ΙΩΒ 1o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 1
1. Άνθρωπος τις ήτο εν τη γη της Αυσίτιδος ονομαζόμενος
Ιώβ· και ο άνθρωπος ούτος ήτο άμεμπτος και ευθύς και φοβούμενος τον Θεόν
και απεχόμενος από κακού.
2. Και εγεννήθησαν εις αυτόν επτά υιοί και τρεις θυγατέρες.
3. Και ήσαν τα κτήνη αυτού επτακισχίλια πρόβατα και τρισχίλιαι
κάμηλοι και πεντακόσια ζεύγη βοών και πεντακόσιαι όνοι και πλήθος πολύ
υπηρετών· και ήτο ο άνθρωπος εκείνος ο μεγαλήτερος πάντων των κατοίκων
της Ανατολής.
4. Και υπήγαινον οι υιοί αυτού και έκαμνον συμπόσια εν
ταις οικίαις αυτών, έκαστος κατά την ημέραν αυτού, και έστελλον και προσεκάλουν
τας τρεις αδελφάς αυτών διά να τρώγωσι και να πίνωσι μετ' αυτών.
5. Και ότε ετελείονον αι ημέραι του συμποσίου, έστελλεν
ο Ιώβ και ηγίαζεν αυτούς, και εξεγειρόμενος πρωΐ προσέφερεν ολοκαυτώματα
κατά τον αριθμόν πάντων αυτών· διότι έλεγεν ο Ιώβ, Μήπως οι υιοί μου ημάρτησαν
και εβλασφήμησαν τον Θεόν εν τη καρδία αυτών. Ούτως έκαμνεν ο Ιώβ, πάντοτε.
6. Ημέραν δε τινά ήλθον οι υιοί του Θεού διά να παρασταθώσιν
ενώπιον του Κυρίου, και μεταξύ αυτών ήλθε και ο Σατανάς.
7. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σατανάν, Πόθεν έρχεσαι;
Και ο Σατανάς απεκρίθη προς τον Κύριον και είπε, Περιελθών την γην και
εμπεριπατήσας εν αυτή πάρειμι.
8. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν
σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος
άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού;
9. Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Κύριον και είπε, Μήπως
δωρεάν φοβείται ο Ιώβ τον Θεόν;
10. δεν περιέφραξας κυκλόθεν αυτόν και την οικίαν αυτού
και πάντα όσα έχει; τα έργα των χειρών αυτού ευλόγησας, και τα κτήνη αυτού
επληθύνθησαν επί της γής·
11. πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον πάντα
όσα έχει, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον.
12. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σατανάν, Ιδού, εις την
χείρα σου πάντα όσα έχει· μόνον επ' αυτόν μη επιβάλης την χείρα σου. Και
εξήλθεν ο Σατανάς απ' έμπροσθεν του Κυρίου.
13. Ημέραν δε τινά οι υιοί αυτού και αι θυγατέρες αυτού
έτρωγον και έπινον οίνον εν τη οικία του αδελφού αυτών του πρωτοτόκου.
14. Και ήλθε μηνυτής προς τον Ιώβ και είπεν, Οι βόες
ηροτρίαζον και αι όνοι έβοσκον πλησίον αυτών·
15. και επέπεσαν οι Σαβαίοι και ήρπασαν αυτά· και τους
δούλους επάταξαν εν στόματι μαχαίρας· και εγώ μόνος διεσώθην διά να σοι
απαγγείλω.
16. Ενώ ούτος έτι ελάλει, ήλθε και άλλος και είπε, Πυρ
Θεού έπεσεν εξ ουρανού και έκαυσε τα πρόβατα και τους δούλους και κατέφαγεν
αυτούς· και εγώ μόνος διεσώθην διά να σοι απαγγείλω.
17. Ενώ ούτος έτι ελάλει, ήλθε και άλλος και είπεν, Οι
Χαλδαίοι έκαμον τρεις λόχους και εφώρμησαν εις τας καμήλους και ήρπασαν
αυτάς· και τους δούλους επάταξαν εν στόματι μαχαίρας· και εγώ μόνος διεσώθην
διά να σοι απαγγείλω.
18. Ενώ ούτος έτι ελάλει, ήλθε και άλλος και είπεν, Οι
υιοί σου και αι θυγατέρες σου έτρωγον και έπινον οίνον εν τη οικία του
αδελφού αυτών του πρωτοτόκου·
19. και ιδού, ήλθε μέγας άνεμος εκ του πέραν της ερήμου
και προσέβαλε τας τέσσαρας γωνίας του οίκου και έπεσεν επί τα παιδία, και
απέθανον· και εγώ μόνος διεσώθην διά να σοι απαγγείλω.
20. Τότε σηκωθείς ο Ιώβ διέσχισε το επένδυμα αυτού και
εξύρισε την κεφαλήν αυτού και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησε,
21. και είπε, Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου και
γυμνός θέλω επιστρέψει εκεί· ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν· είη
το όνομα Κυρίου ευλογημένον.
22. Εν πάσι τούτοις δεν ημάρτησεν ο Ιώβ και δεν έδωκεν
αφροσύνην εις τον Θεόν.
ΙΩΒ 2o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 2
1. Ημέραν δε τινά ήλθον οι υιοί του Θεού διά να παρασταθώσιν
ενώπιον του Κυρίου· και μεταξύ αυτών ήλθε και ο Σατανάς, διά να παρασταθή
ενώπιον του Κυρίου.
2. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σατανάν, Πόθεν έρχεσαι;
Και ο Σατανάς απεκρίθη προς τον Κύριον και είπε, Περιελθών την γην και
εμπεριπατήσας εν αυτή πάρειμι.
3. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σατανάν, Έβαλες τον νούν
σου επί τον δούλον μου Ιώβ, ότι δεν υπάρχει όμοιος αυτού εν τη γη, άνθρωπος
άμεμπτος και ευθύς, φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού; και έτι
κρατεί την ακεραιότητα αυτού, αν και με παρώξυνας κατ' αυτού, διά να εξολοθρεύσω
αυτόν άνευ αιτίας.
4. Και απεκρίθη ο Σατανάς προς τον Κύριον και είπε, Δέρμα
υπέρ δέρματος, και πάντα όσα έχει ο άνθρωπος θέλει δώσει υπέρ της ζωής
αυτού·
5. πλην τώρα έκτεινον την χείρα σου και έγγισον τα οστά
αυτού και την σάρκα αυτού, διά να ίδης εάν δεν σε βλασφημήση κατά πρόσωπον.
6. Και είπεν ο Κύριος προς τον Σατανάν, Ιδού, αυτός εις
την χείρα σου· μόνον την ζωήν αυτού φύλαξον.
7. Τότε εξήλθεν ο Σατανάς απ' έμπροσθεν του Κυρίου και
επάταξε τον Ιώβ με έλκος κακόν από του ίχνους των ποδών αυτού έως της κορυφής
αυτού.
8. Και έλαβεν εις εαυτόν όστρακον, διά να ξύηται με αυτό·
και εκάθητο εν μέσω της σποδού.
9. Τότε είπε προς αυτόν η γυνή αυτού, Έτι κρατείς την
ακεραιότητά σου; Βλασφήμησον τον Θεόν και απόθανε.
10. Ο δε είπε προς αυτήν, Ελάλησας ως λαλεί μία εκ των
αφρόνων γυναικών· τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τα κακά
δεν θέλομεν δεχθή; Εν πάσι τούτοις δεν ημάρτησεν ο Ιώβ με τα χείλη αυτού.
11. Ακούσαντες δε οι τρεις φίλοι του Ιώβ πάντα ταύτα
τα κακά τα επελθόντα επ' αυτόν, ήλθον έκαστος εκ του τόπου αυτού· Ελιφάς
ο Θαιμανίτης και Βιλδάδ ο Σαυχίτης και Σωφάρ ο Νααμαθίτης· διότι είχον
συμφωνήσει να έλθωσιν ομού, διά να συλλυπηθώσιν αυτόν και να παρηγορήσωσιν
αυτόν.
12. Και ότε εσήκωσαν τους οφθαλμούς αυτών μακρόθεν και
δεν εγνώρισαν αυτόν, ύψωσαν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν· και διέσχισαν
έκαστος το ιμάτιον αυτού και έρριψαν χώμα επί τας κεφαλάς αυτών προς τον
ουρανόν.
13. Και εκάθησαν μετ' αυτού κατά γης επτά ημέρας και
επτά νύκτας, και ουδείς ελάλησε λόγον προς αυτόν, διότι έβλεπον ότι ο πόνος
αυτού ήτο μέγας σφόδρα.
ΙΩΒ 3o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 3
1. Μετά ταύτα ήνοιξεν ο Ιώβ το στόμα αυτού, και κατηράσθη
την ημέραν αυτού.
2. Και ελάλησεν ο Ιώβ και είπεν·
3. Είθε να χαθή η ημέρα καθ' ην εγεννήθην, και η νυξ
καθ' ην είπον, Εγεννήθη αρσενικόν.
4. Η ημέρα εκείνη να ήναι σκότος· ο Θεός να μη αναζητήση
αυτήν άνωθεν, και να μη φέγξη επ' αυτήν φως.
5. Σκότος και σκιά θανάτου να αμαυρώσωσιν αυτήν· γνόφος
να επικάθηται επ' αυτήν. Να επέλθωσιν επ' αυτήν ως πικροτάτην ημέραν.
6. Την νύκτα εκείνην να κατακρατήση σκότος· να μη συναφθή
με τας ημέρας του έτους· να μη εισέλθη εις τον αριθμόν των μηνών.
7. Ιδού, έρημος να ήναι η νυξ εκείνη· φωνή χαρμόσυνος
να μη επέλθη επ' αυτήν.
8. Να καταρασθώσιν αυτήν οι καταρώμενοι τας ημέρας, οι
έτοιμοι να ανεγείρωσι το πένθος αυτών.
9. Να σκοτισθώσι τα άστρα της εσπέρας αυτής· να προσμένη
το φως, και να μη έρχηται· και να μη ίδη τα βλέφαρα της αυγής·
10. διότι δεν έκλεισε τας θύρας της κοιλίας της μητρός
μου, και δεν έκρυψε την θλίψιν από των οφθαλμών μου.
11. Διά τι δεν απέθανον από μήτρας; και δεν εξέπνευσα
άμα εξήλθον εκ της κοιλίας;
12. Διά τι με υπεδέχθησαν τα γόνατα; ή διά τι οι μαστοί
διά να θηλάσω;
13. Διότι τώρα ήθελον κοιμάσθαι και ησυχάζει· ήθελον
υπνώττει· τότε ήθελον είσθαι εις ανάπαυσιν,
14. μετά βασιλέων και βουλευτών της γης, οικοδομούντων
εις εαυτούς ερημώσεις·
15. ή μετά αρχόντων, οίτινες έχουσι χρυσίον, οίτινες
εγέμισαν τους οίκους αυτών αργυρίου·
16. ή ως εξάμβλωμα κεκρυμμένον δεν ήθελον υπάρχει, ως
βρέφη μη ιδόντα φως.
17. Εκεί οι ασεβείς παύουσιν από του να ταράττωσι, και
εκεί αναπαύονται οι κεκοπιασμένοι·
18. εκεί αναπαύονται ομού οι αιχμάλωτοι· δεν ακούουσι
φωνήν καταδυνάστου·
19. εκεί είναι ο μικρός και ο μέγας· και ο δούλος, ελεύθερος
του κυρίου αυτού.
20. Διά τι εδόθη φως εις τον δυστυχή, και ζωή εις τον
πεπικραμένον την ευχήν,
21. οίτινες ποθούσι τον θάνατον και δεν επιτυγχάνουσιν,
αν και ανορύττωσιν αυτόν μάλλον παρά κεκρυμμένους θησαυρούς,
22. οίτινες υπερχαίρουσιν, υπερευφραίνονται, όταν εύρωσι
τον τάφον;
23. Διά τι εδόθη φως εις άνθρωπον, του οποίου η οδός
είναι κεκρυμμένη, και τον οποίον ο Θεός περιέκλεισε;
24. Διότι προ του φαγητού μου έρχεται ο στεναγμός μου,
και οι βρυγμοί μου εκχέονται ως ύδατα.
25. Επειδή εκείνο, το οποίον εφοβούμην, συνέβη εις εμέ,
και εκείνο, το οποίον ετρόμαζον, ήλθεν επ' εμέ.
26. Δεν είχον ειρήνην ουδέ ανάπαυσιν ουδέ ησυχίαν· οργή
επήλθεν επ' εμέ.
ΙΩΒ 4o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 4
1. Τότε Ελιφάς ο Θαιμανίτης απεκρίθη και είπεν·
2. Εάν επιχειρισθώμεν να λαλήσωμεν προς σε, θέλεις δυσαρεστηθή;
αλλά τις δύναται να κρατηθή από του να ομιλήση;
3. Ιδού, συ ενουθέτησας πολλούς· και χείρας αδυνάτους
ενίσχυσας.
4. Οι λόγοι σου υπεστήριξαν τους κλονιζομένους, και γόνατα
κάμπτοντα ενεδυνάμωσας.
5. Τώρα δε ήλθεν επί σε τούτο, και βαρυθυμείς· σε εγγίζει,
και ταράττεσαι.
6. Ο φόβος σου δεν είναι το θάρρος σου, και η ευθύτης
των οδών σου η ελπίς σου;
7. Ενθυμήθητι, παρακαλώ· τις αθώος ων απωλέσθη; και που
εξωλοθρεύθησαν οι ευθείς;
8. Καθώς εγώ είδον, όσοι ηροτρίασαν ανομίαν και έσπειραν
ασέβειαν, θερίζουσιν αυτάς·
9. εξολοθρεύονται υπό του φυσήματος του Θεού, και από
της πνοής των μυκτήρων αυτού αφανίζονται·
10. ο βρυγμός του λέοντος και η φωνή του αγρίου λέοντος
και το γαυρίαμα των σκύμνων, εσβέσθησαν·
11. ο λέων απόλλυται δι' έλλειψιν θηράματος, και οι σκύμνοι
της λεαίνας διασκορπίζονται.
12. Και λόγος ήλθεν επ' εμέ κρυφίως, και το ωτίον μου
έλαβέ τι παρ' αυτού.
13. Εν μέσω των στοχασμών διά τα οράματα της νυκτός,
ότε βαθύς ύπνος πίπτει επί τους ανθρώπους,
14. Φρίκη συνέλαβέ με και τρόμος, και μεγάλως τα οστά
μου συνέσεισε.
15. Και πνεύμα διήλθεν απ' έμπροσθέν μου, αι τρίχες του
σώματός μου ανεσηκώθησαν·
16. εστάθη, αλλ' εγώ δεν διέκρινα την μορφήν αυτού· σχήμα
εφάνη έμπροσθεν των οφθαλμών μου· ήκουσα λεπτόν φύσημα και φωνήν λέγουσαν,
17. Ο άνθρωπος θέλει είσθαι δικαιότερος του Θεού; θέλει
είσθαι ο άνθρωπος καθαρώτερος του Ποιητού αυτού;
18. Ιδού, αυτός δεν εμπιστεύεται εις τους δούλους αυτού,
και εν τοις αγγέλοις αυτού βλέπει ελάττωμα·
19. πόσω μάλλον εις τους κατοικούντας οικίας πηλίνας,
αίτινες έχουσι το θεμέλιον αυτών εν τω χώματι και αφανίζονται έμπροσθεν
του σαρακίου;
20. Από πρωΐ έως εσπέρας φθείρονται· χωρίς να νοήση τις,
αφανίζονται διά παντός.
21. Το μεγαλείον αυτών το εν αυτοίς δεν παρέρχεται; Αποθνήσκουσιν,
αλλ' ουχί εν σοφία.
ΙΩΒ 5o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 5
1. Κάλεσον τώρα, εάν τις σοι αποκριθή; και προς τίνα
των αγίων θέλεις αποβλέψει;
2. Διότι η οργή φονεύει τον άφρονα, και η αγανάκτησις
θανατόνει τον μωρόν.
3. Εγώ είδον τον άφρονα ριζούμενον· αλλ' ευθύς προείπα
κατηραμένην την κατοικίαν αυτού.
4. Οι υιοί αυτού είναι μακράν από της σωτηρίας, και καταπιέζονται
έμπροσθεν της πύλης, και ουδείς ο ελευθερών·
5. των οποίων τον θερισμόν κατατρώγει ο πεινών, και αρπάζει
αυτόν εκ των ακανθών και την περιουσίαν αυτών καταπίνει ο διψών.
6. Διότι εκ του χώματος δεν εξέρχεται η θλίψις, ουδέ
η λύπη βλαστάνει εκ της γής·
7. αλλ' ο άνθρωπος γεννάται διά την λύπην, και οι νεοσσοί
των αετών διά να πετώσιν υψηλά.
8. Αλλ' εγώ τον Θεόν θέλω επικαλεσθή, και εν τω Θεώ θέλω
εναποθέσει την υπόθεσίν μου·
9. όστις κάμνει μεγαλεία ανεξιχνίαστα, θαυμάσια αναρίθμητα·
10. όστις δίδει βροχήν επί το πρόσωπον της γης, και πέμπει
ύδατα επί το πρόσωπον των αγρών·
11. όστις υψόνει τους ταπεινούς, και ανεγείρει εις σωτηρίαν
τους τεθλιμμένους·
12. όστις διασκεδάζει τας βουλάς των πανούργων, και δεν
δύνανται αι χείρες αυτών να εκτελέσωσι την επιχείρησιν αυτών·
13. όστις συλλαμβάνει τους σοφούς εν τη πανουργία αυτών·
και η βουλή των δολίων ανατρέπεται·
14. την ημέραν απαντώσι σκότος, και εν μεσημβρία ψηλαφώσι
καθώς εν νυκτί.
15. Τον πτωχόν όμως λυτρόνει εκ της ρομφαίας, εκ του
στόματος αυτών και εκ της χειρός του ισχυρού.
16. Και ο πτωχός έχει ελπίδα, της δε ανομίας το στόμα
εμφράττεται.
17. Ιδού, μακάριος ο άνθρωπος, τον οποίον ελέγχει ο Θεός·
διά τούτο μη καταφρόνει την παιδείαν του Παντοδυνάμου·
18. διότι αυτός πληγόνει και επιδένει· κτυπά, και αι
χείρες αυτού ιατρεύουσιν.
19. Εν εξ θλίψεσι θέλει σε ελευθερώσει· και εν τη εβδόμη
δεν θέλει σε εγγίσει κακόν.
20. Εν τη πείνη θέλει σε λυτρώσει εκ θανάτου· και εν
πολέμω εκ χειρός ρομφαίας.
21. Από μάστιγος γλώσσης θέλεις είσθαι πεφυλαγμένος·
και δεν θέλεις φοβηθή από του επερχομένου ολέθρου.
22. Τον όλεθρον και την πείναν θέλεις καταγελά· και δεν
θέλεις φοβηθή από των θηρίων της γης.
23. Διότι θέλεις έχει συμμαχίαν μετά των λίθων της πεδιάδος·
και τα θηρία του αγρού θέλουσιν ειρηνεύει μετά σου.
24. Και θέλεις γνωρίσει ότι ειρήνη είναι εν τη σκηνή
σου, και θέλεις επισκεφθή την κατοικίαν σου, και δεν θέλει σοι λείπει ουδέν.
25. Και θέλεις γνωρίσει ότι είναι πολύ το σπέρμα σου,
και οι έκγονοί σου ως η βοτάνη της γης.
26. Θέλεις ελθεί εις τον τάφον εν βαθεί γήρατι, καθώς
συσσωρεύεται η θημωνία του σίτου εν τω καιρώ αυτής.
27. Ιδού, τούτο εξιχνιάσαμεν, ούτως έχει· άκουσον αυτό
και γνώρισον εν σεαυτώ.
ΙΩΒ 6o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 6
1. Ο δε Ιώβ απεκρίθη και είπεν·
2. Είθε να εζυγίζετο τωόντι η λύπη μου, και η συμφορά
μου να ετίθετο όλη ομού εν τη πλάστιγγι.
3. Επειδή τώρα ήθελεν είσθαι βαρυτέρα υπέρ την άμμον
της θαλάσσης· διά τούτο οι λόγοι μου καταπίνονται.
4. Διότι τα βέλη του Παντοδυνάμου είναι εντός μου, των
οποίων το φαρμάκιον εκπίνει το πνεύμά μου· οι τρόμοι του Θεού παρατάττονται
εναντίον μου.
5. Ογκάται ο άγριος όνος παρά τη χλόη; ή μυκάται ο βους
παρά τη φάτνη αυτού;
6. Τρώγεται το άνοστον χωρίς άλατος; ή υπάρχει γεύσις
εν τω λευκώματι του ωού;
7. Τα πράγματα, τα οποία η ψυχή μου απεστρέφετο να εγγίση,
έγειναν ως το αηδές φαγητόν μου.
8. Είθε να απελάμβανον την αίτησίν μου, και να μοι έδιδεν
ο Θεός την επιθυμίαν μου.
9. Και να ήθελεν ευδοκήσει ο Θεός να με αφανίση· να απολύση
την χείρα αυτού και να με κόψη.
10. Και θέλει είσθαι έτι η παρηγορία μου, ότι, και αν
καταναλωθώ εν τη θλίψει και αυτός δεν με λυπηθή, εγώ δεν έκρυψα τους λόγους
του Αγίου.
11. Ποία η δύναμίς μου, ώστε να εγκαρτερώ; και ποίον
το τέλος μου, ώστε να υποφέρη η ψυχή μου;
12. Μήπως η δύναμίς μου είναι δύναμις λίθων; ή η σαρξ
μου χαλκός;
13. Μήπως δεν εξέλιπεν εν εμοί η βοήθειά μου και απεμακρύνθη
απ' εμού η σωτηρία;
14. Εις τον τεθλιμμένον έλεος πρέπει παρά του φίλου αυτού·
αλλ' αυτός εγκατέλιπε τον φόβον του Παντοδυνάμου.
15. Οι αδελφοί μου εφέρθησαν απατηλώς ως χείμαρρος, ως
ρεύμα χειμάρρων παρήλθον·
16. οίτινες θολόνονται εκ του πάγου, εις τους οποίους
διαλύεται η χιών·
17. όταν θερμανθώσιν, εκλείπουσιν· όταν γείνη θερμότης,
εξαλείφονται από του τόπου αυτών.
18. Τα ίχνη της πορείας αυτών συστρέφονται· καταντώσιν
εις το μηδέν και χάνονται·
19. τα πλήθη της Θαιμά εθεώρουν, οι συνοδοιπόροι της
Σεβά περιέμενον αυτούς·
20. Εψεύσθησαν της ελπίδος αυτών· ήλθον εκεί και ενετράπησαν.
21. Τώρα και σεις είσθε ως αυτοί· είδετε την πληγήν μου
και ετρομάξατε.
22. Μήπως εγώ είπα, Φέρετε προς εμέ; ή, Δότε δώρον εις
εμέ από της περιουσίας υμών;
23. ή, Ελευθερώσατέ με εκ της χειρός του εχθρού; ή, Λυτρώσατέ
με εκ της χειρός των ισχυρών;
24. Διδάξατέ με, και εγώ θέλω σιωπήσει· και δείξατέ μοι
κατά τι έσφαλα.
25. Πόσον ισχυροί είναι οι ορθοί λόγοι· αλλ' ο έλεγχός
σας, τι αποδεικνύει;
26. Φαντάζεσθε να ελέγξητε λόγους, ενώ αι ομιλίαι του
απηλπισμένου είναι ως άνεμος;
27. Τωόντι, σεις επιπίπτετε επί τον ορφανόν, και σκάπτετε
λάκκον εις τον φίλον σας.
28. Τώρα λοιπόν ευαρεστήθητε να εμβλέψητε εις εμέ, διότι
έμπροσθεν υμών κείται αν εγώ ψεύδωμαι.
29. Επιστρέψατε, παρακαλώ· ας μη γείνη αδικία· ναι, επιστρέψατε
πάλιν· η δικαιοσύνη μου είναι εν τούτω.
30. Υπάρχει αδικία εν τη γλώσση μου; δεν δύναται ο ουρανίσκος
μου να διακρίνη τα διεφθαρμένα;
ΙΩΒ 7o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 7
1. Δεν είναι εκστρατεία ο βίος του ανθρώπου επί της γης;
αι ημέραι αυτού ως ημέραι μισθωτού;
2. Καθώς ο δούλος επιποθεί την σκιάν, και καθώς ο μισθωτός
αναμένει τον μισθόν αυτού,
3. ούτως εγώ έλαβον διά κληρονομίαν μήνας ματαιότητος,
και οδυνηραί νύκτες διωρίσθησαν εις εμέ.
4. Όταν πλαγιάζω, λέγω, Πότε θέλω εγερθή, και θέλει περάσει
η νυξ; και είμαι πλήρης ανησυχίας έως της αυγής·
5. Η σαρξ μου είναι περιενδεδυμένη σκώληκας και βώλους
χώματος· το δέρμα μου διασχίζεται και ρέει.
6. Αι ημέραι μου είναι ταχύτεραι της κερκίδος του υφαντού,
και χάνονται άνευ ελπίδος.
7. Ενθυμήθητι ότι η ζωή μου είναι άνεμος· ο οφθαλμός
μου δεν θέλει επιστρέψει διά να ίδη αγαθόν.
8. Ο οφθαλμός του βλέποντός με δεν θέλει με ιδεί πλέον·
οι οφθαλμοί σου είναι επ' εμέ, και εγώ δεν υπάρχω.
9. Καθώς το νέφος διαλύεται και χάνεται ούτως ο καταβαίνων
εις τον τάφον δεν θέλει επαναβή·
10. δεν θέλει επιστρέψει πλέον εις τον οίκον αυτού, και
ο τόπος αυτού δεν θέλει γνωρίσει αυτόν πλέον.
11. Διά τούτο εγώ δεν θέλω κρατήσει το στόμα μου· θέλω
λαλήσει εν τη αγωνία του πνεύματός μου· θέλω θρηνολογήσει εν τη πικρία
της ψυχής μου.
12. Θάλασσα είμαι ή κήτος, ώστε έθεσας επ' εμέ φυλακήν;
13. Όταν λέγω, Η κλίνη μου θέλει με παρηγορήσει, η κοίτη
μου θέλει ελαφρώσει το παράπονόν μου,
14. τότε με φοβίζεις με όνειρα και με καταπλήττεις με
οράσεις·
15. και η ψυχή μου εκλέγει αγχόνην και θάνατον, παρά
τα οστά μου.
16. Αηδίασα· δεν θέλω ζήσει εις τον αιώνα· λείψον απ'
εμού· διότι αι ημέραι μου είναι ματαιότης.
17. Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε μεγαλύνεις αυτόν, και βάλλεις
τον νούν σου επ' αυτόν;
18. Και επισκέπτεσαι αυτόν κατά πάσαν πρωΐαν και δοκιμάζεις
αυτόν κατά πάσαν στιγμήν;
19. Έως πότε δεν θέλεις συρθή απ' εμού και δεν θέλεις
με αφήσει, έως να καταπίω τον σίελόν μου;
20. Ημάρτησα· τι δύναμαι να κάμω εις σε, διατηρητά του
ανθρώπου; διά τι με έθεσας σημάδιόν σου, και είμαι βάρος εις εμαυτόν;
21. Και διά τι δεν συγχωρείς την παράβασίν μου και αφαιρείς
την ανομίαν μου; διότι μετ' ολίγον θέλω κοιμάσθαι εν τω χώματι· και το
πρωΐ θέλεις με ζητήσει, και δεν θέλω υπάρχει.
ΙΩΒ 8o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 8
1. Και απεκρίθη Βιλδάδ ο Σαυχίτης και είπεν·
2. Έως πότε θέλεις λαλεί ταύτα; και οι λόγοι του στόματός
σου θέλουσιν είσθαι ως άνεμος σφοδρός;
3. Μήπως ο Θεός ανατρέπει την κρίσιν; ή ο Παντοδύναμος
ανατρέπει το δίκαιον;
4. Εάν οι υιοί σου ημάρτησαν εις αυτόν, παρέδωκεν αυτούς
εις την χείρα της ανομίας αυτών.
5. Εάν συ ήθελες ζητήσει τον Θεόν πρωΐ, και ήθελες δεηθή
του Παντοδυνάμου·
6. εάν ήσο καθαρός και ευθύς, βεβαίως τώρα ήθελεν εγερθή
διά σε, και ήθελεν ευτυχεί η κατοικία της δικαιοσύνης σου.
7. Και αν η αρχή σου ήτο μικρά, τα ύστερά σου όμως ήθελον
μεγαλυνθή σφόδρα.
8. Επειδή ερώτησον, παρακαλώ, περί των προτέρων γενεών,
και ερεύνησον ακριβώς περί των πατέρων αυτών·
9. διότι ημείς είμεθα χθεσινοί, και δεν εξεύρομεν ουδέν,
επειδή αι ημέραι ημών επί της γης είναι σκιά·
10. δεν θέλουσι σε διδάξει αυτοί, και σοι ειπεί και προφέρει
λόγους εκ της καρδίας αυτών;
11. Θάλλει ο πάπυρος άνευ πηλού; αυξάνει ο σχοίνος άνευ
ύδατος;
12. Ενώ είναι έτι πράσινος και αθέριστος, ξηραίνεται
προ παντός χόρτου.
13. Ούτως είναι αι οδοί πάντων των λησμονούντων τον Θεόν·
και η ελπίς του υποκριτού θέλει χαθή·
14. η ελπίς αυτού θέλει κοπή, και το θάρρος αυτού θέλει
είσθαι ιστός αράχνης.
15. Θέλει επιστηριχθή επί την οικίαν αυτού, πλην αυτή
δεν θέλει σταθή· θέλει κρατήσει αυτήν, πλην δεν θέλει ανορθωθή.
16. Είναι χλωρός έμπροσθεν του ηλίου, και ο κλάδος αυτού
απλόνεται εις τον κήπον αυτού.
17. Αι ρίζαι αυτού περιπλέκονται εις τον σωρόν των λίθων,
και εκλέγει τον πετρώδη τόπον.
18. Εάν εξαλειφθή από του τόπου αυτού, τότε θέλει αρνηθή
αυτόν, λέγων, Δεν σε είδον.
19. Ιδού, αύτη είναι η χαρά της οδού αυτού, και εκ του
χώματος άλλοι θέλουσι αναβλαστήσει.
20. Ιδού, ο Θεός δεν θέλει απορρίψει τον άμεμπτον, ουδέ
θέλει πιάσει την χείρα των κακοποιών·
21. εωσού γεμίση το στόμα σου από γέλωτος, και τα χείλη
σου αλαλαγμού.
22. Οι μισούντές σε θέλουσιν ενδυθή αισχύνην· και η κατοικία
των ασεβών δεν θέλει υπάρχει.
ΙΩΒ 9o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 9
1. Και απεκρίθη ο Ιώβ και είπεν·
2. Αληθώς εξεύρω ότι ούτως έχει· αλλά πως ο άνθρωπος
θέλει δικαιωθή ενώπιον του Θεού;
3. Εάν θελήση να διαδικασθή μετ' αυτού δεν δύναται να
αποκριθή προς αυτόν εν εκ χιλίων.
4. Είναι σοφός την καρδίαν και κραταιός την δύναμιν·
τις εσκληρύνθη εναντίον αυτού και ευτύχησεν;
5. Αυτός μετακινεί τα όρη, και δεν γνωρίζουσι τις έστρεψεν
αυτά εν τη οργή αυτού.
6. Αυτός σείει την γην από του τόπου αυτής, και οι στύλοι
αυτής σαλεύονται.
7. Αυτός προστάζει τον ήλιον, και δεν ανατέλλει· και
κρύπτει υπό σφραγίδα τα άστρα.
8. Αυτός μόνος εκτείνει τους ουρανούς και πατεί επί τα
ύψη της θαλάσσης.
9. Αυτός κάμνει τον Αρκτούρον, τον Ωρίωνα και την Πλειάδα
και τα ταμεία του νότου.
10. Αυτός κάμνει μεγαλεία ανεξιχνίαστα και θαυμάσια αναρίθμητα.
11. Ιδού, διαβαίνει πλησίον μου, και δεν βλέπω αυτόν·
διέρχεται, και δεν εννοώ αυτόν.
12. Ιδού, αφαιρεί· τις θέλει εμποδίσει αυτόν; τις θέλει
ειπεί προς αυτόν, Τι κάμνεις;
13. Εάν ο Θεός δεν σύρη την οργήν αυτού, οι επηρμένοι
βοηθοί καταβάλλονται υποκάτω αυτού.
14. Πόσον ολιγώτερον εγώ ήθελον αποκριθή προς αυτόν,
εκλέγων τους προς αυτόν λόγους μου;
15. προς τον οποίον, και αν ήμην δίκαιος, δεν ήθελον
αποκριθή, αλλ' ήθελον ζητήσει έλεος παρά του Κριτού μου.
16. Εάν κράξω, και μοι αποκριθή, δεν ήθελον πιστεύσει
ότι εισήκουσε της φωνής μου.
17. Διότι με κατασυντρίβει με ανεμοστρόβιλον και πληθύνει
τας πληγάς μου αναιτίως.
18. Δεν με αφίνει να αναπνεύσω, αλλά με χορτάζει από
πικρίας.
19. Εάν πρόκηται περί δυνάμεως, ιδού, είναι δυνατός·
και εάν περί κρίσεως, τις θέλει μαρτυρήσει υπέρ εμού;
20. Εάν ήθελον να δικαιώσω εμαυτόν, το στόμα μου ήθελε
με καταδικάσει· εάν ήθελον ειπεί, είμαι άμεμπτος, ήθελε με αποδείξει διεφθαρμένον.
21. Και αν ήμην άμεμπτος, δεν ήθελον φροντίσει περί εμαυτού·
ήθελον καταφρονήσει την ζωήν μου.
22. Εν τούτο είναι, διά τούτο είπα, αυτός αφανίζει τον
άμεμπτον και τον ασεβή.
23. Και αν η μάστιξ αυτού θανατόνη ευθύς, γελά όμως εις
την δοκιμασίαν των αθώων.
24. Η γη παρεδόθη εις τας χείρας του ασεβούς· αυτός σκεπάζει
τα πρόσωπα των κριτών αυτής· αν ουχί αυτός, που και τις είναι;
25. Αι δε ημέραι μου είναι ταχυδρόμου ταχύτεραι· φεύγουσι
και δεν βλέπουσι καλόν.
26. Παρήλθον ως πλοία σπεύδοντα· ως αετός πετώμενος επί
το θήραμα.
27. Εάν είπω, Θέλω λησμονήσει το παράπονόν μου, θέλω
παραιτήσει το πένθος μου και παρηγορηθή·
28. τρομάζω διά πάσας τας θλίψεις μου, γνωρίζων ότι δεν
θέλεις με αθωώσει.
29. Είμαι ασεβής· διά τι λοιπόν να κοπιάζω εις μάτην;
30. Εάν λουσθώ εν ύδατι χιόνος και επιμελώς αποκαθαρίσω
τας χείρας μου·
31. συ όμως θέλεις με βυθίσει εις τον βόρβορον, ώστε
και αυτά μου τα ιμάτια θέλουσι με βδελύττεσθαι.
32. Διότι δεν είναι άνθρωπος ως εγώ, διά να αποκριθώ
προς αυτόν, και να έλθωμεν εις κρίσιν ομού.
33. Δεν υπάρχει μεσίτης μεταξύ ημών, διά να βάλη την
χείρα αυτού επ' αμφοτέρους ημάς.
34. Ας απομακρύνη απ' εμού την ράβδον αυτού, και ο φόβος
αυτού ας μη με εκπλήττη·
35. τότε θέλω λαλήσει και δεν θέλω φοβηθή αυτόν· διότι
ούτω δεν είμαι εν εμαυτώ.
ΙΩΒ 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 10
1. Η ψυχή μου εβαρύνθη την ζωήν μου· θέλω παραδοθή εις
το παράπονόν μου· θέλω λαλήσει εν τη πικρία της ψυχής μου.
2. Θέλω ειπεί προς τον Θεόν, μη με καταδικάσης· δείξόν
μοι διά τι με δικάζεις.
3. Είναι καλόν εις σε να καταθλίβης, να καταφρονής το
έργον των χειρών σου και να ευοδόνης την βουλήν των ασεβών;
4. Σαρκός οφθαλμούς έχεις; ή βλέπεις καθώς βλέπει άνθρωπος;
5. Ανθρώπινος είναι ο βίος σου; ή τα έτη σου ως ημέραι
ανθρώπου,
6. ώστε αναζητείς την ανομίαν μου και ανερευνάς την αμαρτίαν
μου;
7. Ενώ εξεύρεις ότι δεν ησέβησα· και δεν υπάρχει ο ελευθερών
εκ των χειρών σου.
8. Αι χείρές σου με εμόρφωσαν και με έπλασαν όλον κύκλω·
και με καταστρέφεις.
9. Ενθυμήθητι, δέομαι, ότι ως πηλόν με έκαμες· και εις
χώμα θέλεις με επιστρέψει.
10. Δεν με ήμελξας ως γάλα και με έπηξας ως τυρόν;
11. Δέρμα και σάρκα με ενέδυσας και με οστά και νεύρα
με περιέφραξας.
12. Ζωήν και έλεος εχάρισας εις εμέ, και η επίσκεψίς
σου εφύλαξε το πνεύμά μου·
13. ταύτα όμως έκρυπτες εν τη καρδία σου· εξεύρω ότι
τούτο ήτο μετά σου.
14. Εάν αμαρτήσω, με παραφυλάττεις, και από της ανομίας
μου δεν θέλεις με αθωώσει.
15. Εάν ασεβήσω, ουαί εις εμέ· και εάν ήμαι δίκαιος,
δεν δύναμαι να σηκώσω την κεφαλήν μου· είμαι πλήρης ατιμίας· ιδέ λοιπόν
την θλίψιν μου,
16. διότι αυξάνει. Με κυνηγείς ως άγριος λέων· και επιστρέφων
δεικνύεσαι θαυμαστός κατ' εμού.
17. Ανανεόνεις τους μάρτυράς σου εναντίον μου, και πληθύνεις
την οργήν σου κατ' εμού· αλλαγαί στρατεύματος γίνονται επ' εμέ.
18. Διά τι λοιπόν με εξήγαγες εκ της μήτρας; είθε να
εξέπνεον, και οφθαλμός να μη με έβλεπεν.
19. Ήθελον είσθαι ως μη υπάρξας· ήθελον φερθή εκ της
μήτρας εις τον τάφον.
20. Αι ημέραι μου δεν είναι ολίγαι; παύσον λοιπόν, και
άφες με, διά να αναλάβω ολίγον,
21. πριν υπάγω όθεν δεν θέλω επιστρέψει, εις γην σκότους
και σκιάς θανάτου·
22. γην γνοφεράν, ως το σκότος της σκιάς του θανάτου,
όπου τάξις δεν είναι, και το φως είναι ως το σκότος.
ΙΩΒ 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]-English-[>]
Job 11
1. Και απεκρίθη ο Σωφάρ ο Νααμαθίτης και είπε·
2. Δεν δίδεται απόκρισις εις το πλήθος των λόγων; και
ο πολύλογος θέλει δικαιωθή;
3. Αι φλυαρίαι σου θέλουσιν αποστομώσει τους ανθρώπους;
και όταν περιγελάς, δεν θέλει σε καταισχύνει τις;
4. Διότι είπες, Η ομιλία μου είναι καθαρά, και είμαι
καθαρός ενώπιόν σου.
5. Αλλ' είθε να ελάλει ο Θεός και να ήνοιγε τα χείλη
αυτού εναντίον σου.
6. Και να σοι εφανέρονε τα κρύφια της σοφίας, ότι είναι
διπλάσια των όσα γνωρίζονται. Έξευρε λοιπόν, ότι ο Θεός απαιτεί από σου
ολιγώτερον της ανομίας σου.
7. Δύνασαι να εξιχνιάσης τα βάθη του Θεού; δύνασαι να
εξιχνιάσης τον Παντοδύναμον με εντέλειαν;
8. Ταύτα είναι ως τα ύψη του ουρανού· τι δύνασαι να κάμης;
είναι βαθύτερα του άδου· τι δύνασαι να γνωρίσης;
9. Το μέτρον αυτών είναι μακρότερον της γης, και πλατύτερον
της θαλάσσης.
10. Εάν θελήση να χαλάση και να κλείση, ή να συνάξη,
τότε τις δύναται να εμποδίση αυτόν;
11. Διότι αυτός γνωρίζει την ματαιότητα των ανθρώπων,
και βλέπει την ασέβειαν· και δεν θέλει εξετάσει;
12. Ο δε μάταιος άνθρωπος υπερηφανεύεται, και γεννάται
ο άνθρωπος άγριον ονάριον.
13. Εάν συ ετοιμάσης την καρδίαν σου και εκτείνης τας
χείρας σου προς αυτόν·
14. εάν την ανομίαν, την εν χερσί σου, απομακρύνης και
δεν αφίνης να κατοικήση ασέβεια εν ταις σκηναίς σου·
15. τότε βεβαίως θέλεις υψώσει το πρόσωπόν σου ακηλίδωτον·
μάλιστα θέλεις είσθαι σταθερός και δεν θέλεις φοβείσθαι.
16. Διότι συ θέλεις λησμονήσει την θλίψιν· θέλεις ενθυμηθή
αυτήν ως ύδατα διαρρεύσαντα·
17. και ο καιρός σου θέλει ανατείλει λαμπρότερος της
μεσημβρίας· και εάν επέλθη σκότος επί σε, πάλιν θέλεις γείνει ως η αυγή·
18. και θέλεις είσθαι ασφαλής, διότι υπάρχει ελπίς εις
σέ· ναι, θέλεις σκάπτει διά την σκηνήν σου και θέλεις κοιμάσθαι εν ασφαλεία·
19. θέλεις πλαγιάζει, και ουδείς θέλει σε τρομάζει· και
πολλοί θέλουσιν ικετεύει το πρόσωπόν σου.
20. Των δε ασεβών οι οφθαλμοί θέλουσι μαρανθή, και καταφύγιον
θέλει λείψει απ' αυτών, και η ελπίς αυτών θέλει είσθαι να εκπνεύσωσι.
ΙΩΒ 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 12
1. Ο δε Ιώβ απεκρίθη και είπε·
2. Σεις είσθε αληθώς οι άνθρωποι, και με σας θέλει τελευτήσει
η σοφία.
3. Και εγώ έχω σύνεσιν ως και υμείς· δεν είμαι κατώτερος
υμών· και τις δεν γνωρίζει τοιαύτα πράγματα;
4. Έγεινα χλεύη εις τον πλησίον μου, όστις επικαλούμαι
τον Θεόν, και μοι αποκρίνεται. Ο δίκαιος και άμεμπτος περιγελάται.
5. Ο κινδυνεύων να ολισθήση με τους πόδας είναι εις τον
στοχασμόν του ευτυχούντος ως λύχνος καταπεφρονημένος.
6. Αι σκηναί των ληστών ευτυχούσι, και οι παροργίζοντες
τον Θεόν είναι εν ασφαλεία, εις τας χείρας των οποίων ο Θεός φέρει αφθονίαν.
7. Αλλ' ερώτησον τώρα τα ζώα, και θέλουσι σε διδάξει·
και τα πετεινά του ουρανού, και θέλουσι σοι απαγγείλει·
8. ή λάλησον προς την γην, και θέλει σε διδάξει· και
οι ιχθύες της θαλάσσης θέλουσι σοι διηγηθή.
9. Τις εκ πάντων τούτων δεν γνωρίζει, ότι η χειρ του
Κυρίου έκαμε ταύτα;
10. Εν τη χειρί του οποίου είναι ψυχή πάντων των ζώντων
και η πνοή πάσης ανθρωπίνης σαρκός.
11. Το ωτίον δεν διακρίνει τους λόγους; και ο ουρανίσκος
λαμβάνει γεύσιν του φαγητού αυτού;
12. Η σοφία είναι μετά των γερόντων, και η σύνεσις εν
τη μακρότητι των ημερών.
13. Εν αυτώ είναι η σοφία και η δύναμις· αυτός έχει βουλήν
και σύνεσιν.
14. Ιδού, καταστρέφει, και δεν ανοικοδομείται· κλείει
κατά του ανθρώπου, και ουδείς ο ανοίγων.
15. Ιδού, κρατεί τα ύδατα, και ξηραίνονται· πάλιν εξαποστέλλει
αυτά, και καταστρέφουσι την γην.
16. Μετ' αυτού είναι η δύναμις και η σοφία· αυτού είναι
ο απατώμενος και ο απατών.
17. Παραδίδει λάφυρον τους βουλευτάς και μωραίνει τους
κριτάς.
18. Λύει την ζώνην των βασιλέων και περιζώνει την οσφύν
αυτών με σχοινίον.
19. Παραδίδει λάφυρον τους άρχοντας και καταστρέφει τους
ισχυρούς.
20. Αφαιρεί τον λόγον των δεινών ρητόρων, και σηκόνει
την σύνεσιν από των πρεσβυτέρων.
21. Εκχέει καταφρόνησιν επί τους άρχοντας, και λύει την
ζώνην των ισχυρών.
22. Αποκαλύπτει εκ του σκότους βαθέα πράγματα, και εξάγει
εις φως την σκιάν του θανάτου.
23. Μεγαλύνει τα έθνη και αφανίζει αυτά· πλατύνει τα
έθνη και συστέλλει αυτά.
24. Αφαιρεί την καρδίαν από των αρχηγών των λαών της
γης, και κάμνει αυτούς να περιπλανώνται εν ερήμω αβάτω·
25. ψηλαφώσιν εν σκότει χωρίς φωτός, και κάμνει αυτούς
να παραφέρωνται ως ο μεθύων.
ΙΩΒ 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 13
1. Ιδού, ταύτα πάντα είδεν ο οφθαλμός μου· το ωτίον μου
ήκουσε και ενόησε ταύτα.
2. Καθώς γνωρίζετε σεις, γνωρίζω και εγώ· δεν είμαι κατώτερος
υμών.
3. Αλλ' όμως θέλω λαλήσει προς τον Παντοδύναμον, και
επιθυμώ να διαλεχθώ μετά του Θεού.
4. Σεις δε είσθε εφευρεταί ψεύδους· είσθε πάντες ιατροί
ανωφελείς.
5. Είθε να εσιωπάτε παντάπασι και τούτο ήθελεν είσθαι
εις εσάς σοφία.
6. Ακούσατε τώρα τους λόγους μου, και προσέξατε εις τας
δικαιολογίας των χειλέων μου.
7. Θέλετε λαλεί άδικα υπέρ του Θεού; και θέλετε προφέρει
δόλια υπέρ αυτού;
8. Θέλετε κάμει προσωποληψίαν υπέρ αυτού; θέλετε δικολογήσει
υπέρ του Θεού;
9. Είναι καλόν να σας εξιχνιάση; ή καθώς άνθρωπος περιγελά
άνθρωπον, θέλετε περιγελά αυτόν;
10. Εξάπαντος θέλει σας εξελέγξει, εάν κρυφίως προσωποληπτήτε.
11. Το μεγαλείον αυτού δεν θέλει σας τρομάξει, και ο
φόβος αυτού πέσει εφ' υμάς;
12. τα απομνημονεύματά σας ισοδυναμούσι με κονιορτόν,
τα προπύργιά σας με προπύργια χώματος.
13. Σιωπήσατε, αφήσατέ με, διά να λαλήσω εγώ, και ας
έλθη επ' εμέ ό,τι δήποτε.
14. διά τι πιάνω τας σάρκας μου με τους οδόντας μου και
βάλλω την ζωήν μου εις την χείρα μου;
15. Και αν με θανατόνη, εγώ θέλω ελπίζει εις αυτόν· πλην
θέλω υπερασπισθή τας οδούς μου ενώπιον αυτού.
16. Αυτός μάλιστα θέλει είσθαι η σωτηρία μου· διότι δεν
θέλει ελθεί ενώπιον αυτού υποκριτής.
17. Ακροάσθητε προσεκτικώς τον λόγον μου, και την παράστασίν
μου με τα ώτα σας.
18. Ιδού τώρα, διέταξα την κρίσιν μου· εξεύρω ότι εγώ
θέλω δικαιωθή.
19. Τις είναι εκείνος όστις θέλει αντιδιαλεχθή μετ' εμού,
διά να σιωπήσω τώρα και να εκπνεύσω;
20. Μόνον δύο μη κάμης εις εμέ· τότε δεν θέλω κρυφθή
από του προσώπου σου·
21. την χείρα σου απομάκρυνον απ' εμού· και ο φόβος σου
ας μη με τρομάξη.
22. Έπειτα κάλεσον, και εγώ θέλω αποκριθή· ή ας λαλήσω,
και αποκρίθητί μοι.
23. Πόσαι είναι αι ανομίαι μου και αι αμαρτίαι μου; φανέρωσόν
μοι το έγκλημά μου και την αμαρτίαν μου.
24. Διά τι κρύπτεις το πρόσωπόν σου και με θεωρείς ως
εχθρόν σου;
25. Θέλεις κατατρίψει φύλλον φερόμενον υπό του ανέμου;
και θέλεις κατατρέξει άχυρον ξηρόν;
26. Διότι γράφεις πικρίας εναντίον μου, και αποδίδεις
εις εμέ τας ανομίας της νεότητός μου·
27. και βάλλεις τους πόδας μου εις δεσμά, και παραφυλάττεις
πάσας τας οδούς μου· σημειόνεις τα ίχνη των ποδών εμού·
28. όστις φθείρεται ως πράγμα σεσηπός, ως ένδυμα σκωληκόβρωτον.
ΙΩΒ 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 14
1. Άνθρωπος γεγεννημένος εκ γυναικός είναι ολιγόβιος
και πλήρης ταραχής·
2. αναβλαστάνει ως άνθος και κόπτεται· φεύγει ως σκιά
και δεν διαμένει.
3. Και επί τοιούτον ανοίγεις τους οφθαλμούς σου, και
με φέρεις εις κρίσιν μετά σου;
4. Τις δύναται να εξαγάγη καθαρόν από ακαθάρτου; ουδείς.
5. Επειδή αι ημέραι αυτού είναι προσδιωρισμέναι, ο αριθμός
των μηνών αυτού ευρίσκεται παρά σοι, και συ έθεσας τα όρια αυτού, και δεν
δύναται να υπερβή αυτά,
6. απόστρεψον απ' αυτού, διά να ησυχάση, εωσού χαίρων
εκπληρώση ως μισθωτός την ημέραν αυτού.
7. Διότι περί του δένδρου, εάν κοπή, είναι ελπίς ότι
θέλει αναβλαστήσει, και ότι ο τρυφερός αυτού βλαστός δεν θέλει εκλείψει.
8. Και αν η ρίζα αυτού παλαιωθή εν τη γη και ο κορμός
αυτού αποθάνη εν τω χώματι,
9. όμως διά της οσμής του ύδατος θέλει αναβλαστήσει και
θέλει εκβάλει κλάδους ως νεόφυτον.
10. Αλλ' ο άνθρωπος αποθνήσκει και παρέρχεται· και ο
άνθρωπος εκπνέει, και που είναι;
11. Καθώς τα ύδατα εκλείπουσιν εκ της θαλάσσης και ο
ποταμός στειρεύει και ξηραίνεται,
12. ούτως ο άνθρωπος, αφού κοιμηθή, δεν ανίσταται· εωσού
οι ουρανοί μη υπάρξωσι, δεν θέλουσιν εξυπνήσει, και δεν θέλουσιν εγερθή
εκ του ύπνου αυτών.
13. Είθε να με έκρυπτες εν τω τάφω, να με εσκέπαζες εωσού
παρέλθη η οργή σου, να προσδιώριζες εις εμέ προθεσμίαν, και τότε να με
ενθυμηθής
14. Εάν αποθάνη ο άνθρωπος, θέλει αναζήσει; πάσας τας
ημέρας της εκστρατείας μου θέλω περιμένει, εωσού έλθη η απαλλαγή μου.
15. Θέλεις καλέσει, και εγώ θέλω σοι αποκριθή· θέλεις
επιβλέψει εις το έργον των χειρών σου.
16. Διότι τώρα αριθμείς τα διαβήματά μου· δεν παραφυλάττεις
τας αμαρτίας μου;
17. Η παράβασίς μου είναι επεσφραγισμένη εν βαλαντίω,
και επισημειόνεις την ανομίαν μου.
18. Βεβαίως το μεν όρος πίπτον εξουδενούται, ο δε βράχος
μετακινείται από του τόπου αυτού.
19. Τα ύδατα τρώγουσι τας πέτρας· αι πλημμύραι αυτών
παρασύρουσι το χώμα της γής· ούτω συ καταστρέφεις την ελπίδα του ανθρώπου,
20. υπερισχύεις πάντοτε εναντίον αυτού, και αυτός παρέρχεται·
μεταβάλλεις την όψιν αυτού και αποπέμπεις αυτόν.
21. Οι υιοί αυτού υψούνται, και αυτός δεν εξεύρει· και
ταπεινούνται, και αυτός δεν εννοεί ουδέν περί αυτών.
22. Μόνον η σαρξ αυτού επ' αυτού θέλει πονεί, και η ψυχή
αυτού εν αυτώ θέλει πενθεί.
ΙΩΒ 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 15
1. Τότε απεκρίθη Ελιφάς ο Θαιμανίτης και είπεν·
2. Έπρεπε σοφός να προφέρη στοχασμούς μάταιους και να
γεμίζη την κοιλίαν αυτού από ανατολικού ανέμου;
3. Έπρεπε να φιλονεική διά λόγων ματαίων και ομιλιών
ανωφελών;
4. Βεβαίως συ απορρίπτεις τον φόβον και αποκλείεις την
δέησιν ενώπιον του Θεού.
5. Διότι το στόμα σου αποδεικνύει την ανομίαν σου, και
εξέλεξας την γλώσσαν των πανούργων.
6. Το στόμα σου σε καταδικάζει, και ουχί εγώ· και τα
χείλη σου καταμαρτυρούσιν εναντίον σου.
7. Μη πρώτος άνθρωπος εγεννήθης; ή προ των βουνών επλάσθης;
8. Μήπως ήκουσας τας βουλάς του Θεού; και εξήντλησας
εις σεαυτόν την σοφίαν;
9. Τι εξεύρεις, και δεν εξεύρομεν; τι εννοείς, και δεν
εννοούμεν;
10. Υπάρχουσι και μεταξύ ημών πολιοί και γέροντες, γεροντότεροι
του πατρός σου.
11. Αι παρηγορίαι του Θεού φαίνονται μικρόν πράγμα εις
σε; ή έχεις τι απόκρυφον εν σεαυτώ;
12. Διά τι σε αποπλανά η καρδία σου; και διά τι παραφέρονται
οι οφθαλμοί σου,
13. ώστε στρέφεις το πνεύμά σου κατά του Θεού και αφίνεις
να εξέρχωνται τοιούτοι λόγοι εκ του στόματός σου;
14. Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να ήναι καθαρός; και ο
γεγεννημένος εκ γυναικός, ώστε να ήναι δίκαιος;
15. Ιδού, εις τους αγίους αυτού δεν εμπιστεύεται· και
οι ουρανοί δεν είναι καθαροί εις τους οφθαλμούς αυτού·
16. πόσω μάλλον βδελυρός και ακάθαρτος είναι ο άνθρωπος,
ο πίνων ανομίαν ως ύδωρ;
17. Εγώ θέλω σε διδάξει· άκουσόν μου· τούτο βεβαίως είδον
και θέλω φανερώσει,
18. το οποίον οι σοφοί ανήγγειλαν παρά των πατέρων αυτών,
και δεν έκρυψαν·
19. εις τους οποίους μόνους εδόθη η γη, και ξένος δεν
επέρασε διά μέσου αυτών.
20. Ο ασεβής βασανίζεται πάσας τας ημέρας, και αριθμητά
έτη είναι πεφυλαγμένα διά τον τύραννον.
21. Ήχος φόβου είναι εις τα ώτα αυτού· εν μέσω ειρήνης
θέλει επέλθει επ' αυτόν ο εξολοθρευτής.
22. Δεν πιστεύει ότι θέλει επιστρέψει εκ του σκότους,
και περιμένει την μάχαιραν.
23. Περιπλανάται διά άρτον, και που; εξεύρει ότι η ημέρα
του σκότους είναι ετοίμη πλησίον αυτού.
24. Θλίψις και στενοχωρία θέλουσι καταπλήττει αυτόν·
θέλουσιν υπερισχύσει κατ' αυτού, ως βασιλεύς εις μάχην παρεσκευασμένος·
25. διότι εξήπλωσε την χείρα αυτού κατά του Θεού και
ηλαζονεύθη κατά του Παντοδυνάμου·
26. ώρμησε κατ' αυτού με τράχηλον επηρμένον, με την πεπυκνωμένην
ράχιν των ασπίδων αυτού·
27. διότι εσκέπασε το πρόσωπον αυτού με το πάχος αυτού
και υπερεπάχυνε τα πλευρά αυτού·
28. και κατώκησεν εις πόλεις ερήμους, εις οίκους ακατοικήτους,
ετοίμους διά σωρούς.
29. δεν θέλει πλουτισθή, ουδέ θέλουσι διαμένει τα υπάρχοντα
αυτού, ουδέ θέλει εκτανθή η αφθονία αυτών επί την γην.
30. Δεν θέλει χωρισθή εκ του σκότους· φλόξ θέλει ξηράνει
τους βλαστούς αυτού, και με την πνοήν του στόματος αυτού θέλει απέλθει.
31. Ας μη πιστεύση εις την ματαιότητα ο ηπατημένος, διότι
ματαιότης θέλει είσθαι η αμοιβή αυτού.
32. Προ του καιρού αυτού θέλει φθαρή, και ο κλάδος αυτού
δεν θέλει πρασινίσει.
33. Θέλει αποβάλει την άωρον σταφυλήν αυτού ως η άμπελος,
και θέλει ρίψει το άνθος αυτού ως η ελαία.
34. Διότι η σύναξις των υποκριτών θέλει ερημωθή, και
πυρ θέλει καταφάγει τας σκηνάς της δωροληψίας.
35. Συλλαμβάνουσι πονηρίαν και γεννώσι ματαιότητα, και
η καρδία αυτών μηχανάται δόλον.
ΙΩΒ 16o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 16
1. Τότε ο Ιώβ απεκρίθη και είπε·
2. Πολλά τοιαύτα ήκουσα· άθλιοι παρηγορηταί είσθε πάντες.
3. Έχουσι τέλος αι ματαιολογίαι; ή τι σε ενθαρρύνει εις
το να αποκρίνησαι;
4. Και εγώ εδυνάμην να λαλήσω καθώς σείς· εάν η ψυχή
σας ήτο εις τον τόπον της ψυχής μου, ηδυνάμην να επισωρεύσω λόγους εναντίον
σας, και να κινήσω εναντίον σας την κεφαλήν μου.
5. Ήθελον σας ενισχύσει με το στόμα μου, και η κίνησις
των χειλέων μου ήθελε σας ανακουφίσει.
6. Αν λαλώ, ο πόνος μου δεν ανακουφίζεται· και αν σιωπώ,
ποία ελάττωσις γίνεται εις εμέ;
7. Αλλά τώρα με υπερεβάρυνεν· ηρήμωσας πάσαν την συνοδίαν
μου.
8. Και αι ρυτίδες με τας οποίας με εσημείωσας, είναι
μαρτυρία· και η ισχνότης μου ανισταμένη εις εμέ, μαρτυρεί επί του προσώπου
μου.
9. Με διασπαράττει ο εχθρός μου εν τω θυμώ αυτού και
με μισεί· τρίζει τους οδόντας αυτού εναντίον μου· οξύνει τους οφθαλμούς
αυτού επ' εμέ.
10. Ανοίγουσι το στόμα αυτών κατ' εμού· με τύπτουσι κατά
της σιαγόνος υβριστικώς· συνήχθησαν ομού επ' εμέ.
11. Ο Θεός με παρέδωκεν εις τον άδικον, και με έρριψεν
εις χείρας ασεβών.
12. Ήμην εν ησυχία, και με κατεσπάραξε· και πιάσας με
από του τραχήλου, με κατεσύντριψε, και με έθεσε σκοπόν αυτού.
13. Οι τοξόται αυτού με περιεκύκλωσαν· διαπερά τα νεφρά
μου, και δεν φείδεται· εκχέει την χολήν μου επί την γην.
14. Με συντρίβει με πληγήν επί πληγήν· έδραμεν επ' εμέ
ως γίγας.
15. Σάκκον έρραψα επί το δέρμα μου, και εμόλυνα το κέρας
μου με χώμα.
16. Το πρόσωπόν μου κατεκάη υπό του κλαυθμού, και σκιά
θανάτου είναι επί των βλεφάρων μου·
17. ενώ αδικία δεν υπάρχει εν ταις χερσί μου, και η προσευχή
μου είναι καθαρά.
18. Ω γη, μη σκεπάσης το αίμα μου, και ας μη υπάρχη τόπος
διά την κραυγήν μου,
19. και τώρα, ιδού, ο μάρτυς μου είναι εν τω ουρανώ,
και η μαρτυρία μου εν τοις υψίστοις.
20. Οι φίλοι μου είναι οι εμπαίζοντές με· ο οφθαλμός
μου σταλάζει δάκρυα προς τον Θεόν.
21. Να ήτο δυνατόν να διαδικάζηταί τις προς τον Θεόν,
ως άνθρωπος προς τον πλησίον αυτού.
22. Διότι ήλθον τα ηριθμημένα έτη· και θέλω υπάγει την
οδόν, οπόθεν δεν θέλω επιστρέψει.
ΙΩΒ 17o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 17
1. Το πνεύμά μου φθείρεται, αι ημέραι μου σβύνονται,
οι τάφοι είναι έτοιμοι δι' εμέ.
2. Δεν είναι χλευασταί πλησίον μου; και δεν διανυκτερεύει
ο οφθαλμός μου εν ταις πικρίαις αυτών;
3. Ασφάλισόν με, δέομαι· γενού εις εμέ εγγυητής πλησίον
σου· τις ήθελεν εγγυηθή εις εμέ;
4. Διότι συ έκρυψας την καρδίαν αυτών από συνέσεως· διά
τούτο δεν θέλεις υψώσει αυτούς.
5. Του λαλούντος με απάτην προς τους φίλους, και οι οφθαλμοί
των τέκνων αυτού θέλουσι τήκεσθαι.
6. Και με κατέστησε παροιμίαν των λαών· και ενώπιον αυτών
κατεστάθην όνειδος.
7. Και ο οφθαλμός μου εμαράνθη υπό της θλίψεως, και πάντα
τα μέλη μου έγειναν ως σκιά.
8. Οι ευθείς θέλουσι θαυμάσει εις τούτο, και ο αθώος
θέλει διεγερθή κατά του υποκριτού.
9. Ο δε δίκαιος θέλει κρατεί την οδόν αυτού, και ο καθαρός
τας χείρας θέλει επαυξήσει την δύναμιν αυτού.
10. Σεις δε πάντες επιστράφητε, και έλθετε τώρα· διότι
ουδένα συνετόν θέλω ευρεί μεταξύ σας.
11. Αι ημέραι μου παρήλθον, εκόπησαν οι σκοποί μου, αι
επιθυμίαι της καρδίας μου.
12. Την νύκτα μετέβαλον εις ημέραν· το φως είναι πλησίον
του σκότους.
13. Εάν προσμένω, ο τάφος είναι η κατοικία μου· έστρωσα
την κλίνην μου εν τω σκότει.
14. Εβόησα προς την φθοράν, Είσαι, πατήρ μου· προς τον
σκώληκα, Μήτηρ μου και αδελφή μου είσαι.
15. Και που τώρα η ελπίς μου; και την ελπίδα μου τις
θέλει ιδεί;
16. εις το βάθος του άδου θέλει καταβή· βεβαίως θέλει
αναπαυθή μετ' εμού εν τω χώματι.
ΙΩΒ 18o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 18
1. Και απεκρίθη Βιλδάδ ο Σαυχίτης και είπεν·
2. Έως πότε δεν θέλετε τελειώσει τους λόγους; προσέξατε,
και έπειτα θέλομεν λαλήσει.
3. Διά τι λογιζόμεθα ως τετράποδα, και εξαχρειούμεθα
έμπροσθέν σας;
4. Ω διασπαράττων την ψυχήν σου εν τω θυμώ σου, διά σε
η γη θέλει εγκαταλειφθή; και ο βράχος θέλει μετακινηθή από του τόπου αυτού;
5. Βεβαίως το φως των ασεβών θέλει σβεσθή, και ο σπινθήρ
του πυρός αυτών δεν θέλει αναλάμψει·
6. το φως θέλει είσθαι σκότος εν τη σκηνή αυτού, και
ο λύχνος αυτού άνωθεν αυτού θέλει σβεσθή·
7. τα βήματα της δυνάμεως αυτού θέλουσι συσταλθή, και
η βουλή αυτού θέλει κατακρημνίσει αυτόν.
8. Διότι με τους εαυτού πόδας ερρίφθη εις δίκτυον, και
περιπατεί επί βρόχων.
9. Παγίς θέλει συλλάβει αυτόν από της πτέρνας· ο κλέπτης
θέλει υπερισχύσει κατ' αυτού.
10. Η παγίς αυτού είναι κεκρυμμένη εν τη γη, και η ενέδρα
αυτού επί της οδού.
11. Τρόμοι θέλουσι φοβίζει αυτόν κυκλόθεν, και θέλουσι
καταδιώκει αυτόν κατά πόδας.
12. Η δύναμις αυτού θέλει λιμοκτονήσει, και όλεθρος θέλει
είσθαι έτοιμος εις την πλευράν αυτού.
13. Πρωτότοκος θάνατος θέλει καταφάγει το κάλλος του
δέρματος αυτού· το κάλλος αυτού θέλει καταφάγει.
14. Το θάρρος αυτού θέλει εκριζωθή από της σκηνής αυτού,
και αυτός θέλει συρθή προς τον βασιλέα των τρόμων.
15. Ούτοι θέλουσι κατοικήσει εν τη σκηνή αυτού, ήτις
δεν είναι πλέον αυτού· θείον θέλει διασπαρή επί την κατοικίαν αυτού.
16. Υποκάτωθεν αι ρίζαι αυτού θέλουσι ξηρανθή, και επάνωθεν
θέλει κοπή ο κλάδος αυτού.
17. Το μνημόσυνον αυτού θέλει εξαλειφθή από της γης,
και δεν θέλει υπάρχει πλέον το όνομα αυτού εν ταις πλατείαις.
18. Θέλει εξωσθή από του φωτός εις το σκότος, και θέλει
εκβληθή από του κόσμου.
19. Δεν θέλει έχει ούτε υιόν ούτε έγγονον μεταξύ του
λαού αυτού, ουδέ υπόλοιπον εν ταις κατοικίαις αυτού.
20. Οι μεταγενέστεροι θέλουσιν εκπλαγή διά την ημέραν
αυτού, καθώς οι προγενέστεροι έλαβον φρίκην.
21. Βεβαίως τοιαύται είναι αι κατοικίαι του ασεβούς,
και ούτος ο τόπος του μη γνωρίζοντος τον Θεόν.
ΙΩΒ 19o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 19
1. Και απεκρίθη ο Ιώβ και είπεν·
2. Έως πότε θέλετε θλίβει την ψυχήν μου, και θέλετε με
κατασυντρίβει με λόγους;
3. Δεκάκις ήδη με ωνειδίσατε· δεν αισχύνεσθε να σκληρύνησθε
εναντίον μου;
4. Και εάν τωόντι έσφαλα, το σφάλμα μου μένει εν εμοί.
5. Αλλ' εάν θέλητε εξάπαντος να μεγαλυνθήτε εναντίον
μου, και να ρίπτητε κατ' εμού το όνειδός μου,
6. μάθετε τώρα ότι ο Θεός με κατέστρεψε, και με περιεκύκλωσε
με το δίκτυον αυτού.
7. Ιδού, φωνάζω, Αδικία· αλλά δεν εισακούομαι· επικαλούμαι,
αλλ' ουδεμία κρίσις.
8. Έφραξε την οδόν μου, και δεν δύναμαι να περάσω, και
έθεσε σκότος εις τας τρίβους μου.
9. Με εξέδυσε την δόξαν μου, και αφήρεσε τον στέφανον
της κεφαλής μου.
10. Με ηφάνισε πανταχόθεν, και χάνομαι· και εξερρίζωσε
την ελπίδα μου ως δένδρον.
11. Και εξήψε κατ' εμού τον θυμόν αυτού, και με στοχάζεται
ως εχθρόν αυτού.
12. Τα τάγματα αυτού ήλθον ομού και ητοίμασαν την οδόν
αυτών εναντίον μου, και εστρατοπέδευσαν πέριξ της σκηνής μου.
13. Απεμάκρυνεν απ' εμού τους αδελφούς μου, και ηλλοτριώθησαν
όλως απ' εμού οι γνώριμοί μου.
14. Οι πλησίον μου με αφήκαν, και οι γνωστοί μου με ελησμόνησαν.
15. Οι κατοικούντες εν τω οίκω μου και αι θεράπαιναί
μου με στοχάζονται ως ξένον· ξένος κατεστάθην εις τους οφθαλμούς αυτών.
16. Καλώ τον υπηρέτην μου, και δεν αποκρίνεται· με το
στόμα μου ικέτευσα αυτόν.
17. Η πνοή μου έγεινε ξένη εις την γυναίκα μου, και αι
παρακλήσεις μου εις τα τέκνα της κοιλίας μου.
18. Και αυτά τα παιδάρια με κατεφρόνησαν· εσηκώθην, και
ελάλησαν εναντίον μου.
19. Πάντες οι μυστικοί φίλοι μου με εβδελύχθησαν· και
εκείνοι, τους οποίους ηγάπησα, εστράφησαν εναντίον μου.
20. Τα οστά μου εκολλήθησαν εις το δέρμα μου και εις
την σάρκα μου και διεσώθην με το δέρμα των οδόντων μου.
21. Ελεήσατέ με, ελεήσατέ με, σεις φίλοι μου· διότι χειρ
Θεού με επλήγωσε.
22. Διά τι με κατατρέχετε ως ο Θεός, και δεν εχορτάσθητε
από των σαρκών μου;
23. Ω και να εγράφοντο οι λόγοι μου· να ενετυπούντο εν
βιβλίω·
24. να ενεχαράττοντο επί βράχον διά σιδηράς γραφίδος
και μολύβδου διαπαντός
25. Διότι εξεύρω ότι ζη ο Λυτρωτής μου, και θέλει εγερθή
εν τοις εσχάτοις καιροίς επί της γής·
26. και αφού μετά το δέρμα μου το σώμα τούτο φθαρή, πάλιν
με την σάρκα μου θέλω ιδή τον Θεόν·
27. τον οποίον αυτός εγώ θέλω ιδεί, και θέλουσι θεωρήσει
οι οφθαλμοί μου, και ουχί άλλος· οι νεφροί μου κατατήκονται εν τω κόλπω
μου.
28. Αλλά σεις έπρεπε να είπητε, Διά τι κατατρέχομεν αυτόν;
επειδή η ρίζα του πράγματος ευρίσκεται εν εμοί.
29. Φοβήθητε την ρομφαίαν· διότι η ρομφαία είναι ο εκδικητής
των ανομιών, διά να γνωρίσητε ότι υπάρχει κρίσις.
ΙΩΒ 20o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 20
1. Και απεκρίθη Σωφάρ ο Νααμαθίτης και είπε·
2. Διά τούτο οι στοχασμοί μου με κινούσιν εις το να αποκριθώ,
και διά τούτο σπεύδω.
3. Ήκουσα την εις εμέ ονειδιστικήν επίπληξιν, και το
πνεύμα της συνέσεως μου με κάμνει να αποκριθώ.
4. Δεν γνωρίζεις τούτο παλαιόθεν αφ' ότου ο άνθρωπος
ετέθη επί της γης,
5. ότι ο θρίαμβος των ασεβών είναι ολιγοχρόνιος, και
η χαρά του υποκριτού στιγμαία.
6. Και αν το μεγαλείον αυτού αναβή εις τους ουρανούς
και η κεφαλή αυτού φθάση έως των νεφελών,
7. θέλει αφανισθή διαπαντός ως κόπρος αυτού· όσοι έβλεπον
αυτόν θέλουσι λέγει, Που εκείνος;
8. θέλει πετάξει ως όνειρον και δεν θέλει ευρεθή· και,
ως όρασις της νυκτός θέλει εξαφανισθή.
9. Και ο οφθαλμός όστις έβλεπεν αυτόν δεν θέλει ιδεί
αυτόν πλέον· και ο τόπος αυτού δεν θέλει πλέον γνωρίσει αυτόν.
10. Οι υιοί αυτού θέλουσι ζητήσει την εύνοιαν των πτωχών,
και αι χείρες αυτού θέλουσιν επιστρέψει τα αγαθά αυτών.
11. Τα οστά αυτού γέμουσιν από των αμαρτημάτων της νεότητος
αυτού, και θέλουσι κοιμηθή μετ' αυτού εν χώματι.
12. Αν και η κακία ήναι γλυκεία εν τω στόματι αυτού,
κρύπτη αυτήν υπό την γλώσσαν αυτού·
13. αν και περιθάλπη αυτήν και δεν αφίνη αυτήν, αλλά
κρατή αυτήν εν τω μέσω του ουρανίσκου αυτού·
14. όμως η τροφή αυτού θέλει αλλοιωθή εις τα εντόσθια
αυτού· χολή ασπίδων θέλει γείνει εν αυτώ.
15. Τα πλούτη όσα κατέπιε, θέλει εξεμέσει· ο Θεός θέλει
εκσπάσει αυτά από της κοιλίας αυτού.
16. Φαρμάκιον ασπίδων θέλει θηλάσει· γλώσσα εχίδνης θέλει
θανατώσει αυτόν.
17. Δεν θέλει ιδεί τους ποταμούς, τους ρύακας τους ρέοντας
μέλι και βούτυρον.
18. Εκείνο, διά το οποίον εκοπίασε, θέλει αποδώσει και
δεν θέλει καταπίει αυτό· κατά την απόκτησιν θέλει γείνει η απόδοσις αυτού,
και δεν θέλει χαρή.
19. Διότι κατέθλιψεν, εγκατέλιπε τους πένητας· ήρπασεν
οικίαν, την οποίαν δεν ωκοδόμησε.
20. Βεβαίως δεν θέλει γνωρίσει ανάπαυσιν εν τη κοιλία
αυτού· δεν θέλει διασώσει ουδέν εκ των επιθυμητών αυτού.
21. Δεν θέλει μείνει εις αυτόν ουδέν προς τροφήν· όθεν
δεν θέλει ελπίσει επί τα αγαθά αυτού.
22. Εν τη πλήρει αφθονία αυτού θέλει επέλθει επ' αυτόν
στενοχωρία· πάσα η δύναμις της ταλαιπωρίας θέλει επιπέσει επ' αυτόν.
23. Ενώ καταγίνεται να εμπλήση την κοιλίαν αυτού, ο Θεός
θέλει αποστείλει τον θυμόν της οργής αυτού επ' αυτόν, και θέλει επιβρέξει
αυτόν κατ' αυτού ενώ τρώγει.
24. Ενώ φεύγει το όπλον το σιδηρούν, το χάλκινον τόξον
θέλει διαπεράσει αυτόν.
25. Το βέλος σύρεται και διαπερά το σώμα, και η αστράπτουσα
ακμή εξέρχεται εκ της χολής αυτού. Τρόμοι είναι επ' αυτόν,
26. παν σκότος κρύπτεται εν τοις ταμείοις αυτού· πυρ
άσβεστον θέλει κατατρώγει αυτόν· όσοι εναπελείφθησαν εν τη σκηνή αυτού
θέλουσι δυστυχεί.
27. Ο ουρανός θέλει ανακαλύψει την ανομίαν αυτού· και
η γη θέλει σηκωθή κατ' αυτού.
28. Η περιουσία του οίκου αυτού θέλει αφανισθή· θέλει
διαρρεύσει εν τη ημέρα της κατ' αυτού οργής.
29. Αύτη είναι η παρά του Θεού μερίς του ασεβούς ανθρώπου,
και η κληρονομία η διωρισμένη εις αυτόν παρά του Θεού.
ΙΩΒ 21o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Job 21
1. Και απεκρίθη ο Ιώβ και είπεν·
2. Ακούσατε μετά προσοχής την ομιλίαν μου, και τούτο
ας ήναι αντί των παρηγοριών σας.
3. Υποφέρετέ με να λαλήσω· και αφού λαλήσω, εμπαίζετε.
4. Μη εις άνθρωπον παραπονούμαι εγώ; διά τι λοιπόν να
μη ταραχθή το πνεύμά μου;
5. Εμβλέψατε εις εμέ και θαυμάσατε, και βάλετε χείρα
επί στόματος.
6. Μόνον να ενθυμηθώ, ταράττομαι, και τρόμος κυριεύει
την σάρκα μου.
7. Διά τι οι ασεβείς ζώσι, γηράσκουσι, μάλιστα ακμάζουσιν
εις πλούτη;
8. Το σπέρμα αυτών στερεούται έμπροσθεν αυτών μετ' αυτών,
και τα έκγονα αυτών έμπροσθεν των οφθαλμών αυτών.
9. Αι οικίαι αυτών είναι ασφαλείς από φόβου· και ράβδος
Θεού δεν είναι επ' αυτούς.
10. Ο βους αυτών συλλαμβάνει και δεν αποτυγχάνει· η δάμαλις
αυτών τίκτει και δεν αποβάλλει.
11. Απολύουσι τα τέκνα αυτών ως πρόβατα, και τα παιδία
αυτών σκιρτώσι.
12. Λαμβάνουσι το τύμπανον και την κιθάραν και ευφραίνονται
εις τον ήχον του οργάνου.
13. Διάγουσι τας ημέρας αυτών εν αγαθοίς και εν μιά στιγμή
καταβαίνουσιν εις τον άδην.
14. Και λέγουσι προς τον Θεόν, απόστηθι αφ' ημών, διότι
δεν θέλομεν να γνωρίσωμεν τας οδούς σου·
15. τι είναι ο Παντοδύναμος διά να δουλεύωμεν αυτόν;
και τι ωφελούμεθα επικαλούμενοι αυτόν;
16. Ιδού, τα αγαθά αυτών δεν είναι εν τη χειρί αυτών·
μακράν απ' εμού η βουλή των ασεβών.
17. Ποσάκις σβύνεται ο λύχνος των ασεβών, και έρχεται
η καταστροφή αυτών επ' αυτούς Ο Θεός διαμοιράζει εις αυτούς ωδίνας εν τη
οργή αυτού.
18. Είναι ως άχυρον έμπροσθεν του ανέμου· και ως κονιορτός,
τον οποίον αρπάζει ο ανεμοστρόβιλος.
19. Ο Θεός φυλάττει την ποινήν της ανομίας αυτών διά
τους υιούς αυτών· ανταποδίδει εις αυτούς, και θέλουσι γνωρίσει τούτο.
20. Οι οφθαλμοί αυτών θέλουσιν ιδεί την καταστροφήν αυτών,
και θέλουσι πίει από του θυμού του Παντοδυνάμου.
21. Διότι ο ασεβής ποίαν ηδονήν έχει μεθ' εαυτόν εν τω
οίκω αυτού, αφού κοπή εις το μέσον ο αριθμός των μηνών αυτού;
22. Θέλει διδάξει τις τον Θεόν γνώσιν; και αυτός κρίνει
τους υψηλούς.
23. Ο μεν αποθνήσκει εν τω άκρω της ευδαιμονίας αυτού,
ενώ είναι κατά πάντα ευτυχής και ήσυχος·
24. τα πλευρά αυτού είναι πλήρη πάχους, και τα οστά αυτού
ποτίζονται μυελόν.
25. Ο δε αποθνήσκει εν πικρία ψυχής, και ποτέ δεν έφαγεν
εν ευφροσύνη.
26. Θέλουσι κοίτεσθαι ομού εν τω χώματι, και σκώληκες
θέλουσι σκεπάσει αυτούς.
27. Ιδού, γνωρίζω τους διαλογισμούς σας, και τας πονηρίας
τας οποίας μηχανάσθε κατ' εμού.
28. Διότι λέγετε, Που ο οίκος του άρχοντος; και που η
σκηνή της κατοικήσεως των ασεβών;
29. Δεν ηρωτήσατε τους διαβαίνοντας την οδόν; και τα
σημεία αυτών δεν καταλαμβάνετε;
30. Ότι ο ασεβής φυλάττεται εις ημέραν αφανισμού, εις
ημέραν οργής φέρεται.
31. Τις θέλει φανερώσει έμπροσθεν αυτού την οδόν αυτού;
και τις θέλει ανταποδώσει εις αυτόν ό,τι αυτός έπραξε;
32. και αυτός θέλει φερθή εις τον τάφον, και θέλει διαμένει
εν τω μνήματι.
33. Οι βώλοι της κοιλάδος θέλουσιν είσθαι γλυκείς εις
αυτόν, και πας άνθρωπος θέλει υπάγει κατόπιν αυτού, καθώς αναρίθμητοι προπορεύονται
αυτού.
34. Πως λοιπόν με παρηγορείτε ματαίως, αφού εις τας αποκρίσεις
σας μένει ψεύδος;
[>>]