ΗΣΑΙΑΣ 23o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 23
1. Η κατά της Τύρου όρασις. Ολολύζετε, πλοία
της Θαρσείς· διότι εξωλοθρεύθη, ώστε να μη υπάρχη οικία μηδέ είσοδος· εκ
της γης των Κητιαίων ανηγγέλθη τούτο προς αυτούς.
2. Σιωπήσατε, κάτοικοι της νήσου· συ, την οποίαν
εγέμισαν οι έμποροι της Σιδώνος, οι διαβαίνοντες επί της θαλάσσης.
3. Και το εισόδημα αυτής είναι ο σπόρος του Σιώρ,
το θέρος του ποταμού, φερόμενα διά πολλών υδάτων· και αύτη έγεινε το εμπόριον
των εθνών.
4. Αισχύνθητι, Σιδών· διότι η θάλασσα ελάλησε,
το οχύρωμα της θαλάσσης, λέγουσα, Δεν κοιλοπονώ ουδέ γεννώ ουδέ ανατρέφω
νέους ουδέ μεγαλώνω παρθένους.
5. Όταν ακουσθή εν Αιγύπτω, θέλουσι λυπηθή ακούοντες
περί της Τύρου.
6. Διέλθετε εις Θαρσείς· ολολύξατε, κάτοικοι
της νήσου.
7. Αύτη είναι η εύθυμος πόλις σας, της οποίας
η αρχαιότης είναι εκ παλαιών ημερών; οι πόδες αυτής θέλουσι φέρει αυτήν
μακράν διά να παροικήση.
8. Τις εβουλεύθη τούτο κατά της Τύρου, ήτις διανέμει
στέμματα, της οποίας οι έμποροι είναι ηγεμόνες, της οποίας οι πραγματευταί
είναι οι ένδοξοι της γης;
9. Ο Κύριος των δυνάμεων εβουλεύθη τούτο, διά
να καταισχύνη την υπερηφανίαν πάσης δόξης, να εξευτελίση πάντα ένδοξον
της γης.
10. Διαπέρασον την γην σου ως ποταμός, θυγάτηρ
της Θαρσείς· δύναμις πλέον δεν υπάρχει.
11. Εξέτεινε την χείρα αυτού επί την θάλασσαν,
έσεισε βασίλεια· ο Κύριος έδωκε προσταγήν κατά της Χαναάν, διά να καταστρέψωσι
τα οχυρώματα αυτής.
12. Και είπε, δεν θέλεις αγάλλεσθαι πλέον, παρθένε
κατατεθλιμμένη, θυγάτηρ της Σιδώνος· σηκώθητι, πέρασον προς τους Κητιαίους·
ουδέ εκεί θέλεις έχει ανάπαυσιν.
13. Ιδού, η γη των Χαλδαίων· ούτος ο λαός δεν
υπήρχεν· ο Ασσύριος εθεμελίωσεν αυτόν διά τους κατοικούντας την έρημον·
ήγειραν τους πύργους αυτής, ύψωσαν τα παλάτια αυτής· και κατέστησεν αυτήν
ερείπια.
14. Ολολύζετε, πλοία της Θαρσείς· διότι ηρημώθη
το οχύρωμά σας.
15. Και εν εκείνη τη ημέρα η Τύρος θέλει λησμονηθή
εβδομήκοντα έτη, κατά τας ημέρας ενός βασιλέως· μετά δε τα εβδομήκοντα
έτη θέλει είσθαι εν τη Τύρω ως άσμα της πόρνης.
16. Λάβε κιθάραν, περίελθε την πόλιν, πόρνη λησμονημένη,
παίζε γλυκά, άδε πολλά άσματα, διά να σε ενθυμηθώσι.
17. Και μετά τα εβδομήκοντα έτη, ο Κύριος θέλει
επισκεφθή την Τύρον· και αυτή θέλει επιστρέψει εις το μίσθωμα αυτής, και
θέλει πορνεύεσθαι μετά πάντων των βασιλείων του κόσμου επί προσώπου της
γης.
18. Και το εμπόριον αυτής και το μίσθωμα αυτής
θέλει αφιερωθή εις τον Κύριον· δεν θέλει θησαυρισθή ουδέ ταμιευθή· διότι
το εμπόριον αυτής θέλει είσθαι διά τους κατοικούντας ενώπιον του Κυρίου·
διά να τρώγωσιν εις χορτασμόν και να έχωσιν ενδύματα πολυχρόνια.
ΗΣΑΙΑΣ 24o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 24
1. Ιδού, ο Κύριος κενόνει την γην και ερημόνει
αυτήν και ανατρέπει αυτήν και διασκορπίζει τους κατοίκους αυτής.
2. Και θέλει είσθαι, ως ο λαός, ούτως ο ιερεύς·
ως ο θεράπων, ούτως ο κύριος αυτού· ως η θεράπαινα, ούτως η κυρία αυτής·
ως ο αγοραστής, ούτως ο πωλητής· ως ο δανειστής, ούτως ο δανειζόμενος·
ως ο λαμβάνων τόκον, ούτως ο πληρόνων τόκον εις αυτόν.
3. Ολοκλήρως θέλει κενωθή η γη και ολοκλήρως
θέλει γυμνωθή· διότι ο Κύριος ελάλησε τον λόγον τούτον.
4. Η γη πενθεί, μαραίνεται, ο κόσμος ατονεί,
μαραίνεται, οι υψηλοί εκ των λαών της γης είναι ητονημένοι.
5. Και η γη εμολύνθη υποκάτω των κατοίκων αυτής·
διότι παρέβησαν τους νόμους, ήλλαξαν το διάταγμα, ηθέτησαν διαθήκην αιώνιον.
6. Διά τούτο η αρά κατέφαγε την γην και οι κατοικούντες
εν αυτή ηρημώθησαν· διά τούτο οι κάτοικοι της γης κατεκαύθησαν και ολίγοι
άνθρωποι έμειναν.
7. Ο νέος οίνος πενθεί, η άμπελος είναι εν ατονία,
πάντες οι ευφραινόμενοι την καρδίαν στενάζουσιν.
8. Η ευφροσύνη των τυμπάνων παύει· ο θόρυβος
των ευθυμούντων τελειόνει· παύει της κιθάρας η ευφροσύνη.
9. δεν θέλουσι πίνει οίνον μετά ασμάτων· το σίκερα
θέλει είσθαι πικρόν εις τους πίνοντας αυτό.
10. Η πόλις της ερημώσεως ηφανίσθη· πάσα οικία
εκλείσθη, ώστε να μη εισέλθη μηδείς.
11. Κραυγή είναι εν ταις οδοίς διά τον οίνον·
πάσα ευθυμία παρήλθεν· η χαρά του τόπου έφυγεν.
12. Ερημία έμεινεν εν τη πόλει, και η πύλη εκτυπήθη
υπό αφανισμού·
13. όταν γείνη ούτως εν μέσω της γης μεταξύ των
λαών, θέλει είσθαι ως τιναγμός ελαίας, ως το σταφυλολόγημα αφού παύση ο
τρυγητός.
14. Ούτοι θέλουσιν υψώσει την φωνήν αυτών, θέλουσι
ψάλλει διά την μεγαλειότητα του Κυρίου, θέλουσι μεγαλοφωνεί από της θαλάσσης.
15. Διά τούτο δοξάσατε τον Κύριον εν ταις κοιλάσι,
το όνομα Κυρίου του Θεού του Ισραήλ εν ταις νήσοις της θαλάσσης.
16. Απ' άκρου της γης ηκούσαμεν άσματα, Δόξα
εις τον δίκαιον. Αλλ' εγώ είπα, Ταλαιπωρία μου, ταλαιπωρία μου· ουαί εις
εμέ· οι άπιστοι απίστως έπραξαν· ναι, οι άπιστοι πολλά απίστως έπραξαν.
17. Φόβος και λάκκος και παγίς είναι επί σε,
κάτοικε της γης.
18. Και ο φεύγων από του ήχου του φόβου θέλει
πέσει εις τον λάκκον· και ο αναβαίνων εκ μέσου του λάκκου θέλει πιασθή
εις την παγίδα· διότι αι θυρίδες άνωθεν είναι ανοικταί, και τα θεμέλια
της γης σείονται.
19. Η γη κατεσυντρίφθη, η γη ολοκλήρως διελύθη,
η γη εκινήθη εις υπερβολήν.
20. Η γη θέλει κλονισθή εδώ και εκεί ως ο μεθύων
και θέλει μετακινηθή ως καλύβη· και η ανομία αυτής θέλει βαρύνει επ' αυτήν·
και θέλει πέσει και πλέον δεν θέλει σηκωθή.
21. Και εν εκείνη τη ημέρα ο Κύριος θέλει παιδεύσει
το στράτευμα των υψηλών εν τω ύψει και τους βασιλείς της γης επί της γης.
22. Και θέλουσι συναχθή, καθώς συνάγονται οι
αιχμάλωτοι εις τον λάκκον, και θέλουσι κλεισθή εν τη φυλακή, και μετά πολλάς
ημέρας θέλει γείνει επίσκεψις εις αυτούς.
23. Τότε η σελήνη θέλει εντραπή και ο ήλιος θέλει
αισχυνθή, όταν ο Κύριος των δυνάμεων βασιλεύση εν τω όρει Σιών και εν Ιερουσαλήμ
και δοξασθή ενώπιον των πρεσβυτέρων αυτού.
ΗΣΑΙΑΣ 25o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 25
1. Κύριε, συ είσαι ο Θεός μου· θέλω σε υψόνει,
θέλω υμνεί το όνομά σου· διότι έκαμες θαυμάσια· αι απ' αρχής βουλαί σου
είναι πίστις και αλήθεια.
2. Διότι συ κατέστησας πόλιν σωρόν· πόλιν ωχυρωμένην,
ερείπιον· τα οχυρώματα των αλλογενών, ώστε να μη ήναι πόλις· ουδέποτε θέλουσιν
ανοικοδομηθή.
3. Διά τούτο ο ισχυρός λαός θέλει σε δοξάσει,
η πόλις των τρομερών εθνών θέλει σε φοβηθή.
4. Διότι εστάθης δύναμις εις τον πτωχόν, δύναμις
του ενδεούς εν τη στενοχωρία αυτού, καταφύγιον εναντίον της ανεμοζάλης,
σκιά εναντίον του καύσωνος, όταν το φύσημα των τρομερών προσβάλη ως ανεμοζάλη
κατά τοίχου.
5. Θέλεις καταπαύσει τον θόρυβον των αλλογενών,
ως τον καύσωνα εν ξηρώ τόπω, τον καύσωνα διά της σκιάς του νέφους· ο θρίαμβος
των τρομερών θέλει ταπεινωθή.
6. Και επί του όρους τούτου ο Κύριος των δυνάμεων
θέλει κάμει εις πάντας τους λαούς ευωχίαν από παχέων, ευωχίαν από οίνων
εν τη τρυγία αυτών, από παχέων μεστών μυελού, από οίνων κεκαθαρισμένων
επί της τρυγίας.
7. Και εν τω όρει τούτω θέλει αφανίσει το πρόσωπον
του περικαλύμματος του περικαλύπτοντος πάντας τους λαούς και το κάλυμμα
το καλύπτον επί πάντα τα έθνη.
8. Θέλει καταπίει τον θάνατον εν νίκη· και Κύριος
ο Θεός θέλει σπογγίσει τα δάκρυα από πάντων των προσώπων· και θέλει εξαλείψει
το όνειδος του λαού αυτού από πάσης της γής· διότι ο Κύριος ελάλησε.
9. Και εν εκείνη τη ημέρα θέλουσιν ειπεί, Ιδού,
ούτος είναι ο Θεός ημών· περιεμείναμεν αυτόν και θέλει σώσει ημάς· ούτος
είναι ο Κύριος· περιεμείναμεν αυτόν· θέλομεν χαρή και ευφρανθή εν τη σωτηρία
αυτού.
10. Διότι εν τω όρει τούτω η χειρ του Κυρίου
θέλει αναπαυθή, και ο Μωάβ θέλει καταπατηθή υποκάτω αυτού, καθώς καταπατείται
το άχυρον διά τον κοπρώνα.
11. Και θέλει εξαπλώσει τας χείρας αυτού εν τω
μέσω αυτών, καθώς ο κολυμβών εξαπλόνει τας χείρας αυτού διά να κολυμβήση·
και θέλει ταπεινώσει την υπερηφανίαν αυτών μετά των πανουργευμάτων των
χειρών αυτών.
12. Και τα υψηλά οχυρώματα των τειχών σου θέλουσι
ταπεινωθή, κρημνισθή, κατεδαφισθή έως εδάφους.
ΗΣΑΙΑΣ 26o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 26
1. Εν εκείνη τη ημέρα το άσμα τούτο θέλει ψαλή
εν γη Ιούδα Έχομεν πόλιν οχυράν· σωτηρίαν θέλει βάλει ο Θεός αντί τειχών
και προτειχισμάτων.
2. Ανοίξατε τας πύλας και θέλει εισέλθει το δίκαιον
έθνος το φυλάττον την αλήθειαν.
3. Θέλεις φυλάξει εν τελεία ειρήνη το πνεύμα
το επί σε επιστηριζόμενον, διότι επί σε θαρρεί.
4. Θαρρείτε επί τον Κύριον πάντοτε· διότι εν
Κυρίω τω Θεώ είναι αιώνιος δύναμις.
5. Διότι ταπεινόνει τους κατοικούντας εν υψηλοίς·
κρημνίζει την υψηλήν πόλιν· κρημνίζει αυτήν έως εδάφους· καταβάλλει αυτήν
έως χώματος.
6. Ο πους θέλει καταπατήσει αυτήν, οι πόδες του
πτωχού, τα βήματα του ενδεούς.
7. Η οδός του δικαίου είναι η ευθύτης· συ, ευθύτατε,
σταθμίζεις την οδόν του δικαίου.
8. Ναι, εν τη οδώ, των κρίσεών σου, Κύριε, σε
περιεμείναμεν· ο πόθος της ψυχής ημών είναι εις το όνομά σου και εις την
ενθύμησίν σου.
9. Με την ψυχήν μου σε επόθησα την νύκτα· ναι,
με το πνεύμά μου εντός μου σε εξεζήτησα το πρωΐ· διότι όταν αι κρίσεις
σου ήναι εν τη γη, οι κάτοικοι του κόσμου θέλουσι μάθει δικαιοσύνην.
10. Και αν ελεηθή ο ασεβής, δεν θέλει μάθει δικαιοσύνην·
εν τη γη της ευθύτητος θέλει πράξει αδίκως και δεν θέλει εμβλέψει εις την
μεγαλειότητα του Κυρίου.
11. Η χειρ σου, Κύριε, υψούται, αλλ' αυτοί δεν
θέλουσιν ιδεί· θέλουσιν όμως ιδεί και καταισχυνθή· ο ζήλος ο υπέρ του λαού
σου, μάλιστα το πυρ το κατά των εχθρών σου θέλει καταφάγει αυτούς.
12. Κύριε, ειρήνην θέλεις δώσει εις ημάς· διότι
συ έκαμες και πάντα ημών τα έργα διά ημάς.
13. Κύριε ο Θεός ημών, άλλοι κύριοι, πλην σου,
εξουσίασαν εφ' ημάς· αλλά τώρα διά σου μόνον θέλομεν αναφέρει το όνομά
σου.
14. Απέθανον, δεν θέλουσιν αναζήσει· ετελεύτησαν,
δεν θέλουσιν αναστηθή· διά τούτο επεσκέφθης και εξωλόθρευσας αυτούς και
εξήλειψας παν το μνημόσυνον αυτών.
15. Επλήθυνας το έθνος, Κύριε, επλήθυνας το έθνος·
εδοξάσθης· εμάκρυνας αυτό εις πάντα τα έσχατα της γης.
16. Κύριε, εν τη θλίψει προσέτρεξαν προς σέ·
εξέχεαν στεναγμόν, ότε η παιδεία σου ήτο επ' αυτούς.
17. Ως έγκυος γυνή, όταν πλησιάση εις την γένναν,
κοιλοπονεί, φωνάζουσα εν τοις πόνοις αυτής, ούτως εγείναμεν ενώπιόν σου,
Κύριε.
18. Συνελάβομεν, εκοιλοπονήσαμεν, πλην ως να
εγεννήσαμεν άνεμον· ουδεμίαν ελευθέρωσιν κατωρθώσαμεν εν τη γή· ουδέ έπεσαν
οι κάτοικοι του κόσμου.
19. Οι νεκροί σου θέλουσι ζήσει, μετά του νεκρού
σώματός μου θέλουσιν αναστηθή· εξεγέρθητε και ψάλλετε, σεις οι κατοικούντες
εν τω χώματι· διότι η δρόσος σου είναι ως η δρόσος των χόρτων, και η γη
θέλει εκρίψει τους νεκρούς.
20. Ελθέ, λαέ μου, είσελθε εις τα ταμείά σου
και κλείσον τας θύρας σου οπίσω σου· κρύφθητι διά ολίγον καιρόν, εωσού
παρέλθη η οργή.
21. Διότι, ιδού, ο Κύριος εξέρχεται από του τόπου
αυτού διά να παιδεύση τους κατοίκους της γης ένεκεν της ανομίας αυτών·
η δε γη θέλει ανακαλύψει τα αίματα αυτής και δεν θέλει σκεπάσει πλέον τους
πεφονευμένους αυτής.
ΗΣΑΙΑΣ 27o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 27
1. Εν εκείνη τη ημέρα θέλει παιδεύσει ο Κύριος,
διά της μαχαίρας αυτού της σκληράς και μεγάλης και δυνατής, τον Λευϊάθαν,
τον λοξοβάτην όφιν, ναι, τον Λευϊάθαν, τον σκολιόν όφιν· και θέλει αποκτείνει
τον δράκοντα τον εν τη θαλάσση.
2. Εν εκείνη τη ημέρα ψάλλετε προς αυτήν, Άμπελος
αγαπητή·
3. εγώ ο Κύριος θέλω φυλάττει αυτήν· κατά πάσαν
στιγμήν θέλω ποτίζει αυτήν· διά να μη βλάψη αυτήν μηδείς, νύκτα και ημέραν
θέλω φυλάττει αυτήν·
4. οργή δεν είναι εν εμοί· τις ήθελεν αντιτάξει
εναντίον μου τριβόλους και ακάνθας εν τη μάχη; ήθελον περάσει διά μέσου
αυτών, ήθελον κατακαύσει ταύτα ομού·
5. ή ας πιασθή από της δυνάμεώς μου, διά να κάμη
ειρήνην μετ' εμού· και θέλει κάμει μετ' εμού ειρήνην.
6. Εις το ερχόμενον θέλει ριζώσει τον Ιακώβ·
ο Ισραήλ θέλει ανθήσει και βλαστήσει και γεμίσει το πρόσωπον της οικουμένης
από καρπών.
7. Μήπως επάταξεν αυτόν, καθώς επάταξε τους πατάξαντας
αυτόν; ή εθανατώθη κατά τον θάνατον των θανατωθέντων υπ' αυτού;
8. Με μέτρον θέλεις διαμαχήσει μετ' αυτής, όταν
αποβάλης αυτήν· συμμετρεί τον σφοδρόν αυτού άνεμον εν τη ημέρα του ανατολικού
ανέμου.
9. Όθεν με τούτο θέλει καθαρισθή η ανομία του
Ιακώβ· και τούτο θέλει είσθαι άπας ο καρπός, να εξαλειφθή η αμαρτία αυτού,
όταν κατασυντρίψη πάντας τους λίθους των βωμών ως λεπτόν κονιορτόν ασβέστου,
και τα άλση και τα είδωλα δεν μένωσι πλέον όρθια.
10. Διότι η ωχυρωμένη πόλις θέλει ερημωθή, η
κατοικία θέλει παραιτηθή και εγκαταλειφθή ως έρημος· εκεί θέλει βοσκηθή
το μοσχάριον και εκεί θέλει αναπαυθή και καταφάγει τους κλάδους αυτής.
11. Όταν οι κλάδοι αυτής ξηρανθώσι, θέλουσιν
αποκοπή· αι γυναίκες θέλουσιν ελθεί και κατακαύσει αυτούς· διότι είναι
λαός ασύνετος· όθεν ο ποιήσας αυτόν δεν θέλει οικτείρει αυτόν και ο πλάσας
αυτόν δεν θέλει ελεήσει αυτόν.
12. Και εν εκείνη τη ημέρα ο Κύριος θέλει εκτινάξει
από της διώρυγος του ποταμού έως του ρεύματος της Αιγύπτου, και σεις θέλετε
συναχθή καθ' ένα έκαστος, σεις υιοί Ισραήλ.
13. Και εν εκείνη τη ημέρα θέλει σαλπιγχθή μεγάλη
σάλπιγξ, και θέλουσιν ελθεί οι καταφθειρόμενοι εν τη γη της Ασσυρίας και
οι αποδεδιωγμένοι εν τη γη της Αιγύπτου, και θέλουσι λατρεύσει τον Κύριον
επί του όρους του αγίου εν Ιερουσαλήμ.
ΗΣΑΙΑΣ 28o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 28
1. Ουαί εις τον στέφανον της υπερηφανίας των
μεθύσων του Εφραΐμ, των οποίων η ένδοξος ώραιότης είναι άνθος μαραινόμενον·
οίτινες επί της κορυφής των παχειών κοιλάδων κατακυριεύονται υπό του οίνου.
2. Ιδού, ο Κύριος έχει ισχυρόν και δυνατόν όστις
ως θόρυβος χαλάζης, ως καταστρεπτικός ανεμοστρόβιλος· ως κατακλυσμός ισχυρών
υδάτων πλημμυρούντων, θέλει καταρρίψει εις την γην τα πάντα διά της χειρός
αυτού.
3. Ο στέφανος της υπερηφανίας των μεθύσων του
Εφραΐμ θέλει καταπατηθή υπό τους πόδας.
4. Και το άνθος της ενδόξου ώραιότητος αυτών,
το επί της κορυφής της παχείας κοιλάδος, μαραινόμενον θέλει γείνει ως ο
πρώϊμος καρπός προ του θέρους· τον οποίον ο ιδών αυτόν, καθώς λάβη εν τη
χειρί αυτού, καταπίνει αυτόν.
5. Εν εκείνη τη ημέρα ο Κύριος των δυνάμεων θέλει
είσθαι στέφανος δόξης και διάδημα ώραιότητος εις το υπόλοιπον του λαού
αυτού,
6. και πνεύμα κρίσεως εις τον καθήμενον διά κρίσιν,
και δύναμις εις τους απωθούντας τον πόλεμον έως των πυλών.
7. Πλην και αυτοί επλανήθησαν υπό οίνου και παρεδρόμησαν
υπό σίκερα· ο ιερεύς και ο προφήτης επλανήθησαν υπό σίκερα, κατεπόθησαν
υπό οίνου, παρεδρόμησαν υπό σίκερα· πλανώνται εν τη δράσει, προσκόπτουσιν
εν τη κρίσει.
8. Διότι πάσαι αι τράπεζαι είναι πλήρεις εμετού
και ακαθαρσίας, ουδείς τόπος μένει καθαρός.
9. Τίνα θέλει διδάξει την σοφίαν; και τίνα θέλει
κάμει να καταλάβη την διδασκαλίαν; αυτοί είναι ως βρέφη απογεγαλακτισμένα,
απεσπασμένα από των μαστών.
10. Διότι με διδασκαλίαν επί διδασκαλίαν, με
διδασκαλίαν επί διδασκαλίαν, με στίχον επί στίχον, στίχον επί στίχον, ολίγον
εδώ, ολίγον εκεί,
11. διότι με χείλη ψελλίζοντα και με άλλην γλώσσαν
θέλει ομιλεί προς τούτον τον λαόν·
12. προς τον οποίον είπεν, Αύτη είναι η ανάπαυσις,
με την οποίαν δύνασθε να αναπαύσητε τον κεκοπιασμένον, και αύτη είναι η
άνεσις· αλλ' αυτοί δεν ηθέλησαν να ακούσωσι.
13. Και ο λόγος του Κυρίου θέλει είσθαι προς
αυτούς διδασκαλία επί διδασκαλίαν, διδασκαλία επί διδασκαλίαν, στίχος επί
στίχον, στίχος επί στίχον, ολίγον εδώ, ολίγον εκεί· διά να περιπατήσωσι
και να προσκόπτωσιν εις τα οπίσω και να συντριφθώσι και να παγιδευθώσι
και να πιασθώσι.
14. Διά τούτο ακούσατε τον λόγον του Κυρίου,
άνθρωποι χλευασταί, οι οδηγούντες τούτον τον λαόν τον εν Ιερουσαλήμ.
15. Επειδή είπετε, Ημείς εκάμομεν συνθήκην μετά
του θανάτου και συνεφωνήσαμεν μετά του άδου· όταν η μάστιξ πλημμυρούσα
διαβαίνη, δεν θέλει ελθεί εις ημάς· διότι εκάμομεν καταφύγιον ημών το ψεύδος
και υπό την ψευδοσύνην θέλομεν κρυφθή·
16. διά τούτο ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Ιδού,
θέτω εν τη Σιών θεμέλιον, λίθον, λίθον εκλεκτόν, έντιμον ακρογωνιαίον,
θεμέλιον ασφαλές· ο πιστεύων επ' αυτόν δεν θέλει καταισχυνθή.
17. Και θέλω βάλει την κρίσιν εις τον κανόνα
και την δικαιοσύνην εις την στάθμην· και η χάλαζα θέλει εξαφανίσει το καταφύγιον
του ψεύδους, και τα ύδατα θέλουσι πλημμυρίσει τον κρυψώνα.
18. Και η μετά του θανάτου συνθήκη σας θέλει
ακυρωθή, και μετά του άδου συμφωνία σας δεν θέλει σταθή· όταν η πλημμυρούσα
μάστιξ διαβαίνη, τότε θέλετε καταπατηθή υπ' αυτής.
19. Ευθύς όταν διαβή, θέλει σας πιάσει· διότι
καθ' εκάστην πρωΐαν θέλει διαβαίνει ημέραν και νύκτα· και μόνον το να ακούση
τις την βοήν, θέλει είσθαι φρίκη.
20. Διότι η κλίνη είναι μικροτέρα παρά ώστε να
δύναταί τις να εξαπλωθή· και το σκέπασμα στενώτερον παρά ώστε να δύναται
να περιτυλιχθή.
21. Διότι ο Κύριος θέλει σηκωθή ως εν τω όρει
Φερασείμ, θέλει θυμωθή ως εν τη κοιλάδι του Γαβαών, διά να ενεργήση το
έργον αυτού, το παράδοξον έργον αυτού, και να εκτελέση την πράξιν αυτού,
την εξαίσιον πράξιν αυτού.
22. Τώρα λοιπόν μη ήσθε χλευασταί, διά να μη
γείνωσι δυνατώτερα τα δεσμά σας· διότι εγώ ήκουσα παρά Κυρίου του Θεού
των δυνάμεων συντέλειαν και απόφασιν επί πάσαν την γην.
23. Ακροάσθητε και ακούσατε την φωνήν μου· προσέξατε
και ακούσατε τον λόγον μου.
24. Ο αροτριών μήπως όλην την ημέραν αροτριά
διά να σπείρη, διανοίγων και βωλοκοπών τον αγρόν αυτού;
25. Αφού εξομαλύνη το πρόσωπον αυτού, δεν διασκορπίζει
τον άρακον και διασπείρει το κύμινον και βάλλει τον σίτον εις το καλήτερον
μέρος και την κριθήν εις τον διωρισμένον αυτής τόπον και την βρίζαν εις
το μέρος αυτού το ανήκον;
26. Διότι ο Θεός αυτού μανθάνει αυτόν να διακρίνη,
και διδάσκει αυτόν.
27. Διότι δεν αλωνίζεται ο άρακος διά αλωνιστικού
οργάνου, ουδέ αμάξης τροχός περιστρέφεται επί το κύμινον· αλλά διά ράβδου
κτυπάται ο άρακος και διά βακτηρίας το κύμινον.
28. Ο δε σίτος του άρτου κατασυντρίβεται· αλλά
δεν θέλει διά πάντα αλωνίζει αυτόν, ουδέ θέλει συντρίψει αυτόν διά του
τροχού της αμάξης αυτού, ουδέ θέλει λεπτύνει αυτόν διά των ονύχων των ίππων
αυτού.
29. Και τούτο εξήλθε παρά του Κυρίου των δυνάμεων,
του θαυμαστού εν βουλή, του μεγάλου εν συνέσει.
ΗΣΑΙΑΣ 29o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 29
1. Ουαί εις την Αριήλ, την Αριήλ, την πόλιν όπου
κατώκησεν ο Δαβίδ· προσθέσατε ενιαυτόν επί ενιαυτόν· ας σφάζωσιν εορταστικάς
θυσίας.
2. Αλλ' εγώ θέλω στενοχωρήσει την Αριήλ, και
εκεί θέλει είσθαι βάρος και θλίψις· και εις εμέ θέλει είσθαι ως Αριήλ.
3. Και θέλω στρατοπεδεύσει εναντίον σου κύκλω,
και θέλω στήσει πολιορκίαν κατά σου με χαράκωμα, και θέλω ανεγείρει φρούρια
εναντίον σου.
4. Και θέλεις ριφθή κάτω, θέλεις λαλεί από του
εδάφους και η λαλιά σου θέλει είσθαι ταπεινή εκ του χώματος, και η φωνή
σου εκ του εδάφους θέλει είσθαι ως του εγγαστριμύθου και η λαλιά σου θέλει
ψιθυρίζει εκ του χώματος.
5. Το δε πλήθος των εχθρών σου θέλει είσθαι ως
κονιορτός και το πλήθος των φοβερών ως άχυρον φερόμενον υπό ανέμου· ναι,
τούτο θέλει γείνει αιφνιδίως εν μιά στιγμή.
6. Θέλει γείνει εις σε επίσκεψις παρά του Κυρίου
των δυνάμεων, μετά βροντής και μετά σεισμού και φωνής μεγάλης, μετά ανεμοζάλης
και ανεμοστροβίλου και φλογός πυρός κατατρώγοντος.
7. Και το πλήθος πάντων των εθνών των πολεμούντων
εναντίον της Αριήλ, πάντες βεβαίως οι μαχόμενοι εναντίον αυτής και των
οχυρωμάτων αυτής και οι στενοχωρούντες αυτήν θέλουσιν είσθαι ως όνειρον
νυκτερινού οράματος.
8. Καθώς μάλιστα ο πεινών ονειρεύεται ότι ιδού,
τρώγει· πλην εξεγείρεται και η ψυχή αυτού είναι κενή· ή καθώς ο διψών ονειρεύεται
ότι ιδού, πίνει· πλην εξεγείρεται και ιδού, είναι ητονημένος και η ψυχή
αυτού διψά· ούτω θέλουσιν είσθαι τα πλήθη πάντων των εθνών των πολεμούντων
εναντίον του όρους Σιών.
9. Στήτε και θαυμάσατε· αναβοήσατε και ανακράξατε·
ούτοι μεθύουσιν αλλ' ουχί υπό οίνου· παραφέρονται αλλ' ουχί υπό σίκερα.
10. Διότι ο Κύριος εξέχεεν εφ' υμάς πνεύμα βαθέος
ύπνου και έκλεισε τους οφθαλμούς υμών· περιεκάλυψε τους προφήτας και τους
άρχοντας υμών, τους βλέποντας οράσεις.
11. Και πάσα όρασις θέλει είσθαι εις εσάς ως
λόγια εσφραγισμένου βιβλίου, το οποίον ήθελον δώσει εις τινά εξεύροντα
να αναγινώσκη, λέγοντες, Ανάγνωθι τούτο, παρακαλώ· και εκείνος λέγει, Δεν
δύναμαι, διότι είναι εσφραγισμένον·
12. και δίδουσι το βιβλίον εις μη εξεύροντα να
αναγινώσκη και λέγουσιν, Ανάγνωθι τούτο, παρακαλώ· και εκείνος λέγει, δεν
εξεύρω να αναγινώσκω.
13. Διά τούτο ο Κύριος λέγει, Επειδή ο λαός ούτος
με πλησιάζει διά του στόματος αυτού και με τιμά διά των χειλέων αυτού,
αλλ' η καρδία αυτού απέχει μακράν απ' εμού, και με σέβονται, διδάσκοντες
διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων·
14. διά τούτο, ιδού, θέλω προσθέσει να κάμω θαυμαστόν
έργον μεταξύ τούτου του λαού, θαυμαστόν έργον και εξαίσιον· διότι η σοφία
των σοφών αυτού θέλει χαθή και η σύνεσις των συνετών αυτού θέλει κρυφθή.
15. Ουαί εις τους σκάπτοντας βαθέως διά να κρύψωσι
την βουλήν αυτών από του Κυρίου, και των οποίων τα έργα είναι εν τω σκότει,
και λέγουσι, Τις βλέπει ημάς; και τις εξεύρει ημάς;
16. Ω διεστραμμένοι, ο κεραμεύς θέλει νομισθή
ως πηλός; το πλάσμα θέλει ειπεί περί του πλάσαντος αυτό, ούτος δεν με έπλασεν;
ή το ποίημα θέλει ειπεί περί του ποιήσαντος αυτό, Ούτος δεν είχε νόησιν;
17. Δεν θέλει είσθαι έτι πολύ ολίγος καιρός και
ο Λίβανος θέλει μεταβληθή εις καρποφόρον πεδιάδα, και η καρποφόρος πεδιάς
θέλει λογισθή ως δάσος;
18. Και εν εκείνη τη ημέρα οι κωφοί θέλουσιν
ακούσει τους λόγους του βιβλίου, και οι οφθαλμοί των τυφλών θέλουσιν ιδεί,
ελευθερωθέντες εκ του σκότους και εκ της ομίχλης.
19. Και οι πραείς θέλουσιν επαυξήσει την χαράν
αυτών εν Κυρίω, και οι πτωχοί των ανθρώπων θέλουσιν ευφρανθή διά τον Άγιον
του Ισραήλ.
20. Διότι ο τρομερός εξέλιπε και ο χλευαστής
εξωλοθρεύθη και πάντες οι παραφυλάττοντες την ανομίαν εξηλείφθησαν·
21. οίτινες κάμνουσι τον άνθρωπον πταίστην διά
ένα λόγον, και στήνουσι παγίδα εις τον ελέγχοντα εν τη πύλη, και με ψεύδος
διαστρέφουσι το δίκαιον.
22. Όθεν ο Κύριος ο λυτρώσας τον Αβραάμ ούτω
λέγει περί του οίκου Ιακώβ· ο Ιακώβ δεν θέλει πλέον αισχυνθή, και το πρόσωπον
αυτού δεν θέλει πλέον ωχριάσει.
23. Αλλ' όταν ίδη τα τέκνα αυτού, το έργον των
χειρών μου, εν μέσω αυτού, θέλουσιν αγιάσει το όνομά μου και θέλουσιν αγιάσει
τον Άγιον του Ιακώβ και θέλουσι φοβείσθαι τον Θεόν του Ισραήλ.
24. Οι δε πλανώμενοι κατά το πνεύμα θέλουσιν
ελθεί εις σύνεσιν, και οι γογγύζοντες θέλουσι μάθει διδασκαλίαν.
ΗΣΑΙΑΣ 30o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 30
1. Ουαί εις τα αποστατήσαντα τέκνα, λέγει Κύριος,
τα οποία λαμβάνουσι βουλήν, πλην ουχί παρ' εμού· και τα οποία κάμνουσι
συνθήκας, πλην ουχί διά του πνεύματός μου, διά να προσθέσωσιν αμαρτίαν
εις αμαρτίαν·
2. τα οποία υπάγουσι διά να καταβώσιν εις Αίγυπτον,
και δεν ερωτώσι το στόμα μου, διά να ενδυναμωθώσι με την δύναμιν του Φαραώ
και να εμπιστευθώσιν εις την σκιάν της Αιγύπτου.
3. Η δε δύναμις του Φαραώ θέλει είσθαι αισχύνη
σας και η πεποίθησις επί την σκιάν της Αιγύπτου όνειδος.
4. Διότι οι αρχηγοί αυτού εστάθησαν εν Τάνει
και οι πρέσβεις αυτού ήλθον εις Χανές.
5. Πάντες ησχύνθησαν διά λαόν, όστις δεν ηδυνήθη
να ωφελήση αυτούς ουδέ να σταθή βοήθεια ή όφελος αλλά καταισχύνη και μάλιστα
όνειδος.
6. Η κατά των ζώων της Μεσημβρίας όρασις. Εν
τη γη της θλίψεως και της στενοχωρίας, όπου ευρίσκονται ο δυνατός λέων
και ο λέων ο γηραλέος, η έχιδνα και ο φλογερός πτερωτός όφις, εκεί θέλουσι
φέρει τα πλούτη αυτών επί ώμων οναρίων και τους θησαυρούς αυτών επί του
κυρτώματος των καμήλων, προς λαόν όστις δεν θέλει ωφελήσει αυτούς.
7. Διότι οι Αιγύπτιοι εις μάτην και ανωφελώς
θέλουσι βοηθήσει· όθεν εβόησα περί τούτου, Η δύναμις αυτών είναι να κάθηνται
ήσυχοι.
8. Τώρα ύπαγε, γράψον τούτο έμπροσθεν αυτών επί
πινακιδίου, και σημείωσον αυτό εν βιβλίω, διά να σώζηται εις τον μέλλοντα
καιρόν έως αιώνος·
9. ότι ούτος είναι λαός απειθής, ψευδείς υιοί,
υιοί μη θέλοντες να ακούσωσι τον νόμον του Κυρίου·
10. οίτινες λέγουσι προς τους βλέποντας, Μη βλέπετε·
και προς τους προφήτας, Μη προφητεύετε εις ημάς τα ορθά, λαλείτε προς ημάς
κολακευτικά, προφητεύετε απατηλά·
11. αποσύρθητε από της οδού, εκκλίνατε από της
τρίβου, σηκώσατε απ' έμπροσθεν ημών τον Άγιον του Ισραήλ.
12. Όθεν ούτω λέγει ο Άγιος του Ισραήλ· Επειδή
καταφρονείτε τον λόγον τούτον και ελπίζετε επί την απάτην και πονηρίαν
και επιστηρίζεσθε επί ταύτα·
13. διά τούτο η ανομία αύτη θέλει είσθαι εις
εσάς ως χάλασμα ετοιμόρροπον, ως κοιλία εις υψηλόν τοίχον, του οποίου ο
συντριμμός έρχεται εξαίφνης εν μιά στιγμή.
14. Και θέλει συντρίψει αυτό ως σύντριμμα αγγείου
οστρακίνου, κατασυντριβομένου ανηλεώς, ώστε να μη ευρίσκηται εν τοις θρύμμασιν
αυτού όστρακον, διά να λάβη τις πυρ από της εστίας ή να λάβη ύδωρ εκ του
λάκκου.
15. Διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός, ο Άγιος του
Ισραήλ· Εν τη επιστροφή και αναπαύσει θέλετε σωθή· εν τη ησυχία και πεποιθήσει
θέλει είσθαι η δύναμίς σας· αλλά δεν ηθελήσατε·
16. και είπετε, Ουχί· αλλά θέλομεν φεύγει έφιπποι·
διά τούτο θέλετε φεύγει· και, Θέλομεν ιππεύσει επί ταχύποδας· διά τούτο
οι διώκοντές σας θέλουσιν είσθαι ταχύποδες.
17. Θέλετε φεύγει χίλιοι εν τη απειλή ενός, και
πάντες εν τη απειλή πέντε, εωσού μείνητε ως στύλος επί κορυφής όρους και
ως σημαία επί λόφου.
18. Και ούτω θέλει προσμείνει ο Κύριος διά να
σας ελεήση, και ούτω θέλει υψωθή διά να σας οικτειρήση· διότι ο Κύριος
είναι Θεός κρίσεως· μακάριοι πάντες οι προσμένοντες αυτόν.
19. Διότι ο λαός θέλει κατοικήσει εν Σιών εν
Ιερουσαλήμ· δεν θέλεις κλαύσει πλέον· θέλει βεβαίως σε ελεήσει εν τη φωνή
της κραυγής σου· όταν ακούση αυτήν, θέλει σοι αποκριθή.
20. Και αν ο Κύριος σας δίδη άρτον θλίψεως και
ύδωρ στενοχωρίας, οι διδάσκαλοί σου όμως δεν θέλουσιν αφαιρεθή πλέον, αλλ'
οι οφθαλμοί σου θέλουσι βλέπει τους διδασκάλους σου·
21. και τα ώτα σου θέλουσιν ακούει λόγον όπισθέν
σου, λέγοντα, Αύτη είναι η οδός, περιπατείτε εν αυτή· όταν στρέφησθε επί
τα δεξιά και όταν στρέφησθε επί τα αριστερά.
22. Και θέλετε αποστραφή ως μεμιασμένα το επικάλυμμα
των αργυρών γλυπτών σας και τον στολισμόν των χρυσών χωνευτών σας· θέλεις
απορρίψει αυτά ως ράκος ακάθαρτον· θέλεις ειπεί προς αυτά, Φεύγετε από
εδώ.
23. Τότε θέλει δώσει βροχήν διά τον σπόρον σου,
τον οποίον ήθελες σπείρει εν τω αγρώ· και άρτον του γεννήματος της γης,
όστις θέλει είσθαι παχύς και άφθονος· εν εκείνη τη ημέρα τα κτήνη σου θέλουσι
βόσκεσθαι εν ευρυχώροις νομαίς.
24. Και οι βόες και αι νέαι όνοι, τα οποία εργάζονται
την γην, θέλουσι τρώγει καθαρόν άχυρον λελικμημένον διά του πτυαρίου και
ανεμιστηρίου.
25. Και θέλουσιν είσθαι επί παντός υψηλού όρους
και επί παντός υψηλού λόφου, ποταμοί και ρεύματα υδάτων, εν τη ημέρα της
μεγάλης σφαγής, όταν οι πύργοι καταπίπτωσι.
26. Το δε φως της σελήνης θέλει είσθαι ως το
φως του ηλίου, και το φως του ηλίου θέλει είσθαι επταπλάσιον ως το φως
επτά ημερών, εν τη ημέρα καθ' ην ο Κύριος επιδένει το σύντριμμα του λαού
αυτού και θεραπεύει την πληγήν του τραυματισμού αυτών.
27. Ιδού, το όνομα του Κυρίου έρχεται μακρόθεν·
φλογερός είναι ο θυμός αυτού και το φορτίον βαρύ· τα χείλη αυτού είναι
πλήρη αγανακτήσεως και η γλώσσα αυτού ως πυρ κατατρώγον·
28. και η πνοή αυτού ως ρεύμα πλημμυρίζον, φθάνον
έως μέσου του τραχήλου, διά να κοσκινίση τα έθνη εν τω κοσκίνω της ματαιώσεως·
και θέλει είσθαι εις τας σιαγόνας των λαών χαλινός, όστις θέλει κάμει αυτούς
να περιπλανώνται.
29. Εις εσάς θέλει είσθαι άσμα, καθώς εν τη νυκτί
πανηγυριζομένης εορτής· και ευφροσύνη καρδίας, καθώς ότε υπάγουσι μετά
αυλών διά να έλθωσιν εις το όρος του Κυρίου, προς τον Ισχυρόν του Ισραήλ.
30. Και θέλει κάμει ο Κύριος να ακουσθή η δόξα
της φωνής αυτού, και θέλει δείξει την κατάβασιν του βραχίονος αυτού μετά
της αγανακτήσεως του θυμού και της φλογός του κατατρώγοντος πυρός, των
εκτιναγμών και της ανεμοζάλης και των λίθων της χαλάζης.
31. Διότι ο Ασσύριος διά της φωνής του Κυρίου
θέλει καταβληθή· εν ράβδω θέλει κτυπηθή.
32. Και όθεν διαβή η διωρισμένη ράβδος, την οποίαν
ο Κύριος θέλει καταφέρει επ' αυτόν, τύμπανα και κιθάραι θέλουσιν είσθαι·
και διά πολέμων τρομερών θέλει πολεμήσει κατ' αυτών.
33. Διότι ο Τοφέθ είναι προ καιρού παρεσκευασμένος·
ναι, διά τον βασιλέα ητοιμασμένος· αυτός έκαμεν αυτόν βαθύν και πλατύν·
η πυρά αυτού είναι πυρ και ξύλα πολλά· η πνοή του Κυρίου ως ρεύμα θείου
θέλει εξάψει αυτήν.
ΗΣΑΙΑΣ 31o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 31
1. Ουαί εις τους καταβαίνοντας εις Αίγυπτον διά
βοήθειαν και επιστηριζομένους επί ίππους και θαρρούντας επί αμάξας, διότι
είναι πολυάριθμοι· και επί ιππείς, διότι είναι πολύ δυνατοί· και δεν αποβλέπουσιν
εις τον Άγιον του Ισραήλ και τον Κύριον δεν εκζητούσι.
2. Πλην αυτός είναι σοφός και θέλει επιφέρει
κακά και δεν θέλει ανακαλέσει τους λόγους αυτού, αλλά θέλει σηκωθή επί
τους οίκους των κακοποιών και επί την βοήθειαν των εργαζομένων την ανομίαν.
3. Οι δε Αιγύπτιοι είναι άνθρωποι και ουχί Θεός·
και οι ίπποι αυτών σάρκες και ουχί πνεύμα. Όταν ο Κύριος εκτείνη την χείρα
αυτού, και ο βοηθών θέλει προσκόψει και ο βοηθούμενος θέλει πέσει και πάντες
ομού θέλουσιν απολεσθή.
4. Διότι ούτως ελάλησε Κύριος προς εμέ· Καθώς
ο λέων και ο σκύμνος του λέοντος βρυχώμενος επί το θήραμα αυτού, αν και
συνήχθη εναντίον αυτού πλήθος βοσκών, δεν πτοείται εις την φωνήν αυτών
ουδέ συστέλλεται εις τον θόρυβον αυτών· ούτως ο Κύριος των δυνάμεων θέλει
καταβή διά να πολεμήση υπέρ του όρους της Σιών και υπέρ των λόφων αυτής.
5. Ως πτηνά διαπετώμενα επί τους νεοσσούς, ούτως
ο Κύριος των δυνάμεων θέλει υπερασπισθή την Ιερουσαλήμ, υπερασπιζόμενος
και ελευθερόνων αυτήν, διαβαίνων και σώζων αυτήν.
6. Επιστράφητε προς εκείνον, από του οποίου οι
υιοί του Ισραήλ όλως απεστάτησαν.
7. Διότι εν εκείνη τη ημέρα πας άνθρωπος θέλει
ρίψει τα αργυρά αυτού είδωλα και τα χρυσά αυτού είδωλα, τα οποία αι χείρές
σας κατεσκεύασαν εις εσάς αμαρτίαν.
8. Τότε ο Ασσύριος θέλει πέσει εν μαχαίρα ουχί
ανδρός· και μάχαιρα ουχί ανθρώπου θέλει καταφάγει αυτόν· και θέλει φεύγει
από προσώπου της μαχαίρας, και οι νέοι αυτού θέλουσιν είσθαι διά φόρον.
9. Και από του φόβου θέλει παραδράμει το οχύρωμα
αυτού, και οι αρχηγοί αυτού θέλουσι κατατρομάξει εις την σημαίαν, λέγει
Κύριος, του οποίου το πυρ είναι εν Σιών και η κάμινος αυτού εν Ιερουσαλήμ.
ΗΣΑΙΑΣ 32o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 32
1. Ιδού, βασιλεύς θέλει βασιλεύσει εν δικαιοσύνη,
και άρχοντες θέλουσιν άρχει εν κρίσει.
2. Και ο άνθρωπος θέλει είσθαι ως σκέπη από του
ανέμου και ως καταφύγιον από της τρικυμίας· ως ποταμοί ύδατος εν ξηρά γη,
ως σκιά μεγάλου βράχου εν γη διψώση.
3. Και οι οφθαλμοί των βλεπόντων δεν θέλουσιν
είσθαι εσκοτισμένοι, και τα ώτα των ακουόντων θέλουσιν είσθαι προσεκτικά.
4. Και η καρδία των θρασέων θέλει καταλάβει σοφίαν,
και η γλώσσα των τραυλιζόντων θέλει επιταχύνει να λαλή καθαρά.
5. Ο αχρείος δεν θέλει ονομάζεσθαι πλέον ελευθέριος,
και ο φιλάργυρος δεν θέλει λέγεσθαι μεγαλοπρεπής.
6. Διότι ο αχρείος θέλει λαλεί αχρεία, και η
καρδία αυτού θέλει εργάζεσθαι ανομίαν, διά να εκτελή πονηρίαν και να προφέρη
πλάνην εναντίον του Κυρίου, ώστε να στερή την ψυχήν του πεινώντος και να
εμποδίζη την πόσιν εις τον διψώντα.
7. Του δε φιλαργύρου τα όπλα είναι άδικα· αυτός
βουλεύεται πονηρίας διά να αφανίση τον πτωχόν με λόγους ψευδείς, έτι και
όταν ο ενδεής λαλή δίκαια.
8. Αλλ' ο ελευθέριος βουλεύεται ελευθέρια και
επί ελευθέρια θέλει στηρίζεσθαι αυτός.
9. Σηκώθητε, γυναίκες εύποροι· ακούσατε την φωνήν
μου, θυγατέρες αμέριμνοι· ακροάσθητε τους λόγους μου·
10. ημέρας και έτη θέλετε είσθαι τεταραγμέναι,
σεις αι αμέριμνοι· διότι ο τρυγητός θέλει χαθή, η συγκομιδή δεν θέλει ελθεί·
11. τρέμετε, αι εύποροι· ταράχθητε, αι αμέριμνοι·
ενδύθητε και γυμνώθητε και περιζώσατε τας οσφύας με σάκκον.
12. Θέλουσι κτυπήσει τα στήθη διά τους ηδονικούς
αγρούς, διά τους καρποφόρους αμπελώνας.
13. Άκανθαι και τρίβολοι θέλουσι βλαστήσει επί
την γην του λαού μου· έτι και επί πάσας τας οικίας της χαράς εν τη ευφραινομένη
πόλει.
14. Διότι τα παλάτια θέλουσιν εγκαταλειφθή· το
πλήθος της πόλεως θέλει ερημωθή· τα φρούρια και οι πύργοι θέλουσι κατασταθή
έως αιώνος σπήλαια, τρυφή αγρίων όνων, βοσκή ποιμνίων·
15. εωσού το πνεύμα εξ ύψους εκχυθή εφ' ημάς
και η έρημος γείνη πεδιάς καρποφόρος, η δε καρποφόρος πεδιάς λογισθή ως
δάσος.
16. Τότε κρίσις θέλει κατασκηνώσει εν τη ερήμω
και δικαιοσύνη θέλει κατοικήσει εν τη καρποφόρω πεδιάδι.
17. Το δε έργον της δικαιοσύνης θέλει είσθαι
ειρήνη· και το αποτέλεσμα της δικαιοσύνης ησυχία και ασφάλεια εις τον αιώνα.
18. Και ο λαός μου θέλει κατοικεί ειρηνικήν κατοικίαν
και οικήματα ασφαλή και ησύχους τόπους ευπορίας,
19. και θέλει πίπτει χάλαζα κατασυντρίβουσα το
δάσος, και η πόλις με όλεθρον θέλει ανατραπή.
20. Μακάριοι σεις οι σπείροντες πλησίον παντός
ύδατος, οι εξαποστέλλοντες εκεί τους πόδας του βοός και της όνου.
ΗΣΑΙΑΣ 33o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 33
1. Ουαί εις σε, όστις πορθείς και δεν επορθήθης·
και καταδυναστεύεις και δεν κατεδυναστεύθης· όταν παύσης πορθών, θέλεις
πορθηθή· όταν τελειώσης καταδυναστεύων, θέλεις καταδυναστευθή.
2. Κύριε, ελέησον ημάς· σε προσμένομεν· έσο βραχίων
αυτών καθ' εκάστην πρωΐαν και σωτηρία ημών εν καιρώ θλίψεως.
3. Από της φωνής του θορύβου οι λαοί έφυγον·
από της ανυψώσεώς σου τα έθνη διεσκορπίσθησαν.
4. Και τα λάφυρά σας θέλουσι συναχθή, καθώς συνάγουσιν
οι βρούχοι· θέλουσι πηδήσει επ' αυτόν, καθώς η ακρίς πηδά εδώ και εκεί.
5. Ο Κύριος υψώθη· διότι κατοικεί εν υψηλοίς·
ενέπλησε την Σιών κρίσεως και δικαιοσύνης.
6. Σοφία δε και επιστήμη θέλουσιν είσθαι η στερέωσις
των καιρών σου και η σωτήριος δύναμις· ο φόβος του Κυρίου, αυτός είναι
ο θησαυρός αυτού.
7. Ιδού, οι ανδρείοι αυτών θέλουσι βοήσει έξωθεν,
και οι πρέσβεις της ειρήνης θέλουσι κλαύσει πικρώς.
8. Αι οδοί ηρημώθησαν, οι οδοιπόροι έπαυσαν·
διέλυσε την συνθήκην, απέβαλε τας πόλεις, δεν λογίζεται άνθρωπον.
9. Η γη πενθεί, μαραίνεται· ο Λίβανος αισχύνεται,
κατακόπτεται· ο Σαρών ομοιάζει έρημον· και η Βασάν και ο Κάρμηλος κατετινάχθησαν.
10. Τώρα θέλω σηκωθή, λέγει Κύριος· τώρα θέλω
υψωθή, τώρα θέλω μεγαλυνθή.
11. Χνούν θέλετε συλλάβει και άχυρον θέλετε γεννήσει·
η πνοή σας ως πυρ θέλει σας καταφάγει.
12. Και οι λαοί θέλουσιν είσθαι ως καύσεις ασβέστου·
ως άκανθαι κεκομμέναι θέλουσι καυθή εν πυρί.
13. Οι μακράν, ακούσατε τι έκαμον· και σεις οι
πλησίον, γνωρίσατε την δύναμίν μου.
14. Οι αμαρτωλοί εν Σιών θέλουσι τρομάξει· τρόμος
θέλει καταλάβει τους υποκριτάς, ώστε θέλουσι λέγει, Τις μεταξύ ημών θέλει
κατοικήσει μετά του κατατρώγοντος πυρός; τις μεταξύ ημών θέλει κατοικήσει
μετά των αιωνίων καύσεων;
15. Ο περιπατών εν δικαιοσύνη
και ο λαλών εν ευθύτητι· ο καταφρονών το κέρδος των δυναστεύσεων, ο σείων
τας χείρας αυτού από δωροληψίας, ο εμφράττων τα ώτα αυτού διά να μη ακούη
περί αίματος, και ο κλείων τους οφθαλμούς αυτού διά να μη ίδη το κακόν·
16. ούτος θέλει κατοικήσει εν τοις υψηλοίς· οι
τόποι της υπερασπίσεως αυτού θέλουσιν είσθαι τα οχυρώματα των βράχων· άρτος
θέλει δοθή εις αυτόν· το ύδωρ αυτού θέλει είσθαι βέβαιον·
17. Οι οφθαλμοί σου θέλουσιν ιδεί τον βασιλέα
εν τη ώραιότητι αυτού· θέλουσιν ιδεί την γην την μακράν.
18. Η καρδία σου θέλει μελετά τον παρελθόντα
τρόμον, φωνάζουσα, Που είναι ο γραμματεύς; που ο συζητητής; που ο λογιστής
των πύργων;
19. δεν θέλεις ιδεί λαόν άγριον, λαόν βαθείας
φωνής, ώστε να μη διακρίνης· τραυλιζούσης γλώσσης, ώστε να μη εννοής.
20. Ανάβλεψον εις την Σιών, την πόλιν των εορτών
ημών· οι οφθαλμοί σου θέλουσιν ιδεί την Ιερουσαλήμ ήσυχον κατοικίαν, σκηνήν
ήτις δεν θέλει καταβιβασθή· οι πάσσαλοι αυτής δεν θέλουσι μετακινηθή εις
τον αιώνα και ουδέν εκ των σχοινίων αυτής θέλει κοπή.
21. Αλλ' εκεί ο Κύριος της δόξης θέλει είσθαι
εις ημάς τόπος πλατέων ποταμών και ρευμάτων· εκεί δεν θέλει εισέλθει πλοίον
διά κωπίων ούτε ναυς μεγαλοπρεπής θέλει περάσει εκείθεν.
22. Διότι ο Κύριος είναι ο κριτής ημών· ο Κύριος
είναι ο νομοθέτης ημών· ο Κύριος είναι ο βασιλεύς ημών· αυτός θέλει σώσει
ημάς.
23. Τα σχοινία σου εχαυνώθησαν· δεν δύνανται
να στερεώσωσι το κατάρτιον αυτών, δεν δύνανται να εξαπλώσωσι τα πανία·
τότε λεία μεγάλων λαφύρων θέλει διαμερισθή· οι χωλοί θέλουσι διαρπάσει
την λείαν.
24. Και ο κάτοικος δεν θέλει λέγει, Ητόνησα·
ο λαός ο κατοικών εν αυτή θέλει λάβει άφεσιν ανομίας.
ΗΣΑΙΑΣ 34o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 34
1. Πλησιάσατε, έθνη, διά να ακούσητε· και προσέξατε,
λαοί· ας ακούση η γη και το πλήρωμα αυτής· η οικουμένη και πάντα όσα γεννώνται
εν αυτή.
2. Διότι ο θυμός του Κυρίου είναι επί πάντα τα
έθνη, και η φλογερά οργή αυτού επί πάντα τα στρατεύματα αυτών· κατέστρεψεν
αυτά ολοκλήρως· παρέδωκεν αυτά εις σφαγήν.
3. Οι δε πεφονευμένοι αυτών θέλουσι ριφθή έξω,
και η δυσωδία αυτών θέλει αναδοθή από των πτωμάτων αυτών· τα δε όρη θέλουσι
διαλυθή από του αίματος αυτών.
4. Και πάσα η στρατιά του ουρανού θέλει λυώσει,
και οι ουρανοί θέλουσι περιτυλιχθή ως βιβλίον, και πάσα η στρατιά αυτών
θέλει πέσει, καθώς πίπτει το φύλλον από της αμπέλου και καθώς πίπτουσι
τα φύλλα από της συκής.
5. Διότι η μάχαιρά μου εμεθύσθη εν τω ουρανώ·
ιδού, επί την Ιδουμαίαν και επί τον λαόν της καταστροφής μου θέλει καταβή
διά κρίσιν.
6. Η μάχαιρα του Κυρίου είναι πλήρης αίματος·
επαχύνθη με το πάχος, με το αίμα των αρνίων και τράγων, με το πάχος των
νεφρών των κριών· διότι ο Κύριος έχει θυσίαν εν Βοσόρρα και σφαγήν μεγάλην
εν τη γη της Ιδουμαίας.
7. Και οι μονόκεροι θέλουσι καταβή μετ' αυτών
και οι μόσχοι μετά των ταύρων· και η γη αυτών θέλει μεθυσθή από αίματος,
και το χώμα αυτών θέλει παχυνθή από πάχους.
8. Διότι είναι ημέρα εκδικήσεως του Κυρίου, ενιαυτός
ανταποδόσεων διά την κρίσιν της Σιών.
9. Και τα ρεύματα αυτής θέλουσι μεταβληθή εις
πίσσαν και το χώμα αυτής εις θείον, και η γη αυτής θέλει κατασταθή πίσσα
καιομένη·
10. νύκτα και ημέραν δεν θέλει σβεσθή· ο καπνός
αυτής θέλει αναβαίνει ακαταπαύστως· από γενεάς εις γενεάν θέλει μένει ηρημωμένη·
και δεν θέλει υπάρχει ο διαβαίνων δι' αυτής εις αιώνα αιώνος.
11. Αλλ' ο πελεκάν και ο ακανθόχοιρος θέλουσι
κληρονομήσει αυτήν· και η γλαύξ και ο κόραξ θέλουσι κατοικεί εν αυτή· και
ο Κύριος θέλει εξαπλώσει επ' αυτής, σχοινίον ερημώσεως και στάθμην κρημνισμού.
12. Θέλουσι καλέσει εις την βασιλείαν τους μεγιστάνας
αυτής αλλ' ουδείς θέλει είσθαι εκεί· και πάντες οι άρχοντες αυτής θέλουσιν
ελθεί εις το μηδέν.
13. Και άκανθαι θέλουσι βλαστήσει εν τοις παλατίοις
αυτής, κνίδαι και βάτοι εν τοις οχυρώμασιν αυτής· και θέλει είσθαι κατοικία
θώων, αυλή στρουθοκαμήλων.
14. Και οι λύκοι θέλουσι συναπαντάσθαι εκεί με
τους αιλούρους· και ο σάτυρος θέλει φωνάζει προς τον σύντροφον αυτού· ο
κόκκυξ έτι θέλει αναπαύεσθαι εκεί, ευρίσκων εις εαυτόν τόπον αναπαύσεως.
15. Εκεί θέλει εμφωλεύει ο νυκτοκόραξ και θέλει
γεννά και επωάζει και συνάγει τους νεοσσούς υπό την σκιάν αυτού· εκεί θέλουσι
συνάγεσθαι και οι γύπες, έκαστος μετά του συντρόφου αυτού.
16. Ζητήσατε εν τω βιβλίω
του Κυρίου και αναγνώσατε· ουδέν εκ τούτων θέλει λείψει, ουδέν θέλει είσθαι
χωρίς του συντρόφου αυτού· διότι αυτό το στόμα του Κυρίου προσέταξε, και
αυτό το πνεύμα αυτού συνήγαγε ταύτα.
17. Και αυτός έρριψε τον κλήρον περί αυτών, και
η χειρ αυτού διεμοίρασεν εις αυτά με στάθμην εκείνην την γήν· θέλουσι κληρονομήσει
αυτήν εις τον αιώνα· από γενεάς εις γενεάν θέλουσι κατοικεί εν αυτή.
ΗΣΑΙΑΣ 35o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 35
1. Η έρημος και η άνυδρος θέλουσιν ευφρανθή δι'
αυτά, και η ερημία θέλει αγαλλιασθή και ανθήσει ως ρόδον.
2. Θέλει ανθήσει εν αφθονία και αγαλλιασθή μάλιστα
χαίρουσα και αλαλάζουσα· η δόξα του Λιβάνου θέλει δοθή εις αυτήν, η τιμή
του Καρμήλου και Σαρών· οι τόποι ούτοι θέλουσιν ιδεί την δόξαν του Κυρίου
και την μεγαλωσύνην του Θεού ημών.
3. Ενισχύσατε τας κεχαυνωμένας χείρας· και στερεώσατε
τα παραλελυμένα γόνατα.
4. Είπατε προς τους πεφοβισμένους την καρδίαν,
Ισχύσατε, μη φοβείσθε· ιδού, ο Θεός σας θέλει ελθεί μετ' εκδικήσεως, ο
Θεός μετά ανταποδόσεως· αυτός θέλει ελθεί και θέλει σας σώσει.
5. Τότε οι οφθαλμοί των τυφλών θέλουσιν ανοιχθή
και τα ώτα των κωφών θέλουσιν ακούσει.
6. Τότε ο χωλός θέλει πηδά ως έλαφος και η γλώσσα
του μογιλάλου θέλει ψάλλει· διότι εν τη ερήμω θέλουσιν αναβλύσει ύδατα
και ρεύματα εν τη ερημία.
7. Και η ξηρά γη θέλει κατασταθή λίμνη και η
διψώσα γη πηγαί ύδατος· εν τη κατοικία των θώων, όπου εκοίτοντο, θέλει
είσθαι χλόη μετά καλάμων και σπάρτων.
8. Και εκεί θέλει είσθαι λεωφόρος και οδός και
θέλει ονομασθή, Οδός αγία· ο ακάθαρτος δεν θέλει περάσει δι' αυτής αλλά
θέλει είσθαι δι' αυτούς ο οδεύων και οι μωροί δεν θέλουσι πλανάσθαι.
9. Λέων δεν θέλει είσθαι εκεί και θηρίον αρπακτικόν
δεν θέλει αναβή εκεί· δεν θέλει ευρεθή εκεί· αλλά οι λελυτρωμένοι θέλουσι
περιπατεί εκεί.
10. Και οι λελυτρωμένοι του Κυρίου θέλουσιν επιστρέψει
και ελθεί εν αλαλαγμώ εις την Σιών· και ευφροσύνη αιώνιος θέλει είσθαι
επί της κεφαλής αυτών· αγαλλίασιν και ευφροσύνην θέλουσιν απολαύσει· η
λύπη δε και ο στεναγμός θέλουσι φύγει.
ΗΣΑΙΑΣ 36o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 36
1. Εν τω δεκάτω τετάρτω έτει του βασιλέως Εζεκίου
ανέβη Σενναχειρείμ ο βασιλεύς της Ασσυρίας επί πάσας τας οχυράς πόλεις
του Ιούδα και εκυρίευσεν αυτάς.
2. Και απέστειλεν ο βασιλεύς της Ασσυρίας τον
Ραβ-σάκην από Λαχείς εις Ιερουσαλήμ, προς τον βασιλέα Εζεκίαν, μετά δυνάμεως
μεγάλης. Και εστάθη εν τω υδραγωγώ, της άνω κολυμβήθρας εν τη μεγάλη οδώ
του αγρού του γναφέως.
3. Τότε εξήλθον προς αυτόν Ελιακείμ, ο υιός του
Χελκίου, ο οικονόμος, και Σομνάς ο γραμματεύς και Ιωάχ, ο υιός του Ασάφ,
ο υπομνηματογράφος.
4. Και είπε προς αυτούς ο Ραβ-σάκης, Είπατε τώρα
προς τον Εζεκίαν, Ούτω λέγει ο βασιλεύς ο μέγας, ο βασιλεύς της Ασσυρίας·
Ποίον είναι το θάρρος, επί το οποίον θαρρείς;
5. Λέγεις, πλην είναι λόγοι χειλέων, Έχω βουλήν
και δύναμιν διά πόλεμον. Αλλ' επί τίνα θαρρείς ώστε απεστάτησας εναντίον
μου;
6. Ιδού, θαρρείς επί την ράβδον του συντετριμμένου
εκείνου καλάμου, επί την Αίγυπτον· επί του οποίου εάν τις επιστηριχθή,
θέλει εμπηχθή εις την χείρα αυτού και τρυπήσει αυτήν· τοιούτος είναι ο
Φαραώ ο βασιλεύς της Αιγύπτου προς πάντας τους θαρρούντας επ' αυτόν.
7. Αλλ' εάν είπης προς εμέ, Επί Κύριον τον Θεόν
ημών θαρρούμεν, δεν είναι αυτός, του οποίου τους υψηλούς τόπους και τα
θυσιαστήρια αφήρεσεν ο Εζεκίας και είπε προς τον Ιούδαν και προς την Ιερουσαλήμ,
Έμπροσθεν τούτου του θυσιαστηρίου θέλετε προσκυνήσει;
8. Τώρα λοιπόν δος ενέχυρα εις τον κύριόν μου
τον βασιλέα της Ασσυρίας, και εγώ θέλω σοι δώσει δισχιλίους ίππους, αν
δύνασαι από μέρους σου να δώσης επιβάτας επ' αυτούς.
9. Πως λοιπόν θέλεις τρέψει οπίσω το πρόσωπον
ενός τοπάρχου εκ των ελαχίστων δούλων του κυρίου μου, και ήλπισας επί την
Αίγυπτον διά αμάξας και διά ιππείς;
10. Και τώρα, άνευ του Κυρίου ανέβην εγώ επί
τον τόπον τούτον, διά να καταστρέψω αυτόν; ο Κύριος είπε προς εμέ, Ανάβα
επί την γην ταύτην και κατάστρεψον αυτήν.
11. Τότε είπεν ο Ελιακείμ και ο Σομνάς και ο
Ιωάχ προς τον Ραβ-σάκην, Λάλησον, παρακαλώ, προς τους δούλους σου εις την
Συριακήν γλώσσαν· διότι καταλαμβάνομεν αυτήν· και μη λάλει προς ημάς Ιουδαϊστί
εις επήκοον του λαού του επί του τείχους.
12. Αλλ' ο Ραβ-σάκης είπε, Μήπως ο κύριός μου
απέστειλεν εμέ προς τον κύριόν σου και προς σε, διά να λαλήσω τους λόγους
τούτους; δεν με απέστειλε προς τους άνδρας τους καθημένους επί του τείχους
διά να φάγωσι την κόπρον αυτών και να πίωσι το ούρον αυτών με σας;
13. Τότε ο Ραβ-σάκης εστάθη και εφώνησεν Ιουδαϊστί
μετά φωνής μεγάλης και είπεν, Ακούσατε τους λόγους του βασιλέως του μεγάλου,
του βασιλέως της Ασσυρίας·
14. ούτω λέγει ο βασιλεύς· Μη σας απατά ο Εζεκίας·
διότι δεν θέλει δυνηθή να σας λυτρώση.
15. Και μη σας κάμνη ο Εζεκίας να θαρρήτε επί
τον Κύριον, λέγων, Ο Κύριος βεβαίως θέλει μας λυτρώσει· η πόλις αύτη δεν
θέλει παραδοθή εις την χείρα του βασιλέως της Ασσυρίας.
16. Μη ακούετε του Εζεκίου· διότι ούτω λέγει
ο βασιλεύς της Ασσυρίας· Κάμετε συμβιβασμόν μετ' εμού και εξέλθετε προς
εμέ· και φάγετε έκαστος από της αμπέλου αυτού και έκαστος από της συκής
αυτού και πίετε έκαστος από των υδάτων της δεξαμενής αυτού·
17. εωσού έλθω και σας λάβω εις γην ομοίαν με
την γην σας, γην σίτου και οίνου, γην άρτου και αμπελώνων.
18. Μη σας απατά ο Εζεκίας, λέγων, Ο Κύριος θέλει
μας λυτρώσει. Ελύτρωσέ τις εκ των θεών των εθνών την γην αυτού εκ της χειρός
του βασιλέως της Ασσυρίας;
19. Που οι θεοί της Αιμάθ και Αρφάδ; που οι θεοί
της Σεφαρουΐμ; μήπως ελύτρωσαν εκ της χειρός μου την Σαμάρειαν;
20. Τίνες μεταξύ πάντων των θεών των τόπων τούτων
ελύτρωσαν την γην αυτών εκ της χειρός μου, ώστε και ο Κύριος να λυτρώση
την Ιερουσαλήμ εκ της χειρός μου;
21. Εκείνοι δε εσιώπων και δεν απεκρίθησαν λόγον
προς αυτόν· διότι ο βασιλεύς είχε προστάξει, λέγων, Μη αποκριθήτε προς
αυτόν.
22. Τότε Ελιακείμ ο υιός του Χελκίου, ο οικονόμος,
και Σομνάς ο γραμματεύς, και Ιωάχ ο υιός του Ασάφ, ο υπομνηματογράφος,
ήλθον προς τον Εζεκίαν με διεσχισμένα ιμάτια και απήγγειλαν προς αυτόν
τους λόγους του Ραβ-σάκη.
ΗΣΑΙΑΣ 37o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 37
1. Και ότε ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας, διέσχισε
τα ιμάτια αυτού και εσκεπάσθη με σάκκον και εισήλθεν εις τον οίκον του
Κυρίου.
2. Και απέστειλεν Ελιακείμ τον οικονόμον και
Σομνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων εσκεπασμένους με
σάκκους, προς τον προφήτην Ησαΐαν, τον υιόν του Αμώς·
3. και είπον προς αυτόν, Ούτω λέγει ο Εζεκίας·
Ημέρα θλίψεως και ονειδισμού και βλασφημίας, η ημέρα αύτη· διότι τα τέκνα
ήλθον εις την ακμήν της γέννας, πλην δύναμις δεν είναι εις την τίκτουσαν·
4. είθε να ήκουσε Κύριος ο Θεός σου τους λόγους
του Ραβ-σάκη, τον οποίον ο βασιλεύς της Ασσυρίας ο κύριος αυτού απέστειλε
διά να ονειδίση τον ζώντα Θεόν, και να υβρίση διά των λόγων, τους οποίους
ήκουσε Κύριος ο Θεός σου· διά τούτο ύψωσον δέησιν υπέρ του υπολοίπου του
σωζομένου.
5. Και ήλθον προς τον Ησαΐαν οι δούλοι του βασιλέως
Εζεκίου.
6. Και είπε προς αυτούς ο Ησαΐας, Ούτω θέλετε
ειπεί προς τον κύριόν σας· Ούτω λέγει Κύριος· Μη φοβού από των λόγων, τους
οποίους ήκουσας, διά των οποίων οι δούλοι του βασιλέως της Ασσυρίας με
ωνείδισαν·
7. ιδού, εγώ θέλω βάλει εις αυτόν τοιούτον πνεύμα,
ώστε ακούσας θόρυβον θέλει επιστρέψει εις την γην αυτού· και θέλω κάμει
αυτόν να πέση διά μαχαίρας εν τη γη αυτού.
8. Ο Ραβ-σάκης λοιπόν επέστρεψε και εύρηκε τον
βασιλέα της Ασσυρίας πολεμούντα εναντίον της Λιβνά· διότι ήκουσεν ότι έφυγεν
από Λαχείς.
9. Και ο βασιλεύς ήκουσε να λέγωσι περί Θιρακά
του βασιλέως της Αιθιοπίας, Εξήλθε να σε πολεμήση. Και ότε ήκουσε τούτο,
απέστειλε πρέσβεις προς τον Εζεκίαν, λέγων,
10. Ούτω θέλετε ειπεί προς Εζεκίαν, τον βασιλέα
του Ιούδα, λέγοντες, Ο Θεός σου, επί τον οποίον θαρρείς, ας μη σε απατά,
λέγων, Η Ιερουσαλήμ δεν θέλει παραδοθή εις την χείρα του βασιλέως της Ασσυρίας.
11. Ιδού, συ ήκουσας τι έκαμον οι βασιλείς της
Ασσυρίας εις πάντας τους τόπους, καταστρέφοντες αυτούς· και συ θέλεις λυτρωθή;
12. Μήπως οι θεοί των εθνών ελύτρωσαν εκείνους,
τους οποίους οι πατέρες μου κατέστρεψαν, την Γωζάν και την Χαρράν και Ρεσέφ
και τους υιούς του Εδέν, τους εν Τελασσάρ;
13. Που ο βασιλεύς της Αιμάθ και ο βασιλεύς της
Αρφάδ και ο βασιλεύς της πόλεως Σεφαρουΐμ, Ενά και Αυά;
14. Και λαβών ο Εζεκίας την επιστολήν εκ της
χειρός των πρέσβεων ανέγνωσεν αυτήν· και ανέβη ο Εζεκίας εις τον οίκον
του Κυρίου και εξετύλιξεν αυτήν ενώπιον του Κυρίου.
15. Και προσηυχήθη εις τον Κύριον ο Εζεκίας λέγων,
16. Κύριε των δυνάμεων, Θεέ του Ισραήλ, ο καθήμενος
επί των χερουβείμ, συ αυτός είσαι ο Θεός, ο μόνος, πάντων των βασιλείων
της γής· συ έκαμες τον ουρανόν και την γην.
17. Κλίνον, Κύριε, το ους σου και άκουσον· άνοιξον,
Κύριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ· και άκουσον πάντας τους λόγους του Σενναχειρείμ,
όστις απέστειλε τούτον διά να ονειδίση τον ζώντα Θεόν.
18. Αληθώς, Κύριε, οι βασιλείς της Ασσυρίας ηρήμωσαν
πάντα τα έθνη και τους τόπους αυτών,
19. και έρριψαν εις το πυρ τους θεούς αυτών·
διότι δεν ήσαν θεοί, αλλ' έργον χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθοι· διά τούτο
κατέστρεψαν αυτούς.
20. Τώρα λοιπόν, Κύριε Θεέ ημών, σώσον ημάς εκ
της χειρός αυτού· διά να γνωρίσωσι πάντα τα βασίλεια της γης, ότι συ είσαι
ο Κύριος, ο μόνος.
21. Τότε απέστειλεν Ησαΐας ο υιός του Αμώς προς
Εζεκίαν, λέγων, Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· Ήκουσα όσα προσηυχήθης
εις εμέ κατά του Σενναχειρείμ, βασιλέως της Ασσυρίας.
22. Ούτος είναι ο λόγος, τον οποίον ο Κύριος
ελάλησε περί αυτού· Σε κατεφρόνησε, σε ενέπαιξεν η παρθένος, θυγάτηρ της
Σιών· οπίσω σου έσεισε κεφαλήν η θυγάτηρ της Ιερουσαλήμ.
23. Τίνα ωνείδισας και εβλασφήμησας; και κατά
τίνος ύψωσας φωνήν και εσήκωσας υψηλά τους οφθαλμούς σου; κατά του Αγίου
του Ισραήλ.
24. Τον Κύριον ωνείδισας διά των δούλων σου και
είπας, Με το πλήθος των αμαξών μου ανέβην εγώ εις το ύψος των ορέων, εις
τα πλευρά του Λιβάνου· και θέλω κόψει τας υψηλάς κέδρους αυτού, τας εκλεκτάς
ελάτους αυτού· και θέλω εισέλθει εις το ύψος των άκρων αυτού, εις το δάσος
του Καρμήλου αυτού·
25. εγώ ανέσκαψα και έπιον ύδατα· και με το ίχνος
των ποδών μου εξήρανα πάντας τους ποταμούς των πολιορκουμένων.
26. Μη δεν ήκουσας ότι εγώ έκαμον τούτο παλαιόθεν
και από ημερών αρχαίων εβουλεύθην αυτό; τώρα δε εξετέλεσα τούτο, ώστε να
ήσαι
διά να καταστρέφης πόλεις ωχυρωμένας εις ερειπίων σωρούς·
27. διά τούτο οι κάτοικοι αυτών ήσαν μικράς δυνάμεως,
ετρόμαξαν και κατησχύνθησαν· ήσαν ως ο χόρτος του αγρού και ως η χλόη,
ως ο χόρτος των δωμάτων και ως ο σίτος ο καιόμενος πριν καλαμώση.
28. Πλην εγώ εξεύρω την κατοικίαν σου και την
έξοδόν σου και την είσοδόν σου και την κατ' εμού λύσσαν σου.
29. Επειδή η κατ' εμού λύσσα σου και η αλαζονεία
σου ανέβησαν εις τα ώτα μου, διά τούτο θέλω βάλει τον κρίκον μου εις τους
μυκτήράς σου και τον χαλινόν μου εις τα χείλη σου, και θέλω σε επιστρέψει
διά της οδού δι' ης ήλθες.
30. Και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον·
το έτος τούτο θέλετε φάγει ό,τι είναι αυτοφυές· και το δεύτερον έτος, ό,τι
εκφύεται από του αυτού· το δε τρίτον έτος, σπείρατε και θερίσατε και φυτεύσατε
αμπελώνας και φάγετε τον καρπόν αυτών.
31. Και το υπόλοιπον εκ του οίκου Ιούδα, το διασωθέν,
θέλει ριζώσει πάλιν υποκάτωθεν και θέλει δώσει επάνω καρπούς.
32. Διότι εξ Ιερουσαλήμ θέλει εξέλθει το υπόλοιπον
και εκ του όρους Σιών το διασωθέν· ο ζήλος του Κυρίου των δυνάμεων θέλει
εκτελέσει τούτο.
33. Όθεν ούτω λέγει Κύριος περί του βασιλέως
της Ασσυρίας· δεν θέλει εισέλθει εις την πόλιν ταύτην, ουδέ θέλει τοξεύσει
εκεί βέλος, ουδέ θέλει προβάλει κατ' αυτής ασπίδας, ουδέ θέλει υψώσει εναντίον
αυτής πρόχωμα·
34. διά της οδού δι' ης ήλθε, δι' αυτής θέλει
επιστρέψει και εις την πόλιν ταύτην δεν θέλει εισέλθει, λέγει ο Κύριος·
35. διότι θέλω υπερασπισθή την πόλιν ταύτην,
ώστε να σώσω αυτήν, ένεκεν εμού και ένεκεν του δούλου μου Δαβίδ.
36. Τότε εξήλθεν ο άγγελος του Κυρίου και επάταξεν
εν τω στρατοπέδω των Ασσυρίων εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδας· και ότε
εξηγέρθησαν το πρωΐ, ιδού, ήσαν πάντες σώματα νεκρά.
37. Και εσηκώθη και έφυγε και επέστρεψε Σενναχειρείμ
ο βασιλεύς της Ασσυρίας και κατώκησεν εν Νινευή.
38. Και ενώ προσεκύνει εν τω οίκω Νισρώκ του
θεού αυτού, Αδραμμέλεχ και Σαρασάρ οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν εν μαχαίρα,
αυτοί δε έφυγον εις γην Αρμενίας· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Εσαραδδών ο
υιός αυτού.
ΗΣΑΙΑΣ 38o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 38
1. Κατ' εκείνας ημέρας ηρρώστησεν ο Εζεκίας εις
θάνατον· και ήλθε προς αυτόν Ησαΐας ο προφήτης ο υιός του Αμώς και είπε
προς αυτόν, Ούτω λέγει Κύριος· Διάταξον περί του οίκου σου· επειδή αποθνήσκεις
και δεν θέλεις ζήσει.
2. Τότε έστρεψεν ο Εζεκίας το πρόσωπον αυτού
προς τον τοίχον και προσηυχήθη εις τον Κύριον,
3. και είπε, Δέομαι, Κύριε, ενθυμήθητι τώρα πως
περιεπάτησα ενώπιόν σου εν αληθεία και εν καρδία τελεία και έπραξα το αρεστόν
ενώπιόν σου. Και έκλαυσεν ο Εζεκίας κλαυθμόν μέγαν.
4. Τότε έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Ησαΐαν λέγων,
5. Ύπαγε και ειπέ προς τον Εζεκίαν, Ούτω λέγει
Κύριος ο Θεός του Δαβίδ του πατρός σου· Ήκουσα την προσευχήν σου, είδον
τα δάκρυά σου· ιδού, θέλω προσθέσει εις τας ημέρας σου δεκαπέντε έτη·
6. και θέλω ελευθερώσει σε και την πόλιν ταύτην
εκ της χειρός του βασιλέως της Ασσυρίας και θέλω υπερασπισθή την πόλιν
ταύτην·
7. και τούτο θέλει είσθαι εις σε το σημείον παρά
Κυρίου ότι θέλει κάμει ο Κύριος το πράγμα τούτο, το οποίον ελάλησεν·
8. ιδού, θέλω στρέψει οπίσω δέκα βαθμούς την
σκιάν των βαθμών, τους οποίους κατέβη εις το ηλιακόν ώρολόγιον του Άχαζ.
Και εστράφη ο ήλιος δέκα βαθμούς, διά των οποίων είχε καταβή.
9. Ταύτα είναι τα γραφέντα υπό Εζεκίου βασιλέως
του Ιούδα, ότε ηρρώστησε και ανέλαβεν εκ της αρρωστίας αυτού·
10. Εγώ είπα, Εν τη μεσημβρία των ημερών μου
θέλω υπάγει εις τας πύλας του τάφου· εστερήθην το υπόλοιπον των ετών μου.
11. Είπα, δεν θέλω ιδεί πλέον τον Κύριον, τον
Κύριον, εν γη ζώντων· δεν θέλω ιδεί πλέον άνθρωπον μετά των κατοίκων του
κόσμου.
12. Η ζωή μου έφυγε και μετετοπίσθη απ' εμού
ως ποιμένος σκηνή· εκόπη η ζωή μου ως υπό υφαντού· από του στημονίου θέλει
με κόψει· από πρωΐας έως εσπέρας θέλεις με τελειώσει.
13. Εστοχαζόμην έως πρωΐας, ως λέων θέλει συντρίψει
πάντα τα οστά μου· από πρωΐας έως εσπέρας θέλεις με τελειώσει.
14. Ως γερανός, ως χελιδών, ούτω εψέλλιζον· ωδυρόμην
ως τρυγών· οι οφθαλμοί μου απέκαμον ατενίζοντες εις τα άνω. Καταθλίβομαι,
Κύριε· ανακούφισόν με.
15. Τι να είπω; αυτός και είπε προς εμέ και εξετέλεσε·
θέλω διάγει πάντα τα έτη μου εν τη πικρία της ψυχής μου.
16. Εν τούτοις, Κύριε, ζώσιν οι άνθρωποι, και
εν πάσι τούτοις υπάρχει ζωή του πνεύματός μου· συ βεβαίως με θεραπεύεις
και με αναζωοποιείς.
17. Ιδού, αντί ειρήνης επήλθεν επ' εμέ μεγάλη
πικρία· αλλά συ, δι' αγάπην της ψυχής μου, ελύτρωσας αυτήν από του λάκκου
της φθοράς· διότι έρριψας οπίσω των νώτων σου πάσας τας αμαρτίας μου.
18. Διότι ο τάφος δεν θέλει σε υμνήσει· ο θάνατος
δεν θέλει σε δοξολογήσει· οι καταβαίνοντες εις τον λάκκον δεν θέλουσιν
ελπίζει επί την αλήθειάν σου.
19. Ο ζων, ο ζων, αυτός θέλει σε υμνεί, καθώς
εγώ ταύτην την ημέραν· ο πατήρ θέλει εις τα τέκνα γνωστοποιήσει την αλήθειάν
σου.
20. Ο Κύριος ήλθε να με σώση· διά τούτο θέλομεν
ψάλλει το άσμά μου επί εντεταμένων οργάνων πάσας τας ημέρας της ζωής ημών
εν τω οίκω του Κυρίου.
21. Διότι ο Ησαΐας είχεν ειπεί, Ας λάβωσι παλάθην
σύκων και ας βάλωσιν αυτήν ως έμπλαστρον επί το έλκος και θέλει ιατρευθή.
22. Και ο Εζεκίας είχεν ειπεί, Τι είναι το σημείον
ότι εγώ θέλω αναβή εις τον οίκον του Κυρίου;
ΗΣΑΙΑΣ 39o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 39
1. Κατ' εκείνον τον καιρόν Μερωδάχ-βαλαδάν, ο
υιός του Βαλαδάν, βασιλεύς της Βαβυλώνος, έστειλεν επιστολάς και δώρα προς
τον Εζεκίαν, ακούσας ότι ηρρώστησε και ανέλαβε.
2. Και εχάρη δι' αυτά ο Εζεκίας και έδειξεν εις
αυτούς τον οίκον των πολυτίμων πραγμάτων αυτού, τον άργυρον και τον χρυσόν
και τα αρώματα και τα πολύτιμα μύρα και πάσαν την οπλοθήκην αυτού και παν
ό,τι ευρίσκετο εν τοις θησαυροίς αυτού· δεν ήτο ουδέν εν τω οίκω αυτού
ουδέ υπό πάσαν την εξουσίαν αυτού, το οποίον ο Εζεκίας δεν έδειξεν εις
αυτούς.
3. Τότε ήλθεν Ησαΐας ο προφήτης προς τον βασιλέα
Εζεκίαν και είπε προς αυτόν, Τι λέγουσιν ούτοι οι άνθρωποι και πόθεν ήλθον
προς σε; Και ο Εζεκίας είπεν, Από γης μακράς έρχονται προς εμέ, από Βαβυλώνος.
4. Ο δε είπε, Τι είδον εν τω οίκω σου; Και απεκρίθη
ο Εζεκίας, Είδον παν ό,τι είναι εν τω οίκω μου· δεν είναι ουδέν εν τοις
θησαυροίς μου, το οποίον δεν έδειξα εις αυτούς.
5. Τότε είπεν ο Ησαΐας προς τον Εζεκίαν, Άκουσον
τον λόγον του Κυρίου των δυνάμεων.
6. Ιδού, έρχονται ημέραι, καθ' ας παν ό,τι είναι
εν τω οίκω σου και ό,τι οι πατέρες σου εναπεταμίευσαν μέχρι της ημέρας
ταύτης, θέλει μετακομισθή εις την Βαβυλώνα· δεν θέλει μείνει ουδέν, λέγει
Κύριος·
7. και εκ των υιών σου, οίτινες θέλουσιν εξέλθει
από σου, τους οποίους θέλεις γεννήσει, θέλουσι λάβει· και θέλουσι γείνει
ευνούχοι εν τω παλατίω του βασιλέως της Βαβυλώνος.
8. Τότε είπεν ο Εζεκίας προς τον Ησαΐαν, Καλός
ο λόγος του Κυρίου, τον οποίον ελάλησας. Είπεν έτι, Διότι θέλει είσθαι
ειρήνη και ασφάλεια εν ταις ημέραις μου.
ΗΣΑΙΑΣ 40o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 40
1. Παρηγορείτε, παρηγορείτε τον λαόν μου, λέγει
ο Θεός σας.
2. Λαλήσατε παρηγορητικά προς την Ιερουσαλήμ,
και φωνήσατε προς αυτήν, ότι ο καιρός της ταπεινώσεως αυτής επληρώθη, ότι
η ανομία αυτής συνεχωρήθη· διότι έλαβεν εκ της χειρός Κυρίου διπλάσιον
διά πάσας τας αμαρτίας αυτής.
3. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω,
Ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου. ευθείας κάμετε εν τη ερήμω τας τρίβους
του Θεού ημών.
4. Πάσα φάραγξ θέλει υψωθή και παν όρος και βουνός
θέλει ταπεινωθή· και τα σκολιά θέλουσι γείνει ευθέα· και οι τραχείς τόποι
ομαλοί·
5. και η δόξα του Κυρίου θέλει φανερωθή και πάσα
σαρξ ομού θέλει ιδεί· διότι το στόμα του Κυρίου ελάλησε.
6. Φωνή λέγουσα, Φώνησον· και είπε, Τι να φωνήσω;
πάσα σαρξ είναι χόρτος και πάσα η δόξα αυτής ως άνθος του αγρού.
7. Ο χόρτος εξηράνθη, το άνθος εμαράνθη· διότι
πνεύμα Κυρίου έπνευσεν επ' αυτό· χόρτος τη αληθεία είναι ο λαός.
8. Ο χόρτος εξηράνθη, το άνθος εμαράνθη· ο λόγος
όμως του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα.
9. Συ, ο φέρων εις την Σιών αγαθάς αγγελίας,
ανάβα εις το όρος το υψηλόν· συ, ο φέρων αγαθάς αγγελίας εις την Ιερουσαλήμ,
ύψωσον ισχυρώς την φωνήν σου· ύψωσον· μη φοβού· ειπέ προς τας πόλεις του
Ιούδα, Ιδού, ο Θεός υμών.
10. Ιδού, Κύριος ο Θεός θέλει ελθεί μετά δυνάμεως
και ο βραχίων αυτού θέλει εξουσιάζει δι' αυτόν· ιδού, ο μισθός αυτού είναι
μετ' αυτού και η αμοιβή αυτού ενώπιον αυτού.
11. Θέλει βοσκήσει το ποίμνιον αυτού ως ποιμήν·
θέλει συνάξει τα αρνία διά του βραχίονος αυτού και βαστάσει εν τω κόλπω
αυτού· και θέλει οδηγεί τα θηλάζοντα.
12. Τις εμέτρησε τα ύδατα εν τω κοιλώματι της
χειρός αυτού και εστάθμισε τους ουρανούς με την σπιθαμήν και συμπεριέλαβεν
εν μέτρω το χώμα της γης και εζύγισε τα όρη διά στατήρος και τους λόφους
διά πλάστιγγος;
13. Τις εστάθμισε το πνεύμα του Κυρίου ή έγεινε
σύμβουλος αυτού και, εδίδαξεν αυτόν;
14. Μετά τίνος συνεβουλεύθη, και τις εσυνέτισεν
αυτόν και εδίδαξεν αυτόν την οδόν της κρίσεως και παρέδωκεν εις αυτόν επιστήμην
και έδειξεν εις αυτόν την οδόν της συνέσεως;
15. Ιδού, τα έθνη είναι ως σανίς από κάδου και
λογίζονται ως η λεπτή σκόνη της πλάστιγγος· ιδού, η μετατοπίζει τας νήσους
ως σκόνην.
16. Και ο Λίβανος δεν είναι ικανός εις καύσιν
ουδέ τα ζώα αυτού ικανά εις ολοκαύτωμα.
17. Πάντα τα έθνη ενώπιον αυτού είναι ως μηδέν·
λογίζονται παρ' αυτώ ολιγώτερον παρά το μηδέν και την ματαιότητα.
18. Με τίνα λοιπόν θέλετε εξομοιώσει τον Θεόν;
ή τι ομοίωμα θέλετε προσαρμόσει εις αυτόν;
19. Ο τεχνίτης χωνεύει εικόνα γλυπτήν, και ο
χρυσοχόος εκτείνει χρυσόν επ' αυτήν και χύνει αργυράς αλύσεις.
20. Ο πτωχός κάμνων προσφοράν εκλέγει ξύλον άσηπτον·
και ζητεί εις εαυτόν επιδέξιον τεχνίτην, διά να κατασκευάση εικόνα γλυπτήν
μη σαλευομένην.
21. Δεν εγνωρίσατε; δεν ηκούσατε; δεν ανηγγέλθη
προς εσάς εξ αρχής; δεν ενοήσατε από καταβολής της γης;
22. Αυτός είναι ο καθήμενος επί τον γύρον της
γης και οι κάτοικοι αυτής είναι ως ακρίδες· ο εκτείνων τους ουρανούς ως
παραπέτασμα και εξαπλόνων αυτούς ως σκηνήν προς κατοίκησιν·
23. ο φέρων τους ηγεμόνας εις το μηδέν και καθιστών
ως ματαιότητα τους κριτάς της γης.
24. Αλλ' ουδέ θέλουσι φυτευθή· αλλ' ουδέ θέλουσι
σπαρθή· αλλ' ουδέ θέλει ριζωθή εν τη γη το στέλεχος αυτών· μόνον να πνεύση
επ' αυτούς, θέλουσι πάραυτα ξηρανθή και ο ανεμοστρόβιλος θέλει αναρπάσει
αυτούς ως άχυρον.
25. Με τίνα λοιπόν θέλετε με εξομοιώσει και θέλω
εξισωθή; λέγει ο Άγιος.
26. Σηκώσατε υψηλά τους οφθαλμούς σας και ιδέτε,
τις εποίησε ταύτα; Ο εξάγων το στράτευμα αυτών κατά αριθμόν· ο ονομαστί
καλών ταύτα πάντα εν τη μεγαλειότητι της δυνάμεως αυτού, διότι είναι ισχυρός
εις εξουσίαν· δεν λείπει ουδέν.
27. Διά τι λέγεις, Ιακώβ, και λαλείς, Ισραήλ,
Η οδός μου είναι κεκρυμμένη από του Κυρίου και η κρίσις μου παραμελείται
υπό του Θεού μου;
28. Δεν εγνώρισας; δεν ήκουσας, ότι ο αιώνιος
Θεός, ο Κύριος, ο Ποιητής των άκρων της γης, δεν ατονεί και δεν αποκάμνει;
δεν εξιχνιάζεται η φρόνησις αυτού.
29. Δίδει ισχύν εις τους ητονημένους και αυξάνει
την δύναμιν εις τους αδυνάτους.
30. Και οι νέοι θέλουσιν ατονήσει και αποκάμει,
και οι εκλεκτοί νέοι θέλουσιν αδυνατήσει παντάπασιν·
31. αλλ' οι προσμένοντες τον Κύριον θέλουσιν
ανανεώσει την δύναμιν αυτών· θέλουσιν αναβή με πτέρυγας ως αετοί· θέλουσι
τρέξει και δεν θέλουσιν αποκάμει· θέλουσι περιπατήσει και δεν θέλουσιν
ατονήσει.
ΗΣΑΙΑΣ 41o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 41
1. Σιωπάτε ενώπιόν μου, νήσοι· οι λαοί ας ανανεώσωσι
δύναμιν· και ας πλησιάσωσι και τότε ας λαλήσωσιν· ας προσέλθωμεν ομού εις
κρίσιν.
2. Τις ήγειρε τον δίκαιον από της ανατολής, προσεκάλεσεν
αυτόν κατά πόδας αυτού, παρέδωκεν εις αυτόν τα έθνη και κατέστησεν αυτόν
κύριον επί τους βασιλείς; τις παρέδωκεν αυτούς εις την μάχαιραν αυτού ως
χώμα, και εις το τόξον αυτού ως άχυρον ωθούμενον από ανέμου;
3. Κατεδίωξεν αυτούς και διήλθεν ασφαλώς διά
της οδού, την οποίαν δεν είχε περιπατήσει με τους πόδας αυτού.
4. Τις ενήργησε και έκαμε τούτο, καλών τας γενεάς
απ' αρχής; Εγώ ο Κύριος, ο πρώτος και ο μετά των εσχάτων· εγώ αυτός.
5. Αι νήσοι είδον και εφοβήθησαν· τα πέρατα της
γης ετρόμαξαν, επλησίασαν και ήλθον.
6. Εβοήθησαν έκαστος τον πλησίον αυτού· και είπε
προς τον αδελφόν αυτού, Ίσχυε.
7. Και ο ξυλουργός ενίσχυε τον χρυσοχόον και
ο λεπτύνων με την σφύραν, τον σφυροκοπούντα επί τον άκμονα, λέγων, Καλόν
είναι διά την συγκόλλησιν· και στερεόνει αυτό με καρφία, διά να μη κινήται.
8. Αλλά συ, Ισραήλ, δούλέ μου, Ιακώβ, εκλεκτέ
μου, το σπέρμα Αβραάμ του αγαπητού μου,
9. συ, τον οποίον έλαβον εκ των άκρων της γης
και σε εκάλεσα εκ των εσχάτων αυτής και σοι είπα, Συ είσαι ο δούλός μου·
εγώ σε εξέλεξα και δεν θέλω σε απορρίψει·
10. μη φοβού· διότι εγώ είμαι
μετά σού· μη τρόμαζε· διότι εγώ είμαι ο Θεός σου· σε ενίσχυσα· μάλιστα
σε εβοήθησα· μάλιστα σε υπερησπίσθην διά της δεξιάς της δικαιοσύνης μου.
11. Ιδού, πάντες οι ωργισμένοι κατά σου θέλουσι
καταισχυνθή και εντραπή· θέλουσιν είσθαι ως μηδέν· και οι αντίδικοί σου
θέλουσιν αφανισθή.
12. Θέλεις ζητήσει αυτούς και δεν θέλεις ευρεί
αυτούς, τους εναντιουμένους εις σέ· οι πολεμούντες κατά σου θέλουσι γείνει
μηδέν και ως εξουθένημα.
13. Διότι εγώ Κύριος ο Θεός σου είμαι ο κρατών
την δεξιάν σου, λέγων προς σε, Μη φοβού· εγώ θέλω σε βοηθήσει.
14. Μη φοβού, σκώληξ Ιακώβ, θνητοί του Ισραήλ·
εγώ θέλω σε βοηθεί, λέγει ο Κύριος· και λυτρωτής σου είναι ο Άγιος του
Ισραήλ.
15. Ιδού, εγώ θέλω σε κάμει νέον κοπτερόν αλωνιστήριον
όργανον οδοντωτόν· θέλεις αλωνίσει τα όρη και λεπτύνει αυτά, και θέλεις
κάμει τους λόφους ως λεπτόν άχυρον.
16. Θέλεις ανεμίσει αυτά και ο άνεμος θέλει σηκώσει
αυτά και ο ανεμοστρόβιλος θέλει διασκορπίσει αυτά· συ δε θέλεις ευφρανθή
εις τον Κύριον και θέλεις δοξασθή εν τω Αγίω του Ισραήλ.
17. Όταν οι πτωχοί και ενδεείς ζητήσωσιν ύδωρ
και δεν υπάρχη, η γλώσσα δε αυτών ξηραίνηται υπό δίψης, εγώ ο Κύριος θέλω
εισακούσει αυτούς, ο Θεός του Ισραήλ δεν θέλω εγκαταλείψει αυτούς.
18. Θέλω ανοίξει ποταμούς εν υψηλοίς τόποις και
πηγάς εν μέσω των κοιλάδων· θέλω κάμει την έρημον λίμνας υδάτων και την
ξηράν γην πηγάς υδάτων.
19. Εν τη ερήμω θέλω εμφυτεύσει την κέδρον, το
δένδρον της σίττης και τον μύρτον και την ελαίαν· εν τη ακατοικήτω γη θέλω
βάλει την έλατον, την πεύκην και τον πύξον ομού·
20. διά να ίδωσι και να γνωρίσωσι και να στοχασθώσι
και να εννοήσωσιν ομού, ότι η χειρ του Κυρίου έκαμε τούτο και ο Άγιος του
Ισραήλ εδημιούργησεν αυτό.
21. Παραστήσατε την δίκην σας, λέγει Κύριος·
προφέρετε τα ισχυρά σας επιχειρήματα, λέγει ο βασιλεύς του Ιακώβ.
22. Ας πλησιάσωσι και ας δείξωσιν εις ημάς τι
θέλει συμβή· ας αναγγείλωσι τα πρότερα, τι ήσαν, διά να στοχασθώμεν αυτά
και να γνωρίσωμεν τα έσχατα αυτών· ή ας αναγγείλωσι προς ημάς τα μέλλοντα.
23. Αναγγείλατε τα συμβησόμενα εις το μετέπειτα,
διά να γνωρίσωμεν ότι είσθε θεοί· κάμετε έτι καλόν ή κάμετε κακόν, διά
να θαυμάσωμεν και να ίδωμεν ομού.
24. Ιδού, σεις είσθε ολιγώτερον παρά το μηδέν,
και το έργον σας χειρότερον παρά το μηδέν· όστις σας εκλέγει, είναι βδέλυγμα.
25. Ήγειρα ένα εκ βορρά και θέλει έλθει· απ'
ανατολών ηλίου θέλει επικαλείσθαι το όνομά μου· και θέλει πατήσει επί τους
ηγεμόνας ως επί πηλόν και ως ο κεραμεύς καταπατεί τον άργιλον.
26. Τις ανήγγειλε ταύτα απ' αρχής, διά να γνωρίσωμεν;
και προ του καιρού, διά να είπωμεν, αυτός είναι ο δίκαιος; Αλλ' ουδείς
ο αναγγέλλων· αλλ' ουδείς ο διακηρύττων· αλλ' ουδείς ο ακούων τους λόγους
σας.
27. Εγώ ο πρώτος θέλω ειπεί προς την Σιών, Ιδού,
ιδού, ταύτα· και θέλω δώσει εις την Ιερουσαλήμ τον ευαγγελιζόμενον.
28. Διότι εθεώρησα και δεν ήτο ουδείς, ναι, μεταξύ
αυτών, αλλά δεν υπήρχε σύμβουλος δυνάμενος να αποκριθή λόγον, ότε ηρώτησα
αυτούς.
29. Ιδού, πάντες είναι ματαιότης, τα έργα αυτών
μηδέν· τα χωνευτά αυτών άνεμος και ματαιότης.
ΗΣΑΙΑΣ 42o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 42
1. Ιδού, ο δούλός μου, τον οποίον υπεστήριξα·
ο εκλεκτός μου, εις τον οποίον η ψυχή μου ευηρεστήθη· έθεσα το πνεύμά μου
επ' αυτόν· θέλει εξαγγείλει κρίσιν εις τα έθνη.
2. Δεν θέλει φωνάξει ουδέ θέλει ανακράξει ουδέ
θέλει κάμει την φωνήν αυτού να ακουσθή εν ταις οδοίς.
3. Κάλαμον συντεθλασμένον δεν θέλει συντρίψει
και λινάριον καπνίζον δεν θέλει σβύσει· θέλει εκφέρει κρίσιν εν αληθεία.
4. Δεν θέλει εκλίπει ουδέ θέλει μικροψυχήσει,
εωσού βάλη κρίσιν εν τη γή· και αι νήσοι θέλουσι προσμένει τον νόμον αυτού.
5. Ούτω λέγει ο Θεός ο Κύριος, ο ποιήσας τους
ουρανούς και εκτείνας αυτούς· ο στερεώσας την γην και τα γεννώμενα εξ αυτής·
ο διδούς πνοήν εις τον λαόν τον επ' αυτής και πνεύμα εις τους περιπατούντας
επ' αυτής·
6. Εγώ ο Κύριος σε εκάλεσα εν δικαιοσύνη, και
θέλω κρατεί την χείρα σου και θέλω σε φυλάττει και θέλω σε καταστήσει διαθήκην
του λαού, φως των εθνών·
7. διά να ανοίξης τους οφθαλμούς των τυφλών,
να εκβάλης τους δεσμίους εκ των δεσμών, τους καθημένους εν σκότει εκ του
οίκου της φυλακής.
8. Εγώ είμαι ο Κύριος· τούτο είναι το όνομά μου·
και δεν θέλω δώσει την δόξαν μου εις άλλον ουδέ την αίνεσίν μου εις τα
γλυπτά.
9. Ιδού, ήλθον τα απ' αρχής· και εγώ αναγγέλλω
νέα πράγματα· πριν εκφύωσι, λαλώ περί αυτών εις εσάς.
10. Ψάλλετε εις τον Κύριον άσμα νέον, την δόξαν
αυτού εκ των άκρων της γης, σεις οι καταβαίνοντες εις την θάλασσαν και
πάντα τα εν αυτή· αι νήσοι και οι κατοικούντες αυτάς.
11. Η έρημος και αι πόλεις αυτής ας υψώσωσι φωνήν,
αι κώμαι τας οποίας κατοικεί ο Κηδάρ· ας ψάλλωσιν οι κάτοικοι της Σελά,
ας αλαλάζωσιν εκ των κορυφών των ορέων.
12. Ας δώσωσι δόξαν εις τον Κύριον και ας αναγγείλωσι
την αίνεσιν αυτού εν ταις νήσοις.
13. Ο Κύριος θέλει εξέλθει ως ισχυρός· θέλει
διεγείρει ζήλον ως πολεμιστής· θέλει φωνάξει, μάλιστα θέλει βρυχήσει, θέλει
υπερισχύσει κατά των πολεμίων αυτού.
14. Από πολλού εσιώπησα· θέλω μείνει ήσυχος;
θέλω κρατήσει εμαυτόν; τώρα θέλω φωνάξει ως η τίκτουσα· θέλω καταστρέψει
και καταπίει ομού.
15. Θέλω ερημώσει όρη και λόφους και καταξηράνει
πάντα τον χόρτον αυτών· και θέλω καταστήσει τους ποταμούς νήσους και τας
λίμνας θέλω ξηράνει.
16. Και θέλω φέρει τους τυφλούς δι' οδού την
οποίαν δεν ήξευρον, θέλω οδηγήσει αυτούς εις τρίβους τας οποίας δεν εγνώριζον·
το σκότος θέλω κάμει φως έμπροσθεν αυτών και τα σκολιά ευθέα. Ταύτα τα
πράγματα θέλω κάμει εις αυτούς και δεν θέλω εγκαταλείψει αυτούς.
17. Εστράφησαν εις τα οπίσω, κατησχύνθησαν οι
θαρρούντες επί τα γλυπτά, οι λέγοντες προς τα χωνευτά, σεις είσθε οι θεοί
ημών.
18. Ακούσατε, κωφοί· και ανοίξατε τους οφθαλμούς
σας, τυφλοί, διά να ίδητε.
19. Τις τυφλός, παρά ο δούλός μου; ή κωφός, παρά
ο μηνυτής μου, τον οποίον απέστειλα; τις τυφλός, παρά ο τέλειος; και τις
τυφλός, παρά ο δούλος του Κυρίου;
20. Βλέπεις πολλά αλλά δεν παρατηρείς· ανοίγεις
τα ώτα αλλά δεν ακούεις.
21. Ο Κύριος ευνόησε προς αυτόν ένεκεν της δικαιοσύνης
αυτού· θέλει μεγαλύνει τον νόμον αυτού και καταστήσει έντιμον.
22. Πλην αυτός είναι λαός διηρπαγμένος και γεγυμνωμένος·
είναι πάντες πεπαγιδευμένοι εν σπηλαίοις και κεκρυμμένοι εν ταις φυλακαίς·
είναι λάφυρον και δεν υπάρχει ο λυτρόνων· διάρπαγμα, και ουδείς ο λέγων,
Επίστρεψον αυτό.
23. Τις από σας θέλει δώσει ακρόασιν εις τούτο;
θέλει προσέξει και ακούσει εις το μετά ταύτα;
24. Τις παρέδωκε τον Ιακώβ εις διαρπαγήν και
τον Ισραήλ εις λεηλατιστάς; ουχί ο Κύριος, αυτός εις τον οποίον ημαρτήσαμεν;
διότι δεν ηθέλησαν να περιπατήσωσιν εν ταις οδοίς αυτού ουδέ υπήκουσαν
εις τον νόμον αυτού.
25. Διά τούτο εξέχεεν επ' αυτόν την σφοδρότητα
της οργής αυτού και την ορμήν του πολέμου· και συνέφλεξεν αυτόν πανταχόθεν
αλλ' αυτός δεν ενόησε· και έκαυσεν αυτόν αλλ' αυτός δεν έβαλε τούτο εν
τη καρδία αυτού.
ΗΣΑΙΑΣ 43o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 43
1. Και τώρα ούτω λέγει Κύριος, ο δημιουργός σου,
Ιακώβ, και ο πλάστης σου, Ισραήλ· Μη φοβού· διότι εγώ σε ελύτρωσα, σε εκάλεσα
με το όνομά σου· εμού είσαι.
2. Όταν διαβαίνης διά των υδάτων, μετά σου θέλω
είσθαι· και όταν διά των ποταμών, δεν θέλουσι πλημμυρήσει επί σέ· όταν
περιπατής διά του πυρός, δεν θέλεις καή ουδέ θέλει εξαφθή η φλόξ επί σε.
3. Διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, ο Άγιος
του Ισραήλ, ο Σωτήρ σου· διά αντίλυτρόν σου έδωκα την Αίγυπτον· υπέρ σου
την Αιθιοπίαν και Σεβά.
4. Αφότου εστάθης πολύτιμος εις τους οφθαλμούς
μου, εδοξάσθης και εγώ σε ηγάπησα· και θέλω δώσει ανθρώπους πολλούς υπέρ
σου και λαούς υπέρ της κεφαλής σου.
5. Μη φοβού· διότι εγώ είμαι μετά σού· από ανατολών
θέλω φέρει το σπέρμα σου και από δυσμών θέλω σε συνάξει·
6. Θέλω ειπεί προς τον βορράν, Δός· και προς
τον νότον, Μη εμποδίσης· φέρε τους υιούς μου από μακράν και τας θυγατέρας
μου από των άκρων της γης,
7. πάντας όσοι καλούνται με το όνομά μου· διότι
εδημιούργησα αυτούς διά την δόξαν μου, έπλασα αυτούς και έκαμα αυτούς.
8. Εξάγαγε τον λαόν τον τυφλόν και έχοντα οφθαλμούς
και τον κωφόν και έχοντα ώτα.
9. Ας συναθροισθώσι πάντα τα έθνη και ας συναχθώσιν
οι λαοί· τις μεταξύ αυτών ανήγγειλε τούτο και έδειξεν εις ημάς τα πρότερα;
ας φέρωσι τους μάρτυρας αυτών και ας δικαιωθώσιν· και ας ακούσωσι και ας
είπωσι, Τούτο είναι αληθινόν.
10. Σεις είσθε μάρτυρές μου, λέγει Κύριος, και
ο δούλός μου, τον οποίον εξέλεξα, διά να μάθητε και να πιστεύσητε εις εμέ
και να εννοήσητε ότι εγώ αυτός είμαι· προ εμού άλλος Θεός δεν υπήρξεν ουδέ
θέλει υπάρχει μετ' εμέ.
11. Εγώ, εγώ είμαι ο Κύριος· και εκτός εμού σωτήρ
δεν υπάρχει.
12. Εγώ ανήγγειλα και έσωσα και έδειξα· και δεν
εστάθη εις εσάς ξένος θεός· σεις δε είσθε μάρτυρές μου, λέγει Κύριος, και
εγώ ο Θεός.
13. Και πριν γείνη η ημέρα, εγώ αυτός ήμην· και
δεν υπάρχει ο λυτρόνων εκ της χειρός μου· θέλω κάμει και τις δύναται να
εμποδίση αυτό;
14. Ούτω λέγει Κύριος, ο Λυτρωτής σας, ο Άγιος
του Ισραήλ· διά σας εξαπέστειλα εις την Βαβυλώνα και κατέβαλον πάντας τους
φυγάδας αυτής και τους Χαλδαίους τους εγκαυχωμένους εις τα πλοία.
15. Εγώ είμαι ο Κύριος, ο Άγιός σας, ο Ποιητής
του Ισραήλ, ο Βασιλεύς σας.
16. Ούτω λέγει Κύριος, όστις έκαμεν οδόν εις
την θάλασσαν και τρίβον εις τα ισχυρά ύδατα·
17. όστις εξήγαγεν αμάξας και ίππους, στράτευμα
και ρωμαλέους· πάντα ομού εξηπλώθησαν κάτω, δεν εσηκώθησαν· ηφανίσθησαν,
εσβέσθησαν ως στυπίον.
18. Μη ενθυμήσθε τα πρότερα και μη συλλογίζεσθε
τα παλαιά.
19. Ιδού, εγώ θέλω κάμει νέον πράγμα· τώρα θέλει
ανατείλει· δεν θέλετε γνωρίσει αυτό; θέλω βεβαίως κάμει οδόν εν τη ερήμω,
ποταμούς εν τη ανύδρω.
20. Τα θηρία του αγρού θέλουσι με δοξάσει, οι
θώες και οι στρουθοκάμηλοι· διότι δίδω ύδατα εις την έρημον, ποταμούς εις
την άνυδρον, διά να ποτίσω τον λαόν μου, τον εκλεκτόν μου.
21. Ο λαός, τον οποίον έπλασα εις εμαυτόν, θέλει
διηγείσθαι την αίνεσίν μου.
22. Αλλά συ, Ιακώβ, δεν με επεκαλέσθης· αλλά
συ, Ισραήλ, εβαρύνθης απ' εμού.
23. Δεν προσέφερες εις εμέ τα αρνία των ολοκαυτωμάτων
σου ουδέ με ετίμησας με τας θυσίας σου. Εγώ δεν σε εδούλωσα με προσφοράς
ουδέ σε εβάρυνα με θυμίαμα·
24. δεν ηγόρασας με αργύριον κάλαμον αρωματικόν
δι' εμέ, ουδέ με ενέπλησας από του πάχους των θυσιών σου· αλλά με εδούλωσας
με τας αμαρτίας σου, με επεβάρυνας με τας ανομίας σου.
25. Εγώ, εγώ είμαι, όστις εξαλείφω τας παραβάσεις
σου ένεκεν εμού, και δεν θέλω ενθυμηθή τας αμαρτίας σου.
26. Ενθύμισόν με· ας κριθώμεν ομού· λέγε συ,
διά να δικαιωθής.
27. Ο προπάτωρ σου ημάρτησε και οι διδάσκαλοί
σου ηνόμησαν εις εμέ.
28. Διά τούτο θέλω καταστήσει βεβήλους τους άρχοντας
του αγιαστηρίου, και θέλω παραδώσει τον Ιακώβ εις κατάραν και τον Ισραήλ
εις ονειδισμούς.
ΗΣΑΙΑΣ 44o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<]--English--[>]
Isaiah 44
1. Αλλά τώρα άκουσον, δούλέ μου Ιακώβ, και Ισραήλ
τον οποίον εξέλεξα.
2. Ούτω λέγει Κύριος, όστις σε έκαμε και σε έπλασεν
εκ κοιλίας και θέλει σε βοηθήσει· Μη φοβού, δούλέ μου Ιακώβ, και συ, Ιεσουρούν,
τον οποίον εξέλεξα.
3. Διότι θέλω εκχέει ύδωρ
επί τον διψώντα και ποταμούς επί την ξηράν· θέλω εκχέει το πνεύμά μου επί
το σπέρμα σου και την ευλογίαν μου επί τους εκγόνους σου· Παρ.ιη.4,
Ησα.ιβ'.3, Ιωαν.δ'.14,
Ιωάν.ζ'38
4. και θέλουσι βλαστήσει ως μεταξύ χόρτου, ως
ιτέαι παρά τους ρύακας των υδάτων.
5. Ο μεν θέλει λέγει, Εγώ είμαι του Κυρίου· ο
δε θέλει ονομάζεσθαι με το όνομα Ιακώβ· και άλλος θέλει υπογράφεσθαι με
την χείρα αυτού εις τον Κύριον και επονομάζεσθαι με το όνομα Ισραήλ.
6. Ούτω λέγει Κύριος ο Βασιλεύς του Ισραήλ και
ο Λυτρωτής αυτού, ο Κύριος των δυνάμεων· Εγώ είμαι ο πρώτος και εγώ ο έσχατος·
και εκτός εμού δεν υπάρχει Θεός.
7. Και τις ως εγώ θέλει κράξει και αναγγείλει
και διατάξει εις εμέ, αφού εσύστησα τον παλαιόν λαόν; και τα επερχόμενα
και τα μέλλοντα ας αναγγείλωσι προς αυτούς.
8. Μη φοβείσθε μηδέ τρομάζετε· έκτοτε δεν σε
έκαμα να ακούσης και ανήγγειλα τούτο; σεις είσθε μάλιστα μάρτυρές μου·
εκτός εμού υπάρχει Θεός; βεβαίως δεν υπάρχει βράχος· δεν γνωρίζω ουδένα.
9. Όσοι κατασκευάζουσιν είδωλα, πάντες είναι
ματαιότης· και τα πολυέραστα αυτών είδωλα δεν ωφελούσι· και αυτοί είναι
μάρτυρες αυτών ότι δεν βλέπουσιν ουδέ νοούσι, διά να καταισχυνθώσι.
10. Τις έπλασε θεόν ή έχυσεν είδωλον, το οποίον
ουδέν ωφελεί;
11. Ιδού, πάντες οι σύντροφοι αυτού θέλουσιν
αισχυνθή· και οι τεχνίται, αυτοί είναι εξ ανθρώπων· ας συναχθώσι πάντες
ομού· ας παρασταθώσι· θέλουσι φοβηθή, θέλουσιν εντραπή πάντες ομού.
12. Ο χαλκεύς κόπτει σίδηρον και εργάζεται εις
τους άνθρακας και με τα σφυρία μορφόνει αυτό και κατασκευάζει αυτό με την
δύναμιν των βραχιόνων αυτού· μάλιστα πεινά και η δύναμις αυτού αποκάμνει·
ύδωρ δεν πίνει και ατονεί.
13. Ο ξυλουργός εξαπλόνει τον κανόνα, σημειόνει
αυτό με στάθμην, ομαλύνει αυτό με ροκάνια και σημειόνει αυτό διά του διαβήτου
και κάμνει αυτό κατά την ανθρωπίνην μορφήν, κατά ανθρωπίνην ώραιότητα,
διά να κατοική εν τη οικία.
14. Κόπτει εις εαυτόν κέδρους και λαμβάνει την
κυπάρισσον και την δρυν, τα οποία εκλέγει εις εαυτόν μεταξύ των δένδρων
του δάσους· φυτεύει πεύκην και η βροχή αυξάνει αυτήν.
15. Και θέλει είσθαι χρήσιμον εις τον άνθρωπον
διά καύσιμον· και εξ αυτού λαμβάνει και θερμαίνεται· προσέτι καίει αυτό
και ψήνει άρτον· προσέτι κάμνει αυτό θεόν και προσκυνεί αυτό· κάμνει αυτό
είδωλον και γονατίζει έμπροσθεν αυτού.
16. Το ήμισυ αυτού καίει εν πυρί· με το άλλο
ήμισυ τρώγει το κρέας· ψήνει το ψητόν και χορταίνει· και θερμαίνεται, λέγων,
Ω εθερμάνθην, είδον το πύρ·
17. και το εναπολειφθέν αυτού κάμνει θεόν, το
γλυπτόν αυτού· γονατίζει έμπροσθεν αυτού και προσκυνεί αυτό και προσεύχεται
εις αυτό και λέγει, Λύτρωσόν με, διότι είσαι ο θεός μου.
18. Δεν καταλαμβάνουσιν ουδέ νοούσι· διότι έκλεισε
τους οφθαλμούς αυτών διά να μη βλέπωσι, και τας καρδίας αυτών διά να μη
νοώσι.
19. Και ουδείς συλλογίζεται εν τη καρδία αυτού
ουδέ είναι γνώσις εν αυτώ ουδέ νόησις, ώστε να είπη, Το ήμισυ αυτού έκαυσα
εν πυρί· έτι έψησα άρτον επί των ανθράκων αυτού· έψησα κρέας και έφαγον·
έπειτα θέλω κάμει το υπόλοιπον αυτού βδέλυγμα; θέλω προσκυνήσει δένδρου
κορμόν;
20. Βόσκεται από στάκτης· η ηπατημένη καρδία
αυτού απεπλάνησεν αυτόν, διά να μη δύναται να ελευθερώση την ψυχήν αυτού
μηδέ να είπη, Τούτο, τη εν τη δεξιά μου, δεν είναι ψεύδος;
21. Ενθυμού ταύτα, Ιακώβ και Ισραήλ· διότι δούλός
μου είσαι· εγώ σε έπλασα· δούλός μου είσαι· Ισραήλ, δεν θέλεις λησμονηθή
υπ' εμού.
22. Εξήλειψα ως πυκνήν ομίχλην τας παραβάσεις
σου, και ως νέφος τας αμαρτίας σου· επίστρεψον προς εμέ· διότι εγώ σε ελύτρωσα.
23. Ψάλλετε, ουρανοί· διότι ο Κύριος έκαμε τούτο·
αλαλάξατε, τα κάτω της γής· εκβάλετε φωνήν αγαλλιάσεως, όρη, δάση και πάντα
τα εν αυτοίς δένδρα· διότι ο Κύριος ελύτρωσε τον Ιακώβ και εδοξάσθη εν
τω Ισραήλ.
24. Ούτω λέγει ο Κύριος, όστις σε ελύτρωσε και
σε έπλασεν εκ κοιλίας· Εγώ είμαι ο Κύριος ο ποιήσας τα πάντα· ο μόνος εκτείνας
τους ουρανούς, ο στερεώσας την γην απ' εμαυτού·
25. ο ματαιόνων τα σημεία των ψευδολόγων και
καθιστών παράφρονας τους μάντεις· ο ανατρέπων τους σοφούς και μωραίνων
την επιστήμην αυτών·
26. ο στερεόνων τον λόγον του δούλου μου και
εκπληρών την βουλήν των μηνυτών μου· ο λέγων προς την Ιερουσαλήμ, Θέλεις
κατοικισθή· και προς τας πόλεις του Ιούδα, Θέλετε ανακτισθή και θέλω ανορθώσει
τα ερείπια αυτού·
27. ο λέγων προς την άβυσσον, Γενού ξηρά και
θέλω ξηράνει τους ποταμούς σου·
28. ο λέγων προς τον Κύρον, Ούτος είναι ο βοσκός
μου και θέλει εκπληρώσει πάντα τα θελήματά μου· και ο λέγων προς την Ιερουσαλήμ,
Θέλεις ανακτισθή· και προς τον ναόν, Θέλουσι τεθή τα θεμέλιά σου.
[>]