ΗΣΑΙΑΣ 1o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 1
1. Όρασις Ησαΐου υιού Αμώς, την οποίαν είδε περί
του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ, εν ταις ημέραις Οζίου Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκίου,
βασιλέων Ιούδα.
2. Ακούσατε, ουρανοί, και ακροάσθητι, γή· διότι
ο Κύριος ελάλησεν· Υιούς έθρεψα και ύψωσα, αλλ' αυτοί απεστάτησαν απ' εμού.
3. Ο βους γνωρίζει τον κτήτορα αυτού και ο όνος
την φάτνην του κυρίου αυτού ο Ισραήλ δεν γνωρίζει, ο λαός μου δεν εννοεί.
4. Ουαί, έθνος αμαρτωλόν, λαέ πεφορτωμένε ανομίαν,
σπέρμα κακοποιών υιοί διεφθαρμένοι εγκατέλιπον τον Κύριον, κατεφρόνησαν
τον Άγιον του Ισραήλ, εστράφησαν εις τα οπίσω.
5. Διά τι παιδευόμενοι θέλετε επιπροσθέτει στασιασμόν;
όλη η κεφαλή είναι άρρωστος και όλη η καρδία κεχαυνωμένη·
6. από ίχνους ποδός μέχρι κεφαλής δεν υπάρχει
εν αυτώ ακεραιότης αλλά τραύματα και μελανίσματα και έλκη σεσηπότα δεν
εξεπιέσθησαν ουδέ εδέθησαν ουδέ εμαλακώθησαν δι' αλοιφής
7. η γη σας είναι έρημος, αι πόλεις σας πυρίκαυστοι
την γην σας ξένοι κατατρώγουσιν έμπροσθέν σας· και είναι έρημος, ως πεπορθημένη
υπό αλλοφύλων
8. και η θυγάτηρ Σιών εγκαταλελειμμένη ως καλύβη
εν αμπελώνι, ως οπωροφυλάκιον εν κήπω αγγουρίων ως πόλις πολιορκουμένη.
9. Αν ο Κύριος των δυνάμεων δεν ήθελεν αφήσει
εις ημάς μικρόν υπόλοιπον, ως τα Σόδομα ηθέλομεν γείνει, με τα Γόμορρα
ηθέλομεν εξομοιωθή.
10. Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου, άρχοντες Σοδόμων
ακροάσθητι τον νόμον του Θεού ημών, λαέ Γομόρρων.
11. Τίνα χρείαν έχω του πλήθους
των θυσιών σας; λέγει Κύριος· κεχορτασμένος είμαι από ολοκαυτωμάτων κριών
και από πάχους των σιτευτών και δεν ευαρεστούμαι εις αίμα ταύρων ή αρνίων
ή τράγων.
12. Όταν έρχησθε να εμφανισθήτε ενώπιόν μου,
τις εζήτησεν εκ των χειρών σας τούτο, να πατήτε τας αυλάς μου;
13. Μη φέρετε πλέον, ματαίας
προσφοράς το θυμίαμα είναι βδέλυγμα εις εμέ τας νεομηνίας και τα σάββατα,
την συγκάλεσιν των συνάξεων, δεν δύναμαι να υποφέρω, ανομίαν και πανηγυρικήν
σύναξιν.
14. Τας νεομηνίας σας και
τας διατεταγμένας εορτάς σας μισεί η ψυχή μου είναι φορτίον εις εμέ εβαρύνθην
να υποφέρω.
15. Και όταν εκτείνητε τας χείρας σας, θέλω κρύπτει
τους οφθαλμούς μου από σας ναι, όταν πληθύνητε δεήσεις, δεν θέλω εισακούει
αι χείρές σας είναι πλήρεις αιμάτων.
16. Λούσθητε, καθαρίσθητε·
αποβάλετε την κακίαν των πράξεών σας απ' έμπροσθεν των οφθαλμών μου παύσατε
πράττοντες το κακόν,
17. μάθετε να πράττητε το
καλόν· εκζητήσατε κρίσιν, κάμετε ευθύτητα εις τον δεδυναστευμένον, κρίνατε
τον ορφανόν, προστατεύσατε την δίκην της χήρας
18. Έλθετε τώρα, και ας διαδικασθώμεν,
λέγει Κύριος εάν αι αμαρτίαι σας ήναι ως το πορφυρούν, θέλουσι γείνει λευκαί
ως χιών εάν ήναι ερυθραί ως κόκκινον, θέλουσι γείνει ως λευκόν μαλλίον.
19. Εάν θέλητε και υπακούσητε,
θέλετε φάγει τα αγαθά της γής·
20. εάν όμως δεν θέλητε και αποστατήσητε, θέλετε
καταφαγωθή υπό μαχαίρας διότι το στόμα του Κυρίου ελάλησε.
21. Πως η πιστή πόλις κατεστάθη πόρνη, ήτο πλήρης
κρίσεων η δικαιοσύνη κατώκει εν αυτή αλλά τώρα, φονείς.
22. Ο άργυρός σου κατεστάθη
σκωρία, ο οίνός σου συνεκεράσθη μεθ' ύδατος.
23. Οι άρχοντές σου είναι
απειθείς και σύντροφοι κλεπτών· πάντες αγαπώσι δώρα και κυνηγούσιν αντιπληρωμάς
δεν κρίνουσι τον ορφανόν ουδέ έρχεται η δίκη της χήρας προς αυτούς.
24. Διά τούτο λέγει ο Κύριος, ο Κύριος των δυνάμεων,
ο Κραταιός του Ισραήλ, Ω, θέλω χορτασθή επί τους εναντίους μου και θέλω
εκδικηθή κατά των εχθρών μου
25. και θέλω στρέψει την χείρα μου επί σε και
αποκαθαρίσει την σκωρίαν σου και αφαιρέσει όλον σου τον κασσίτερον.
26. Και θέλω αποκαταστήσει
τους κριτάς σου ως το πρότερον και τους συμβούλους σου ως το απ' αρχής
μετά ταύτα θέλεις ονομασθή η πόλις της δικαιοσύνης, η πιστή πόλις. Πραξ.α'.6,
Δαν.ζ'.27,
Αμώς.θ'.11
27. Η Σιών θέλει εξαγορασθή διά κρίσεως, και
οι επιστρέψαντες αυτής διά δικαιοσύνης.
28. Και οι παράνομοι και οι αμαρτωλοί ομού θέλουσι
καταστραφή, και οι εγκαταλιπόντες τον Κύριον θέλουσι καταναλωθή.
29. Διότι θέλετε καταισχυνθή διά τα άλση, τα
οποία επεθυμήσατε, και θέλετε εντραπή διά τους κήπους, τους οποίους εξελέξατε.
30. Επειδή θέλετε γείνει ως δρυς, της οποίας
τα φύλλα μαραίνονται, και ως κήπος, όστις δεν έχει ύδωρ.
31. Και ο ισχυρός θέλει είσθαι ως καλάμιον στυπίου,
και το έργον αυτού ως σπινθήρ, και θέλουσι καυθή και τα δύο ομού, και δεν
θέλει είσθαι ο σβύνων.
ΗΣΑΙΑΣ 2o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 2
1. Ο λόγος, ο γενόμενος δι' οράματος εις τον
Ησαΐαν τον υιόν του Αμώς, περί του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.
2. Εν ταις εσχάταις ημέραις το όρος του οίκου
του Κυρίου θέλει στηριχθή επί της κορυφής των ορέων και υψωθή υπεράνω των
βουνών και πάντα τα έθνη θέλουσι συρρέει εις αυτό,
3. και πολλοί λαοί θέλουσιν υπάγει και ειπεί,
Έλθετε και ας αναβώμεν εις το όρος του Κυρίου, εις τον οίκον του Θεού του
Ιακώβ και θέλει διδάξει ημάς τας οδούς αυτού, και θέλομεν περιπατήσει εν
ταις τρίβοις αυτού. Διότι εκ Σιών θέλει εξέλθει νόμος και λόγος Κυρίου
εξ Ιερουσαλήμ.
4. Και θέλει κρίνει αναμέσον των εθνών και θέλει
ελέγξει πολλούς λαούς και θέλουσι σφυρηλατήσει τας μαχαίρας αυτών διά υνία
και τας λόγχας αυτών διά δρέπανα δεν θέλει σηκώσει μάχαιραν έθνος εναντίον
έθνους, ουδέ θέλουσι μάθει πλέον τον πόλεμον.
5. Οίκος Ιακώβ, έλθετε και ας περιπατήσωμεν εν
τω φωτί του Κυρίου.
6. Βεβαίως συ εγκατέλιπες τον λαόν σου, τον οίκον
Ιακώβ, διότι ενεπλήσθησαν της ανατολής και έγειναν μάντεις ως οι Φιλισταίοι,
και συνηνώθησαν μετά των τέκνων των αλλοφύλων.
7. Και η γη αυτών ενεπλήσθη αργυρίου και χρυσίου,
και δεν είναι τέλος των θησαυρών αυτών ενεπλήσθη η γη αυτών και ίππων,
και δεν είναι τέλος των αμαξών αυτών.
8. Και η γη αυτών ενεπλήσθη από ειδώλων ελάτρευσαν
το ποίημα των χειρών αυτών, εκείνο το οποίον οι δάκτυλοι αυτών έκαμον
9. και ο κοινός άνθρωπος υπέκυψε και ο μεγάλος
εταπεινώθη και δεν θέλεις συγχωρήσει αυτούς.
10. Είσελθε εις τον βράχον και κρύφθητι εις το
χώμα, διά τον φόβον του Κυρίου και διά την δόξαν της μεγαλειότητος αυτού.
11. Οι υπερήφανοι οφθαλμοί του ανθρώπου θέλουσι
ταπεινωθή, και η έπαρσις των ανθρώπων θέλει υποκύψει· μόνος δε ο Κύριος
θέλει υψωθή εν εκείνη τη ημέρα.
12. Διότι ημέρα Κυρίου των δυνάμεων θέλει επέλθει
επί πάντα αλαζόνα και υπερήφανον και επί πάντα υψωμένον και θέλει ταπεινωθή
13. και επί πάσας τας κέδρους του Λιβάνου τας
υψηλάς και επηρμένας και επί πάσας τας δρυς της Βασάν,
14. και επί πάντα τα υψηλά όρη και επί πάντα
τα υψωμένα βουνά,
15. και επί πάντα πύργον υψηλόν και επί παν τείχος
περιπεφραγμένον,
16. και επί πάντα τα πλοία της Θαρσείς και επί
πάντα τα ηδονικά θεάματα.
17. Και το ύψος του ανθρώπου θέλει υποκύψει,
και η έπαρσις των ανθρώπων θέλει ταπεινωθή· μόνος δε ο Κύριος θέλει υψωθή
εν εκείνη τη ημέρα.
18. Και τα είδωλα θέλουσιν ολοκλήρως καταστραφή.
19. Και αυτοί θέλουσιν εισέλθει εις τα σπήλαια
των βράχων και εις τας τρύπας της γης, διά τον φόβον του Κυρίου και διά
την δόξαν της μεγαλειότητος αυτού, όταν εγερθή διά να κλονίση την γην.
20. Εν εκείνη τη ημέρα θέλει ρίψει ο άνθρωπος
εις τους ασπάλακας και εις τας νυκτερίδας τα αργυρά αυτού είδωλα και τα
χρυσά αυτού είδωλα, τα οποία έκαμεν εις εαυτόν διά να προσκυνή·
21. διά να εισέλθωσιν εις τας σχισμάς των βράχων
και εις τα σπήλαια των πετρών, διά τον φόβον του Κυρίου και διά την δόξαν
της μεγαλειότητος αυτού, όταν εγερθή διά να κλονίση την γην.
22. Παραιτήθητε από ανθρώπου, του οποίου η πνοή
είναι εις τους μυκτήρας αυτού διότι εις τι είναι άξιος λόγου;
ΗΣΑΙΑΣ 3o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 3
1. Διότι ιδού, ο Κύριος, ο Κύριος των δυνάμεων,
θέλει αφαιρέσει από της Ιερουσαλήμ και από του Ιούδα υποστήριγμα και βοήθειαν,
άπαν το υποστήριγμα του άρτου και άπαν το υποστήριγμα του ύδατος,
2. ισχυρόν και πολεμιστήν, κριτήν και προφήτην
και συνετόν και πρεσβύτερον,
3. πεντηκόνταρχον και έντιμον και σύμβουλον και
σοφόν τεχνίτην και συνετόν γοητευτήν.
4. Και θέλω δώσει παιδάρια άρχοντας αυτών, και
νήπια θέλουσιν εξουσιάζει επ' αυτών.
5. Και ο λαός θέλει καταδυναστεύεσθαι, άνθρωπος
υπό ανθρώπου, και έκαστος υπό του πλησίον αυτού· το παιδίον θέλει αλαζονεύεσθαι
προς τον γέροντα, και ο ποταπός προς τον έντιμον.
6. Εάν τις πιάση τον αδελφόν αυτού εκ του οίκου
του πατρός αυτού, λέγων, Ιμάτιον έχεις, γενού αρχηγός ημών, και ο αφανισμός
ούτος ας ήναι υπό την χείρα σου.
7. Εν εκείνη τη ημέρα θέλει ομόσει, λέγων, δεν
θέλω γείνει θεραπευτής διότι εν τη οικία μου δεν είναι ούτε άρτος ούτε
ιμάτιον· μη με κάμητε αρχηγόν του λαού
8. διότι ηφανίσθη η Ιερουσαλήμ και έπεσεν ο Ιούδας,
επειδή η γλώσσα αυτών και τα έργα αυτών ήναι εναντία εις τον Κύριον, παροξύνωσι
τους οφθαλμούς της δόξης αυτού.
9. Η ύψωσις του προσώπου αυτών μαρτυρεί εναντίον
αυτών· και κηρύττουσι την αμαρτίαν αυτών ως τα Σόδομα· δεν κρύπτουσιν αυτήν.
Ουαί εις την ψυχήν αυτών διότι ανταπέδωκαν εις εαυτούς κακά.
10. Είπατε προς τον δίκαιον ότι καλόν θέλει είσθαι
εις αυτόν· διότι θέλει φάγει τον καρπόν των έργων αυτού.
11. Ουαί εις τον άνομον κακόν θέλει είσθαι εις
αυτόν διότι η ανταπόδοσις των χειρών αυτού θέλει γείνει εις αυτόν.
12. Τον λαόν μου, παιδάρια καταδυναστεύουσιν
αυτόν, και γυναίκες εξουσιάζουσιν επ' αυτού. Λαέ μου, οι οδηγοί σου σε
κάμνουσι να πλανάσαι και καταστρέφουσι την οδόν των βημάτων σου.
13. Ο Κύριος εξεγείρεται διά να δικάση και ίσταται
διά να κρίνη τους λαούς.
14. Ο Κύριος θέλει εισέλθει εις κρίσιν μετά των
πρεσβυτέρων του λαού αυτού και μετά των αρχόντων αυτού· διότι σεις κατεφάγετε
τον αμπελώνα· τα αρπάγματα του πτωχού είναι εν ταις οικίαις υμών.
15. Διά τι καταδυναστεύετε τον λαόν μου και καταθλίβετε
τα πρόσωπα των πτωχών; λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων.
16. Και λέγει Κύριος, Επειδή αι θυγατέρες της
Σιών υπερηφανεύθησαν και περιπατούσι με υψωμένον τράχηλον και με όμματα
άσεμνα, περιπατούσαι τρυφηλά και τρίζουσαι με τους πόδας αυτών,
17. διά τούτο ο Κύριος θέλει φαλακρώσει την κορυφήν
της κεφαλής των θυγατέρων της Σιών, και ο Κύριος θέλει εκκαλύψει την αισχύνην
αυτών.
18. Εν εκείνη τη ημέρα ο Κύριος θέλει αφαιρέσει
την δόξαν των τριζόντων στολισμών και τα εμπλόκια και τους μηνίσκους,
19. τα περιδέραια και τα βραχιόλια και τας καλύπτρας,
20. τους κεκρυφάλους και τας περισκελίδας και
τα κεφαλόδεσμα και τας μυροθήκας και τα ενώτια,
21. τα δακτυλίδια και τα έρρινα,
22. τας ποικίλας στολάς και τα επενδύματα και
τα περικαλύμματα και τα θυλάκια,
23. τα κάτοπτρα και τα λεπτά λινά και τας μίτρας
και τα θέριστρα.
24. Και αντί της γλυκείας οσμής θέλει είσθαι
δυσωδία και αντί ζώνης σχοινίον και αντί καλλικομίας φαλάκρωμα και αντί
επιστομαχίου περίζωμα σάκκινον ηλιόκαυμα αντί ώραιότητος.
25. Οι άνδρες σου θέλουσι πέσει εν μαχαίρα και
η δύναμίς σου εν πολέμω.
26. Και αι πύλαι αυτής θέλουσι στενάξει και πενθήσει
και αυτή θέλει κοίτεσθαι επί του εδάφους ηρημωμένη.
ΗΣΑΙΑΣ 4o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 4
1. Και εν εκείνη τη ημέρα επτά γυναίκες θέλουσι
πιάσει ένα άνδρα λέγουσαι, θέλομεν τρώγει τον άρτον ημών και θέλομεν ενδύεσθαι
τα ιμάτια ημών μόνον ας κράζεται το όνομά σου εφ ημάς, διά να αφαιρέσης
το όνειδος ημών.
2. Εν εκείνη τη ημέρα ο κλάδος του Κυρίου θέλει
είσθαι ώραίος και ένδοξος και ο καρπός της γης εξαίρετος και ευφρόσυνος
εις τους διασωθέντας εκ του Ισραήλ
3. και ο υπόλοιπος εν Σιών και ο εναπολειφθείς
εν Ιερουσαλήμ θέλει ονομασθή άγιος, πάντες οι γεγραμμένοι μεταξύ των ζώντων
εν Ιερουσαλήμ,
4. όταν εκπλύνη ο Κύριος την ακαθαρσίαν των θυγατέρων
της Σιών και καθαρίση το αίμα της Ιερουσαλήμ εκ μέσου αυτής διά πνεύματος
κρίσεως και διά πνεύματος καύσεως.
5. Και ο Κύριος θέλει δημιουργήσει επί πάντα
τόπον του όρους Σιών και επί τας συναθροίσεις αυτής νεφέλην και καπνόν
την ημέραν, εν δε τη νυκτί λαμπρότητα φλογερού πυρός· διότι επί πάσαν την
δόξαν θέλει είσθαι υπεράσπισις,
6. και θέλει είσθαι σκηνή, διά να επισκιάζη από
της καύσεως εν ημέρα, και διά να ήναι καταφύγιον και σκέπη από ανεμοζάλης
και από βροχής.
ΗΣΑΙΑΣ 5o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 5
1. Τώρα θέλω ψάλλει εις τον ηγαπημένον μου άσμα
του αγαπητού μου περί του αμπελώνος αυτού. Ο ηγαπημένος μου είχεν αμπελώνα
επί λόφου παχυτάτου.
2. Και περιέφραξεν αυτόν, και συνήθροισεν εξ
αυτού τους λίθους και εφύτευσεν αυτόν με τα πλέον εκλεκτά κλήματα και έκτισε
πύργον εν τω μέσω αυτού και κατεσκεύασεν έτι ληνόν εν αυτώ και περιέμενε
να κάμη σταφύλια, αλλ' έκαμεν αγριοστάφυλα.
3. Και τώρα, κάτοικοι Ιερουσαλήμ και άνδρες Ιούδα,
κρίνατε, παρακαλώ, αναμέσον εμού και του αμπελώνός μου.
4. Τι ήτο δυνατόν να κάμω έτι εις τον αμπελώνά
μου και δεν έκαμον εις αυτόν; διά τι λοιπόν, ενώ περιέμενον να κάμη σταφύλια,
έκαμεν αγριοστάφυλα;
5. Τώρα λοιπόν θέλω σας αναγγείλει τι θέλω κάμει
εγώ εις τον αμπελώνά μου· θέλω αφαιρέσει τον φραγμόν αυτού και θέλει καταφαγωθή
θέλω χαλάσει τον τοίχον αυτού και θέλει καταπατηθή·
6. και θέλω καταστήσει αυτόν έρημον δεν θέλει
κλαδευθή ουδέ σκαφθή, αλλά θέλουσι βλαστήσει εκεί τρίβολοι και άκανθαι
θέλω προστάξει έτι τα νέφη να μη βρέξωσι βροχήν επ' αυτόν.
7. Αλλ' ο αμπελών του Κυρίου των δυνάμεων είναι
ο οίκος του Ισραήλ και οι άνδρες Ιούδα το αγαπητόν αυτού φυτόν και περιέμενε
κρίσιν, πλην ιδού, καταδυνάστευσις δικαιοσύνην, πλην ιδού, κραυγή.
8. Ουαί εις εκείνους, οίτινες ενόνουσιν οικίαν
με οικίαν και συνάπτουσιν αγρόν με αγρόν, εωσού μη μείνη τόπος, διά να
κατοικώσι μόνοι εν τω μέσω της γης.
9. Εις τα ώτα μου είπεν ο Κύριος των δυνάμεων,
Βεβαίως πολλαί οικίαι θέλουσι μείνει ηρημωμέναι, μεγάλαι και καλαί, χωρίς
κατοίκων
10. ναι, δέκα στρέμματα αμπελώνος θέλουσι δώσει
εν βαθ, και ο σπόρος ενός χομόρ θέλει δώσει εν εφά.
11. Ουαί εις εκείνους, οίτινες εξεγειρόμενοι
το πρωΐ ζητούσι σίκερα· οίτινες εξακολουθούσι μέχρι της εσπέρας, εωσού
εξάψη ο οίνος αυτούς.
12. Και η κιθάρα και η λύρα, το τύμπανον και
ο αυλός και ο οίνος είναι εν τοις συμποσίοις αυτών αλλά δεν παρατηρούσι
το έργον του Κυρίου και δεν θεωρούσι την ενέργειαν των χειρών αυτού.
13. Διά τούτο ο λαός μου εφέρθη εις αιχμαλωσίαν,
διότι δεν έχει επίγνωσιν και οι έντιμοι αυτών λιμοκτονούσι, και το πλήθος
αυτών κατεξηράνθη υπό δίψης.
14. Διά ταύτα επλάτυνεν ο άδης εαυτόν και διήνοιξεν
υπέρμετρα το στόμα αυτού· και η δόξα αυτών και το πλήθος αυτών και ο θόρυβος
αυτών και οι εντρυφώντες θέλουσι καταβή εις αυτόν.
15. Και ο κοινός άνθρωπος θέλει υποκύψει, και
ο δυνατός θέλει ταπεινωθή, και οι οφθαλμοί των υψηλών θέλουσι χαμηλωθή.
16. Ο δε Κύριος των δυνάμεων θέλει υψωθή εις
κρίσιν, και ο Θεός ο Άγιος θέλει αγιασθή εις δικαιοσύνην.
17. Τότε τα αρνία θέλουσι βοσκηθή κατά την συνήθειαν
αυτών, και ξένοι θέλουσι φάγει τους ερήμους τόπους των παχέων.
18. Ουαί εις εκείνους, οίτινες επισύρουσι την
ανομίαν διά σχοινίων ματαιότητος και την αμαρτίαν ως διά λωρίων αμάξης
19. οίτινες λέγουσιν, Ας σπεύση, ας επιταχύνη
το έργον αυτού διά να ίδωμεν και η βουλή του Αγίου του Ισραήλ ας πλησιάση
και ας έλθη, διά να μάθωμεν.
20. Ουαί εις εκείνους, οίτινες λέγουσι το κακόν
καλόν και το καλόν κακόν οίτινες θέτουσι το σκότος διά φως και το φως διά
σκότος οίτινες θέτουσι το πικρόν διά γλυκύ και το γλυκύ διά πικρόν.
21. Ουαί εις τους όσοι είναι σοφοί εις τους οφθαλμούς
αυτών και φρόνιμοι ενώπιον εαυτών.
22. Ουαί εις τους όσοι είναι δυνατοί εις το να
πίνωσιν οίνον και ισχυροί εις το να σμίγωσι σίκερα
23. οίτινες δικαιόνουσι τον
παράνομον διά δώρα, και το δίκαιον του δικαίου αφαιρούσιν απ' αυτού.
24. Διά τούτο, ως η γλώσσα του πυρός κατατρώγει
την καλάμην και το άχυρον αφανίζεται εν τη φλογί, ούτως η ρίζα αυτών θέλει
κατασταθή ως σηπεδών, και το άνθος αυτών θέλει αναβή ως κονιορτός διότι
απέρριψαν τον νόμον του Κυρίου των δυνάμεων και κατεφρόνησαν τον λόγον
του Αγίου του Ισραήλ.
25. Διά τούτο ο θυμός του Κυρίου εξήφθη εναντίον
του λαού αυτού, και εκτείνας την χείρα αυτού εναντίον αυτών επάταξεν αυτούς·
τα δε όρη έτρεμον, και τα πτώματα αυτών έγειναν ως κοπρία εν μέσω των οδών.
Εν πάσι τούτοις ο θυμός αυτού δεν απεστράφη, αλλ' η χειρ αυτού είναι έτι
εξηπλωμένη.
26. Και θέλει υψώσει εις τα έθνη σημείον από
μακράν, και θέλει συρίξει εις αυτά απ' άκρου της γης και ιδού, ταχέως θέλουσιν
ελθεί μετά σπουδής·
27. ουδείς θέλει αποκάμει ουδέ προσκρούσει μεταξύ
αυτών ουδείς θέλει νυστάξει ουδέ κοιμηθή ουδέ η ζώνη της οσφύος αυτών θέλει
λυθή, ουδέ το λωρίον των υποδημάτων αυτών θέλει κοπή
28. των οποίων τα βέλη είναι οξέα και πάντα τα
τόξα αυτών εντεταμένα οι όνυχες των ίππων αυτών θέλουσι νομισθή ως πυροβόλος
πέτρα, και οι τροχοί των αμαξών αυτών ως ανεμοστρόβιλος
29. τα βρυχήματα αυτών θέλουσιν είσθαι ως λέοντος
θέλουσι βρυχάσθαι ως σκύμνοι λέοντος· ναι, θέλουσι βρυχάσθαι και θέλουσι
συναρπάσει το θήραμα και φύγει και ουδείς ο ελευθερών.
30. Και όταν κατ' εκείνην την ημέραν βοήσωσιν
εναντίον αυτών ως βοή της θαλάσσης, θέλουσιν εμβλέψει εις την γην και ιδού,
σκότος, λύπη, και το φως εσκοτίσθη εν τω ουρανώ αυτής.
ΗΣΑΙΑΣ 6o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 6
1. Κατά το έτος εν ω απέθανεν Οζίας ο βασιλεύς,
είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου, και το κράσπεδον
αυτού εγέμισε τον ναόν.
2. Άνωθεν αυτού ίσταντο Σεραφείμ ανά εξ πτέρυγας
έχοντα έκαστον με τας δύο εκάλυπτε το πρόσωπον αυτού και με τας δύο εκάλυπτε
τους πόδας αυτού και με τας δύο επέτα.
3. Και έκραζε το εν προς το άλλο και έλεγεν,
Άγιος, άγιος, άγιος ο Κύριος των δυνάμεων πάσα η γη είναι πλήρης της δόξης
αυτού.
4. Και οι παραστάται της θύρας εσείσθησαν εκ
της φωνής του κράζοντος, και ο οίκος επλήσθη καπνού.
5. Τότε είπα, Ω τάλας εγώ διότι εχάθην επειδή
είμαι άνθρωπος ακαθάρτων χειλέων και κατοικώ εν μέσω λαού ακαθάρτων χειλέων
επειδή οι οφθαλμοί μου είδον τον Βασιλέα, τον Κύριον των δυνάμεων.
6. Τότε επέτασε προς εμέ εν εκ των Σεραφείμ έχον
εν τη χειρί αυτού άνθρακα πυρός, τον οποίον έλαβε διά της λαβίδος από του
θυσιαστηρίου.
7. Και ήγγισεν αυτόν εις το στόμα μου και είπεν,
Ιδού, τούτο ήγγισε τα χείλη σου και η ανομία σου εξηλείφθη και η αμαρτία
σου εκαθαρίσθη.
8. Και ήκουσα την φωνήν του Κυρίου, λέγοντος,
Τίνα θέλω αποστείλει, και τις θέλει υπάγει διά ημάς; Τότε είπα, Ιδού, εγώ,
απόστειλόν με.
9. Και είπεν, Ύπαγε και ειπέ
προς τούτον τον λαόν, με την ακοήν θέλετε ακούσει και δεν θέλετε εννοήσει
και βλέποντες θέλετε ιδεί και δεν θέλετε καταλάβει Ματθ.ιγ'.14,
Ιωάν.ιβ'.40
10. επαχύνθη η καρδία του λαού τούτου, και έγειναν
βαρέα τα ώτα αυτών, και έκλεισαν τους οφθαλμούς αυτών, διά να μη βλέπωσι
με τους οφθαλμούς αυτών και ακούωσι με τα ώτα αυτών και νοήσωσι με την
καρδίαν αυτών και επιστρέψωσι και θεραπευθώσι.
11. Τότε είπα, Κύριε, έως πότε; Και απεκρίθη,
Εωσού ερημωθώσιν αι πόλεις, ώστε να μη υπάρχη κάτοικος, και αι οικίαι,
ώστε να μη υπάρχη άνθρωπος, και η γη να ερημωθή παντάπασιν
12. και απομακρύνη ο Κύριος τους ανθρώπους, και
γείνη μεγάλη εγκατάλειψις εν τω μέσω της γης.
13. Έτι όμως θέλει μείνει εν αυτή εν δέκατον,
και αυτό πάλιν θέλει καταφαγωθή καθώς η τερέβινθος και η δρυς, των οποίων
ο κορμός μένει εν αυταίς όταν κόπτωνται, ούτω το άγιον σπέρμα θέλει είσθαι
ο κορμός αυτής.
ΗΣΑΙΑΣ 7o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 7
1. Και εν ταις ημέραις του Άχαζ, υιού του Ιωάθαμ,
υιού του Οζίου, βασιλέως του Ιούδα, Ρεσίν ο βασιλεύς της Συρίας, και Φεκά
ο υιός του Ρεμαλία, βασιλεύς του Ισραήλ, ανέβησαν επί την Ιερουσαλήμ διά
να πολεμήσωσιν αυτήν αλλά δεν ηδυνήθησαν να εκπολιορκήσωσιν αυτήν.
2. Και ανήγγειλαν προς τον οίκον Δαβίδ λέγοντες,
Η Συρία συνεφώνησε μετά του Εφραΐμ. Και η καρδία του Άχαζ και η καρδία
του λαού αυτού εκλονίσθη, ως τα δένδρα του δάσους κλονίζονται υπό του ανέμου.
3. Τότε είπεν ο Κύριος προς τον Ησαΐαν, Έξελθε
τώρα εις συνάντησιν του Άχαζ, συ και Σεάρ-ιασούβ ο υιός σου, εις το άκρον
του υδραγωγού της άνω κολυμβήθρας κατά την μεγάλην οδόν του αγρού του γναφέως
4. και ειπέ προς αυτόν, Πρόσεχε να μένης ήσυχος
μη φοβηθής μηδέ μικροψυχήσης, διά τας δύο ουράς των καπνιζόντων τούτων
δαυλών, διά τον άγριον θυμόν του Ρεσίν και της Συρίας, και του υιού του
Ρεμαλία.
5. Επειδή η Συρία, ο Εφραΐμ και ο υιός του Ρεμαλία
εβουλεύθησαν κακήν βουλήν εναντίον σου, λέγοντες,
6. Ας αναβώμεν εναντίον του Ιούδα και ας στενοχωρήσωμεν
αυτόν, και ας διαμερισθώμεν αυτόν εις εαυτούς, και ας βάλωμεν βασιλέα εν
μέσω αυτού, τον υιόν του Ταβεήλ·
7. ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Τούτο δεν θέλει
σταθή ουδέ θέλει γείνει.
8. Διότι η κεφαλή της Συρίας είναι η Δαμασκός,
και η κεφαλή της Δαμασκού ο Ρεσίν και εις εξήκοντα πέντε έτη ο Εφραΐμ θέλει
συντριφθή, ώστε να μη ήναι λαός.
9. Και η κεφαλή του Εφραΐμ είναι η Σαμάρεια,
και η κεφαλή της Σαμαρείας ο υιός του Ρεμαλία. Εάν δεν πιστεύητε, δεν θέλετε
βεβαίως στερεωθή.
10. Και ελάλησεν έτι ο Κύριος προς τον Άχαζ,
λέγων,
11. Ζήτησον σημείον παρά Κυρίου του Θεού σου
ζήτησον αυτό ή εις το βάθος ή εις το ύψος άνω.
12. Αλλ' ο Άχαζ είπε, δεν θέλω ζητήσει ουδέ θέλω
πειράσει τον Κύριον.
13. Και είπεν ο Ησαΐας, Ακούσατε τώρα, οίκος
Δαβίδ μικρόν πράγμα είναι διά σας να βαρύνητε ανθρώπους, και θέλετε βαρύνει
έτι και τον Θεόν μου;
14. Διά τούτο ο Κύριος αυτός θέλει σας δώσει
σημείον ιδού, η παρθένος θέλει συλλάβει και γεννήσει υιόν, και θέλει καλεσθή
το όνομα αυτού Εμμανουήλ.
15. Βούτυρον και μέλι θέλει φάγει, εωσού μάθη
να απορρίπτη το κακόν και να εκλέγη το αγαθόν.
16. Διότι πριν μάθη το παιδίον να απορρίπτη το
κακόν και να εκλέγη το αγαθόν, η γη, την οποίαν αποστρέφεσαι, θέλει εγκαταλειφθή
υπό των δύο βασιλέων αυτής.
17. Ο Κύριος θέλει φέρει επί σε, και επί τον
λαόν σου, και επί τον οίκον του πατρός σου, ημέρας, αίτινες δεν ήλθον αφ'
ης ημέρας εχωρίσθη από του Ιούδα ο Εφραΐμ, διά του βασιλέως της Ασσυρίας.
18. Και εν εκείνη τη ημέρα θέλει συρίξει ο Κύριος
εις τας μυίας τας εν τοις εσχάτοις των ποταμών της Αιγύπτου, και εις τας
μελίσσας τας εν τη γη της Ασσυρίας
19. και θέλουσιν ελθεί και αναπαυθή πάσαι επί
τας ηρημωμένας κοιλάδας και εν ταις τρύπαις των βράχων και επί πάσαν βάτον
και επί παν ώραίον δένδρον.
20. Εν τη αυτή ημέρα ο Κύριος θέλει ξυρίσει,
με το ξυράφιον το μεμισθωμένον από του πέραν του ποταμού, μετά του βασιλέως
της Ασσυρίας, την κεφαλήν και τας τρίχας των ποδών και τον πώγωνα έτι θέλει
αφαιρέσει.
21. Και εν εκείνη τη ημέρα άνθρωπος τρέφων μίαν
δάμαλιν και δύο πρόβατα,
22. από της αφθονίας του γάλακτος, το οποίον
θέλουσι δίδει, βούτυρον θέλει τρώγει διότι βούτυρον και μέλι θέλει τρώγει
έκαστος, όστις υπελείφθη εν τω μέσω της γης.
23. Και εν εκείνη τη ημέρα πας τόπος, εν ω ήσαν
χίλιαι άμπελοι χιλίων αργυρίων, θέλει είσθαι διά τριβόλους και ακάνθας.
24. Με βέλη και με τόξα θέλουσιν ελθεί εκεί·
διότι πάσα η γη θέλει κατασταθή τρίβολοι και άκανθαι.
25. Και παν όρος γεγεωργημένον με δίκελλαν, όπου
δεν ήλθε φόβος τριβόλων και ακανθών, θέλει είσθαι διά να εξαποστέλλωνται
εκεί βόες και διά να καταπατήται υπό προβάτων.
ΗΣΑΙΑΣ 8o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 8
1. Και είπε Κύριος προς εμέ, Λάβε εις σεαυτόν
τόμον μέγαν, και γράψον εν αυτώ διά γραφίδος ανθρώπου περί του Μαχέρ-σαλάλ-χας-βάζ·
2. Και παρέλαβον εις εμαυτόν πιστούς μάρτυρας,
Ουρίαν τον ιερέα και Ζαχαρίαν τον υιόν του Ιεβερεχίου.
3. Και προσήλθον προς την προφήτισσαν, ήτις συνέλαβε
και εγέννησεν υιόν. Και είπε Κύριος προς εμέ, Κάλεσον το όνομα αυτού Μαχέρ-σαλάλ-χας-βαζ
4. διότι πριν μάθη το παιδίον να προφέρη, Πάτερ
μου και μήτέρ μου, τα πλούτη της Δαμασκού και τα λάφυρα της Σαμαρείας θέλουσι
διαρπαχθή έμπροσθεν του βασιλέως της Ασσυρίας.
5. Και ελάλησεν έτι Κύριος προς εμέ, λέγων,
6. Επειδή ο λαός ούτος απέβαλε τα ύδατα του Σιλωάμ
τα ρέοντα ησύχως, και χαίρει εις τον Ρεσίν και εις τον υιόν του Ρεμαλία,
7. διά τούτο, ιδού, ο Κύριος αναβιβάζει επ' αυτούς
τα ύδατα του ποταμού, τα δυνατά και τα πολλά, τον βασιλέα της Ασσυρίας
και πάσαν την δόξαν αυτού· και θέλει υπερβή πάντα τα αυλάκια αυτού και
πλημμυρήσει πάσας τας όχθας αυτού
8. και θέλει περάσει διά του Ιούδα, θέλει πλημμυρήσει
και υπεραναβή, θέλει φθάσει μέχρι λαιμού και το εξάπλωμα των πτερύγων αυτού
θέλει γεμίσει το πλάτος της γης σου, Εμμανουήλ.
9. Ενώθητε, λαοί, και θέλετε κατακοπή· και ακροάσθητε,
πάντες οι εν τοις εσχάτοις της γής· ζώσθητε, και θέλετε κατακοπή· ζώσθητε,
και θέλετε κατακοπή.
10. Βουλεύθητε βουλήν, και
θέλει ματαιωθή· λαλήσατε λόγον, και δεν θέλει σταθή διότι μεθ' ημών ο Θεός.
Πραξ.ε'.38,
Ματθ.ιε'.13
11. Διότι ούτως ελάλησε Κύριος προς εμέ εν χειρί
κραταιά, και με εδίδαξε να μη περιπατώ εν τη οδώ του λαού τούτου, λέγων,
12. Μη είπητε, Συνωμοσία, περί παντός εκείνου,
περί του οποίου ο λαός ούτος θέλει ειπεί, Συνωμοσία και τον φόβον αυτού
μη φοβηθήτε μηδέ τρομάξητε.
13. Τον Κύριον των δυνάμεων, αυτόν αγιάσατε και
αυτός ας ήναι ο φόβος σας και αυτός ας ήναι ο τρόμος σας.
14. Και θέλει είσθαι διά αγιαστήριον θέλει είσθαι
όμως διά πέτραν προσκόμματος και διά βράχον πτώσεως εις τους δύο οίκους
του Ισραήλ διά παγίδα και διά βρόχον εις τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
15. Και πολλοί θέλουσι προσκόψει επ' αυτά και
πέσει και συντριφθή και παγιδευθή και πιασθή.
16. Δέσον την μαρτυρίαν, σφράγισον τον νόμον
μεταξύ των μαθητών μου.
17. Εγώ δε θέλω περιμείνει τον Κύριον, όστις
κρύπτει το πρόσωπον αυτού από του οίκου Ιακώβ, και επ' αυτόν θέλω είσθαι
πεποιθώς.
18. Ιδού, εγώ και τα παιδία, τα οποία μοι έδωκεν
ο Κύριος, διά σημεία και τεράστια εις τον Ισραήλ παρά του Κυρίου των δυνάμεων,
του κατοικούντος εν τω όρει Σιών.
19. Και όταν σας είπωσιν, Ερωτήσατε τους έχοντας
πνεύμα μαντείας και τους νεκρομάντεις, τους μορμυρίζοντας και ψιθυρίζοντας,
αποκρίθητε, Ο λαός δεν θέλει ερωτήσει τον Θεόν αυτού; θέλει προστρέξει
εις τους νεκρούς περί των ζώντων;
20. Εις τον νόμον και εις την μαρτυρίαν εάν δεν
λαλώσι κατά τον λόγον τούτον, βεβαίως δεν είναι φως εν αυτοίς.
21. Και θέλουσι περάσει δι' αυτής της γης σκληρώς
βεβαρημένοι και λιμώττοντες και όταν πεινάσωσι θέλουσιν αγανακτεί, και
θέλουσι κακολογεί τον βασιλέα αυτών και τον Θεόν αυτών, και θέλουσιν αναβλέψει
εις τα άνω.
22. Έπειτα θέλουσιν εμβλέψει εις την γην και
ιδού, ταραχή και σκότος, θάμβωμα αγωνίας και θέλουσιν εξωσθή εις το σκότος.
ΗΣΑΙΑΣ 9o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 9
1. Δεν θέλει είσθαι όμως τοιούτον θάμβωμα εις
την γην την τεθλιμμένην· εν τοις προτέροις καιροίς εξουθένωσε την γην Ζαβουλών
και την γην Νεφθαλείμ· εν δε τοις υστέροις έκαμεν ένδοξα τα μέρη τα προς
την οδόν της θαλάσσης, πέραν του Ιορδάνου, την Γαλιλαίαν των εθνών.
2. Ο λαός ο περιπατών εν τω σκότει είδε φως μέγα·
εις τους καθημένους εν γη σκιάς θανάτου, φως έλαμψεν επ' αυτούς.
3. Επολλαπλασίασας το έθνος, ηύξησας εις αυτήν
την χαράν· χαίρουσιν έμπροσθέν σου κατά την χαράν του θερισμού, καθώς αγάλλονται
οι διαμεριζόμενοι τα λάφυρα.
4. Διότι συ συνέτριψας τον ζυγόν του φορτίου
αυτού και την ράβδον του ώμου αυτού και την μάστιγα του καταδυναστεύοντος
αυτόν, καθώς εν τη ημέρα του Μαδιάμ.
5. Διότι πάσα περικνημίς πολεμιστού μαχομένου
μετά θορύβου και πάσα στολή κεκυλισμένη εις αίματα θέλει είσθαι διά καύσιν
και ύλην πυρός.
6. Διότι παιδίον εγεννήθη εις ημάς, υιός εδόθη
εις ημάς· και η εξουσία θέλει είσθαι επί τον ώμον αυτού· και το όνομα αυτού
θέλει καλεσθή Θαυμαστός, Σύμβουλος, Θεός ισχυρός, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος,
Άρχων ειρήνης.
7. Εις την αύξησιν της εξουσίας αυτού και της
ειρήνης δεν θέλει είσθαι τέλος, επί τον θρόνον του Δαβίδ και επί την βασιλείαν
αυτού, διά να διατάξη αυτήν και να στερεώση αυτήν εν κρίσει και δικαιοσύνη
από του νυν και έως αιώνος. Ο ζήλος του Κυρίου των δυνάμεων θέλει εκτελέσει
τούτο.
8. Ο Κύριος απέστειλε λόγον κατά του Ιακώβ και
έπεσεν επί τον Ισραήλ.
9. Και πας ο λαός θέλει γνωρίσει τούτο, ο Εφραΐμ
και ο κάτοικος της Σαμαρείας, οίτινες λέγουσιν υπερηφάνως και με έπαρσιν
καρδίας,
10. οι πλίνθοι έπεσον, πλην ημείς θέλομεν κτίσει
με πελεκητάς πέτρας· αι συκομορέαι εκόπησαν, πλην ημείς θέλομεν αλλάξει
αυτάς εις κέδρους.
11. Διά τούτο ο Κύριος θέλει εξεγείρει τους εχθρούς
του Ρεσίν εναντίον αυτού και συνενώσει τους πολεμίους αυτού·
12. τους Συρίους έμπροσθεν και τους Φιλισταίους
όπισθεν· και θέλουσι καταφάγει τον Ισραήλ με ανοικτόν στόμα. Εν πάσι τούτοις
ο θυμός αυτού δεν απεστράφη, αλλ' η χειρ αυτού είναι έτι εξηπλωμένη.
13. Πλην ο λαός δεν επιστρέφει προς τον πατάξαντα
αυτόν, ουδέ εκζητούσι τον Κύριον των δυνάμεων.
14. Διά τούτο ο Κύριος θέλει εκκόψει από του
Ισραήλ κεφαλήν και ουράν, κλάδον και σπάρτον, εν μιά ημέρα.
15. Ο πρεσβύτης και ο έντιμος, αυτός είναι η
κεφαλή· και ο προφήτης όστις διδάσκει ψεύδη, αυτός είναι η ουρά.
16. Διότι οι μακαρίζοντες τον λαόν τούτον πλανώσιν
αυτόν· και οι μακαριζόμενοι υπ' αυτών αφανίζονται.
17. Διά τούτο ο Κύριος δεν θέλει ευφρανθή εις
τους νεανίσκους αυτών, ουδέ θέλει ελεήσει τους ορφανούς και τας χήρας αυτών·
επειδή πάντες είναι υποκριταί και κακοποιοί, και παν στόμα λαλεί ασεβώς.
Εν πάσι τούτοις ο θυμός αυτού δεν απεστράφη, αλλ' η χειρ αυτού είναι έτι
εξηπλωμένη.
18. Διότι η ανομία αφανίζει ως το πυρ, το κατατρώγον
τους τριβόλους και τας ακάνθας και το φλέγον εν τοις πυκνοτάτοις του δάσους·
και αυτά θέλουσιν αναβή εις στήλην περιτυλισσομένου καπνού.
19. Από του θυμού του Κυρίου των δυνάμεων η γη
εσκοτίσθη, και ο λαός θέλει είσθαι ως ύλη πυρός· άνθρωπος δεν θέλει ελεήσει
τον αδελφόν αυτού.
20. Και θέλει αρπάσει εις τα δεξιά, πλην θέλει
πεινάσει· και θέλει φάγει εις τα αριστερά, πλην δεν θέλει χορτασθή· θέλουσι
φάγει πας άνθρωπος την σάρκα του βραχίονος αυτού·
21. ο Μανασσής τον Εφραΐμ και ο Εφραΐμ τον Μανασσήν·
και αυτοί ομού θέλουσιν είσθαι εναντίον του Ιούδα. Εν πάσι τούτοις ο θυμός
αυτού δεν απεστράφη, αλλ' η χειρ αυτού είναι έτι εξηπλωμένη.
ΗΣΑΙΑΣ 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 10
1. Ουαί εις τους ψηφίζοντας ψηφίσματα άδικα και
εις τους γραμματείς τους γράφοντας καταδυνάστευσιν·
2. διά να στερήσωσι τον ενδεή από της κρίσεως,
και διά να αρπάσωσι το δίκαιον των πτωχών του λαού μου, διά να γείνωσι
λάφυρον αυτών αι χήραι, και να γυμνώσωσι τους ορφανούς.
3. Και τι θέλετε κάμει εν τη ημέρα της επισκέψεως
και εν τω ολέθρω όστις θέλει ελθεί μακρόθεν; προς τίνα θέλετε προστρέξει
διά βοήθειαν; και που θέλετε αφήσει την δόξαν σας,
4. ειμή ότι θέλουσιν υποκύψει εις τα δεσμά, και
θέλουσι πέσει υποκάτω των πεφονευμένων; Εν πάσι τούτοις ο θυμός αυτού δεν
απεστράφη, αλλ' η χειρ αυτού είναι έτι εξηπλωμένη.
5. Ουαί εις τον Ασσύριον, την ράβδον του θυμού
μου, αν και η εν τη χειρί αυτού μάστιξ ήναι η οργή μου.
6. Θέλω αποστείλει αυτόν επί έθνος υποκριτικόν,
και θέλω δώσει εις αυτόν προσταγήν κατά του λαού του θυμού μου, διά να
λαφυραγωγήση λάφυρα και να λεηλατήση λεηλασίαν και να καταπατήση αυτούς
ως τον πηλόν των οδών.
7. Πλην αυτός δεν εννοεί ούτως και η καρδία αυτού
δεν διαλογίζεται ούτως· αλλά τούτο φρονεί εν τη καρδία αυτού, να καταστρέψη
και να εξολοθρεύση έθνη ουκ ολίγα.
8. Διότι λέγει, οι άρχοντές μου δεν είναι πάντες
βασιλείς;
9. δεν είναι η Χαλάνη ως η Χαρχεμίς; δεν είναι
η Αιμάθ ως η Αρφάδ; δεν είναι η Σαμάρεια ως η Δαμασκός;
10. Καθώς η χειρ μου κατεκράτησε τα βασίλεια
των ειδώλων, των οποίων τα γλυπτά ίσχυον μάλλον παρά τα της Ιερουσαλήμ
και της Σαμαρείας,
11. δεν θέλω κάμει, ως έκαμον εις την Σαμάρειαν
και εις τα είδωλα αυτής, ούτω και εις την Ιερουσαλήμ και εις τα είδωλα
αυτής;
12. Διά τούτο, αφού ο Κύριος εκτελέση άπαν το
έργον αυτού επί το όρος Σιών και επί την Ιερουσαλήμ, θέλω παιδεύσει, λέγει,
τον καρπόν της επηρμένης καρδίας του βασιλέως της Ασσυρίας και την αλαζονείαν
των υψηλών οφθαλμών αυτού.
13. Διότι λέγει, Εν τη δυνάμει της χειρός μου
έκαμον τούτο και διά της σοφίας μου, επειδή είμαι συνετός· και μετέστησα
τα όρια των λαών και διήρπασα τους θησαυρούς αυτών και καθήρεσα, ως ισχυρός,
τους εν ύψει καθημένους·
14. και η χειρ μου εύρηκεν ως φωλεάν τα πλούτη
των λαών· και καθώς συνάγει τις ωά αφειμένα, ούτω συνήγαγον πάσαν την γην
εγώ· και ουδείς εκίνησε πτέρυγα ή ήνοιξε στόμα ή εψιθύρισεν.
15. Ήθελε καυχηθή η αξίνη κατά του κόπτοντος
δι' αυτής; ήθελε μεγαλαυχήσει το πριόνιον κατά του κινούντος αυτό; ως εάν
ήθελε κινηθή η ράβδος κατά των υψούντων αυτήν, ως εάν ήθελεν υψώσει εαυτήν
η βακτηρία ως μη ούσα ξύλον.
16. Διά τούτο ο Κύριος, ο Κύριος των δυνάμεων,
θέλει αποστείλει εις τους παχείς αυτού ισχνότητα· και υπό την δόξαν αυτού
θέλει εξαφθή καύσις, ως καύσις πυρός.
17. Και το φως του Ισραήλ θέλει γείνει πυρ και
ο Άγιος αυτού φλόξ· και θέλει καύσει και καταφάγει τας ακάνθας αυτού και
τους τριβόλους αυτού εν μιά ημέρα·
18. και θέλει αφανίσει την δόξαν του δάσους αυτού
και του καρποφόρου αγρού αυτού από ψυχής έως σαρκός· και θέλουσιν είσθαι
ως όταν σημαιοφόρος λιποψυχή.
19. Το δε υπόλοιπον των δένδρων του δάσους αυτού
θέλει είσθαι ευάριθμον, ώστε παιδίον να καταγράψη αυτά.
20. Και εν εκείνη τη ημέρα, το υπόλοιπον του
Ισραήλ και οι διασεσωσμένοι του οίκου Ιακώβ δεν θέλουσι πλέον επιστηρίζεσθαι
επί τον πατάξαντα αυτούς, αλλά θέλουσιν επιστηρίζεσθαι επί Κύριον, τον
Άγιον του Ισραήλ, κατά αλήθειαν.
21. Το υπόλοιπον θέλει επιστρέψει, το υπόλοιπον
του Ιακώβ, προς τον ισχυρόν Θεόν.
22. Διότι αν και ο λαός σου, Ισραήλ, ήναι ως
η άμμος της θαλάσσης, υπόλοιπον εξ αυτών θέλει επιστρέψει· η αποφασισθείσα
κατανάλωσις θέλει συντελεσθή εν δικαιοσύνη.
23. Διότι Κύριος ο Θεός των δυνάμεων θέλει κάμει
κατανάλωσιν, βεβαίως προσδιωρισμένην, εν μέσω πάσης της γής·
24. διά τούτο, ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων.
Λαέ μου, όστις κατοικείς εν Σιών, μη φοβηθής από του Ασσυρίου· θέλει σε
πατάξει εν ράβδω και θέλει σηκώσει την βακτηρίαν αυτού εναντίον σου κατά
τον τρόπον της Αιγύπτου·
25. διότι έτι ολίγον και η οργή θέλει παύσει·
και ο θυμός μου θέλει είσθαι εις όλεθρον εκείνων.
26. Και ο Κύριος των δυνάμεων θέλει σηκώσει επ'
αυτόν μάστιγα, κατά την πληγήν της Μαδιάμ εν τω βράχω Ωρήβ· και καθώς η
ράβδος αυτού υψώθη επί την θάλασσαν, ούτω θέλει υψώσει αυτήν κατά τον τρόπον
της Αιγύπτου.
27. Και εν εκείνη τη ημέρα το φορτίον αυτού θέλει
αφαιρεθή από του ώμου σου και ο ζυγός αυτού από του τραχήλου σου, και ο
ζυγός θέλει συντριφθή εξ αιτίας του χρίσματος.
28. Αυτός ήλθεν εις Αϊάθ, επέρασεν εις Μιγρών.
Εν Μιχμάς θέλει αποθέσει τα σκεύη αυτού·
29. διέβησαν το πέρασμα· κατέλυσαν εν Γεβά· η
Ραμά ετρόμαξεν· η Γαβαά του Σαούλ έφυγεν.
30. Ύψωσον την φωνήν σου, θυγάτηρ της Γαλλείμ·
κάμε αυτήν, πτωχή Αναθώθ, να ακουσθή εν Λαισά.
31. Η Μαδμηνά μετετοπίσθη· οι κάτοικοι της Γεβείμ
έφυγον ομού.
32. Και εν τη ημέρα εκείνη θέλει μείνει εν Νωβ,
θέλει σείσει την χείρα αυτού κατά του όρους της θυγατρός της Σιών, κατά
του λόφου της Ιερουσαλήμ.
33. Ιδού, ο Κύριος, ο Κύριος των δυνάμεων, θέλει
κόψει τους κλάδους μετά κρότου τρομερού· και οι υψωμένοι θέλουσι συντριφθή
και οι επηρμένοι θέλουσι ταπεινωθή.
34. Και τα πυκνά τού δάσους θέλει κόψει εν σιδήρω,
και ο Λίβανος θέλει πέσει δι' ισχυρού.
ΗΣΑΙΑΣ 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 11
1. Και θέλει εξέλθει ράβδος εκ του κορμού του
Ιεσσαί, και κλάδος θέλει αναβή εκ των ριζών αυτού·
2. και το πνεύμα του Κυρίου θέλει αναπαυθή επ'
αυτόν, πνεύμα σοφίας και συνέσεως, πνεύμα βουλής και δυνάμεως, πνεύμα γνώσεως
και φόβου του Κυρίου·
3. και θέλει κάμει αυτόν οξύνουν εις τον φόβον
του Κυρίου, ώστε δεν θέλει κρίνει κατά την θεωρίαν των οφθαλμών αυτού ουδέ
θέλει ελέγχει κατά την ακρόασιν των ωτίων αυτού·
4. αλλ' εν δικαιοσύνη θέλει κρίνει τους πτωχούς,
και εν ευθύτητι θέλει υπερασπίζεσθαι τους ταπεινούς της γής· και θέλει
πατάξει την γην εν τη ράβδω του στόματος αυτού, και διά της πνοής των χειλέων
αυτού θέλει θανατόνει τον ασεβή.
5. Και δικαιοσύνη θέλει είσθαι η ζώνη της οσφύος
αυτού και πίστις η ζώνη των πλευρών αυτού.
6. Και ο λύκος θέλει συγκατοικεί μετά του αρνίου,
και λεοπάρδαλις θέλει αναπαύεσθαι μετά του εριφίου· και ο μόσχος και ο
σκύμνος και τα σιτευτά ομού, και μικρόν παιδίον θέλει οδηγεί αυτά.
7. Και η δάμαλις και η άρκτος θέλουσι συμβόσκεσθαι,
τα τέκνα αυτών θέλουσιν αναπαύεσθαι ομού, και ο λέων θέλει τρώγει άχυρον
καθώς ο βους.
8. Και το θηλάζον παιδίον θέλει παίζει εις την
τρύπαν της ασπίδος, και το απογεγαλακτισμένον παιδίον θέλει βάλλει την
χείρα αυτού εις την φωλεάν του βασιλίσκου.
9. Δεν θέλουσι κακοποιεί ουδέ φθείρει εν όλω
τω αγίω μου όρει· διότι η γη θέλει είσθαι πλήρης της γνώσεως του Κυρίου,
καθώς τα ύδατα σκεπάζουσι την θάλασσαν.
10. Και εν εκείνη τη ημέρα προς την ρίζαν του
Ιεσσαί, ήτις θέλει ίστασθαι σημαία των λαών, προς αυτόν θέλουσι προστρέξει
τα έθνη, και η ανάπαυσις αυτού θέλει είσθαι δόξα.
11. Και εν εκείνη τη ημέρα ο Κύριος θέλει βάλει
την χείρα αυτού πάλιν δευτέραν φοράν διά να αναλάβη το υπόλοιπον του λαού
αυτού, το οποίον θέλει μείνει, από της Ασσυρίας και από της Αιγύπτου και
από του Παθρώς και από της Αιθιοπίας και από του Ελάμ και από του Σενναάρ
και από του Αιμάθ και από των νήσων της θαλάσσης.
12. Και θέλει υψώσει σημαίαν εις τα έθνη, και
θέλει συνάξει τους απερριμμένους του Ισραήλ και συναθροίσει τους διεσκορπισμένους
του Ιούδα από των τεσσάρων γωνιών της γης.
13. Και ο φθόνος του Εφραΐμ θέλει αφαιρεθή, και
οι εχθρευόμενοι του Ιούδα θέλουσιν αποκοπή· ο Εφραΐμ δεν θέλει φθονεί τον
Ιούδαν και ο Ιούδας δεν θέλει θλίβει τον Εφραΐμ.
14. Αλλά θέλουσιν ορμήσει επί τα όρια των Φιλισταίων
προς την δύσιν· θέλουσι λεηλατήσει και τους υιούς της ανατολής πάντας ομού·
θέλουσι βάλει την χείρα αυτών επί τον Εδώμ και Μωάβ· και οι υιοί Αμμών
θέλουσιν υποταχθή εις αυτούς.
15. Και ο Κύριος θέλει καταξηράνει την γλώσσαν
της Αιγυπτιακής θαλάσσης· και διά του βιαίου αυτού ανέμου θέλει σείσει
την χείρα αυτού επί τον ποταμόν, και θέλει πατάξει αυτόν εις επτά ρεύματα,
και θέλει κάμει να διαβαίνωσι με υποδήματα.
16. Και θέλει είσθαι οδός πλατεία εις το υπόλοιπον
του λαού αυτού, το οποίον θέλει μείνει, από της Ασσυρίας· ως ήτο εις τον
Ισραήλ, καθ' ην ημέραν ανέβη εκ γης Αιγύπτου.
ΗΣΑΙΑΣ 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 12
1. Και εν εκείνη τη ημέρα θέλεις ειπεί, Κύριε,
θέλω σε δοξολογήσει· διότι αν και ωργίσθης εναντίον μου, εστράφη ο θυμός
σου και με παρηγόρησας.
2. Ιδού, ο Θεός είναι η σωτηρία μου· θέλω θαρρεί
και δεν θέλω φοβείσθαι· διότι Κύριος ο Θεός είναι η δύναμίς μου και το
άσμα· και εστάθη η σωτηρία μου.
3. Και εν ευφροσύνη θέλετε
αντλήσει ύδωρ εκ των πηγών της σωτηρίας. Παρ.ιη.4,
Ησα.μδ'.3,
Ιωαν.δ'.14,
Ιωάν.ζ'38
4. Και εν εκείνη τη ημέρα θέλετε ειπεί, Δοξολογείτε
τον Κύριον, επικαλείσθε το όνομα αυτού, κάμετε γνωστά εις τα έθνη τα έργα
αυτού, μνημονεύετε ότι υψώθη το όνομα αυτού.
5. Ψάλλετε εις τον Κύριον· διότι έκαμεν υψηλά·
γνωστόν είναι εις πάσαν την γην.
6. Αγάλλου και ευφραίνου, κάτοικε της Σιών· διότι
ο Άγιος του Ισραήλ είναι μέγας εν τω μέσω σου.
ΗΣΑΙΑΣ 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 13
1. Η κατά Βαβυλώνος όρασις, την οποίαν είδεν
Ησαΐας ο υιός του Αμώς.
2. Σηκώσατε σημαίαν επί το όρος το υψηλόν, υψώσατε
την φωνήν προς αυτούς, σείσατε την χείρα διά να εισέλθωσιν εις τας πύλας
των αρχόντων.
3. Εγώ προσέταξα τους διωρισμένους μου, μάλιστα
έκραξα τους δυνατούς μου, διά να εκτελέσωσι τον θυμόν μου, τους χαίροντας
εις την δόξαν μου.
4. Φωνή πλήθους επί τα όρη ως μεγάλου λαού· θορυβώδης
φωνή των βασιλείων των εθνών συνηγμένων· ο Κύριος των δυνάμεων επισκέπτεται
το στράτευμα της μάχης.
5. Έρχονται από γης μακράς, εκ των περάτων του
ουρανού, ο Κύριος και τα όπλα της αγανακτήσεως αυτού, διά να αφανίσωσι
πάσαν την γην.
6. Ολολύζετε, διότι η ημέρα του Κυρίου επλησίασε·
θέλει ελθεί ως όλεθρος από του Παντοδυνάμου.
7. Διά τούτο πάσαι αι χείρες θέλουσιν εκλυθή,
και πάσα καρδία ανθρώπου θέλει διαλυθή.
8. Και θέλουσι τρομάξει· πόνοι και θλίψεις θέλουσι
κατακυριεύσει αυτούς· θέλουσιν είσθαι εν πόνω, ως τίκτουσα· θέλουσι μείνει
εκστατικοί ο εις προς τον άλλον· τα πρόσωπα αυτών θέλουσιν είσθαι πεφλογισμένα.
9. Ιδού, η ημέρα του Κυρίου έρχεται, σκληρά και
πλήρης θυμού και οργής φλογεράς, διά να καταστήση την γην έρημον· και θέλει
εξαλείψει απ' αυτής τους αμαρτωλούς αυτής.
10. Διότι τα άστρα του ουρανού και οι αστερισμοί
αυτού δεν θέλουσι δώσει το φως αυτών· ο ήλιος θέλει σκοτισθή εν τη ανατολή
αυτού, και η σελήνη δεν θέλει εκπέμψει το φως αυτής.
11. Και θέλω παιδεύσει τον κόσμον διά την κακίαν
αυτού και τους ασεβείς διά την ανομίαν αυτών και θέλω παύσει την μεγαλαυχίαν
των υπερηφάνων και ταπεινώσει την υψηλοφροσύνην των φοβερών.
12. Θέλω καταστήσει άνθρωπον πολυτιμότερον υπέρ
χρυσίον καθαρόν· μάλιστα άνθρωπον υπέρ το χρυσίον του Οφείρ.
13. Διά τούτο θέλω ταράξει τους ουρανούς, και
η γη θέλει σεισθή από του τόπου αυτής, εν τω θυμώ του Κυρίου των δυνάμεων
και εν τη ημέρα της φλογεράς οργής αυτού.
14. Και θέλουσιν είσθαι ως δορκάδιον κυνηγούμενον
και ως πρόβατον εγκαταλελειμμένον· θέλουσι στρέφεσθαι έκαστος προς τον
λαόν αυτού και θέλουσι φεύγει έκαστος εις τον τόπον αυτού.
15. Πας ο ευρεθείς θέλει διαπερασθή· και πάντες
οι συνηθροισμένοι θέλουσι πέσει διά μαχαίρας.
16. Και τα τέκνα αυτών θέλουσι συντριφθή έμπροσθεν
αυτών· αι οικίαι αυτών θέλουσι λεηλατηθή, και αι γυναίκες αυτών θέλουσι
βιασθή.
17. Ιδού, θέλω επεγείρει τους Μήδους εναντίον
αυτών, οίτινες δεν θέλουσι συλλογισθή αργύριον· και εις το χρυσίον, δεν
θέλουσιν ηδυνθή εις αυτό·
18. αλλά τα τόξα αυτών θέλουσι συντρίψει τους
νεανίσκους· και δεν θέλουσιν ελεήσει τον καρπόν της κοιλίας· ο οφθαλμός
αυτών δεν θέλει φεισθή παιδία.
19. Και η Βαβυλών, η δόξα των βασιλείων, το ένδοξον
καύχημα των Χαλδαίων, θέλει είσθαι ως ότε κατέστρεψεν ο Θεός τα Σόδομα
και τα Γόμορρα·
20. ουδέποτε θέλει κατοικηθή ουδέ θέλει κατασκηνωθή
έως γενεάς και γενεάς· ούτε Άραβες θέλουσι στήσει τας σκηνάς αυτών εκεί,
ούτε ποιμένες θέλουσιν αναπαύεσθαι εκεί·
21. αλλά θηρία θέλουσιν αναπαύεσθαι εκεί· και
αι οικίαι αυτών θέλουσιν είσθαι πλήρεις ολολυζόντων ζώων· και στρουθοκάμηλοι
θέλουσι κατοικεί εκεί και σάτυροι θέλουσι χορεύει εκεί·
22. και οι αίλουροι θέλουσι φωνάζει εν ταις ηρημωμέναις
οικίαις αυτών και θώες εν τοις παλατίοις της τρυφής· και ο καιρός αυτής
πλησιάζει να έλθη, και αι ημέραι αυτής δεν θέλουσιν επιμακρυνθή.
ΗΣΑΙΑΣ 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 14
1. Διότι ο Κύριος θέλει ελεήσει τον Ιακώβ, και
θέλει έτι εκλέξει τον Ισραήλ και καταστήσει αυτούς εν τη γη αυτών· και
οι ξένοι θέλουσιν ενωθή μετ' αυτών και θέλουσι προσκολληθή εις τον οίκον
του Ιακώβ.
2. Και οι λαοί θέλουσι λάβει αυτούς και φέρει
αυτούς εις τον τόπον αυτών· και ο οίκος του Ισραήλ θέλει κληρονομήσει αυτούς
εν τη γη του Κυρίου διά δούλους και δούλας· και θέλουσιν είσθαι αιχμάλωτοι
αυτών οι αιχμαλωτίσαντες αυτούς, και θέλουσι γείνει κύριοι των καταθλιβόντων
αυτούς.
3. Και καθ' ην ημέραν ο Κύριος θέλει σε αναπαύσει
από της θλίψεώς σου και από του φόβου σου και από της σκληράς δουλείας,
εις την οποίαν ήσο καταδεδουλωμένος,
4. θέλεις μεταχειρισθή την παροιμίαν ταύτην κατά
του βασιλέως της Βαβυλώνος, λέγων, Πως επαύθη ο καταδυνάστης· πως επαύθη
η φορολόγος του χρυσίου.
5. Ο Κύριος συνέτριψε την ράβδον των ασεβών,
το σκήπτρον των δυναστών.
6. Ο πατάσσων εν θυμώ τον λαόν με ακατάπαυστον
κτύπημα, ο δεσπόζων εν οργή επί τα έθνη, καταδιώκεται, και ουδείς ο κωλύων.
7. Πάσα η γη αναπαύεται, ησυχάζει· εκφωνούσιν
άσματα αγαλλιάσεως.
8. Χαίρουσιν επί σε και αι έλατοι, αι κέδροι
του Λιβάνου, λέγουσαι, Αφού συ εκοιμήθης, δενδροτόμος δεν ανέβη εφ' ημάς.
9. Ο άδης κάτωθεν εκινήθη διά σε, διά να απαντήση
την έλευσίν σου· διά σε εξήγειρε τους νεκρούς, πάντας τους ηγεμόνας της
γής· εσήκωσεν εκ των θρόνων αυτών πάντας τους βασιλείς των εθνών.
10. Πάντες ούτοι θέλουσιν αποκριθή και ειπεί
προς σε, Και συ έγεινες αδύνατος, καθώς ημείς; κατεστάθης όμοιος ημών;
11. Η μεγαλαυχία σου κατηνέχθη εις τον τάφον
και ο θόρυβος των μουσικών σου οργάνων· ο σκώληξ είναι εστρωμένος υποκάτω
σου και οι σκώληκες σε σκεπάζουσι·
12. πως έπεσες εκ του ουρανού, Εωσφόρε, υιέ της
αυγής· συνετρίφθης κατά γης, συ ο καταπατών τα έθνη.
13. Συ δε έλεγες εν τη καρδία σου, Θέλω αναβή
εις τον ουρανόν, θέλω υψώσει τον θρόνον μου υπεράνω των άστρων του Θεού·
και θέλω καθήσει επί το όρος της συνάξεως, προς τα μέρη του βορρά·
14. θέλω αναβή επί τα ύψη των νεφελών· θέλω είσθαι
όμοιος του Υψίστου.
15. Εις τον άδην όμως θέλεις καταβή, εις τα βάθη
του λάκκου.
16. Οι βλέποντές σε θέλουσιν ενατενίσει προς
σε, θέλουσι σε παρατηρεί, λέγοντες, ούτος είναι ο άνθρωπος ο ποιών την
γην να τρέμη, ο σείων τα βασίλεια;
17. Ο ερημόνων την οικουμένην και καταστρέφων
τας πόλεις αυτής; ο μη απολύων εις τας οικίας αυτών τους δεσμίους αυτού;
18. Πάντες οι βασιλείς των εθνών, πάντες αναπαύονται
εν δόξη, έκαστος εν τη οικία αυτού·
19. συ δε απερρίφθης του τάφου σου ως κλάδος
βδελυκτός, ιμάτιον κεκεντημένων, πεφονευμένων εν μαχαίρα, καταβαινόντων
εις τας πέτρας του λάκκου· ως πτώμα καταπατούμενον.
20. Δεν θέλεις ενωθή μετ' αυτών εις ενταφιασμόν,
διότι ηφάνισας την γην σου, εφόνευσας τον λαόν σου· το σπέρμα των κακοποιών
ουδέποτε θέλει ονομασθή.
21. Ετοιμάσατε σφαγήν εις τα τέκνα αυτού διά
την ανομίαν των πατέρων αυτών, διά να μη σηκωθώσι και κληρονομήσωσι την
γην, και γεμίσωσι το πρόσωπον της οικουμένης από πόλεων.
22. Διότι θέλω σηκωθή εναντίον αυτών, λέγει ο
Κύριος των δυνάμεων· και θέλω εξαλείψει από της Βαβυλώνος το όνομα και
το υπόλοιπον και υιόν και έκγονον, λέγει Κύριος.
23. Και θέλω καταστήσει αυτήν κληρονομίαν εχίνων
και λίμνας υδάτων· και θέλω σαρώσει αυτήν με το σάρωθρον της απωλείας,
λέγει ο Κύριος των δυνάμεων.
24. Ώμοσεν ο Κύριος των δυνάμεων, λέγων, Εξάπαντος
καθώς εβουλεύθην, ούτω θέλει γείνει· και καθώς απεφάσισα, ούτω θέλει μείνει,
25. να συντρίψω τον Ασσύριον εν τη γη μου και
να καταπατήσω αυτόν επί των ορέων μου· τότε ο ζυγός αυτού θέλει σηκωθή
απ' αυτών και το φορτίον αυτού θέλει αφαιρεθή από των ώμων αυτών.
26. Αύτη είναι η βουλή η βεβουλευμένη καθ' όλης
της γής· και αύτη η χειρ η εξηπλωμένη επί πάντα τα έθνη.
27. Διότι ο Κύριος των δυνάμεων απεφάσισε και
τις θέλει αναιρέσει; και η χειρ αυτού εξηπλώθη και τις θέλει αποστρέψει
αυτήν;
28. Εν τω έτει, καθ' ο απέθανεν ο βασιλεύς Άχαζ,
έγεινεν αύτη η όρασις.
29. Μη χαίρε, Παλαιστίνη πάσα, διότι συνετρίφθη
η ράβδος του πατάξαντός σε· επειδή εκ της ρίζης του όφεως θέλει εξέλθει
βασιλίσκος, και ο καρπός αυτού θέλει είσθαι φλογερός πετώμενος όφις.
30. Και οι πρωτότοκοι του πτωχού θέλουσι τραφή
και οι ενδεείς θέλουσιν αναπαύεσθαι εν ασφαλεία· και θέλω θανατώσει την
ρίζαν σου με πείναν, και θέλω φονεύσει το υπόλοιπόν σου.
31. Ολόλυζε, πύλη· βόα, πόλις· εχάθης, Παλαιστίνη
πάσα· διότι έρχεται καπνός από βορρά, και ουδέ εις θέλει λείψει από της
εκστρατεύσεως αυτού εν τοις ωρισμένοις καιροίς.
32. Και τις απόκρισις θέλει δοθή εις τους πρέσβεις
των εθνών; Ότι ο Κύριος εθεμελίωσε την Σιών, και επ' αυτήν θέλουσιν ελπίζει
οι πτωχοί του λαού αυτού.
ΗΣΑΙΑΣ 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 15
1. Η κατά Μωάβ όρασις. Επειδή η Αρ Μωάβ επορθήθη
την νύκτα και ηφανίσθη· επειδή η Κιρ Μωάβ επορθήθη την νύχτα και ηφανίσθη·
2. ανέβη εις τον οίκον και εις Δαιβών, τους υψηλούς
τόπους, διά να κλαύση· ο Μωάβ θέλει ολολύξει διά την Νεβώ, και διά την
Μεδεβά· πάσαι αι κεφαλαί θέλουσι φαλακρωθή, παν γένειον θέλει ξυρισθή.
3. Εν ταις οδοίς αυτών θέλουσιν είσθαι περιεζωσμένοι
σάκκους· επί των δωμάτων αυτών και εν ταις πλατείαις αυτών πάντες θέλουσιν
ολολύξει μετά κλαυθμού μεγάλου.
4. Και η Εσεβών θέλει βοά, και η Ελεαλή· η βοή
αυτών θέλει ακουσθή έως Ιασσά· διά τούτο οι οπλοφόροι άνδρες του Μωάβ θέλουσιν
ολολύξει· η ψυχή αυτών θέλει ολολύξει δι' αυτούς.
5. Η καρδία μου θέλει αναβοήσει διά τον Μωάβ·
οι φυγάδες αυτού θέλουσι τρέξει έως Σηγώρ ως τριετής δάμαλις· διότι κλαίοντες
θέλουσιν αναβή διά της αναβάσεως της Λουείθ· διότι εν τη οδώ της Οροναΐμ
θέλουσιν υψώσει φωνήν εξολοθρευμού·
6. διότι τα ύδατα της Νιμρείμ θέλουσιν εκλείψει·
διότι ο χόρτος εξηράνθη, η χλόη εξέλιπε, δεν υπάρχει ουδέν χλωρόν·
7. διά τούτο η αφθονία, την οποίαν συνήξαν, και
εκείνο το οποίον απεταμίευσαν, θέλει φερθή εις την κοιλάδα των ιτεών.
8. Διότι η φωνή έφθασε κύκλω εις τα όρια του
Μωάβ· ο ολολυγμός αυτής έως Εγλαΐμ, και ο ολολυγμός αυτής εις Βηρ-αιλείμ.
9. Διότι τα ύδατα της Δειμών θέλουσι γεμισθή
αίματος· διότι θέλω επιφέρει έτι δεινά επί Δειμών, λέοντας επί τον διασωθέντα
εκ του Μωάβ και επί τα υπόλοιπα του τόπου.
ΗΣΑΙΑΣ16o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 16
1. Αποστείλατε το αρνίον προς τον άρχοντα της
γης, από Σελά εν τη ερήμω προς το όρος της θυγατρός της Σιών.
2. Διότι ως πτηνόν πλανώμενον, από της φωλεάς
αυτού δεδιωγμένον, ούτως αι θυγατέρες του Μωάβ θέλουσιν είσθαι κατά τας
διαβάσεις του Αρνών.
3. Βουλεύου, εκτέλεσον το δίκαιον· εν τω μέσω
της ημέρας κάμε την σκιάν σου ως νύκτα· κρύψον τους διωκομένους· μη φανερώσης
τον περιπλανώμενον.
4. Οι δεδιωγμένοι μου ας παροικήσωσι παρά σοι,
Μωάβ· γενού εις αυτούς σκέπη από προσώπου του πορθητού· διότι ο αρπακτήρ
ετελείωσεν, ο πορθητής έπαυσεν, οι καταδυνάσται εξωλοθρεύθησαν από της
γης.
5. Και μετά ελέους θέλει συσταθή ο θρόνος, και
επ' αυτόν θέλει καθήσει εν αληθεία, εν τη σκηνή του Δαβίδ, ο κρίνων και
εκζητών κρίσιν και σπεύδων δικαιοσύνην.
6. Ηκούσαμεν την υπερηφανίαν του Μωάβ, είναι
λίαν υπερήφανος· την υψηλοφροσύνην αυτού και την αλαζονείαν αυτού και την
μανίαν αυτού· τα ψεύδη αυτού θέλουσι ματαιωθή.
7. Διά τούτο ο Μωάβ θέλει ολολύξει· πάντες θέλουσιν
ολολύξει διά τον Μωάβ· θέλετε θρηνολογήσει διά τα θεμέλια της Κιρ-αρεσέθ·
εκτυπήθησαν βεβαίως.
8. Διότι αι πεδιάδες της Εσεβών είναι ητονημέναι
και η άμπελος της Σιβμά· οι κύριοι των εθνών κατεσύντριψαν τα καλήτερα
αυτής φυτά, τα οποία ήρχοντο έως της Ιαζήρ, και περιεπλανώντο διά της ερήμου·
οι κλάδοι αυτής ήσαν εξηπλωμένοι, διέβαινον την θάλασσαν.
9. Διά τούτο μετά κλαυθμού της Ιαζήρ θέλω κλαύσει
την άμπελον της Σιβμά θέλω σε βρέξει με τα δάκρυά μου, Εσεβών και Ελεαλή·
διότι επί τους θερινούς καρπούς σου και επί τον θερισμόν σου επέπεσεν αλαλαγμός.
10. Και αφηρέθη η ευφροσύνη και η αγαλλίασις
από της καρποφόρου πεδιάδος· και εις τους αμπελώνάς σου δεν θέλουσιν είσθαι
πλέον άσματα ουδέ φωναί αγαλλιάσεως· οι ληνοπάται δεν θέλουσι πατεί οίνον
εν τοις ληνοίς· εγώ κατέπαυσα τον αλαλαγμόν του τρυγητού.
11. Όθεν τα εντόσθιά μου θέλουσιν ηχήσει ως κιθάρα
διά τον Μωάβ, και τα εσωτερικά μου διά την Κιρ-άρες.
12. Και ο Μωάβ, όταν φανή ότι απέκαμεν επί τους
βωμούς αυτού, θέλει εισέλθει εις το αγιαστήριον αυτού διά να προσευχηθή·
πλην δεν θέλει επιτύχει.
13. Ούτος είναι ο λόγος, τον οποίον έκτοτε ελάλησε
Κύριος περί του Μωάβ.
14. Τώρα δε ο Κύριος ελάλησε λέγων, Εις τρία
έτη, ως είναι τα έτη του μισθωτού, η δόξα του Μωάβ θέλει καταφρονηθή μεθ'
όλου του μεγάλου πλήθους αυτού· και το υπόλοιπον θέλει είσθαι πολύ ολίγον
και αδύνατον.
ΗΣΑΙΑΣ 17o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 17
1. Η κατά Δαμασκού όρασις. Ιδού, η Δαμασκός πεπαυμένη
του να ήναι πόλις, και θέλει είσθαι σωρός ερειπίων.
2. Αι πόλεις της Αροήρ εγκατελείφθησαν· θέλουσιν
είσθαι διά τα ποίμνια, τα οποία θέλουσιν αναπαύεσθαι εκεί, και δεν θέλει
είσθαι ο φοβίζων.
3. Και θέλει εκλείψει από του Εφραΐμ η βοήθεια
και το βασίλειον από της Δαμασκού, και το υπόλοιπον της Συρίας θέλει γείνει
ως η δόξα των υιών του Ισραήλ, λέγει ο Κύριος των δυνάμεων.
4. Και εν τη ημέρα εκείνη η δόξα του Ιακώβ θέλει
σμικρυνθή και το πάχος της σαρκός αυτού θέλει ισχνωθή.
5. Και θέλει είσθαι, ως όταν ο θεριστής συνάγη
τον σίτον και θερίζη τα αστάχυα διά του βραχίονος αυτού· και θέλει είσθαι
ως ο συνάγων αστάχυα εν τη κοιλάδι Ραφαείμ.
6. Θέλουσιν όμως μείνει εν αυτή ρώγες, ως εν
τω τιναγμώ της ελαίας, δύο τρεις ελαίαι επί της κορυφής των υψηλοτέρων
κλάδων, τέσσαρες πέντε επί των μακροτέρων αυτής καρποφόρων κλάδων, λέγει
Κύριος ο Θεός του Ισραήλ.
7. Εν εκείνη τη ημέρα ο άνθρωπος θέλει αναβλέψει
προς τον Ποιητήν αυτού και οι οφθαλμοί αυτού θέλουσιν ενατενίσει προς τον
Άγιον του Ισραήλ.
8. Και δεν θέλει αναβλέψει προς τους βωμούς,
το έργον των χειρών αυτού, ουδέ θέλει σεβασθή εκείνο το οποίον έκαμον οι
δάκτυλοι αυτού, ούτε τα άλση ούτε τα είδωλα.
9. Εν εκείνη τη ημέρα αι οχυραί πόλεις αυτού
θέλουσιν είσθαι ως εγκαταλελειμμένος κλάδος και ακρότατον κλωνάριον, το
οποίον αφήκαν εξ αιτίας των υιών του Ισραήλ· και θέλει είσθαι ερήμωσις.
10. Επειδή ελησμόνησας τον Θεόν της σωτηρίας
σου και δεν ενεθυμήθης τον βράχον της δυνάμεώς σου, διά τούτο θέλεις φυτεύσει
ευάρεστα φυτά, και θέλεις κάμει την εμφύτευσιν με ξένα βλαστήματα·
11. την ημέραν θέλεις κάμει το φυτόν σου να αυξηθή,
και το πρωΐ θέλεις κάμει τον σπόρον σου να ανθήση πλην το θέρος θέλει διαρπαχθή,
εν τη ημέρα του πόνου και της απηλπισμένης θλίψεως.
12. Ουαί εις το πλήθος πολλών λαών, οίτινες κάμνουσι
ταραχήν ως την ταραχήν των θαλασσών· και εις τον θόρυβον των εθνών, τα
οποία θορυβούσιν ως θόρυβον υδάτων πολλών.
13. Τα έθνη θέλουσι θορυβήσει ως θόρυβον υδάτων
πολλών· αλλ' ο Θεός θέλει ελέγξει αυτά, και θέλουσι φύγει μακράν και θέλουσιν
εκδιωχθή, ως το άχυρον των βουνών έμπροσθεν του ανέμου και ως κονιορτός
έμπροσθεν του ανεμοστροβίλου.
14. Προς το εσπέρας, ιδού, ταραχή· και πριν της
αυγής δεν υπάρχει. Αύτη είναι η μερίς των λεηλατούντων ημάς και ο κλήρος
των διαρπαζόντων ημάς.
ΗΣΑΙΑΣ 18o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 18
1. Ουαί, γη σκιάζουσα διά των πτερύγων, η πέραν
των ποταμών της Αιθιοπίας,
2. η εξαποστέλλουσα πρέσβεις διά θαλάσσης και
με πλοία σπάρτινα επί των υδάτων. Υπάγετε, ταχύδρομοι αγγελιαφόροι, προς
έθνος διηρπαγμένον και κατεσπαραγμένον, προς λαόν τρομερόν από της αρχής
αυτού έως της σήμερον, έθνος μεμετρημένον και καταπεπατημένον, του οποίου
την γην διήρπασαν οι ποταμοί.
3. Πάντες οι κάτοικοι του κόσμου και οι ενοικούντες
επί της γης, βλέπετε, όταν υψωθή σημαία επί τα όρη· και ακούσατε, όταν
εκπεμφθή φωνή σάλπιγγος.
4. Διότι ούτως είπε Κύριος προς εμέ· Θέλω ησυχάσει
και θέλω επιβλέψει εις το κατοικητήριόν μου, ως καύσων λαμπρότερος του
φωτός, ως νεφέλη δρόσου εν τω καύσωνι του θέρους.
5. Διότι πριν του θέρους, όταν το βλάστημα γείνη
τέλειον και η αγουρίδα ωριμάση εκ του άνθους, θέλει κόψει τους βλαστούς
διά κλαδευτηρίων και τας κληματίδας αποκόψας θέλει αφαιρέσει.
6. Θέλουσιν εγκαταλειφθή ομού διά τα όρνεα των
βουνών και διά τα θηρία της γής· και τα όρνεα θέλουσι περάσει το θέρος
επ' αυτούς, και πάντα τα θηρία της γης θέλουσι διαχειμάσει επ' αυτούς.
7. Εν εκείνω τω καιρώ θέλει φερθή δώρον προς
τον Κύριον των δυνάμεων εκ λαού διηρπαγμένου και κατεσπαραγμένου και εκ
λαού τρομερού από της αρχής αυτού έως της σήμερον, έθνους μεμετρημένου
και καταπεπατημένου, του οποίου την γην διήρπασαν οι ποταμοί, εις τον τόπον
του ονόματος του Κυρίου των δυνάμεων, το όρος Σιών.
ΗΣΑΙΑΣ 19o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 19
1. Η κατά της Αιγύπτου όρασις. Ιδού, ο Κύριος
επιβαίνει επί νεφέλης κούφης και θέλει επέλθει επί την Αίγυπτον· και τα
είδωλα της Αιγύπτου θέλουσι σεισθή από προσώπου αυτού, και η καρδία της
Αιγύπτου θέλει διαλυθή εν μέσω αυτής.
2. Και θέλει σηκώσει Αιγυπτίους κατά Αιγυπτίων,
και θέλουσι πολεμήσει έκαστος κατά του αδελφού αυτού και έκαστος κατά του
πλησίον αυτού· πόλις κατά πόλεως, βασιλεία κατά βασιλείας.
3. Και θέλει εκλείψει το πνεύμα της Αιγύπτου
εν μέσω αυτής· και θέλω ανατρέψει την βουλήν αυτής· και θέλουσιν ερωτήσει
τα είδωλα και τους μάγους και τους εγγαστριμύθους και τους μάντεις.
4. Και θέλω παραδώσει τους Αιγυπτίους εις χείρα
σκληρών κυρίων· και βασιλεύς άγριος θέλει εξουσιάζει αυτούς, λέγει ο Κύριος,
ο Κύριος των δυνάμεων.
5. Και τα ύδατα θέλουσιν εκλείψει εκ των θαλασσών
και ο ποταμός θέλει αφανισθή και καταξηρανθή.
6. Και οι ποταμοί θέλουσι στειρεύσει· οι ρύακες
οι περιπεφραγμένοι θέλουσι κενωθή και καταξηρανθή· ο κάλαμος και ο σπάρτος
θέλουσι μαρανθή·
7. τα λιβάδια πλησίον των ρυάκων, επί των στομίων
των ρυάκων, και παν το εσπαρμένον παρά τους ρύακας θέλει ξηρανθή, απορριφθή
και αφανισθή.
8. Και οι αλιείς θέλουσι στενάξει και πάντες
οι ρίπτοντες άγκιστρον εις τους ρύακας θέλουσι θρηνήσει και οι βάλλοντες
δίκτυα επί τα ύδατα θέλουσι νεκρωθή.
9. Και οι εργαζόμενοι εις λεπτόν λινάριον και
οι πλέκοντες δίκτυα θέλουσι ταραχθή.
10. Και οι στύλοι αυτής θέλουσι συντριφθή και
πάντες οι κερδαίνοντες από ιχθυοτροφείων.
11. Βεβαίως οι άρχοντες της Τάνεως είναι μωροί,
η βουλή των σοφών συμβούλων του Φαραώ κατεστάθη άλογος· πως λέγετε έκαστος
προς τον Φαραώ, Εγώ είμαι υιός σοφών, υιός αρχαίων βασιλέων;
12. Που, που, οι σοφοί σου; και ας είπωσι τώρα
προς σε, και ας καταλάβωσι τι εβουλεύθη ο Κύριος των δυνάμεων κατά της
Αιγύπτου.
13. Οι άρχοντες της Τάνεως εμωράνθησαν, οι άρχοντες
της Μέμφεως επλανήθησαν· και επλάνησαν την Αίγυπτον οι άρχοντες των φυλών
αυτής.
14. Ο Κύριος εκέρασεν εν τω μέσω αυτής πνεύμα
παραφροσύνης· και επλάνησαν την Αίγυπτον εις πάντα τα έργα αυτής, ως ο
μεθύων πλανάται εν τω εμετώ αυτού.
15. Και δεν θέλει είσθαι έργον διά την Αίγυπτον,
το οποίον η κεφαλή ή η ουρά, ο κλάδος ή ο σπάρτος, να δύναται να κάμη.
16. Εν εκείνη τη ημέρα οι Αιγύπτιοι θέλουσιν
είσθαι ως γυναίκες, και θέλουσι τρομάξει και φοβηθή από της χειρός του
Κυρίου των δυνάμεων σειομένης, την οποίαν σείει επ' αυτούς.
17. Και η γη του Ιούδα θέλει είσθαι φρίκη εις
τους Αιγυπτίους· πας όστις ενθυμείται αυτήν θέλει φρίττει, διά την βουλήν
του Κυρίου των δυνάμεων, την οποίαν απεφάσισεν εναντίον αυτών.
18. Εν εκείνη τη ημέρα πέντε πόλεις θέλουσιν
είσθαι εν τη γη της Αιγύπτου λαλούσαι την γλώσσαν της Χαναάν και ομνύουσαι
εις τον Κύριον των δυνάμεων· η μία θέλει ονομάζεσθαι η πόλις Αχέρες.
19. Εν εκείνη τη ημέρα θέλει είσθαι εν τω μέσω
της γης Αιγύπτου θυσιαστήριον εις τον Κύριον και στήλη κατά το όριον αυτής
εις τον Κύριον.
20. Και θέλει είσθαι εν τη γη της Αιγύπτου διά
σημείον και μαρτυρίαν εις τον Κύριον των δυνάμεων· διότι θέλουσι βοά προς
τον Κύριον εξ αιτίας των καταθλιβόντων, και θέλει εξαποστείλει προς αυτούς
σωτήρα και μέγαν και θέλει σώσει αυτούς.
21. Και θέλει γνωρισθή ο Κύριος εις τους Αιγυπτίους·
και οι Αιγύπτιοι θέλουσι γνωρίσει τον Κύριον εν εκείνη τη ημέρα και θέλουσι
προσφέρει θυσίαν και προσφοράν· και θέλουσιν ευχηθή ευχήν εις τον Κύριον
και εκπληρώσει αυτήν.
22. Και θέλει κτυπήσει ο Κύριος την Αίγυπτον·
θέλει κτυπήσει και θεραπεύσει αυτήν· και θέλουσιν επιστραφή εις τον Κύριον·
και θέλει παρακαλεσθή υπ' αυτών και θέλει ιατρεύσει αυτούς.
23. Εν εκείνη τη ημέρα θέλει είσθαι οδός μεγάλη
από της Αιγύπτου προς την Ασσυρίαν· και οι Ασσύριοι θέλουσιν ελθεί εις
την Αίγυπτον, και οι Αιγύπτιοι εις την Ασσυρίαν, και οι Αιγύπτιοι μετά
των Ασσυρίων θέλουσι δουλεύσει εις τον Κύριον.
24. Εν εκείνη τη ημέρα ο Ισραήλ θέλει είσθαι
ο τρίτος μετά του Αιγυπτίου και μετά του Ασσυρίου· ευλογία εν μέσω της
γης θέλει είσθαι·
25. διότι ο Κύριος των δυνάμεων θέλει ευλογήσει
αυτούς λέγων, Ευλογημένη η Αίγυπτος ο λαός μου και η Ασσυρία το έργον των
χειρών μου και ο Ισραήλ η κληρονομία μου.
ΗΣΑΙΑΣ 20o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 20
1. Εν τω έτει καθ' ο ο Ταρτάν ήλθεν εις την Άζωτον,
ότε απέστειλεν αυτόν ο Σαργών βασιλεύς της Ασσυρίας και επολέμησε κατά
της Αζώτου και εκυρίευσεν αυτήν,
2. κατά τον αυτόν καιρόν ελάλησεν ο Κύριος προς
Ησαΐαν τον υιόν του Αμώς, λέγων, Ύπαγε και λύσον τον σάκκον από της οσφύος
σου και έκβαλε τα σανδάλια σου από των ποδών σου. Και έκαμεν ούτω, περιπατών
γυμνός και ανυπόδητος.
3. Και είπε Κύριος, Καθώς ο δούλός μου Ησαΐας
περιεπάτει γυμνός και ανυπόδητος τρία έτη, διά σημείον και τεράστιον κατά
της Αιγύπτου και κατά της Αιθιοπίας,
4. ούτως ο βασιλεύς της Ασσυρίας θέλει απαγάγει
τους Αιγυπτίους δεσμίους και τους Αιθίοπας αιχμαλώτους, νέους και γέροντας,
γυμνούς και ανυποδήτους, με γυμνά μάλιστα τα οπίσθια αυτών, προς καταισχύνην
της Αιγύπτου.
5. Και θέλουσι τρομάξει και εντραπή διά την Αιθιοπίαν,
το θάρρος αυτών· και διά την Αίγυπτον, το καύχημα αυτών.
6. Και οι κάτοικοι του τόπου τούτου θέλουσι λέγει
εν εκείνη τη ημέρα, Ιδού, τοιούτον είναι το καταφύγιον ημών, εις το οποίον
καταφεύγομεν προς βοήθειαν, διά να ελευθερωθώμεν από του βασιλέως της Ασσυρίας·
και πως ημείς θέλομεν σωθή;
ΗΣΑΙΑΣ 21o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 21
1. Η κατά της ερήμου της θαλάσσης όρασις. Καθώς
οι διαβαίνοντες ανεμοστρόβιλοι της μεσημβρίας, ούτως έρχεται από της ερήμου,
από γης τρομεράς.
2. Σκληρόν όραμα εφανερώθη εις εμέ· ο καταδυναστεύων
καταδυναστεύει και ο πορθών πορθεί. Ανάβηθι, Ελάμ· πολιόρκησον, Μηδία·
έπαυσα πάσας τας καταδυναστείας αυτής.
3. Διά τούτο η οσφύς μου είναι πλήρης οδύνης·
πόνοι με εκυρίευσαν, ως οι πόνοι της τικτούσης· εκυρτώθην εις την ακρόασιν
αυτού· συνεταράχθην εις την θέαν αυτού.
4. Η καρδία μου κλονίζεται· τρόμος με εξέπληξεν·
η νυξ της ευφροσύνης μου εις φρίκην μετεβλήθη εν εμοί.
5. Ετοιμάζεται η τράπεζα· φυλάττουσι σκοπιάν,
τρώγουσι, πίνουσι· σηκώθητε, στρατάρχαι, ετοιμάσατε ασπίδας.
6. Διότι ο Κύριος είπεν ούτω προς εμέ· Ύπαγε,
στήσον σκοπευτήν, διά να αναγγέλλη ό,τι βλέπει.
7. Και είδεν αναβάτας δύο ιππείς, αναβάτην όνου
και αναβάτην καμήλου· και επρόσεξεν επιμελώς μετά πολλής προσοχής.
8. Και εφώναξεν ως λέων, Ακαταπαύστως, κύριέ
μου, ίσταμαι εν τη σκοπιά την ημέραν και φυλάττω πάσας τας νύκτας·
9. και ιδού, έρχονται εδώ αναβάται άνδρες δύο
ιππείς. Και απεκρίθη και είπεν, Έπεσεν, έπεσεν η Βαβυλών, και πάσαι αι
γλυπταί εικόνες των θεών αυτής συνετρίφθησαν κατά γης.
10. Αλώνισμά μου και σίτε του αλωνίου μου, εφανέρωσα
εις εσάς εκείνο, το οποίον ήκουσα παρά του Κυρίου των δυνάμεων, του Θεού
του Ισραήλ.
11. Η κατά Δουμά όρασις. Προς εμέ φωνάζει από
Σηείρ, Φρουρέ, τι περί της νυκτός; φρουρέ, τι περί της νυκτός;
12. Ο φρουρός είπε, Το πρωΐ ήλθεν, έτι και η
νύξ· αν θέλητε να ερωτήσητε, ερωτάτε· επιστρέψατε, έλθετε.
13. Η κατά Αραβίας όρασις. Εν τω δάσει της Αραβίας
θέλετε διανυκτερεύσει, συνοδίαι των Δαιδανιτών.
14. Φέρετε ύδωρ εις συνάντησιν του διψώντος,
κάτοικοι της γης Θαιμάν· προϋπαντάτε με άρτους τον φεύγοντα.
15. Διότι φεύγουσιν από προσώπου των ξιφών, από
προσώπου του γεγυμνωμένου ξίφους και από προσώπου του εντεταμένου τόξου
και από προσώπου της ορμής του πολέμου.
16. Διότι ο Κύριος είπεν ούτω προς εμέ· Εντός
ενός έτους, ως είναι τα έτη του μισθωτού, θέλει εκλείψει βεβαίως πάσα η
δόξα της Κηδάρ·
17. και το υπόλοιπον του αριθμού των ισχυρών
τοξοτών εκ των υιών του Κηδάρ θέλουσιν ελαττωθή· διότι Κύριος ο Θεός του
Ισραήλ ελάλησε.
ΗΣΑΙΑΣ 22o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 22
1. Όρασις κατά της κοιλάδος του οράματος. Τι
σοι έγεινε τώρα, ότι ανέβης συ πάσα εις τα δώματα;
2. Συ, η πλήρης βοής, πόλις θορύβου, πόλις ευθυμίας·
οι πεφονευμένοι σου δεν εφονεύθησαν διά μαχαίρας ουδέ απέθανον εν μάχη.
3. Πάντες οι άρχοντές σου έφυγον ομού· φεύγοντες
από του τόξου, εδεσμεύθησαν πάντες οι ευρισκόμενοι εν σοί· οι μακρόθεν
καταφυγόντες εδεσμεύθησαν ομού.
4. Διά τούτο είπα, Σύρθητε απ' εμού· θέλω κλαύσει
πικρώς· μη αγωνίζεσθε να με παρηγορήσητε διά την διαρπαγήν της θυγατρός
του λαού μου.
5. Διότι είναι ημέρα ταραχής και καταπατήσεως
και αμηχανίας εν τη κοιλάδι του οράματος παρά Κυρίου του Θεού των δυνάμεων,
ημέρα καταστροφής των τειχών· και η κραυγή θέλει φθάσει εις τα όρη.
6. Και ο Ελάμ έλαβε την φαρέτραν με αμάξας ανδρών
και ιππείς, και ο Κιρ εξεσκέπασε την ασπίδα.
7. Και αι εκλεκταί κοιλάδες σου εγεμίσθησαν αμαξών,
και οι ιππείς παρετάχθησαν εν τη πύλη.
8. Και εσηκώθη το κάλυμμα του Ιούδα· και εν τη
ημέρα εκείνη ενέβλεψας εις την οπλοθήκην της οικίας του δάσους.
9. Και είδετε ότι αι χαλάστραι της πόλεως του
Δαβίδ είναι πολλαί, και συνηθροίσατε τα ύδατα του κάτω υδροστασίου.
10. Και απηριθμήσατε τας οικίας της Ιερουσαλήμ,
και διά να οχυρώσητε το τείχος εχαλάσατε τας οικίας.
11. Εκάμετε προς τούτοις μεταξύ των δύο τειχών
λάκκον διά το ύδωρ του παλαιού υδροστασίου· αλλά δεν ανεβλέψατε προς τον
Ποιητήν τούτων ουδέ εθεωρήσατε προς τον παλαιόθεν κτίσαντα αυτά.
12. Και εν εκείνη τη ημέρα Κύριος ο Θεός των
δυνάμεων σας εκάλεσεν εις κλαυθμόν και εις πένθος και εις ξύρισμα και εις
ζώσιμον σάκκου·
13. αλλ' ιδού, χαρά και ευθυμία· σφάζουσι βόας
και θύουσι πρόβατα, τρώγουσι κρέατα και πίνουσιν οίνον, λέγοντες, Ας φάγωμεν
και ας πίωμεν· διότι αύριον θέλομεν αποθάνει.
14. Και ανεκαλύφθη εις τα ώτα μου παρά του Κυρίου
των δυνάμεων, Βεβαίως αύτη η ανομία σας δεν θέλει καθαρισθή εωσού αποθάνητε,
λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων.
15. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων· Ύπαγε,
είσελθε προς τον θησαυροφύλακα τούτον, προς τον Σομνάν, τον επιστάτην του
οίκου, και ειπέ,
16. Τι έχεις εδώ; και εδώ τίνα έχεις, ώστε να
κατασκευάσης ενταύθα μνημείον εις σεαυτόν; κατασκευάζει το μνήμα αυτού
υψηλά και κόπτει εν πέτρα κατοικίαν εις εαυτόν.
17. Ιδού, ο Κύριος θέλει σε εκβάλει εκβολήν βιαίαν
και θέλει σε περικαλύψει αισχύνην.
18. Θέλει βεβαίως σε στροφογυρίσει και τινάξει
βιαίως ως σφαίραν εις τόπον ευρύχωρον· εκεί θέλεις αποθάνει και εκεί θέλουσιν
είσθαι αι άμαξαι της δόξης σου, ω αίσχος του οίκου του κυρίου σου.
19. Και θέλω σε εξώσει από της στάσεώς σου και
θέλει σε κρημνίσει από του αξιώματός σου.
20. Και εν εκείνη τη ημέρα θέλω καλέσει τον δούλον
μου Ελιακείμ, τον υιόν του Χελκίου.
21. Και θέλω ενδύσει αυτόν την στολήν σου και
θέλω περιζώσει αυτόν την ζώνην σου, και την εξουσίαν σου θέλω δώσει εις
την χείρα αυτού και θέλει είσθαι πατήρ εις τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ
και εις τον οίκον του Ιούδα.
22. Και θέλω βάλει επί τον ώμον αυτού το κλειδίον
του οίκου του Δαβίδ· και θέλει ανοίγει και ουδείς θέλει κλείει· και θέλει
κλείει και ουδείς θέλει ανοίγει.
23. Και θέλω στηρίξει αυτόν ως πάσσαλον εν τόπω
στερεώ και θέλει είσθαι ως θρόνος δόξης του οίκου του πατρός αυτού.
24. Και απ' αυτού θέλουσι κρεμάσει πάσαν την
δόξαν του οίκου του πατρός αυτού, τους εκγόνους και απογόνους, πάντα τα
σκεύη τα μικρά, από των σκευών των ποτηρίων έως πάντων των σκευών των φιαλών.
25. Εν εκείνη τη ημέρα, λέγει ο Κύριος των δυνάμεων,
το εστηριγμένον καρφίον εν τω στερεώ τόπω θέλει κινηθή και θέλει εκβληθή
και πέσει, και το φορτίον το επ' αυτού θέλει κρημνισθή· διότι ο Κύριος
ελάλησε.
[>]