίου, το οποίον
κατέκαυσεν εν πυρί Ιωακείμ ο βασιλεύς του Ιούδα· και έτι προσετέθησαν εις
αυτούς πολλοί λόγοι παρόμοιοι.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 37o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 37
1. Και εβασίλευσε Σεδεκίας ο βασιλεύς, ο υιός
του Ιωσίου, αντί Χονίου υιού του Ιωακείμ, τον οποίον Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος κατέστησε βασιλέα εν τη γη Ιούδα.
2. Και δεν ήκουσεν αυτός και οι δούλοι αυτού
και ο λαός του τόπου τους λόγους του Κυρίου, τους οποίους ελάλησε διά Ιερεμίου
του προφήτου.
3. Και απέστειλεν ο βασιλεύς Σεδεκίας τον Ιεουχάλ
υιόν του Σελεμίου και τον Σοφονίαν υιόν του Μαασίου, τον ιερέα, προς Ιερεμίαν
τον προφήτην, λέγων, Δεήθητι, παρακαλώ, υπέρ ημών προς Κύριον τον Θεόν
ημών.
4. Ο δε Ιερεμίας εισήρχετο και εξήρχετο μεταξύ
του λαού, και δεν είχον βάλει αυτόν εις φυλακήν.
5. Και εξήλθε το στράτευμα του Φαραώ εκ της Αιγύπτου·
και ότε οι Χαλδαίοι οι πολιορκούντες την Ιερουσαλήμ ήκουσαν την φήμην αυτών,
ανεχώρησαν από Ιερουσαλήμ.
6. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν τον
προφήτην, λέγων,
7. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ούτω
θέλετε ειπεί προς τον βασιλέα του Ιούδα, όστις απέστειλεν υμάς προς εμέ
διά να με ερωτήσητε· Ιδού, το στράτευμα του Φαραώ το εξελθόν εις βοήθειαν
υμών θέλει επιστρέψει εις την γην αυτού, την Αίγυπτον·
8. και οι Χαλδαίοι θέλουσιν επαναστρέψει και
πολεμήσει κατά της πόλεως ταύτης και θέλουσι κυριεύσει αυτήν και κατακαύσει
αυτήν εν πυρί.
9. Ούτω λέγει Κύριος· Μη πλανάσθε, λέγοντες,
οι Χαλδαίοι εξάπαντος θέλουσιν απέλθει αφ' ημών· επειδή δεν θέλουσιν απέλθει.
10. Διότι και αν πατάξητε άπαν το στράτευμα των
Χαλδαίων, το οποίον σας πολεμεί, και εναπολειφθώσι πεπληγωμένοι τινές μεταξύ
αυτών, ούτοι θέλουσι σηκωθή έκαστος εκ της σκηνής αυτού και κατακαύσει
την πόλιν ταύτην εν πυρί.
11. Και ότε το στράτευμα των Χαλδαίων απήλθεν
από Ιερουσαλήμ διά τον φόβον του στρατεύματος του Φαραώ,
12. τότε εξήλθεν ο Ιερεμίας εξ Ιερουσαλήμ, διά
να υπάγη εις την γην Βενιαμίν, ώστε να υπεκφύγη εκείθεν μεταξύ του λαού.
13. Και ότε αυτός ήλθεν εις την πύλην Βενιαμίν,
ο αρχηγός της φρουράς ευρίσκετο εκεί, του οποίου το όνομα ήτο Ιρεΐας υιός
του Σελεμίου, υιού του Ανανίου· και επίασε τον Ιερεμίαν τον προφήτην, λέγων,
Συ προσφεύγεις προς τους Χαλδαίους.
14. Και είπεν ο Ιερεμίας, Ψεύδος είναι· εγώ δεν
προσφεύγω προς τους Χαλδαίους. Πλην δεν ήκουσεν αυτόν· και επίασεν ο Ιρεΐας
τον Ιερεμίαν και έφερεν αυτόν προς τους άρχοντας.
15. Και ωργίσθησαν οι άρχοντες κατά του Ιερεμίου
και επάταξαν αυτόν και εφυλάκισαν αυτόν εν τη οικία Ιωνάθαν τον γραμματέως,
διότι ταύτην είχον κάμει δεσμωτήριον.
16. Ότε δε ο Ιερεμίας εισήλθεν εις τον λάκκον
και εις τας κρύπτας και εκάθησεν ο Ιερεμίας εκεί πολλάς ημέρας,
17. τότε απέστειλε Σεδεκίας ο βασιλεύς και έλαβεν
αυτόν, και ηρώτησεν αυτόν ο βασιλεύς κρυφίως εν τη οικία αυτού και είπεν,
Είναι λόγος παρά Κυρίου; Και ο Ιερεμίας είπεν, είναι· και είπεν, εις την
χείρα του βασιλέως της Βαβυλώνος θέλεις παραδοθή.
18. Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον βασιλέα Σεδεκίαν,
Τι ημάρτησα εις σε ή εις τους δούλους σου ή εις τον λαόν τούτον, και με
εβάλετε εις το δεσμωτήριον;
19. και που είναι οι προφήταί σας οι προφητεύσαντες
εις εσάς, λέγοντες, Ο βασιλεύς της Βαβυλώνος δεν θέλει ελθεί εφ' υμάς και
επί την γην ταύτην;
20. διά τούτο άκουσον τώρα, παρακαλώ, κύριέ μου
βασιλεύ· ας γείνη δεκτή, παρακαλώ, η δέησίς μου ενώπιόν σου· και μη με
επαναστρέψης εις την οικίαν Ιωνάθαν του γραμματέως, διά να μη αποθάνω εκεί.
21. Τότε προσέταξεν ο βασιλεύς Σεδεκίας και εφύλαττον
τον Ιερεμίαν εν τη αυλή της φυλακής, και έδιδον εις αυτόν καθ' ημέραν ολίγον
άρτον εκ των αρτοπωλείων, εωσού εξέλιπεν όλος ο άρτος της πόλεως. Και έμεινεν
ο Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 38o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 38
1. Και ήκουσαν Σεφατίας ο υιός του Ματθάν και
Γεδαλίας ο υιός του Πασχώρ και Ιουχάλ ο υιός του Σελεμίου και Πασχώρ ο
υιός του Μαλχίου τους λόγους, τους οποίους ο Ιερεμίας ελάλησε προς πάντα
τον λαόν, λέγων,
2. Ούτω λέγει Κύριος· Όστις κάθηται εν τη πόλει
ταύτη, θέλει αποθάνει υπό μαχαίρας, υπό πείνης και υπό λοιμού· αλλ' όστις
εξέλθη προς τους Χαλδαίους, θέλει ζήσει· και η ζωή αυτού θέλει είσθαι ως
λάφυρον εις αυτόν, και θέλει ζήσει·
3. ούτω λέγει Κύριος· Η πόλις αύτη θέλει εξάπαντος
παραδοθή εις την χείρα του στρατεύματος του βασιλέως της Βαβυλώνος και
θέλει κυριεύσει αυτήν.
4. Και είπον οι άρχοντες προς τον βασιλέα, Ας
θανατωθή, παρακαλούμεν, ο άνθρωπος ούτος· διότι εκλύει ούτω τας χείρας
των ανδρών των πολεμιστών των εναπολειφθέντων εν τη πόλει ταύτη και τας
χείρας παντός του λαού, λαλών προς αυτούς τοιούτους λόγους· διότι ο άνθρωπος
ούτος δεν ζητεί το καλόν του λαού τούτου αλλά το κακόν.
5. Και είπε Σεδεκίας ο βασιλεύς, Ιδού, εις την
χείρα σας είναι· διότι ο βασιλεύς δεν δύναται ουδέν εναντίον σας.
6. Τότε έλαβον τον Ιερεμίαν, και έρριψαν αυτόν
εις τον λάκκον του Μαλχίου υιού του Αμμέλεχ τον εν τη αυλή της φυλακής,
και κατεβίβασαν τον Ιερεμίαν διά σχοινίων· και εν τω λάκκω δεν ήτο ύδωρ
αλλά βόρβορος, και εχώθη ο Ιερεμίας εις τον βόρβορον.
7. Και ότε ήκουσεν Αβδέ-μέλεχ ο Αιθίοψ, εις των
ευνούχων, ο εν τη οικία του βασιλέως, ότι έβαλον τον Ιερεμίαν εις τον λάκκον,
ενώ ο βασιλεύς εκάθητο εν τη πύλη Βενιαμίν,
8. εξήλθεν ο Αβδέ-μέλεχ εκ της οικίας του βασιλέως
και ελάλησε προς τον βασιλέα, λέγων,
9. Κύριέ μου βασιλεύ, οι άνθρωποι ούτοι έπραξαν
κακά εις όσα έκαμον εις τον Ιερεμίαν τον προφήτην, τον οποίον έρριψαν εις
τον λάκκον· και αυτός ήθελεν αποθάνει υπό πείνης εν τω τόπω όπου είναι,
διότι δεν είναι πλέον άρτος εν τη πόλει.
10. Και προσέταξεν ο βασιλεύς τον Αβδέ-μέλεχ
τον Αιθίοπα, λέγων, Λάβε εντεύθεν τριάκοντα ανθρώπους μετά σου και αναβίβασον
τον Ιερεμίαν τον προφήτην εκ του λάκκου, πριν αποθάνη.
11. Και έλαβεν ο Αβδέ-μέλεχ τους ανθρώπους μεθ'
εαυτού, και εισήλθεν εις την οικίαν του βασιλέως υπό το θησαυροφυλάκιον,
και εκείθεν έλαβε παλαιά ράκη και παλαιά σεσηπότα αποφόρια και κατεβίβασεν
αυτά διά σχοινίων εις τον λάκκον προς τον Ιερεμίαν.
12. Και είπε προς τον Ιερεμίαν Αβδέ-μέλεχ ο Αιθίοψ,
Βάλε τώρα τα παλαιά ράκη και τα σεσηπότα αποφόρια υπό τας μασχάλας σου,
υποκάτω των σχοινίων. Και έκαμεν ο Ιερεμίας ούτω.
13. Και έσυραν τον Ιερεμίαν διά των σχοινίων
και ανεβίβασαν αυτόν εκ του λάκκου· και έμεινεν ο Ιερεμίας εν τη αυλή της
φυλακής.
14. Και απέστειλε Σεδεκίας ο βασιλεύς και έφερε
τον Ιερεμίαν τον προφήτην προς εαυτόν, εις την τρίτην είσοδον την εν τω
οίκω του Κυρίου· και είπεν ο βασιλεύς προς τον Ιερεμίαν, Θέλω να σε ερωτήσω
εν πράγμα· μη κρύψης απ' εμού μηδέν.
15. Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον Σεδεκίαν, Εάν
φανερώσω τούτο προς σε, δεν θέλεις τωόντι με θανατώσει; και εάν σε συμβουλεύσω,
δεν θέλεις με ακούσει;
16. Και ώμοσε κρυφίως Σεδεκίας ο βασιλεύς προς
τον Ιερεμίαν, λέγων, Ζη Κύριος, όστις έκαμεν εις ημάς την ψυχήν ταύτην,
δεν θέλω σε θανατώσει ουδέ θέλω σε δώσει εις την χείρα των ανθρώπων τούτων,
οίτινες ζητούσι την ψυχήν σου.
17. Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον Σεδεκίαν, Ούτω
λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Εάν τωόντι εξέλθης
προς τους άρχοντας του βασιλέως της Βαβυλώνος, τότε η ψυχή σου θέλει ζήσει
και η πόλις αύτη δεν θέλει κατακαυθή εν πυρί, και θέλεις ζήσει συ και ο
οίκός σου.
18. αλλ' εάν δεν εξέλθης προς τους άρχοντας του
βασιλέως της Βαβυλώνος, τότε η πόλις αύτη θέλει παραδοθή εις την χείρα
των Χαλδαίων και θέλουσι κατακαύσει αυτήν εν πυρί και συ δεν θέλεις εκφύγει
εκ της χειρός αυτών.
19. Και είπε Σεδεκίας ο βασιλεύς προς τον Ιερεμίαν,
Εγώ φοβούμαι τους Ιουδαίους, οίτινες κατέφυγον προς τους Χαλδαίους, μήποτε
με παραδώσωσιν εις την χείρα αυτών και με εμπαίξωσι.
20. Και είπεν ο Ιερεμίας, δεν θέλουσι σε παραδώσει.
Υπάκουσον, παρακαλώ, εις την φωνήν του Κυρίου, την οποίαν εγώ λαλώ προς
σέ· και θέλει είσθαι καλόν εις σε και η ψυχή σου θέλει ζήσει.
21. Εάν όμως συ δεν εξέλθης, ούτος είναι ο λόγος,
τον οποίον ο Κύριος έδειξεν εις εμέ.
22. Και ιδού, πάσαι αι γυναίκες αι εναπολειφθείσαι
εν τη οικία του βασιλέως του Ιούδα θέλουσιν αχθή προς τους άρχοντας του
βασιλέως της Βαβυλώνος, και αύται θέλουσι λέγει, Οι άνδρες οι ειρηνικοί
σου σε εδελέασαν και υπερίσχυσαν εναντίον σου· εβυθίσθησαν οι πόδες σου
εις τον βόρβορον και αυτοί εσύρθησαν οπίσω·
23. και πάσαι αι γυναίκές σου και τα τέκνα σου
θέλουσιν αχθή προς τους Χαλδαίους· και συ δεν θέλεις εκφύγει εκ της χειρός
αυτών, αλλά θέλεις πιασθή υπό της χειρός του βασιλέως της Βαβυλώνος· και
θέλεις κάμει την πόλιν ταύτην να κατακαυθή εν πυρί.
24. Και είπεν ο Σεδεκίας προς τον Ιερεμίαν, Ας
μη μάθη μηδείς περί των λόγων τούτων και δεν θέλεις αποθάνει.
25. Και εάν οι άρχοντες ακούσωσιν ότι ώμίλησα
μετά σου και έλθωσι προς σε και σοι είπωσιν, Ανάγγειλον προς ημάς τώρα
τι ελάλησας προς τον βασιλέα, μη κρύψης αυτό αφ' ημών και δεν θέλομεν σε
θανατώσει· και τι ο βασιλεύς ελάλησε προς σέ·
26. τότε θέλεις ειπεί προς αυτούς, Εγώ υπέβαλον
την δέησίν μου ενώπιον του βασιλέως, διά να μη με επαναστρέψη εις την οικίαν
του Ιωνάθαν, ώστε να αποθάνω εκεί.
27. Ήλθον δε πάντες οι άρχοντες προς τον Ιερεμίαν
και ηρώτησαν αυτόν· και ανήγγειλε προς αυτούς κατά πάντας τους λόγους εκείνους,
τους οποίους προσέταξεν ο βασιλεύς. Και αυτοί έπαυσαν να ομιλώσι μετ' αυτού,
διότι δεν ηκούσθη το πράγμα.
28. Και έμεινεν ο Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής,
έως της ημέρας καθ' ην εκυριεύθη η Ιερουσαλήμ· και ήτο εκεί, ότε η Ιερουσαλήμ
εκυριεύθη.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 39o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 39
1. Εν τω εννάτω έτει του Σεδεκίου βασιλέως του
Ιούδα, τον δέκατον μήνα, ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος και
άπαν το στράτευμα αυτού κατά της Ιερουσαλήμ και επολιόρκουν αυτήν.
2. Εν δε τω ενδεκάτω έτει του Σεδεκίου, τον τέταρτον
μήνα, την εννάτην του μηνός, επορθήθη η πόλις.
3. Και πάντες οι άρχοντες του βασιλέως της Βαβυλώνος
εισήλθον και εκάθησαν εν τη μεσαία πύλη, Νεργάλ-σαρεσέρ, Σαμγάρ-νεβώ, Σαρσεχείμ,
Ραβ-σαρείς, Νεργάλ-σαρεσέρ, Ραβ-μαγ και πάντες οι λοιποί άρχοντες του βασιλέως
της Βαβυλώνος.
4. Και ως είδεν αυτούς Σεδεκίας ο βασιλεύς του
Ιούδα και πάντες οι άνδρες του πολέμου, έφυγον και εξήλθον την νύκτα εκ
της πόλεως διά της οδού του κήπου του βασιλέως, διά της πύλης της μεταξύ
των δύο τειχών· και εξήλθε διά της οδού της πεδιάδος.
5. Το δε στράτευμα των Χαλδαίων κατεδίωξεν οπίσω
αυτών, και έφθασαν τον Σεδεκίαν εις τας πεδιάδας της Ιεριχώ· και συνέλαβον
αυτόν και ανήγαγον αυτόν προς τον Ναβουχοδονόσορ βασιλέα της Βαβυλώνος
εις Ριβλά, εν γη Αιμάθ, και επρόφερε καταδίκην επ' αυτόν.
6. Και έσφαξεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος τους
υιούς του Σεδεκίου εν Ριβλά ενώπιον αυτού, και πάντας τους άρχοντας του
Ιούδα έσφαξεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος.
7. Και τους οφθαλμούς του Σεδεκίου εξετύφλωσε
και έδεσεν αυτόν με δύο χαλκίνας αλύσεις, διά να φέρη αυτόν εις την Βαβυλώνα.
8. Και την οικίαν του βασιλέως και τας οικίας
του λαού κατέκαυσαν οι Χαλδαίοι εν πυρί, και τα τείχη της Ιερουσαλήμ κατηδάφισαν.
9. Το δε υπόλοιπον του λαού το εναπολειφθέν εν
τη πόλει και τους προσφυγόντας, οίτινες προσέφυγον εις αυτόν, και το υπόλοιπον
του λαού το εναπολειφθέν έφερεν αιχμάλωτον εις Βαβυλώνα Νεβουζαραδάν ο
αρχισωματοφύλαξ.
10. Εκ δε του λαού τους πτωχούς τους μη έχοντας
μηδέν αφήκεν ο Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ εν τη γη του Ιούδα και έδωκεν
εις αυτούς αμπελώνας και αγρούς εν τω καιρώ εκείνω.
11. Και έδωκε διαταγήν Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος περί του Ιερεμίου εις τον Νεβουζαραδάν τον αρχισωματοφύλακα,
λέγων,
12. Λάβε αυτόν και επιμελήθητι αυτού και μη κάμης
εις αυτόν κακόν· αλλ' όπως λαλήση προς σε, ούτω κάμε εις αυτόν.
13. Και απέστειλεν ο Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ
και ο Νεβουσαζβάν, ο Ραβ-σαρείς και ο Νεργάλ-σαρεσέρ, ο Ραβ-μαγ και πάντες
οι άρχοντες του βασιλέως της Βαβυλώνος,
14. απέστειλαν και έλαβον τον Ιερεμίαν εκ της
αυλής της φυλακής και παρέδωκαν αυτόν εις τον Γεδαλίαν, υιόν του Αχικάμ
υιού του Σαφάν, διά να φέρη αυτόν εις τον οίκον αυτού· και κατώκησε μεταξύ
του λαού.
15. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν,
ενώ ήτο κεκλεισμένος εν τη αυλή της φυλακής, λέγων,
16. Ύπαγε και λάλησον προς Αβδέ-μέλεχ τον Αιθίοπα,
λέγων, Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, εγώ θέλω
φέρει τους λόγους μου επί την πόλιν ταύτην διά κακόν και ουχί διά καλόν·
και θέλουσιν εκτελεσθή ενώπιόν σου την ημέραν εκείνην.
17. Θέλω όμως σε σώσει εν τη ημέρα εκείνη, λέγει
Κύριος, και δεν θέλεις παραδοθή εις την χείρα των ανθρώπων, των οποίων
συ φοβείσαι το πρόσωπον,
18. διότι εξάπαντος θέλω σε σώσει και δεν θέλεις
πέσει διά μαχαίρας, αλλ' η ζωή σου θέλει είσθαι ως λάφυρον εις σε, επειδή
πέποιθας επ' εμέ, λέγει Κύριος.
ΙΙΕΡΕΜΙΑΣ 40o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 40
1. Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου,
αφού Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ εξαπέστειλεν αυτόν από Ραμά, ότε είχε
λάβει αυτόν δεδεμένον με χειρόδεσμα μεταξύ πάντων των μετοικισθέντων από
Ιερουσαλήμ και Ιούδα, οίτινες εφέροντο αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα.
2. Και επίασεν ο αρχισωματοφύλαξ τον Ιερεμίαν
και είπε προς αυτόν, Κύριος ο Θεός σου ελάλησε τα κακά ταύτα επί τον τόπον
τούτον.
3. Και επέφερεν αυτά ο Κύριος και έκαμε καθώς
είπεν· επειδή ημαρτήσατε εις τον Κύριον και δεν υπηκούσατε εις την φωνήν
αυτού, διά τούτο έγεινεν εις εσάς το πράγμα τούτο.
4. Και τώρα ιδού, σε έλυσα σήμερον εκ των χειροδέσμων
των επί των χειρών σου· εάν φαίνηται εις σε καλόν να έλθης μετ' εμού εις
την Βαβυλώνα, ελθέ, και εγώ θέλω σε περιποιηθή· αλλ' εάν φαίνηται εις σε
κακόν να έλθης μετ' εμού εις την Βαβυλώνα, μείνον· ιδού, πας ο τόπος είναι
έμπροσθέν σου· όπου σοι φαίνεται καλόν και αρεστόν να υπάγης, εκεί ύπαγε.
5. Και επειδή δεν εστρέφετο, Επίστρεψον λοιπόν,
είπε, προς τον Γεδαλίαν, υιόν του Αχικάμ υιού του Σαφάν, τον οποίον ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος κατέστησεν επί τας πόλεις του Ιούδα, και κατοίκησον μετ'
αυτού μεταξύ του λαού· ή ύπαγε όπου σοι φαίνεται αρεστόν να υπάγης. Και
έδωκεν εις αυτόν ο αρχισωματοφύλαξ ζωοτροφίας και δώρα και εξαπέστειλεν
αυτόν.
6. Και υπήγεν ο Ιερεμίας προς Γεδαλίαν τον υιόν
του Αχικάμ εις Μισπά και κατώκησε μετ' αυτού μεταξύ του λαού του εναπολειφθέντος
εν τη γη.
7. Ακούσαντες δε πάντες οι αρχηγοί των στρατευμάτων
των εν τω αγρώ, αυτοί και οι άνδρες αυτών, ότι ο βασιλεύς της Βαβυλώνος
κατέστησε Γεδαλίαν τον υιόν του Αχικάμ επί την γην και έτι ενεπιστεύθη
εις αυτόν άνδρας και γυναίκας και παιδία και εκ των πτωχών της γης, εκ
των μη μετοικισθέντων εις την Βαβυλώνα,
8. ήλθον προς τον Γεδαλίαν εις Μισπά και Ισμαήλ
ο υιός του Νεθανίου και Ιωανάν και Ιωνάθαν οι υιοί του Καρηά και Σεραΐας
ο υιός του Τανουμέθ και οι υιοί του Ιωφή του Νετωφαθίτου και Ιεζανίας υιός
Μααχαθίτου τινός, αυτοί και οι άνδρες αυτών.
9. Και ώμοσε προς αυτούς Γεδαλίας ο υιός του
Αχικάμ υιού του Σαφάν και προς τους άνδρας αυτών, λέγων, Μη φοβείσθε να
ήσθε δούλοι των Χαλδαίων· κατοικήσατε εν τη γη και δουλεύετε εις τον βασιλέα
της Βαβυλώνος και θέλει είσθαι καλόν εις εσάς.
10. Εγώ δε, ιδού, θέλω κατοικήσει εν Μισπά, διά
να παρίσταμαι ενώπιον των Χαλδαίων, οίτινες θέλουσιν ελθεί προς ημάς· και
σεις συνάξατε οίνον και οπωρικά και έλαιον και βάλετε αυτά εις τα αγγείά
σας και κατοικήσατε εν ταις πόλεσιν υμών, τας οποίας κρατείτε.
11. Παρομοίως πάντες οι Ιουδαίοι οι εν Μωάβ και
οι μεταξύ των υιών Αμμών και οι εν Εδώμ και οι εν πάσι τοις τόποις, ότε
ήκουσαν ότι ο βασιλεύς της Βαβυλώνος αφήκεν υπόλοιπον εις τον Ιούδαν και
ότι κατέστησεν επ' αυτούς Γεδαλίαν τον υιόν του Αχικάμ υιού του Σαφάν,
12. τότε επέστρεψαν πάντες οι Ιουδαίοι εκ πάντων
των τόπων όπου ήσαν διεσπαρμένοι και ήλθον εις την γην του Ιούδα, προς
τον Γεδαλίαν εις Μισπά, και εσύναξαν οίνον και οπωρικά πολλά σφόδρα.
13. Ο δε Ιωανάν ο υιός του Καρηά και πάντες οι
αρχηγοί των στρατευμάτων των εν τω αγρώ ήλθον προς τον Γεδαλίαν εις Μισπά,
14. και είπον προς αυτόν, Εξεύρεις τωόντι ότι
ο Βααλείς ο βασιλεύς των υιών Αμμών απέστειλε τον Ισμαήλ τον υιόν του Νεθανίου
διά να σε φονεύση; Αλλ' ο Γεδαλίας ο υιός του Αχικάμ δεν επίστευσεν εις
αυτούς.
15. Τότε Ιωανάν ο υιός του Καρηά ελάλησε κρυφίως
προς τον Γεδαλίαν εν Μισπά, λέγων, Ας υπάγω τώρα και ας πατάξω τον Ισμαήλ
τον υιόν του Νεθανίου και ουδείς θέλει μάθει αυτό· διά τι να σε φονεύση
και ούτω πάντες οι Ιουδαίοι, οι συνηγμένοι περί σε, να διασκορπισθώσι και
το υπόλοιπον του Ιούδα να απολεσθή;
16. Αλλ' ο Γεδαλίας ο υιός του Αχικάμ είπε προς
Ιωανάν τον υιόν του Καρηά, Μη κάμης το πράγμα τούτο, διότι ψευδή λέγεις
περί του Ισμαήλ.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 41o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 41
1. Και εν τω εβδόμω μηνί ο Ισμαήλ ο υιός του
Νεθανίου, υιού του Ελισαμά, εκ του βασιλικού σπέρματος και εκ των αρχόντων
του βασιλέως, και δέκα άνδρες μετ' αυτού, ήλθον προς τον Γεδαλίαν τον υιόν
του Αχικάμ εις Μισπά· και συνέφαγον εκεί άρτον εν Μισπά.
2. Και εσηκώθη Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου και
οι δέκα άνδρες οι όντες μετ' αυτού και επάταξαν τον Γεδαλίαν τον υιόν του
Αχικάμ υιού του Σαφάν διά ρομφαίας και εθανάτωσαν αυτόν, τον οποίον ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος είχε καταστήσει επί την γην.
3. Και πάντας τους Ιουδαίους τους όντας μετ'
αυτού, μετά του Γεδαλίου εν Μισπά, και τους Χαλδαίους τους ευρεθέντας εκεί,
άνδρας πολεμιστάς, επάταξεν ο Ισμαήλ.
4. Και την δευτέραν ημέραν, αφού εθανάτωσε τον
Γεδαλίαν, και ουδείς είχε μάθει αυτό,
5. τότε τινές από Συχέμ, από Σηλώ και από Σαμαρείας,
ογδοήκοντα άνδρες, εξυρισμένοι τους πώγωνας και διεσχισμένοι τα ιμάτια
και με εντομάς εις το σώμα, ήρχοντο μετά προσφοράς και λιβανίου εν τη χειρί
αυτών, διά να φέρωσιν εις τον οίκον του Κυρίου.
6. Και εξήλθεν Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου εις
απάντησιν αυτών εκ Μισπά, κλαίων ενώ επορεύετο· και ότε απήντησεν αυτούς,
είπε προς αυτούς, Εισέλθετε προς Γεδαλίαν τον υιόν του Αχικάμ.
7. Και ότε ήλθον εις το μέσον της πόλεως, Ισμαήλ
ο υιός του Νεθανίου έσφαξεν αυτούς και έρριψεν εις το μέσον του λάκκου,
αυτός και οι άνδρες οι μετ' αυτού.
8. Δέκα όμως άνδρες ευρέθησαν μεταξύ αυτών και
είπον προς τον Ισμαήλ, Μη μας θανατώσης, διότι έχομεν θησαυρούς εν τω αγρώ,
σίτον και κριθήν και έλαιον και μέλι. Ούτως εκρατήθη και δεν εθανάτωσεν
αυτούς μεταξύ των αδελφών αυτών.
9. Ο δε λάκκος, εις τον οποίον ο Ισμαήλ έρριψε
πάντα τα πτώματα των ανδρών, τους οποίους επάταξεν εξ αιτίας του Γεδαλίου,
ήτο εκείνος, τον οποίον ο βασιλεύς Ασά είχε κάμει υπό φόβου του Βαασά βασιλέως
του Ισραήλ· τούτον ο Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου εγέμισεν από των θανατωθέντων.
10. Και ηχμαλώτισεν ο Ισμαήλ άπαν το υπόλοιπον
του λαού το εν Μισπά, τας θυγατέρας του βασιλέως και πάντα τον λαόν τον
εναπολειφθέντα εν Μισπά, τον οποίον Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ είχεν
εμπιστευθή εις τον Γεδαλίαν τον υιόν του Αχικάμ· και ηχμαλώτισεν αυτά ο
Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου και ανεχώρησε, διά να περάση προς τους υιούς
Αμμών.
11. Και ότε ήκουσεν Ιωανάν ο υιός του Καρηά και
πάντες οι αρχηγοί των στρατευμάτων οι μετ' αυτού πάντα τα κακά, τα οποία
έκαμεν Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου,
12. έλαβον πάντας τους άνδρας και υπήγαν να πολεμήσωσι
με τον Ισμαήλ τον υιόν του Νεθανίου· και εύρηκαν αυτόν πλησίον των πολλών
υδάτων των εν Γαβαών.
13. Και ως είδε πας ο λαός ο μετά του Ισμαήλ
Ιωανάν τον υιόν του Καρηά και πάντας τους αρχηγούς των στρατευμάτων των
μετ' αυτού, εχάρησαν.
14. Και εστράφησαν πας ο λαός, τον οποίον ο Ισμαήλ
ηχμαλώτισεν από Μισπά, και επέστρεψαν και υπήγαν μετά του Ιωανάν υιού του
Καρηά.
15. Αλλ' ο Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου εξέφυγεν
από του Ιωανάν μετά οκτώ ανδρών και υπήγε προς τους υιούς Αμμών.
16. Και έλαβεν ο Ιωανάν ο υιός του Καρηά και
πάντες οι αρχηγοί των στρατευμάτων οι μετ' αυτού, άπαν το υπόλοιπον του
λαού, το οποίον ηλευθέρωσεν από του Ισμαήλ υιού του Νεθανίου, από Μισπά,
αφού επάταξε Γεδαλίαν τον υιόν του Αχικάμ, τους δυνατούς άνδρας του πολέμου
και τας γυναίκας και τα παιδία και τους ευνούχους, τους οποίους ηχμαλώτισεν
από Γαβαών,
17. και υπήγαν και κατώκησαν εν τη κατοικία του
Χιμάμ, τη πλησίον της Βηθλεέμ, διά να υπάγωσι να εισέλθωσιν εις την Αίγυπτον,
18. εξ αιτίας των Χαλδαίων· διότι εφοβήθησαν
από αυτούς, επειδή ο Ισμαήλ ο υιός του Νεθανίου επάταξε τον Γεδαλίαν τον
υιόν του Αχικάμ, τον οποίον ο βασιλεύς της Βαβυλώνος κατέστησεν επί την
γην.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 42o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 42
1. Και προσήλθον πάντες οι αρχηγοί των στρατευμάτων
και Ιωανάν ο υιός του Καρηά και Ιεζανίας ο υιός του Ωσαΐου και πας ο λαός
από μικρού έως μεγάλου,
2. και είπον προς Ιερεμίαν τον προφήτην, Ας γείνη
δεκτή, παρακαλούμεν, η δέησις ημών ενώπιόν σου, και δεήθητι υπέρ ημών προς
Κύριον τον Θεόν σου περί πάντων τούτων των εναπολειφθέντων· διότι εμείναμεν
ολίγοι εκ πολλών, καθώς οι οφθαλμοί σου βλέπουσιν ημάς
3. διά να φανερώση εις ημάς Κύριος ο Θεός σου
την οδόν εις την οποίαν πρέπει να περιπατήσωμεν και το πράγμα το οποίον
πρέπει να κάμωμεν.
4. Και είπε προς αυτούς Ιερεμίας ο προφήτης,
Ηκουσα· ιδού, θέλω δεηθή προς Κύριον τον Θεόν υμών κατά τους λόγους υμών,
και οποιονδήποτε λόγον ο Κύριος αποκριθή περί υμών, θέλω αναγγείλει προς
υμάς· δεν θέλω κρύψει ουδέν αφ' υμών.
5. Και αυτοί είπον προς τον Ιερεμίαν, Ο Κύριος
ας ήναι αληθής και πιστός μάρτυς μεταξύ ημών, ότι βεβαίως θέλομεν κάμει
κατά πάντας τους λόγους, καθ' ους Κύριος ο Θεός σου σε αποστείλη προς ημάς·
6. είτε καλόν και είτε κακόν, θέλομεν υπακούσει
εις την φωνήν Κυρίου του Θεού ημών, προς τον οποίον ημείς σε αποστέλλομεν,
διά να γείνη καλόν εις ημάς, όταν υπακούσωμεν εις την φωνήν Κυρίου του
Θεού ημών.
7. Και μετά δέκα ημέρας έγεινε λόγος Κυρίου προς
τον Ιερεμίαν.
8. Και εκάλεσε τον Ιωανάν τον υιόν του Καρηά
και πάντας τους αρχηγούς των στρατευμάτων τους μετ' αυτού και πάντα τον
λαόν, από μικρού έως μεγάλου,
9. και είπε προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος ο
Θεός του Ισραήλ, προς τον οποίον με απεστείλατε διά να υποβάλω την δέησιν
υμών ενώπιον αυτού·
10. Εάν εξακολουθήτε να κατοικήτε εν τη γη ταύτη,
τότε θέλω σας οικοδομήσει και δεν θέλω σας κατακρημνίσει, και θέλω σας
φυτεύσει και δεν θέλω σας εκριζώσει, διότι μετενόησα διά το κακόν το οποίον
έκαμα εις εσάς.
11. Μη φοβηθήτε από του βασιλέως της Βαβυλώνος,
από του οποίου τώρα φοβείσθε· μη φοβηθήτε απ' αυτού, λέγει Κύριος, διότι
εγώ είμαι μεθ' υμών, διά να σώσω υμάς και να ελευθερώσω υμάς εκ της χειρός
αυτού.
12. Και θέλω δώσει οικτιρμούς εις υμάς, διά να
οικτείρη υμάς και να επιστρέψη υμάς εις την γην υμών.
13. Αλλ' εάν σεις λέγητε, δεν θέλομεν κατοικήσει
εν τη γη ταύτη, μη υπακούοντες εις την φωνήν Κυρίου του Θεού υμών,
14. λέγοντες, Ουχί· αλλά θέλομεν εισέλθει εις
την γην της Αιγύπτου, όπου δεν θέλομεν βλέπει πόλεμον, και ήχον σάλπιγγος
δεν θέλομεν ακούει, και από άρτον δεν θέλομεν πεινάσει, και εκεί θέλομεν
κατοικήσει·
15. διά τούτο, ακούσατε τώρα τον λόγον του Κυρίου,
σεις οι υπόλοιποι του Ιούδα· ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του
Ισραήλ· Εάν σεις προσηλώσητε το πρόσωπόν σας εις το να εισέλθητε εις την
Αίγυπτον και υπάγητε να παροικήσητε εκεί,
16. τότε η μάχαιρα, την οποίαν σεις φοβείσθε,
θέλει σας φθάσει εκεί εν τη γη της Αιγύπτου· και η πείνα, από της οποίας
σεις τρομάζετε, θέλει είσθαι προσκεκολλημένη οπίσω σας εκεί εν τη Αιγύπτω,
και εκεί θέλετε αποθάνει·
17. και πάντες οι άνδρες οι προσηλώσαντες το
πρόσωπον αυτών εις το να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον διά να παροικήσωσιν
εκεί, θέλουσιν αποθάνει εν μαχαίρα, εν πείνη και εν λοιμώ· και ουδείς εξ
αυτών θέλει μείνει ή εκφύγει από του κακού, το οποίον εγώ θέλω φέρει επ'
αυτούς.
18. Διότι ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο
Θεός του Ισραήλ· Καθώς ο θυμός μου και η οργή μου εξεχύθησαν επί τους κατοίκους
της Ιερουσαλήμ, ούτως η οργή μου θέλει εκχυθή εφ' υμάς, όταν εισέλθητε
εις την Αίγυπτον· και θέλετε είσθαι εις βδέλυγμα και εις θάμβος και εις
κατάραν και εις όνειδος· και δεν θέλετε ιδεί πλέον τον τόπον τούτον.
19. Ο Κύριος είπε περί υμών, ω υπόλοιποι του
Ιούδα, Μη υπάγητε εις την Αίγυπτον· γνωρίσατε καλώς ότι σήμερον διεμαρτυρήθην
εναντίον σας.
20. Διότι σεις εδολιεύθητε εν ταις ψυχαίς υμών,
ότε με απεστείλατε προς Κύριον τον Θεόν υμών, λέγοντες, Δεήθητι υπέρ ημών
προς Κύριον τον Θεόν ημών· και κατά πάντα όσα λαλήση Κύριος ο Θεός ημών,
ούτως απάγγειλον προς ημάς και θέλομεν κάμει.
21. Και απήγγειλα σήμερον προς εσάς· και δεν
υπηκούσατε εις την φωνήν Κυρίου του Θεού υμών ουδέ εις πάντα, διά τα οποία
με απέστειλε προς εσάς.
22. Τώρα λοιπόν εξεύρετε βεβαίως, ότι θέλετε
αποθάνει εν μαχαίρα, εν πείνη και εν λοιμώ, εν τω τόπω όπου επιθυμείτε
να υπάγητε διά να παροικήσητε εκεί.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 43o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 43
1. Και ότε έπαυσεν ο Ιερεμίας λαλών προς πάντα
τον λαόν πάντας τους λόγους Κυρίου του Θεού αυτών, διά τους οποίους Κύριος
ο Θεός αυτών απέστειλεν αυτόν προς αυτούς, πάντας τους λόγους τούτους,
2. τότε ελάλησεν Αζαρίας ο υιός του Ωσαΐου και
Ιωανάν ο υιός του Καρηά και πάντες οι υπερήφανοι άνδρες, λέγοντες προς
τον Ιερεμίαν· Ψεύδεσαι· Κύριος ο Θεός ημών δεν σε απέστειλε να είπης, Μη
υπάγητε εις την Αίγυπτον διά να παροικήσητε εκεί·
3. αλλ' ο Βαρούχ ο υιός του Νηρίου σε διεγείρει
εναντίον ημών, διά να μας παραδώσης εις την χείρα των Χαλδαίων, να μας
θανατώσωσι και να μας φέρωσιν αιχμαλώτους εις την Βαβυλώνα.
4. Και δεν υπήκουσεν Ιωανάν ο υιός του Καρηά
και πάντες οι αρχηγοί των στρατευμάτων και πας ο λαός εις την φωνήν του
Κυρίου, να κατοικήσωσιν εν γη Ιούδα·
5. αλλ' ο Ιωανάν ο υιός του Καρηά και πάντες
οι αρχηγοί των στρατευμάτων έλαβον πάντας τους υπολοίπους του Ιούδα, τους
επιστρέψαντας εκ πάντων των εθνών, όπου είχον διασπαρή, διά να κατοικήσωσιν
εν γη Ιούδα,
6. τους άνδρας και τας γυναίκας και τα παιδία
και τας θυγατέρας του βασιλέως και πάντα άνθρωπον, τον οποίον Νεβουζαραδάν
ο αρχισωματοφύλαξ είχεν αφήσει μετά του Γεδαλίου υιού του Αχικάμ υιού του
Σαφάν, και τον Ιερεμίαν τον προφήτην και τον Βαρούχ τον υιόν του Νηρίου·
7. και εισήλθον εις την γην της Αιγύπτου· διότι
δεν υπήκουσαν εις την φωνήν του Κυρίου· και ήλθον έως Τάφνης.
8. Και έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ιερεμίαν
εν Τάφνης, λέγων,
9. Λάβε εις την χείρα σου λίθους μεγάλους και
κρύψον αυτούς έμπροσθεν των οφθαλμών των ανδρών των Ιουδαίων εν αργίλλω
εν τη κεραμεική καμίνω τη προς την είσοδον της οικίας του Φαραώ, εν Τάφνης·
10. και ειπέ προς αυτούς, Ούτω λέγει ο Κύριος
των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, θέλω εξαποστείλει και λάβει τον
Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα της Βαβυλώνος, τον δούλον μου, και θέλω θέσει
τον θρόνον αυτού επάνω των λίθων τούτων, τους οποίους έκρυψα· και θέλει
απλώσει την βασιλικήν αυτού σκηνήν επάνω αυτών.
11. Και θέλει ελθεί και πατάξει την γην της Αιγύπτου
και παραδώσει τους μεν διά θάνατον, εις θάνατον, τους δε διά αιχμαλωσίαν,
εις αιχμαλωσίαν, τους δε διά ρομφαίαν, εις ρομφαίαν.
12. Και θέλω ανάψει πυρ εν ταις οικίαις των θεών
της Αιγύπτου, και τας μεν θέλει κατακαύσει τους δε θέλει φέρει εις αιχμαλωσίαν·
και θέλει ενδυθή την γην της Αιγύπτου, καθώς ο ποιμήν ενδύεται το ιμάτιον
αυτού, και θέλει εξέλθει εκείθεν εν ειρήνη.
13. Και θέλει συντρίψει τα είδωλα του οίκου του
ηλίου, του εν τη γη της Αιγύπτου· και τους οίκους των θεών των Αιγυπτίων
θέλει κατακαύσει εν πυρί.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 44o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 44
1. Ο λόγος ο γενόμενος προς τον Ιερεμίαν περί
πάντων των Ιουδαίων των κατοικούντων εν τη γη της Αιγύπτου, των κατοικούντων
εν Μιγδώλ και εν Τάφνης και εν Νωφ και εν τη γη Παθρώς, λέγων,
2. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του
Ισραήλ· σεις είδετε πάντα τα κακά τα οποία επέφερα επί την Ιερουσαλήμ και
επί πάσας τας πόλεις του Ιούδα, και ιδού, αύται έρημοι την σήμερον και
δεν υπάρχει ο κατοικών εν αυταίς,
3. εξ αιτίας της κακίας αυτών, την οποίαν έπραξαν
διά να με παροργίσωσιν, υπάγοντες να θυμιάζωσι και να λατρεύωσιν άλλους
θεούς, τους οποίους δεν εγνώρισαν αυτοί, σεις, ουδέ οι πατέρες σας.
4. Και απέστειλα προς εσάς πάντας τους δούλους
μου τους προφήτας, εγειρόμενος πρωΐ και αποστέλλων, λέγων, Μη πράττετε
το βδελυρόν τούτο πράγμα, το οποίον μισώ.
5. Αλλά δεν ήκουσαν ουδέ έκλιναν το ωτίον αυτών
διά να επιστρέψωσιν από της κακίας αυτών, ώστε να μη θυμιάζωσιν εις άλλους
θεούς.
6. Διά τούτο εξεχύθη η οργή μου και ο θυμός μου
και εξεκαύθη εν ταις πόλεσι του Ιούδα και εν ταις πλατείαις της Ιερουσαλήμ·
και έγειναν έρημοι, άβατοι, ως την ημέραν ταύτην.
7. Και τώρα ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ· Διά τι σεις πράττετε το μέγα τούτο κακόν εναντίον των
ψυχών σας, ώστε να αφανίσητε αφ' υμών άνδρα και γυναίκα, νήπιον και θηλάζον,
εκ μέσου του Ιούδα, διά να μη μείνη εις εσάς υπόλοιπον·
8. παροργίζοντές με διά των έργων των χειρών
σας, θυμιάζοντες εις άλλους θεούς εν τη γη της Αιγύπτου, όπου ήλθετε να
παροικήσητε εκεί, ώστε να αφανίσητε εαυτούς και να γείνητε κατάρα και όνειδος
μεταξύ πάντων των εθνών της γης.
9. Μήπως ελησμονήσατε τας κακίας των πατέρων
σας και τας κακίας των βασιλέων του Ιούδα και τας κακίας των γυναικών αυτών
και τας κακίας σας και τας κακίας των γυναικών σας, τας οποίας έπραξαν
εν τη γη του Ιούδα και εν ταις πλατείαις της Ιερουσαλήμ;
10. Δεν εταπεινώθησαν έως της ημέρας ταύτης ουδέ
εφοβήθησαν ουδέ περιεπάτησαν εν τω νόμω μου και εν τοις διατάγμασί μου,
τα οποία έθεσα ενώπιόν σας και ενώπιον των πατέρων σας.
11. Διά τούτο ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, εγώ θέλω στήσει το πρόσωπόν μου εναντίον υμών
εις κακόν, και διά να εξολοθρεύσω πάντα τον Ιούδαν.
12. Και θέλω λάβει τους υπολοίπους του Ιούδα,
οίτινες έστησαν το πρόσωπον αυτών εις το να υπάγωσιν εις την γην της Αιγύπτου,
διά να παροικήσωσιν εκεί, και θέλουσι καταναλωθή πάντες εν τη γη της Αιγύπτου·
θέλουσι πέσει εν μαχαίρα, θέλουσι καταναλωθή εν πείνη· από μικρού έως μεγάλου
εν μαχαίρα και εν πείνη θέλουσιν αποθάνει· και θέλουσιν είσθαι εις βδέλυγμα,
εις θάμβος και εις κατάραν και εις όνειδος.
13. Διότι θέλω επισκεφθή τους κατοικούντας εν
τη γη της Αιγύπτου, ως επεσκέφθην την Ιερουσαλήμ, εν μαχαίρα, εν πείνη
και εν λοιμώ.
14. Και ουδείς εκ των υπολοίπων του Ιούδα, των
απελθόντων εις την γην της Αιγύπτου διά να παροικήσωσιν εκεί, θέλει εκφύγει
ή διασωθή, διά να επιστρέψη εις την γην του Ιούδα, εις την οποίαν αυτοί
έχουσι προσηλωμένην την ψυχήν αυτών, διά να επιστρέψωσι να κατοικήσωσιν
εκεί· διότι δεν θέλουσιν επιστρέψει, ειμή οι διασεσωσμένοι.
15. Και πάντες οι άνδρες οι γνωρίζοντες ότι αι
γυναίκες αυτών εθυμίαζον εις άλλους θεούς, και πάσαι αι γυναίκες αι παρεστώσαι,
σύναξις μεγάλη, και πας ο λαός οι κατοικούντες εν τη γη της Αιγύπτου, εν
Παθρώς, απεκρίθησαν προς τον Ιερεμίαν, λέγοντες,
16. Περί του λόγου, τον οποίον ελάλησας προς
ημάς εν ονόματι Κυρίου, δεν θέλομεν σου ακούσει·
17. αλλά θέλομεν εξάπαντος κάμνει παν πράγμα
εξερχόμενον εκ του στόματος ημών, διά να θυμιάζωμεν εις την βασίλισσαν
του ουρανού και να κάμνωμεν σπονδάς εις αυτήν, καθώς εκάμνομεν, ημείς και
οι πατέρες ημών, οι βασιλείς ημών και οι άρχοντες ημών, εν ταις πόλεσι
του Ιούδα και εν ταις πλατείαις της Ιερουσαλήμ· και εχορταίνομεν άρτον
και διεκείμεθα καλώς και κακόν δεν εβλέπομεν.
18. Αλλ' αφ' ότου επαύσαμεν θυμιάζοντες εις την
βασίλισσαν του ουρανού και κάμνοντες σπονδάς εις αυτήν, ώστε εστερήθημεν
πάντων και κατηναλώθημεν εν μαχαίρα και εν πείνη.
19. Και ότε ημείς εθυμιάζομεν εις την βασίλισσαν
του ουρανού και εκάμνομεν σπονδάς εις αυτήν, μήπως άνευ των ανδρών ημών
εκάμνομεν εις αυτήν πέμματα διά να προσκυνώμεν αυτήν και εκάμνομεν εις
αυτήν σπονδάς;
20. Και είπεν ο Ιερεμίας προς πάντα τον λαόν,
προς άνδρας τε και γυναίκας και προς πάντα τον λαόν, τους αποκριθέντας
προς αυτόν ούτω, λέγων,
21. Μήπως το θυμίαμα, το οποίον εθυμιάζετε εν
ταις πόλεσι του Ιούδα και εν ταις πλατείαις της Ιερουσαλήμ, σεις και οι
πατέρες σας, οι βασιλείς σας και οι άρχοντές σας και ο λαός του τόπου,
δεν ενεθυμήθη αυτό ο Κύριος και δεν ανέβη εις την καρδίαν αυτού;
22. Ώστε ο Κύριος δεν ηδυνήθη πλέον να υποφέρη,
εξ αιτίας της κακίας των έργων σας, εξ αιτίας των βδελυγμάτων, τα οποία
επράττετε· όθεν η γη σας κατεστάθη ερήμωσις και θάμβος και κατάρα, άνευ
κατοίκου, ως την ημέραν ταύτην.
23. Επειδή εθυμιάζετε και επειδή ημαρτάνετε εις
τον Κύριον και δεν υπηκούσατε εις την φωνήν του Κυρίου ουδέ περιεπατήσατε
εν τω νόμω αυτού και εν τοις διατάγμασιν αυτού και εν τοις μαρτυρίοις αυτού,
διά τούτο συνέβη εις εσάς το κακόν τούτο, ως την ημέραν ταύτην.
24. Και είπεν ο Ιερεμίας προς πάντα τον λαόν
και προς πάσας τας γυναίκας, Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου, πας ο Ιούδας,
ο εν τη γη της Αιγύπτου·
25. ούτως ελάλησεν ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός
του Ισραήλ, λέγων, Σεις και αι γυναίκές σας και ελαλήσατε διά του στόματός
σας και εξετελέσατε διά της χειρός σας, λέγοντες, Θέλομεν εξάπαντος εκπληρώσει
τας ευχάς ημών, τας οποίας ηυχήθημεν, να θυμιάζωμεν εις την βασίλισσαν
του ουρανού και να κάμνωμεν σπονδάς εις αυτήν· εξάπαντος λοιπόν θέλετε
εκπληρώσει τας ευχάς σας και εξάπαντος θέλετε εκτελέσει τας ευχάς σας.
26. Διά τούτο ακούσατε τον λόγον του Κυρίου,
πας ο Ιούδας, οι κατοικούντες εν τη γη της Αιγύπτου· Ιδού, ώμοσα εις το
όνομά μου το μέγα, λέγει Κύριος, ότι το όνομά μου δεν θέλει ονομασθή πλέον
εν τω στόματι ουδενός ανδρός του Ιούδα, καθ' όλην την γην της Αιγύπτου,
ώστε να λέγη, Ζη Κύριος ο Θεός.
27. Ιδού, εγώ θέλω επαγρυπνεί επ' αυτούς εις
κακόν και ουχί εις καλόν· και πάντες οι άνδρες του Ιούδα οι εν τη γη της
Αιγύπτου θέλουσι καταναλωθή εν μαχαίρα και εν πείνη, εωσού εκλείψωσιν.
28. Οι δε διασεσωσμένοι από της μαχαίρας, ολίγοι
τον αριθμόν, θέλουσιν επιστρέψει εκ γης Αιγύπτου εις γην Ιούδα· και πάντες
οι υπόλοιποι του Ιούδα, οι απελθόντες εις την γην της Αιγύπτου διά να παροικήσωσιν
εκεί, θέλουσι γνωρίσει τίνος λόγος θέλει πληρωθή, ο εμός, ή αυτών.
29. Και τούτο θέλει είσθαι σημείον εις σας, λέγει
Κύριος, ότι εγώ θέλω σας τιμωρήσει εν τω τόπω τούτω, διά να γνωρίσητε ότι
οι λόγοι μου θέλουσιν εξάπαντος πληρωθή εναντίον σας εις κακόν·
30. ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, εγώ θέλω παραδώσει
τον Φαραώ-ουαφρή, βασιλέα της Αιγύπτου, εις την χείρα των εχθρών αυτού
και εις την χείρα των ζητούντων την ψυχήν αυτού, καθώς παρέδωκα τον Σεδεκίαν
βασιλέα του Ιούδα εις την χείρα του Ναβουχοδονόσορ βασιλέως της Βαβυλώνος,
του εχθρού αυτού και ζητούντος την ψυχήν αυτού.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 45o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 45
1. Ο λόγος, τον οποίον Ιερεμίας ο προφήτης ελάλησε
προς τον Βαρούχ, τον υιόν του Νηρίου, ότε έγραψε τους λόγους τούτους εν
βιβλίω εκ στόματος του Ιερεμίου, εν τω τετάρτω έτει του Ιωακείμ υιού του
Ιωσίου, βασιλέως του Ιούδα, λέγων,
2. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ περί σου,
Βαρούχ·
3. Είπας, Ουαί εις εμέ τώρα διότι ο Κύριος επρόσθεσε
πόνον επί την θλίψιν μου· απέκαμον εν τω στεναγμώ μου και ανάπαυσιν δεν
ευρίσκω.
4. Ούτω θέλεις ειπεί προς αυτόν· Ούτω λέγει ο
Κύριος· Ιδού, εκείνο το οποίον ωκοδόμησα, εγώ θέλω κατεδαφίσει· και εκείνο
το οποίον εφύτευσα, εγώ θέλω εκριζώσει, και σύμπασαν την γην αυτήν.
5. Και συ ζητείς εις σεαυτόν μεγάλα; μη ζητής·
διότι, ιδού, εγώ θέλω φέρει κακά επί πάσαν σάρκα, λέγει Κύριος, αλλά την
ζωήν σου θέλω δώσει εις σε ως λάφυρον, εν πάσι τοις τόποις όπου υπάγης.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 46o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 46
1. Ο λόγος του Κυρίου ο γενόμενος προς τον Ιερεμίαν
τον προφήτην κατά των εθνών.
2. κατά της Αιγύπτου, κατά της δυνάμεως του Φαραώ-νεχαώ
βασιλέως της Αιγύπτου, ήτις ήτο παρά τον ποταμόν Ευφράτην εν Χαρκεμίς,
την οποίαν επάταξε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εν τω τετάρτω
έτει του Ιωακείμ, υιού του Ιωσίου, βασιλέως του Ιούδα.
3. Αναλάβετε ασπίδα και θυρεόν και προσέλθετε
εις πόλεμον.
4. Ζεύξατε τους ίππους και ανάβητε, ιππείς, και
παραστάθητε με περικεφαλαίας· στιλβώσατε τας λόγχας, ενδύθητε τους θώρακας.
5. Διά τι είδον αυτούς επτοημένους, τρεπομένους
εις τα οπίσω; οι δε ισχυροί αυτών συνετρίβησαν και έφυγον μετά σπουδής,
χωρίς να βλέπωσιν εις τα οπίσω· τρόμος πανταχόθεν, λέγει Κύριος.
6. Ο ταχύς ας μη εκφύγη, και ο ισχυρός ας μη
διασωθή· θέλουσι προσκόψει και θέλουσι πέσει προς βορράν, παρά τον ποταμόν
Ευφράτην.
7. Τις ούτος, ο αναβαίνων ως πλημμύρα, του οποίου
τα ύδατα κυλινδούνται ως ποταμοί;
8. Η Αίγυπτος αναβαίνει ως πλημμύρα και τα ύδατα
αυτής κυλινδούνται ως ποταμοί· και λέγει, Θέλω αναβή· θέλω σκεπάσει την
γήν· θέλω αφανίσει την πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτή.
9. Αναβαίνετε, ίπποι, και μαίνεσθε, άμαξαι· και
ας εξέλθωσιν οι ισχυροί, οι Αιθίοπες και οι Λίβυες οι κρατούντες την ασπίδα
και οι Λύδιοι οι κρατούντες και εντείνοντες τόξον.
10. Διότι αύτη η ημέρα είναι εις Κύριον τον Θεόν
των δυνάμεων, ημέρα εκδικήσεως, διά να εκδικηθή τους εχθρούς αυτού· και
η μάχαιρα θέλει καταφάγει αυτούς και θέλει χορτασθή και μεθυσθή από του
αίματος αυτών· διότι Κύριος ο Θεός των δυνάμεων έχει θυσίαν εν τη γη του
βορρά, παρά τον ποταμόν Ευφράτην.
11. Ανάβα εις Γαλαάδ και λάβε βάλσαμον, παρθένε,
θυγάτηρ της Αιγύπτου· ματαίως θέλεις πληθύνει τα ιατρικά· θεραπεία δεν
υπάρχει διά σε.
12. Τα έθνη ήκουσαν την αισχύνην σου, και η κραυγή
σου ενέπλησε την γήν· διότι ισχυρός προσέκρουσεν επ' ισχυρόν, επί το αυτό
έπεσον αμφότεροι.
13. Ο λόγος, τον οποίον ελάλησεν ο Κύριος προς
Ιερεμίαν τον προφήτην, περί της ελεύσεως του Ναβουχοδονόσορ βασιλέως της
Βαβυλώνος, διά να πατάξη την γην της Αιγύπτου·
14. Αναγγείλατε εν Αιγύπτω και κηρύξατε εν Μιγδώλ
και κηρύξατε εν Νωφ και εν Τάφνης· είπατε, Παραστάθητι και ετοιμάσθητι·
διότι η μάχαιρα κατέφαγε τους περί σε.
15. Διά τι εστρώθησαν κατά γης οι ανδρείοί σου;
δεν στέκουσι, διότι ο Κύριος απέσπρωξεν αυτούς.
16. Επλήθυνε τους προσκρούοντας, μάλιστα έπιπτεν
ο εις επί τον άλλον· και έλεγον, Σηκώθητι και ας επαναστρέψωμεν εις τον
λαόν ημών και εις την γην της γεννήσεως ημών από προσώπου της εξολοθρευτικής
μαχαίρας.
17. Εβόησαν εκεί, Φαραώ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου,
απωλέσθη, επέρασε τον διωρισμένον καιρόν.
18. Ζω εγώ, λέγει ο Βασιλεύς, του οποίου το όνομα
είναι ο Κύριος των δυνάμεων, Εξάπαντος καθώς το Θαβώρ είναι μεταξύ των
ορέων και καθώς ο Κάρμηλος πλησίον της θαλάσσης, ούτω θέλει ελθεί εκείνος.
19. Θυγάτηρ, η κατοικούσα εν Αιγύπτω, παρασκευάσθητι
εις αιχμαλωσίαν· διότι η Νωφ θέλει αφανισθή και ερημωθή, ώστε να μη υπάρχη
ο κατοικών.
20. Η Αίγυπτος είναι ως δάμαλις ώραιοτάτη, πλην
ο όλεθρος έρχεται· έρχεται από βορρά.
21. Και αυτοί οι μισθωτοί αυτής είναι εν μέσω
αυτής ως μόσχοι παχείς· διότι και αυτοί εστράφησαν, έφυγον ομού· δεν εστάθησαν,
επειδή η ημέρα της συμφοράς αυτών ήλθεν επ' αυτούς, ο καιρός της επισκέψεως
αυτών.
22. Η φωνή αυτής θέλει εξέλθει ως όφεως· διότι
θέλουσι κινηθή εν δυνάμει και θέλουσιν επέλθει επ' αυτήν με πελέκεις, ως
ξυλοκόποι.
23. Θέλουσι κατακόψει το δάσος αυτής, λέγει Κύριος,
αν και ήναι αμέτρητον· διότι είναι κατά το πλήθος υπέρ την ακρίδα και αναρίθμητοι.
24. Θέλει καταισχυνθή η θυγάτηρ της Αιγύπτου·
θέλει παραδοθή εις την χείρα του λαού του βορρά.
25. Ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ,
λέγει, Ιδού, θέλω τιμωρήσει το πλήθος της Νω και τον Φαραώ και την Αίγυπτον
και τους θεούς αυτής και τους βασιλείς αυτής, τον Φαραώ αυτόν και τους
επ' αυτόν θαρρούντας·
26. και θέλω παραδώσει αυτούς εις την χείρα των
ζητούντων την ψυχήν αυτών και εις την χείρα του Ναβουχοδονόσορ βασιλέως
της Βαβυλώνος και εις την χείρα των δούλων αυτού· και μετά ταύτα θέλει
κατοικηθή, καθώς εις τας πρότερον ημέρας, λέγει Κύριος.
27. Συ δε μη φοβηθής, δούλέ μου Ιακώβ, μηδέ δειλιάσης,
Ισραήλ· διότι ιδού, θέλω σε σώσει από του μακρυνού τόπου και το σπέρμα
σου από της γης της αιχμαλωσίας αυτών· και ο Ιακώβ θέλει επιστρέψει και
θέλει ησυχάσει και αναπαυθή και δεν θέλει υπάρχει ο εκφοβών.
28. Μη φοβηθής συ, δούλέ μου Ιακώβ, λέγει Κύριος·
διότι εγώ είμαι μετά σού· διότι και αν κάμω συντέλειαν πάντων των εθνών
όπου σε έξωσα, εις σε όμως δεν θέλω κάμει συντέλειαν, αλλά θέλω σε παιδεύσει
εν κρίσει και δεν θέλω όλως σε αθωώσει.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 47o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 47
1. Ο λόγος του Κυρίου, ο γενόμενος προς Ιερεμίαν
τον προφήτην, κατά των Φιλισταίων, πριν πατάξη την Γάζαν ο Φαραώ.
2. Ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, ύδατα αναβαίνουσιν
από βορρά, και θέλουσιν είσθαι χείμαρρος πλημμυρών, και θέλουσι πλημμυρήσει
την γην και το πλήρωμα αυτής, την πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτή·
τότε οι άνθρωποι θέλουσιν αναβοήσει και πάντες οι κάτοικοι της γης θέλουσιν
ολολύξει.
3. Υπό του κρότου των πατημάτων των όπλων των
ρωμαλέων αυτού ίππων, υπό του σεισμού των αμαξών αυτού, υπό του ήχου των
τροχών αυτού, οι πατέρες δεν θέλουσι στραφή προς τα τέκνα διά την ατονίαν
των χειρών,
4. εξ αιτίας της ημέρας της επερχομένης διά να
απολέση πάντας τους Φιλισταίους, να εκκόψη από της Τύρου και της Σιδώνος
πάντα εναπολειφθέντα βοηθόν· διότι ο Κύριος θέλει αφανίσει τους Φιλισταίους,
το υπόλοιπον της νήσου Καφθόρ.
5. Φαλάκρωμα ήλθεν επί την Γάζαν· η Ασκάλων απωλέσθη
μετά του υπολοίπου της κοιλάδος αυτών. Έως πότε θέλεις κάμνει εντομάς εις
σεαυτήν;
6. Ω μάχαιρα του Κυρίου, έως πότε δεν θέλεις
ησυχάσει; είσελθε εις την θήκην σου, αναπαύθητι και ησύχασον.
7. Πως να ησυχάσης; διότι ο Κύριος έδωκεν εις
αυτήν παραγγελίαν κατά της Ασκάλωνος και κατά της παραθαλασσίου· εκεί διώρισεν
αυτήν.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 48o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 48
1. Κατά του Μωάβ. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ· Ουαί εις την Νεβώ· διότι απωλέσθη· η Κιριαθαΐμ κατησχύνθη,
εκυριεύθη· η Μισγάβ κατησχύνθη και ετρόμαξε.
2. δεν θέλει είσθαι πλέον καύχημα εις τον Μωάβ·
εν Εσεβών κακόν εβουλεύθησαν εναντίον αυτής· Έλθετε και ας εξαλείψωμεν
αυτήν από του να ήναι έθνος· και συ, Μαδμέν, θέλεις κατεδαφισθή· μάχαιρα
θέλει σε καταδιώξει.
3. Φωνή κραυγής από Οροναΐμ, λεηλασία και σύντριμμα
μέγα.
4. Ο Μωάβ συνετρίβη· τα παιδία αυτού εξέπεμψαν
κραυγήν.
5. Διότι εις την ανάβασιν της Λουείθ θέλει υψωθή
κλαυθμός επί κλαυθμόν, επειδή εις την κατάβασιν του Οροναΐμ ήκουσαν οι
εχθροί κραυγήν συντρίμματος.
6. Φύγετε, σώσατε την ζωήν σας, και γένεσθε ως
αγριομυρίκη εν τη ερήμω.
7. Διότι, επειδή ήλπισας επί τα οχυρώματά σου
και επί τους θησαυρούς σου, και συ αυτός θέλεις πιασθή· και ο Χεμώς θέλει
εξέλθει εις αιχμαλωσίαν, οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες αυτού ομού.
8. Και θέλει ελθεί επί πάσαν πόλιν ο εξολοθρευτής,
και πόλις δεν θέλει εκφύγει· η κοιλάς ότι θέλει απολεσθή και η πεδινή θέλει
αφανισθή, καθώς είπε Κύριος.
9. Δότε πτέρυγας εις τον Μωάβ, διά να πετάξη
και να εκφύγη· διότι αι πόλεις αυτού θέλουσιν ερημωθή, χωρίς να υπάρχη
ο κατοικών εν αυταίς.
10. Επικατάρατος ο ποιών το έργον του Κυρίου
αμελώς· και επικατάρατος ο αποσύρων την μάχαιραν αυτού από αίματος.
11. Ο Μωάβ εστάθη ατάραχος εκ νεότητος αυτού
και ανεπαύετο επί την τρυγίαν αυτού και δεν εξεκενώθη από αγγείον εις αγγείον
ουδέ υπήγεν εις αιχμαλωσίαν· διά τούτο η γεύσις αυτού έμεινεν εις αυτόν,
και η οσμή αυτού δεν μετεβλήθη.
12. Διά τούτο, ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος,
και θέλω αποστείλει επ' αυτόν μετατοπιστάς και θέλουσι μετατοπίσει αυτόν·
και θέλουσιν εκκενώσει τα αγγεία αυτού και συντρίψει τους πίθους αυτού.
13. Και ο Μωάβ θέλει αισχυνθή διά τον Χεμώς,
καθώς ησχύνθη ο οίκος Ισραήλ διά την Βαιθήλ την ελπίδα αυτών.
14. Πως λέγετε, Ημείς είμεθα ισχυροί και άνδρες
δυνατοί εις πόλεμον;
15. Ο Μωάβ ελεηλατήθη, και επυρπολήθησαν αι πόλεις
αυτού, και οι εκλεκτοί νέοι αυτού κατέβησαν εις σφαγήν, λέγει ο Βασιλεύς,
του οποίου το όνομα είναι ο Κύριος των δυνάμεων.
16. Η συμφορά του Μωάβ πλησιάζει να έλθη, και
η θλίψις αυτού σπεύδει σφόδρα.
17. Πάντες οι κύκλω αυτού, θρηνήσατε αυτόν· και
πάντες οι γνωρίζοντες το όνομα αυτού, είπατε, Πως συνετρίβη η δυνατή ράβδος,
η ένδοξος βακτηρία.
18. Θυγάτηρ, η κατοικούσα εν Δαιβών, κατάβα από
της δόξης και κάθησον εν ανύδρω· διότι ο λεηλάτης του Μωάβ αναβαίνει επί
σε και θέλει αφανίσει τα οχυρώματά σου.
19. Η κατοικούσα εν Αροήρ, στήθι πλησίον της
οδού και παρατήρησον· ερώτησον τον φεύγοντα και την διασωζομένην και ειπέ,
Τι έγεινεν;
20. Ο Μωάβ κατησχύνθη· διότι συνετρίβη· ολόλυξον
και βόησον. αναγγείλατε εις Αρνών ότι ο Μωάβ ελεηλατήθη,
21. και κρίσις ήλθεν επί την γην της πεδινής,
επί Ωλών και επί Ιαασά και επί Μηφαάθ,
22. και επί Δαιβών και επί Νεβώ και επί Βαιθ-δεβλαθαΐμ,
23. και επί Κιριαθαΐμ και επί Βαιθ-γαμούλ και
επί Βαιθ-μεών,
24. και επί Κεριώθ και επί Βοσόρρα και επί πάσας
τας πόλεις της γης Μωάβ, τας μακράν και τας εγγύς.
25. Το κέρας του Μωάβ συνεθλάσθη και ο βραχίων
αυτού συνετρίβη, λέγει Κύριος.
26. Μεθύσατε αυτόν· διότι εμεγαλύνθη κατά του
Κυρίου· και ο Μωάβ θέλει κυλισθή εις τον εμετόν αυτού και θέλει είσθαι
εις γέλωτα και αυτός.
27. Διότι μήπως ο Ισραήλ δεν εστάθη γέλως εις
σε; μήπως ευρέθη μεταξύ κλεπτών; διότι οσάκις ομιλείς περί αυτού, σκιρτάς
υπό χαράς.
28. Κάτοικοι του Μωάβ, καταλίπετε τας πόλεις
και κατοικήσατε εν πέτρα και γένεσθε ως περιστερά φωλεύουσα εις τα πλάγια
του στόματος του σπηλαίου.
29. Ηκούσαμεν την υπερηφανίαν του Μωάβ, του καθ'
υπερβολήν υπερηφάνου· την υψηλοφροσύνην αυτού και την αλαζονείαν αυτού
και την υπερηφανίαν αυτού και την έπαρσιν της καρδίας αυτού.
30. Εγώ γνωρίζω την μανίαν αυτού, λέγει Κύριος,
πλην ουχί ούτω· τα ψεύδη αυτού δεν θέλουσι τελεσφορήσει.
31. Διά τούτο θέλω ολολύξει διά τον Μωάβ και
θέλω αναβοήσει διά όλον τον Μωάβ· θέλουσι θρηνολογήσει διά τους άνδρας
της Κιρ-έρες.
32. Άμπελε της Σιβμά, θέλω κλαύσει διά σε υπέρ
τον κλαυθμόν της Ιαζήρ· τα κλήματά σου διεπέραααν την θάλασσαν, έφθασαν
έως της θαλάσσης της Ιαζήρ· ο λεηλάτης επέπεσεν επί το θέρος σου και επί
τον τρυγητόν σου.
33. Και χαρά και αγαλλίασις εξηλείφθη από της
καρποφόρου πεδιάδος και από της γης Μωάβ· και αφήρεσα τον οίνον από των
ληνών· ουδείς θέλει ληνοπατήσει αλαλάζων· αλαλαγμός δεν θέλει ακουσθή.
34. Διά την κραυγήν της Εσεβών, ήτις έφθασεν
έως Ελεαλή και έως Ιαάς, αυτοί έδωκαν την φωνήν αυτών από Σηγώρ έως Οροναΐμ
ως δάμαλις τριετής· διότι και τα ύδατα του Νιμρείμ θέλουσιν εκλείψει.
35. Και θέλω παύσει εν τω Μωάβ, λέγει Κύριος,
τον προσφέροντα ολοκαύτωμα εις τους υψηλούς τόπους και τον θυμιάζοντα εις
τους θεούς αυτού.
36. Διά τούτο η καρδία μου θέλει βομβήσει διά
τον Μωάβ ως αυλός και η καρδία μου θέλει βομβήσει ως αυλός διά τους άνδρας
της Κιρ-έρες· διότι τα αποκτηθέντα εις αυτήν αγαθά απωλέσθησαν.
37. Διότι πάσα κεφαλή θέλει είσθαι φαλακρά και
πας πώγων εξυρισμένος· επί πάσας τας χείρας θέλουσιν είσθαι εντομαί και
επί την οσφύν σάκκος.
38. Επί πάντα τα δώματα του Μωάβ και επί πάσας
τας πλατείας αυτού θρήνος θέλει είσθαι· διότι συνέτριψα τον Μωάβ ως σκεύος
εν ω δεν υπάρχει χάρις, λέγει Κύριος.
39. Ολολύξατε, λέγοντες, Πως συνετρίβη· πως ο
Μωάβ έστρεψε τα νώτα εν καταισχύνη· ούτως ο Μωάβ θέλει είσθαι γέλως και
φρίκη εις πάντας τους περί αυτόν.
40. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, θέλει πετάξει
ως αετός, και θέλει απλώσει τας πτέρυγας αυτού επί τον Μωάβ.
41. Η Κεριώθ εκυριεύθη και τα οχυρώματα επιάσθησαν,
και αι καρδίαι των ισχυρών του Μωάβ θέλουσιν είσθαι κατ' εκείνην την ημέραν
ως καρδία γυναικός κοιλοπονούσης.
42. Και ο Μωάβ θέλει εξαλειφθή από του να ήναι
λαός, διότι εμεγαλύνθη κατά του Κυρίου.
43. Φόβος και λάκκος και παγίς θέλουσιν είσθαι
επί σε, κάτοικε του Μωάβ, λέγει Κύριος.
44. Ο εκφυγών από του φόβου θέλει πέσει εις τον
λάκκον, και ο αναβάς εκ του λάκκου θέλει πιασθή εν τη παγίδι· διότι θέλω
φέρει επ' αυτόν, επί τον Μωάβ, το έτος της επισκέψεως αυτών, λέγει Κύριος.
45. Οι φυγόντες εστάθησαν υπό την σκιάν της Εσεβών
ητονημένοι· πυρ όμως θέλει εξέλθει εξ Εσεβών και φλόξ εκ μέσου της Σηών,
και θέλει καταφάγει το όριον του Μωάβ και την ακρόπολιν των θορυβούντων
πολεμιστών.
46. Ουαί εις σε, Μωάβ· ο λαός του Χεμώς απωλέσθη·
διότι οι υιοί σου επιάσθησαν αιχμάλωτοι και αι θυγατέρες σου αιχμάλωτοι.
47. Αλλ' εγώ θέλω επιστρέψει την αιχμαλωσίαν
του Μωάβ εν ταις εσχάταις ημέραις, λέγει Κύριος. Μέχρι τούτου η κρίσις
του Μωάβ.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 49o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 49
1. Περί των υιών Αμμών. Ούτω λέγει Κύριος· Μήπως
δεν έχει υιούς ο Ισραήλ; δεν έχει κληρονόμον; διά τι ο Μαλχόμ εκληρονόμησε
την Γαδ και ο λαός αυτού κατοικεί εν ταις πόλεσιν εκείνου;
2. Διά τούτο, ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος,
και θέλω κάμει να ακουσθή εν Ραββά των υιών Αμμών θόρυβος πολέμου· και
θέλει είσθαι σωρός ερειπίων και αι κώμαι αυτής θέλουσι κατακαυθή εν πυρί·
τότε ο Ισραήλ θέλει κληρονομήσει τους κληρονομήσαντας αυτόν, λέγει Κύριος.
3. Ολόλυξον, Εσεβών, διότι η Γαί ελεηλατήθη·
βοήσατε, αι κώμαι της Ραββά, περιζώσθητε σάκκους· θρηνήσατε και περιδράμετε
διά των φραγμών· διότι ο Μαλχόμ θέλει υπάγει εις αιχμαλωσίαν, οι ιερείς
αυτού και οι άρχοντες αυτού ομού.
4. Διά τι καυχάσαι εις τας κοιλάδας; η κοιλάς
σου διέρρευσε, θυγάτηρ αποστάτρια, ήτις ήλπιζες επί τους θησαυρούς σου,
λέγουσα, Τις θέλει ελθεί εναντίον μου;
5. Ιδού, εγώ φέρω φόβον επί σε, λέγει Κύριος
ο Θεός των δυνάμεων, από πάντων των περιοίκων σου· και θέλετε διασκορπισθή
έκαστος κατά πρόσωπον αυτού· και δεν θέλει υπάρχει ο συνάξων τον πλανώμενον.
6. Και μετά ταύτα θέλω επιστρέψει την αιχμαλωσίαν
των υιών Αμμών, λέγει Κύριος.
7. Περί του Εδώμ. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων·
δεν είναι πλέον σοφία εν Θαιμάν; εχάθη η βουλή από των συνετών; έφυγεν
η σοφία αυτών;
8. Φύγετε, στραφήτε, κάμετε τόπους βαθείς διά
κατοικίαν, κάτοικοι της Δαιδάν· διότι θέλω φέρει επ' αυτόν τον όλεθρον
του Ησαύ, τον καιρόν της επισκέψεως αυτού.
9. Εάν ήρχοντο προς σε τρυγηταί, δεν ήθελον αφήσει
επιφυλλίδας; εάν κλέπται διά νυκτός, ήθελον αρπάσει το αρκούν εις αυτούς.
10. Αλλ' εγώ εγύμνωσα τον Ησαύ, ανεκάλυψα τους
κρυψώνας αυτού, και δεν θέλει δυνηθή να κρυφθή· ελεηλατήθη το σπέρμα αυτού
και οι αδελφοί αυτού και οι γείτονες αυτού, και αυτός δεν υπάρχει.
11. Άφες τα ορφανά σου· εγώ θέλω ζωογονήσει αυτά·
και αι χήραί σου ας ελπίζωσιν επ' εμέ.
12. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, εκείνοι εις
τους οποίους δεν προσήκε να πίωσιν από του ποτηρίου, τωόντι έπιον· και
συ θέλεις μείνει όλως ατιμώρητος; δεν θέλεις μείνει ατιμώρητος αλλ' εξάπαντος
θέλεις πίει.
13. Διότι ώμοσα εις εμαυτόν, λέγει Κύριος, ότι
η Βοσόρρα θέλει είσθαι εις θάμβος, εις όνειδος, εις ερήμωσιν και εις κατάραν·
και πάσαι αι πόλεις αυτής θέλουσιν είσθαι έρημοι εις τον αιώνα.
14. Ήκουσα αγγελίαν παρά Κυρίου και μηνυτής απεστάλη
προς τα έθνη, λέγων, Συνάχθητε και έλθετε εναντίον αυτής και σηκώθητε εις
πόλεμον.
15. Διότι ιδού, θέλω σε κάμει μικρόν μεταξύ των
εθνών, ευκαταφρόνητον μεταξύ των ανθρώπων.
16. Η τρομερότης σου σε ηπάτησε και η υπερηφανία
της καρδίας σου, συ ο κατοικών εν τοις κοιλώμασι των κρημνών, ο κατέχων
το ύψος των βουνών· και αν υψώσης την φωλεάν σου ως ο αετός, και εκείθεν
θέλω σε καταβιβάσει, λέγει Κύριος.
17. Και ο Εδώμ θέλει είσθαι εις θάμβος· πας ο
διαβαίνων δι' αυτού θέλει εκθαμβηθή και θέλει συρίξει επί πάσαις ταις πληγαίς
αυτού.
18. Καθώς κατεστράφησαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα
και τα πλησιόχωρα αυτών, λέγει Κύριος, ούτως άνθρωπος δεν θέλει κατοικήσει
εκεί ουδέ υιός ανθρώπου θέλει παροικήσει εκεί.
19. Ιδού, θέλει αναβή ως λέων από του φρυάγματος
του Ιορδάνου εναντίον της κατοικίας του δυνατού· αλλ' εγώ ταχέως θέλω εκδιώξει
τούτον απ' αυτής· και όστις είναι ο εκλεκτός μου, τούτον θέλω καταστήσει
επ' αυτήν· διότι τις όμοιός μου; και τις θέλει αντισταθή εις εμέ; και τις
ο ποιμήν εκείνος, όστις θέλει σταθή κατά πρόσωπόν μου;
20. Διά τούτο ακούσατε την βουλήν του Κυρίου,
την οποίαν εβουλεύθη κατά του Εδώμ, και τους λογισμούς αυτού, τους οποίους
ελογίσθη κατά των κατοίκων της Θαιμάν· Εξάπαντος και τα ελάχιστα του ποιμνίου
θέλουσι κατασύρει αυτούς· εξάπαντος η κατοικία αυτών θέλει ερημωθή μετ'
αυτών.
21. Από του ήχου της αλώσεως αυτών εσείσθη η
γή· ο ήχος της φωνής αυτής ηκούσθη εν τη Ερυθρά θαλάσση.
22. Ιδού, θέλει αναβή και πετάξει ως αετός, και
θέλει απλώσει τας πτέρυγας αυτού επί Βοσόρραν· και εν τη ημέρα εκείνη η
καρδία των ισχυρών του Εδώμ θέλει είσθαι ως καρδία γυναικός κοιλοπονούσης.
23. Περί της Δαμασκού. Κατησχύνθη η Αιμάθ και
η Αρφάδ· διότι ήκουσαν κακήν αγγελίαν· ανελύθησαν· ταραχή είναι εν τη θαλάσση·
δεν δύναται να ησυχάση.
24. Η Δαμασκός παρελύθη, εστράφη εις φυγήν, και
τρόμος κατέλαβεν αυτήν· αγωνία και πόνοι εκυρίευσαν αυτήν ως τικτούσης.
25. Πως δεν εναπελείφθη η πόλις η ευκλεής, η
πόλις της ευφροσύνης μου.
26. Διά τούτο οι νέοι αυτής θέλουσι πέσει εν
ταις πλατείαις αυτής, και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί θέλουσιν απολεσθή
κατ' εκείνην την ημέραν, λέγει ο Κύριος των δυνάμεων.
27. Και θέλω ανάψει πυρ εν τω τείχει της Δαμασκού
και θέλει καταφάγει τα παλάτια του Βεν-αδάδ.
28. Περί της Κηδάρ, και περί των βασιλείων της
Ασώρ, τα οποία επάταξε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος. Ούτω λέγει
Κύριος· Σηκώθητε, ανάβητε προς την Κηδάρ και λεηλατήσατε τους υιούς της
ανατολής.
29. Θέλουσι κυριεύσει τας σκηνάς αυτών και τα
ποίμνια αυτών· θέλουσι λάβει εις εαυτούς τα παραπετάσματα αυτών και πάσαν
την αποσκευήν αυτών και τας καμήλους αυτών· και θέλουσι βοήσει προς αυτούς,
Τρόμος πανταχόθεν.
30. Φύγετε, υπάγετε μακράν, κάμετε τόπους βαθείς
διά κατοικίαν, κάτοικοι της Ασώρ, λέγει Κύριος· διότι Ναβουχοδονόσορ ο
βασιλεύς της Βαβυλώνος εβουλεύθη βουλήν εναντίον σας και ελογίσθη λογισμούς
εναντίον σας.
31. Σηκώθητε, ανάβητε εις το ήσυχον έθνος το
κατοικούν εν ασφαλεία, λέγει Κύριος· οίτινες δεν έχουσι πύλας ουδέ μοχλούς
αλλά κατοικούσι μόνοι·
32. και αι κάμηλοι αυτών θέλουσιν είσθαι λεηλασία
και το πλήθος των κτηνών αυτών λάφυρον· και θέλω διασκορπίσει αυτούς εις
πάντας τους ανέμους, προς τους κατοικούντας εν τοις απωτάτοις μέρεσι· και
θέλω επιφέρει τον όλεθρον αυτών εκ πάντων των περάτων αυτών, λέγει Κύριος.
33. Και η Ασώρ θέλει είσθαι κατοικία θώων, έρημος
εις τον αιώνα· δεν θέλει κατοικεί εκεί άνθρωπος και δεν θέλει παροικεί
εν αυτή υιός ανθρώπου.
34. Ο λόγος του Κυρίου, ο γενόμενος προς Ιερεμίαν
τον προφήτην, κατά της Ελάμ εν τη αρχή της βασιλείας του Σεδεκίου βασιλέως
του Ιούδα, λέγων,
35. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Ιδού, θέλω
συντρίψει το τόξον της Ελάμ, την αρχήν της δυνάμεως αυτών.
36. Και θέλω φέρει επί την Ελάμ τους τέσσαρας
ανέμους εκ των τεσσάρων άκρων του ουρανού, και θέλω διασκορπίσει αυτούς
εις πάντας τούτους τους ανέμους· και δεν θέλει είσθαι έθνος, όπου οι δεδιωγμένοι
της Ελάμ δεν θέλουσιν ελθεί.
37. Διότι θέλω κατατρομάξει την Ελάμ έμπροσθεν
των εχθρών αυτών και έμπροσθεν των ζητούντων την ψυχήν αυτών· και θέλω
επιφέρει κακόν επ' αυτούς, τον θυμόν της οργής μου, λέγει Κύριος· και θέλω
αποστείλει την μάχαιραν οπίσω αυτών, εωσού αναλώσω αυτούς.
38. Και θέλω στήσει τον θρόνον μου εν Ελάμ, και
θέλω εξολοθρεύσει εκείθεν βασιλέα και μεγιστάνας, λέγει Κύριος.
39. Πλην εν ταις εσχάταις ημέραις θέλω επιστρέψει
την αιχμαλωσίαν της Ελάμ, λέγει Κύριος.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 50o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 50
1. Ο λόγος, τον οποίον ελάλησε Κύριος κατά της
Βαβυλώνος, κατά της γης των Χαλδαίων, διά Ιερεμίου του προφήτου.
2. Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι και κηρύξατε και
υψώσατε σημαίαν· κηρύξατε, μη κρύψητε· είπατε, Εκυριεύθη η Βαβυλών, κατησχύνθη
ο Βηλ, συνετρίβη ο Μερωδάχ· κατησχύνθησαν τα είδωλα αυτής, συνετρίβησαν
τα βδελύγματα αυτής.
3. Διότι από βορρά αναβαίνει έθνος εναντίον αυτής,
το οποίον θέλει καταστήσει την γην αυτής έρημον, και δεν θέλει υπάρχει
ο κατοικών εν αυτή· από ανθρώπου έως κτήνους θέλουσι μετατοπισθή, θέλουσι
φύγει.
4. Εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρώ εκείνω,
λέγει Κύριος, θέλουσιν ελθεί οι υιοί Ισραήλ, αυτοί και οι υιοί Ιούδα ομού,
βαδίζοντες και κλαίοντες· θέλουσιν υπάγει και ζητήσει Κύριον τον Θεόν αυτών.
5. Θέλουσιν ερωτήσει περί της οδού της Σιών με
τα πρόσωπα αυτών προς εκεί, λέγοντες, Έλθετε και ας ενωθώμεν μετά του Κυρίου
εν διαθήκη αιωνίω, ήτις δεν θέλει λησμονηθή.
6. Ο λαός μου έγεινε πρόβατα απολωλότα· οι ποιμένες
αυτών παρέτρεψαν αυτούς, περιεπλάνησαν αυτούς εις τα όρη· υπήγαν από όρους
εις βουνόν, ελησμόνησαν την μάνδραν αυτών.
7. Πάντες οι ευρίσκοντες αυτούς κατέτρωγον αυτούς,
και οι εχθροί αυτών είπον, Δεν πταίομεν, διότι ημάρτησαν εις Κύριον, την
κατοικίαν της δικαιοσύνης· ναι, εις Κύριον, την ελπίδα των πατέρων αυτών.
8. Φύγετε εκ μέσου της Βαβυλώνος και εξέλθετε
εκ της γης των Χαλδαίων και γείνετε ως κριοί έμπροσθεν ποιμνίων.
9. Διότι ιδού, εγώ θέλω εγείρει και αναβιβάσει
επί Βαβυλώνα συναγωγήν εθνών μεγάλων εκ γης βορρά, και θέλουσι παραταχθή
εναντίον αυτής· εκείθεν θέλει αλωθή· τα βέλη αυτών θέλουσιν είσθαι ως εμπείρου
ισχυρού· δεν θέλουσιν επιστρέψει κενά.
10. Και η Χαλδαία θέλει είσθαι λάφυρον· πάντες
οι λεηλατούντες αυτήν θέλουσι χορτασθή, λέγει Κύριος.
11. Επειδή ηυφραίνεσθε και εκαυχάθε, φθορείς
της κληρονομίας μου, επειδή εσκιρτάτε ως δάμαλις επί χλόης και εχρεμετίζετε
ως ρωμαλέοι ίπποι,
12. η μήτηρ σας κατησχύνθη σφόδρα· η γεννήτριά
σας ενετράπη· ιδού, αυτή θέλει είσθαι η εσχάτη των εθνών, έρημος, γη ξηρά
και άβατος.
13. Εξ αιτίας της οργής του Κυρίου δεν θέλει
κατοικηθή, αλλά θέλει ερημωθή άπασα· πας ο διαβαίνων διά της Βαβυλώνος
θέλει εκθαμβηθή και συρίξει επί πάσαις ταις πληγαίς αυτής.
14. Παρατάχθητε εναντίον της Βαβυλώνος κύκλω·
πάντες οι εντείνοντες τόξον, τοξεύσατε κατ' αυτής, μη φείδεσθε βελών· διότι
ημάρτησεν εις Κύριον.
15. Αλαλάξατε επ' αυτή κύκλω· παρέδωκεν εαυτήν·
έπεσαν τα θεμέλια αυτής, κατηδαφίσθησαν τα τείχη αυτής· διότι τούτο είναι
η εκδίκησις του Κυρίου· εκδικήθητε αυτήν· καθώς αυτή έκαμε, κάμετε εις
αυτήν.
16. Εκκόψατε από Βαβυλώνος τον σπείροντα και
τον κρατούντα δρέπανον εν καιρώ θερισμού· από προσώπου της εξολοθρευτικής
μαχαίρας θέλουσιν επιστρέψει έκαστος εις τον λαόν αυτού, και θέλουσι φύγει
έκαστος εις την γην αυτού.
17. Ο Ισραήλ είναι πρόβατον πλανώμενον· λέοντες
εκυνήγησαν αυτό· πρώτος ο βασιλεύς της Ασσυρίας κατέφαγεν αυτόν· και ύστερον
ούτος ο Ναβουχοδονόσορ, ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, κατεσύντριψε τα οστά
αυτού.
18. Διά τούτο ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων,
ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, εγώ θέλω τιμωρήσει τον βασιλέα της Βαβυλώνος και
την γην αυτού, καθώς ετιμώρησα τον βασιλέα της Ασσυρίας.
19. Και θέλω αποκαταστήσει τον Ισραήλ εν τη κατοικία
αυτού, και θέλει βόσκεσθαι τον Κάρμηλον και την Βασάν, και η ψυχή αυτού
θέλει χορτασθή επί το όρος Εφραΐμ και Γαλαάδ.
20. Εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρώ
εκείνω, λέγει Κύριος, η ανομία του Ισραήλ θέλει ζητηθή και δεν θέλει υπάρχει,
και αι αμαρτίαι του Ιούδα και δεν θέλουσιν ευρεθή· διότι θέλω συγχωρήσει
όσους αφήσω υπόλοιπον.
21. Ανάβα επί την γην των καταδυναστών, επ' αυτήν
και επί τους κατοίκους της Φεκώδ· αφάνισον και εξολόθρευσον κατόπιν αυτών,
λέγει Κύριος, και κάμε κατά πάντα όσα προσέταξα εις σε.
22. Φωνή πολέμου εν τη γη και σύντριμμα μέγα.
23. Πως συνεθλάσθη και συνετρίβη η σφύρα πάσης
της γής· πως έγεινεν η Βαβυλών εις θάμβος μεταξύ των εθνών.
24. Έστησα παγίδα εις σε, μάλιστα και επιάσθης,
Βαβυλών, και συ δεν εγνώρισας· ευρέθης μάλιστα και συνελήφθης, διότι εις
τον Κύριον αντεστάθης.
25. Ο Κύριος ήνοιξε την οπλοθήκην αυτού και εξήγαγε
το όπλα της οργής αυτού· διότι το έργον τούτο έχει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων
εν τη γη των Χαλδαίων.
26. Έλθετε επ' αυτήν από των περάτων· ανοίξατε
τας αποθήκας αυτής· καταστήσατε αυτήν ως σωρούς και εξολοθρεύσατε αυτήν·
ας μη μείνη εξ αυτής υπόλοιπον.
27. Σφάξατε πάντας τους μόσχους αυτής· ας καταβώσιν
εις σφαγήν· ουαί εις αυτούς· διότι ήλθεν η ημέρα αυτών, ο καιρός της επισκέψεως
αυτών.
28. Φωνή φευγόντων και διασωζομένων από της γης
Βαβυλώνος, διά να αναγγείλη εν Σιών την εκδίκησιν Κυρίου του Θεού ημών,
την εκδίκησιν του ναού αυτού.
29. Συγκαλέσατε τους τοξότας επί Βαβυλώνα· πάντες
οι εντείνοντες τόξον, στρατοπεδεύσατε κατ' αυτής κύκλω· μηδείς εξ αυτής
ας μη διασωθή· ανταπόδοτε εις αυτήν κατά το έργον αυτής· κατά πάντα όσα
έκαμε, κάμετε εις αυτήν· διότι υπερηφανεύθη κατά του Κυρίου, κατά του Αγίου
του Ισραήλ.
30. Διά τούτο οι νέοι αυτής θέλουσι πέσει εν
ταις πλατείαις αυτής, και πάντες οι άνδρες αυτής οι πολεμισταί θέλουσιν
απολεσθή κατ' εκείνην την ημέραν, λέγει Κύριος.
31. Ιδού, εγώ είμαι εναντίον σου, ω επηρμένη,
λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων· διότι ήλθεν η ημέρα σου, ο καιρός της
επισκέψεώς σου.
32. Και ο επηρμένος θέλει προσκόψει και πέσει,
και δεν θέλει υπάρχει ο αναστήσων αυτόν· και θέλω ανάψει πυρ εν ταις πόλεσιν
αυτού και ο θέλει καταφάγει πάντα τα πέριξ αυτού.
33. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· οι υιοί
Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα κατεδυναστεύθησαν ομού· και πάντες οι αιχμαλωτίσαντες
αυτούς κατεκράτησαν αυτούς· ηρνήθησαν να απολύσωσιν αυτούς.
34. Πλην ο Λυτρωτής αυτών είναι Ισχυρός· Κύριος
των δυνάμεων το όνομα αυτού· θέλει εξάπαντος διαδικάσει την δίκην αυτών,
διά να αναπαύση την γην και να ταράξη τους κατοίκους της Βαβυλώνος.
35. Μάχαιρα επί τους Χαλδαίους, λέγει Κύριος,
και επί τους κατοίκους της Βαβυλώνος και επί τους μεγιστάνας αυτής και
επί τους σοφούς αυτής.
36. Μάχαιρα επί τους ψευδοπροφήτας και θέλουσι
παραφρονήσει· μάχαιρα επί τους ισχυρούς αυτής και θέλουσι τρομάξει.
37. Μάχαιρα επί τους ίππους αυτών και επί τας
αμάξας αυτών και επί πάντα τον σύμμικτον λαόν τον εν μέσω αυτής, και θέλουσιν
είσθαι ως γυναίκες· μάχαιρα επί τους θησαυρούς αυτής και θέλουσι διαρπαχθή.
38. Ξηρασία επί τα ύδατα αυτής, και θέλουσι ξηρανθή·
διότι είναι γη των γλυπτών και εμωράνθησαν εν τοις ειδώλοις αυτών.
39. Διά τούτο θηρία και αίλουροι θέλουσι κατοικήσει
εκεί και στρουθοκάμηλοι θέλουσι κατοικήσει εν αυτή και δεν θέλει κατοικηθή
πλέον εις τον αιώνα· και ουδείς θέλει κατασκηνώσει εν αυτή εις γενεάν και
γενεάν.
40. Καθώς κατέστρεψεν ο Θεός τα Σόδομα και τα
Γόμορρα και τα πλησιόχωρα αυτών, λέγει Κύριος, ούτως άνθρωπος δεν θέλει
κατοικήσει εκεί ουδέ υιός ανθρώπου θέλει παροικήσει εν αυτή.
41. Ιδού, λαός θέλει ελθεί από βορρά και έθνος
μέγα, και βασιλείς πολλοί θέλουσιν εγερθή από των εσχάτων της γης.
42. Τόξον και λόγχην θέλουσι κρατεί· είναι σκληροί
και ανίλεοι· η φωνή αυτών ηχεί ως θάλασσα, και επιβαίνουσιν επί ίππους,
παρατεταγμένοι ως άνδρες εις πόλεμον, εναντίον σου, θυγάτηρ Βαβυλώνος.
43. Ήκουσεν ο βαιλεύς της Βαβυλώνος την φήμην
αυτών και αι χείρες αυτού παρελύθησαν· στενοχωρία συνέλαβεν αυτόν, ωδίνες
ως τικτούσης.
44. Ιδού, θέλει αναβή ως λέων από του φρυάγματος
του Ιορδάνου εναντίον της κατοικίας του δυνατού· αλλ' εγώ ταχέως θέλω εκδιώξει
αυτούς απ' αυτής· και όστις είναι ο εκλεκτός σου, τούτον θέλω καταστήσει
επ' αυτήν· διότι τις όμοιός μου; και τις θέλει αντισταθή εις εμέ; και τις
είναι ο ποιμήν εκείνος, όστις θέλει σταθή κατά πρόσωπόν μου;
45. Διά τούτο ακούσατε την βουλήν του Κυρίου,
την οποίαν εβουλεύθη κατά της Βαβυλώνος, και τους λογισμούς αυτού, τους
οποίους ελογίσθη κατά της γης των Χαλδαίων· εξάπαντος και τα ελάχιστα του
ποιμνίου θέλουσι κατασύρει αυτούς· εξάπαντος η κατοικία αυτών θέλει ερημωθή
μετ' αυτών.
46. Από του ήχου της αλώσεως της Βαβυλώνος εσείσθη
η γη, και η κραυγή ηκούσθη εν τοις έθνεσι.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 51o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 51
1. Ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, εγώ εγείρω άνεμον
φθοροποιόν επί την Βαβυλώνα και επί τους κατοίκους αυτής τους υψώσαντας
την καρδίαν αυτών κατ' εμού.
2. Και θέλω εξαποστείλει επί την Βαβυλώνα λικμητάς
και θέλουσιν εκλικμήσει αυτήν και εκκενώσει την γην αυτής· διότι εν τη
ημέρα της συμφοράς κυκλόθεν θέλουσιν είσθαι εναντίον αυτής.
3. Τοξότης επί τοξότην ας εντείνη το τόξον αυτού
και επί τον πεποιθότα επί τον θώρακα αυτού· και μη φείδεσθε τους νέους
αυτής· εξολοθρεύσατε άπαν το στράτευμα αυτής.
4. Και οι τραυματίαι θέλουσι πέσει εν τη γη των
Χαλδαίων και οι κατακεκεντημένοι εν ταις οδοίς αυτής.
5. Διότι ο Ισραήλ δεν εγκατελείφθη ουδέ ο Ιούδας
παρά του Θεού αυτού, παρά του Κυρίου των δυνάμεων, αν και η γη αυτών ενεπλήσθη
ανομίας εναντίον του Αγίου του Ισραήλ.
6. Φύγετε εκ μέσου της Βαβυλώνος και διασώσατε
έκαστος την ψυχήν αυτού· μη απολεσθήτε εν τη ανομία αυτής· διότι είναι
καιρός εκδικήσεως του Κυρίου· ανταπόδομα αυτός ανταποδίδει εις αυτήν.
7. Η Βαβυλών εστάθη ποτήριον χρυσούν εν τη χειρί
του Κυρίου, μεθύον πάσαν την γήν· από του οίνου αυτής έπιον τα έθνη· διά
τούτο τα έθνη παρεφρόνησαν.
8. Έπεσεν εξαίφνης η Βαβυλών και συνετρίβη· ολολύζετε
δι' αυτήν· λάβετε βάλσαμον διά τον πόνον αυτής, ίσως ιατρευθή.
9. Μετεχειρίσθημεν ιατρικά διά την Βαβυλώνα αλλά
δεν ιατρεύθη· εγκαταλείψατε αυτήν, και ας απέλθωμεν έκαστος εις την γην
αυτού· διότι η κρίσις αυτής έφθασεν εις τον ουρανόν και υψώθη έως του στερεώματος.
10. Ο Κύριος εφανέρωσε την δικαιοσύνην ημών·
έλθετε και ας διηγηθώμεν εν Σιών το έργον Κυρίου του Θεού ημών.
11. Στιλβώσατε τα βέλη· πυκνώσατε τας ασπίδας·
ο Κύριος ήγειρε το πνεύμα των βασιλέων των Μήδων· διότι ο σκοπός αυτού
είναι εναντίον της Βαβυλώνος, διά να εξολοθρεύση αυτήν· επειδή η εκδίκησις
του Κυρίου είναι εκδίκησις του ναού αυτού.
12. Υψώσατε σημαίαν επί τα τείχη της Βαβυλώνος,
ενδυναμώσατε την φρουράν, στήσατε φυλακάς, ετοιμάσατε ενέδρας· διότι ο
Κύριος και εβουλεύθη και θέλει εκτελέσει εκείνο, το οποίον ελάλησεν εναντίον
των κατοίκων της Βαβυλώνος.
13. Ω η κατοικούσα επί υδάτων πολλών, η πλήρης
θησαυρών, ήλθε το τέλος σου, το πέρας της πλεονεξίας σου.
14. Ο Κύριος των δυνάμεων ώμοσεν εις εαυτόν,
λέγων, Εξάπαντος θέλω σε γεμίσει από ανθρώπων ως από ακρίδων, και θέλουσιν
εκπέμψει αλαλαγμόν εναντίον σου.
15. Αυτός εποίησε την γην εν τη δυνάμει αυτού,
εστερέωσε την οικουμένην εν τη σοφία αυτού και εξέτεινε τους ουρανούς εν
τη συνέσει αυτού.
16. Όταν εκπέμπη την φωνήν αυτού, συνίσταται
πλήθος υδάτων εν ουρανοίς, και ανάγει νεφέλας από των άκρων της γής· κάμνει
αστραπάς διά βροχήν και εξάγει άνεμον εκ των θησαυρών αυτού.
17. Πας άνθρωπος εμωράνθη υπό της γνώσεως αυτού·
πας χωνευτής κατησχύνθη από των γλυπτών· διότι ψεύδος είναι το χωνευτόν
αυτού και πνοή εν αυτώ δεν υπάρχει.
18. Ματαιότης ταύτα, έργον πλάνης· εν καιρώ επισκέψεως
αυτών θέλουσιν απολεσθή.
19. Η μερίς του Ιακώβ δεν είναι ως αυτά, διότι
αυτός είναι ο πλάσας τα πάντα· και ο Ισραήλ είναι η ράβδος της κληρονομίας
αυτού· Κύριος των δυνάμεων το όνομα αυτού.
20. Συ ήσο πέλεκύς μου, όπλα πολέμου, και διά
σου συνέτριψα έθνη και διά σου εξωλόθρευσα βασίλεια·
21. και διά σου συνέτριψα ίππον και αναβάτην
αυτού, και διά σου συνέτριψα άμαξαν και αναβάτην αυτής·
22. και διά σου συνέτριψα άνδρα και γυναίκα,
και διά σου συνέτριψα γέροντα και νέον, και διά σου συνέτριψα νεανίσκον
και παρθένον·
23. και διά σου συνέτριψα ποιμένα και ποίμνιον
αυτού, και διά σου συνέτριψα γεωργόν και ζεύγος αυτού· και διά σου συνέτριψα
στρατηγούς και άρχοντας.
24. Και θέλω ανταποδώσει επί την Βαβυλώνα και
επί πάντας τους κατοίκους της Χαλδαίας πάσαν την κακίαν αυτών, την οποίαν
έπραξαν εν Σιών ενώπιόν σας, λέγει Κύριος.
25. Ιδού, εγώ είμαι εναντίον σου, όρος φθοροποιόν,
λέγει Κύριος, το οποίον φθείρεις πάσαν την γήν· και θέλω εκτείνει την χείρα
μου επί σε και θέλω σε κατακυλίσει από των βράχων και σε καταστήσει όρος
πυρίκαυστον.
26. Και δεν θέλουσι λάβει από σου λίθον διά γωνίαν
ουδέ λίθον διά θεμέλια, αλλά θέλεις είσθαι ερήμωσις αιωνία, λέγει Κύριος.
27. Υψώσατε σημαίαν επί την γην, σαλπίσατε σάλπιγγα
εν τοις έθνεσιν, ετοιμάσατε έθνη κατ' αυτής, παραγγείλατε κατ' αυτής, εις
τα βασίλεια του Αραράτ, του Μιννί και του Ασχενάζ· καταστήσατε επ' αυτήν
αρχηγούς· αναβιβάσατε ίππους ως ακρίδας ορθότριχας.
28. Ετοιμάσατε κατ' αυτής έθνη, τους βασιλείς
των Μήδων, τους στρατηγούς αυτής και πάντας τους άρχοντας αυτής και πάσαν
την γην της επικρατείας αυτής.
29. Και η γη θέλει σεισθή και στενάξει· διότι
η βουλή του Κυρίου θέλει εκτελεσθή κατά της Βαβυλώνος, διά να καταστήση
την γην της Βαβυλώνος έρημον, άνευ κατοίκου.
30. Οι ισχυροί της Βαβυλώνος εξέλιπον από του
να πολεμώσιν, έμειναν εν τοις οχυρώμασιν· η δύναμις αυτών εξέλιπεν· έγειναν
ως γυναίκες· έκαυσαν τας κατοικίας αυτής· οι μοχλοί αυτής συνετρίβησαν.
31. Ταχυδρόμος θέλει δράμει εις απάντησιν ταχυδρόμου
και μηνυτής εις απάντησιν μηνυτού, διά να αναγγείλωσι προς τον βασιλέα
της Βαβυλώνος ότι η πόλις αυτού ηλώθη από των άκρων αυτής,
32. και ότι αι διαβάσεις επιάσθησαν, και κατέκαυσαν
εν πυρί τους καλαμώνας, και οι άνδρες του πολέμου κατετρόμαξαν.
33. Διότι ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων, ο
Θεός του Ισραήλ. Η θυγάτηρ της Βαβυλώνος είναι ως αλώνιον, καιρός είναι
να καταπατηθή· έτι ολίγον και θέλει ελθεί ο καιρός του θερισμού αυτής.
34. Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος με
κατέφαγε, με συνέτριψε, με κατέστησεν αγγείον άχρηστον, με κατέπιεν ως
δράκων, ενέπλησε την κοιλίαν αυτού από των τρυφερών μου, με έξωσεν.
35. Η εις εμέ και εις την σάρκα μου αδικία ας
έλθη επί την Βαβυλώνα, θέλει ειπεί η κατοικούσα την Σιών· και το αίμα μου
επί τους κατοίκους της Χαλδαίας, θέλει ειπεί η Ιερουσαλήμ.
36. Διά τούτο ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, εγώ θέλω
διαδικάσει την δίκην σου και θέλω εκδικήσει την εκδίκησίν σου, και θέλω
καταστήσει την θάλασσαν αυτής ξηράν και θέλω ξηράνει την πηγήν αυτής.
37. Και η Βαβυλών θέλει είσθαι εις σωρούς, κατοικητήριον
θώων, θάμβος και συριγμός, άνευ κατοίκου.
38. Θέλουσι βρυχάσθαι ομού ως λέοντες, θέλουσιν
ωρύεσθαι ως σκύμνοι λεόντων.
39. Θέλω κάμει αυτούς να θερμανθώσιν εν τοις
συμποσίοις αυτών, και θέλω μεθύσει αυτούς, διά να ευθυμήσωσι και να υπνώσωσιν
ύπνον αιώνιον και να μη εξυπνήσωσι, λέγει Κύριος.
40. Θέλω καταβιβάσει αυτούς ως αρνία εις σφαγήν,
ως κριούς μετά τράγων.
41. Πως ηλώθη η Σησάχ και εθηρεύθη το καύχημα
πάσης της γής· πως έγεινεν Βαβυλών θάμβος εν τοις έθνεσιν.
42. Η θάλασσα ανέβη επί την Βαβυλώνα· κατεκαλύφθη
υπό του πλήθους των κυμάτων αυτής.
43. Αι πόλεις αυτής κατεστάθησαν θάμβος, γη άνυδρος
και άβατος γη, εν ή δεν κατοικεί ουδείς άνθρωπος ουδέ υιός ανθρώπου διέρχεται
δι' αυτής.
44. Και θέλω τιμωρήσει τον Βηλ εν Βαβυλώνι και
εκβάλει εκ του στόματος αυτού όσα κατέπιε· και τα έθνη δεν θέλουσι συναχθή
πλέον προς αυτόν, και αυτό το τείχος της Βαβυλώνος θέλει πέσει.
45. Λαέ μου, εξέλθετε εκ μέσου αυτής και σώσατε
έκαστος την ψυχήν αυτού από της οργής του θυμού του Κυρίου·
46. μήποτε η καρδία σας χαυνωθή και φοβηθήτε
υπό της αγγελίας ήτις θέλει ακουσθή εν τη γή· θέλει δε ελθεί αγγελία το
εν έτος, και μετά τούτο η αγγελία το άλλο έτος, και καταδυναστεία εν τη
γη, εξουσιαστής εναντίον εξουσιαστού.
47. Διά τούτο, ιδού, έρχονται ημέραι και θέλω
κάμει εκδίκησιν επί τα γλυπτά της Βαβυλώνος· και πάσα η γη αυτής θέλει
καταισχυνθή και πάντες οι τετραυματισμένοι αυτής θέλουσι πέσει εν τω μέσω
αυτής.
48. Τότε οι ουρανοί και η γη και πάντα τα εν
αυτοίς θέλουσιν αλαλάξει επί Βαβυλώνα· διότι οι εξολοθρευταί θέλουσιν ελθεί
επ' αυτήν από βορρά, λέγει Κύριος.
49. Καθώς η Βαβυλών έκαμε τους τετραυματισμένους
του Ισραήλ να πέσωσιν, ούτω και εν Βαβυλώνι θέλουσι πέσει οι τετραυματισμένοι
πάσης της γης.
50. Οι εκφυγόντες την μάχαιραν, υπάγετε, μη στέκεσθε·
ενθυμήθητε τον Κύριον μακρόθεν, και Ιερουσαλήμ ας αναβή επί την καρδίαν
σας.
51. Κατησχύνθημεν, διότι ηκούσαμεν ονειδισμόν·
αισχύνη κατεκάλυψε το πρόσωπον ημών· διότι εισήλθον ξένοι εις το αγιαστήριον
του οίκου του Κυρίου.
52. Διά τούτο, ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος,
και θέλω κάμει εκδίκησιν επί τα γλυπτά αυτής· και καθ' όλην την γην αυτής
οι τετραυματισμένοι θέλουσιν οιμώζει.
53. Και αν η Βαβυλών αναβή έως του ουρανού και
αν οχυρώση το ύψος της δυνάμεως αυτής, θέλουσιν ελθεί παρ' εμού εξολοθρευταί
επ' αυτήν, λέγει Κύριος.
54. Φωνή κραυγής έρχεται από Βαβυλώνος και συντριμμός
μέγας εκ γης Χαλδαίων,
55. διότι ο Κύριος εξωλόθρευσε την Βαβυλώνα και
ηφάνισεν εξ αυτής την μεγάλην φωνήν· τα δε κύματα εκείνων ηχούσιν· ο θόρυβος
της φωνής αυτών εξακούεται ως υδάτων πολλών·
56. διότι ο εξολοθρευτής ήλθεν επ' αυτήν, επί
την Βαβυλώνα, και οι δυνατοί αυτής συνελήφθησαν, τα τόξα αυτών συνετρίβησαν·
επειδή Κύριος ο Θεός των ανταποδόσεων θέλει εξάπαντος κάμει ανταπόδοσιν.
57. Και θέλω μεθύσει τους ηγεμόνας αυτής και
τους σοφούς αυτής, τους στρατηγούς αυτής και τους άρχοντας αυτής και τους
δυνατούς αυτής· και θέλουσι κοιμηθή ύπνον αιώνιον και δεν θέλουσιν εξυπνήσει,
λέγει ο Βασιλεύς, του οποίου το όνομα είναι ο Κύριος των δυνάμεων.
58. Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· τα πλατέα
τείχη της Βαβυλώνος θέλουσιν ολοτελώς κατασκαφή, και αι πύλαι αυτής αι
υψηλαί θέλουσι κατακαή εν πυρί, και όσα οι λαοί εκοπίασαν θέλουσιν είσθαι
εις μάτην, και όσα τα έθνη εμόχθησαν θέλουσιν είσθαι διά το πυρ.
59. Ο λόγος, τον οποίον Ιερεμίας ο προφήτης προσέταξεν
εις τον Σεραΐαν τον υιόν του Νηρίου υιού του Μαασίου, ότε επορεύετο μετά
του Σεδεκίου βασιλέως του Ιούδα εις Βαβυλώνα, κατά το τέταρτον έτος της
βασιλείας αυτού· ήτο δε ο Σεραΐας κοιτωνάρχης.
60. Έγραψε δε ο Ιερεμίας εν ενί βιβλίω πάντα
τα κακά, τα οποία έμελλον να έλθωσιν επί την Βαβυλώνα, πάντας τους λόγους
τούτους τους γεγραμμένους κατά της Βαβυλώνος.
61. Και είπεν ο Ιερεμίας προς τον Σεραΐαν, Όταν
έλθης εις την Βαβυλώνα και ίδης και αναγνώσης πάντας τους λόγους τούτους,
62. τότε θέλεις ειπεί, Κύριε, συ ελάλησας κατά
του τόπου τούτου, διά να εξολοθρεύσης αυτόν, ώστε να μη υπάρχη ο κατοικών
εν αυτώ, από ανθρώπου έως κτήνους, αλλά να ήναι ερήμωσις αιωνία.
63. Και αφού τελειώσης αναγινώσκων το βιβλίον
τούτο, θέλεις δέσει επ' αυτό λίθον και ρίψει αυτό εις το μέσον του Ευφράτου·
64. και θέλεις ειπεί, Ούτω θέλει βυθισθή η Βαβυλών,
και δεν θέλει σηκωθή εκ των κακών, τα οποία εγώ θέλω φέρει επ' αυτήν· και
οι Βαβυλώνιοι θέλουσιν εξασθενήσει. Μέχρι τούτου είναι οι λόγοι του Ιερεμίου.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ 52o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Jeremiah 52
1. Ενός και είκοσι ετών ηλικίας ήτο ο Σεδεκίας
ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσεν ένδεκα έτη εν Ιερουσαλήμ· το δε όνομα της
μητρός αυτού ήτο Αμουτάλ, θυγάτηρ του Ιερεμίου από Λιβνά.
2. Και έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, κατά
πάντα όσα έπραξεν ο Ιωαχείμ.
3. Διότι από του θυμού του Κυρίου του γενομένου
κατά Ιερουσαλήμ και Ιούδα, εωσού απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού, ο
Σεδεκίας απεστάτησε κατά του βασιλέως της Βαβυλώνος.
4. Και εν τω ενάτω έτει της βασιλείας αυτού,
τον δέκατον μήνα, την δεκάτην του μηνός, ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς
της Βαβυλώνος, αυτός και άπαν το στράτευμα αυτού, επί την Ιερουσαλήμ, και
εστρατοπέδευσαν εναντίον αυτής και ωκοδόμησαν περιτείχισμα κατ' αυτής κύκλω.
5. Και η πόλις επολιορκείτο μέχρι του ενδεκάτου
έτους του βασιλέως Σεδεκίου.
6. Εν τω τετάρτω μηνί, την ενάτην του μηνός,
η πείνα εκραταιώθη εν τη πόλει και δεν υπήρχεν άρτος διά τον λαόν του τόπου.
7. Και εξεπορθήθη η πόλις και πάντες οι άνδρες
του πολέμου έφυγον και εξήλθον εκ της πόλεως την νύκτα, διά της οδού της
πύλης της μεταξύ των δύο τειχών, της πλησίον του βασιλικού κήπου· οι δε
Χαλδαίοι ήσαν πλησίον της πόλεως κύκλω, και υπήγον κατά την οδόν της πεδιάδος.
8. Το δε στράτευμα των Χαλδαίων κατεδίωξεν οπίσω
του βασιλέως και έφθασαν τον Σεδεκίαν εις τας πεδιάδας της Ιεριχώ· και
άπαν το στράτευμα αυτού διεσκορπίσθη από πλησίον αυτού.
9. Και αυνέλαβον τον βασιλέα και ανήγαγον αυτόν
προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος εις Ριβλά εν τη γη Αιμάθ και επρόφερε καταδίκην
επ' αυτόν.
10. Και έσφαξεν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος τους
υιούς του Σεδεκίου έμπροσθεν των οφθαλμών αυτού· έσφαξεν ότι και πάντας
τους άρχοντας Ιούδα εν Ριβλά.
11. Και τους οφθαλμούς του Σεδεκίου εξετύφλωσε,
και έδεσεν αυτόν με δύο χαλκίνας αλύσεις· και έφερεν αυτόν ο βασιλεύς της
Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα και έβαλεν αυτόν εις οίκον φυλακής έως της ημέρας
του θανάτου αυτού.
12. Εν δε τω πέμπτω μηνί, τη δεκάτη του μηνός,
του δεκάτου εννάτου έτους του Ναβουχοδονόσορ βασιλέως της Βαβυλώνος ήλθεν
επί Ιερουσαλήμ Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ, ο παριστάμενος ενώπιον του
βασιλέως της Βαβυλώνος,
13. και κατέκαυσε τον οίκον του Κυρίου και τον
οίκον του βασιλέως, και πάντας τους οίκους της Ιερουσαλήμ και πάντα μέγαν
οίκον κατέκαυσεν εν πυρί.
14. Και άπαν το στράτευμα των Χαλδαίων, το μετά
του αρχισωματοφύλακος, κατεκρήμνισαν πάντα τα τείχη της Ιερουσαλήμ κύκλω.
15. Και εκ των πτωχών του λαού και το υπόλοιπον
του λαού το εναπολειφθέν εν τη πόλει και τους φυγόντας, οίτινες προσέφυγον
προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος, και το εναπολειφθέν του πλήθους, μετώκισε
Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ.
16. Εκ των πτωχών όμως της γης αφήκε Νεβουζαραδάν
ο αρχισωματοφύλαξ διά αμπελουργούς και διά γεωργούς.
17. Και τους στύλους τους χαλκίνους τους εν τω
οίκω του Κυρίου και τας βάσεις και την χαλκίνην θάλασσαν την εν τω οίκω
του Κυρίου κατέκοψαν οι Χαλδαίοι, και μετεκόμισαν όλον τον χαλκόν αυτών
εις την Βαβυλώνα.
18. Έλαβον δε και τους λέβητας και τα πτυάρια
και τα λυχνοψάλιδα και τας λεκάνας και τα θυμιατήρια και πάντα τα σκεύη
τα χάλκινα, διά των οποίων έκαμνον την υπηρεσίαν.
19. Έλαβε προσέτι ο αρχισωματοφύλαξ και τους
κρατήρας και τα πυροδοχεία, και τας λεκάνας και τους λέβητας και τας λυχνίας
και τα θυμιατήρια και τας φιάλας, όσα ήσαν χρυσά και όσα αργυρά·
20. τους δύο στύλους, την μίαν θάλασσαν και τους
δώδεκα χαλκίνους μόσχους τους αντί βάσεων, τα οποία έκαμεν ο βασιλεύς Σολομών
διά τον οίκον του Κυρίου· ο χαλκός πάντων τούτων των σκευών ήτο αζύγιστος.
21. Περί δε των στύλων, το ύψος του ενός στύλου
ήτο δεκαοκτώ πηχών, και ζώνη πηχών δώδεκα περιεκύκλονεν αυτόν, και το πάχος
αυτού δακτύλων τεσσάρων· ήτο κενός.
22. Και το κιονόκρανον το επ' αυτού χάλκινον·
το δε ύψος του ενός κιονοκράνου πέντε πηχών και το δικτυωτόν και τα ρόδια
επί του κιονοκράνου κύκλω, τα πάντα χάλκινα· τα αυτά είχε και ο δεύτερος
στύλος μετά των ροδίων.
23. Και ήσαν ενενήκοντα εξ ρόδια κρεμάμενα· πάντα
τα ρόδια τα επί του δικτυωτού ήσαν εκατόν κύκλω.
24. Και έλαβεν ο αρχισωματοφύλαξ Σεραΐαν τον
πρώτον ιερέα και Σοφονίαν τον δεύτερον ιερέα και τους τρεις θυρωρούς·
25. και εκ της πόλεως έλαβεν ένα ευνούχον, όστις
ήτο επιστάτης επί των ανδρών των πολεμιστών, και επτά άνδρας εκ των παρισταμένων
έμπροσθεν του βασιλέως, τους ευρεθέντας εν τη πόλει, και τον γραμματέα
τον άρχοντα των στρατευμάτων, όστις έκαμνε την στρατολογίαν του λαού της
γης, και εξήκοντα άνδρας εκ του λαού της γης, τους ευρεθέντας εν μέσω της
πόλεως.
26. Και λαβών αυτούς Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ
έφερεν αυτούς προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος εις Ριβλά.
27. Και επάταξεν αυτούς ο βασιλεύς της Βαβυλώνος
και εθανάτωσεν αυτούς εν Ριβλά, εν τη γη Αιμάθ. Ούτω μετωκίσθη ο Ιούδας
από της γης αυτού.
28. Ούτος είναι ο λαός, τον οποίον μετώκισεν
ο Ναβουχοδονόσορ, εν τω εβδόμω έτει, τρεις χιλιάδας και εικοσιτρείς Ιουδαίους·
29. εν τω δεκάτω ογδόω έτει του Ναβουχοδονόσορ
μετώκισεν αυτός από Ιερουσαλήμ οκτακοσίας τριάκοντα δύο ψυχάς·
30. εν τω εικοστώ τρίτω έτει του Ναβουχοδονόσορ
μετώκισε Νεβουζαραδάν ο αρχισωματοφύλαξ εκ των Ιουδαίων επτακοσίας τεσσαράκοντα
πέντε ψυχάς· πάσαι αι ψυχαί τέσσαρες χιλιάδες και εξακόσιαι.
31. Εν δε τω τριακοστώ εβδόμω έτει της μετοικεσίας
του Ιωακείμ βασιλέως του Ιούδα, τον δωδέκατον μήνα, την εικοστήν πέμπτην
του μηνός, Ευείλ-μερωδάχ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, κατά το έτος καθ' ο
εβασίλευσεν, ανύψωσε την κεφαλήν του Ιωακείμ βασιλέως του Ιούδα και εξήγαγεν
αυτόν εκ του οίκου της φυλακής,
32. και ελάλησεν ευμενώς μετ' αυτού και έθεσε
τον θρόνον αυτού επάνωθεν του θρόνου των βασιλέων των μετ' αυτού εν Βαβυλώνι.
33. Και ήλλαξε τα ιμάτια της φυλακής αυτού· και
έτρωγεν άρτον πάντοτε μετ' αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.
34. Και το σιτηρέσιον αυτού ήτο παντοτεινόν σιτηρέσιον
διδόμενον εις αυτόν παρά του βασιλέως της Βαβυλώνος, ημερήσιος χορηγία
μέχρι της ημέρας του θανάτου αυτού, πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού.
[>>]