ΗΣΑΙΑΣ 45o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 45
1. Ούτω λέγει Κύριος προς
τον κεχρισμένον αυτού, τον Κύρον, του οποίου την δεξιάν χείρα εκράτησα,
διά να υποτάξω τα έθνη έμπροσθεν αυτού· και θέλω λύσει την οσφύν των βασιλέων,
διά να ανοίξω τα δίθυρα έμπροθεν αυτού· και αι πύλαι δεν θέλουσι κλεισθή.
2. Εγώ θέλω υπάγει έμπροθέν σου και εξομαλύνει
τας σκολιάς οδούς· θέλω συντρίψει τας χαλκίνας θύρας και κόψει τους σιδηρούς
μοχλούς.
3. Και θέλω σοι δώσει θησαυρούς φυλαττομένους
εν σκότει και πλούτη κερυμμένα εν αποκρύφοις· διά να γνωρίσης ότι εγώ είμαι
ο Κύριος ο καλών σε κατ' όνομα, ο Θεός του Ισραήλ.
4. Διά τον Ιακώβ τον δούλον μου και τον Ισραήλ
τον εκλεκτόν μου σε εκάλεσα μάλιστα με το όνομά σου, σε επωνόμασα, αν και
δεν με εγνώρισας.
5. Εγώ είμαι ο Κύριος και
δεν είναι άλλος· δεν υπάρχει εκτός εμού Θεός· εγώ σε περιέζωσα, αν και
δεν με εγνώρισας,
6. διά να γνωρίσωσιν από ανατολών ηλίου και από
δυσμών, ότι εκτός εμού δεν υπάρχει ουδείς· εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει
άλλος·
7. ο κατασκευάσας το φως και ποιήσας το σκότος·
ο ποιών ειρήνην και κτίζων κακόν· εγώ ο Κύριος ποιώ πάντα ταύτα.
8. Σταλάξατε δρόσον άνωθεν, ουρανοί, και ας ράνωσιν
αι νεφέλαι δικαιοσύνην· ας ανοίξη η γη και ας γεννήση σωτηρίαν και ας βλαστήση
δικαιοσύνην ομού· εγώ ο Κύριος εποίησα τούτο.
9. Ουαί εις τον αντιμαχόμενον
προς τον Ποιητήν αυτού. Ας αντιμάχεται το όστρακον προς τα όστρακα της
γής· ο πηλός θέλει ειπεί προς τον πλάττοντα αυτόν, Τι κάμνεις; ή το έργον
σου, Ούτος δεν έχει χείρας;
10. Ουαί εις τον λέγοντα προς τον πατέρα, τι
γεννάς; προς την γυναίκα, τι κοιλοπονείς;
11. Ούτω λέγει Κύριος, ο Άγιος του Ισραήλ και
ο Πλάστης αυτού· Ερωτάτέ με διά τα μέλλοντα περί των υιών μου και περί
του έργου των χειρών μου προστάξατέ με.
12. Εγώ έκτισα την γην και εποίησα άνθρωπον επ'
αυτής· εγώ διά των χειρών μου εξέτεινα τους ουρανούς και έδωκα διαταγάς
εις πάσαν την στρατιάν αυτών.
13. Εγώ εξήγειρα εκείνον εις δικαιοσύνην και
θέλω διευθύνει πάσας τας οδούς αυτού· αυτός θέλει οικοδομήσει την πόλιν
μου και θέλει επιστρέψει τους αιχμαλώτους μου, ουχί με λύτρον ουδέ με δώρα,
λέγει ο Κύριος των δυνάμεων.
14. Ούτω λέγει Κύριος· Ο κόπος της Αιγύπτου και
το εμπόριον της Αιθιοπίας και των Σαβαίων, ανδρών μεγαλοσώμων, θέλουσι
περάσει εις σε και σου θέλουσιν είσθαι· οπίσω σου θέλουσιν ακολουθεί· με
αλύσεις θέλουσι περάσει και θέλουσι σε προσκυνήσει, θέλουσι σε ικετεύσει,
λέγοντες, Βεβαίως ο Θεός είναι εν σοι, και δεν υπάρχει ουδείς άλλος Θεός.
15. Τωόντι συ είσαι Θεός κρυπτόμενος, Θεέ του
Ισραήλ, ο Σωτήρ.
16. Πάντες ούτοι θέλουσιν αισχυνθή και εντραπή·
οι εργάται των ειδώλων θέλουσι φύγει εν καταισχύνη πάντες ομού.
17. Ο δε Ισραήλ θέλει σωθή διά του Κυρίου σωτηρίαν
αιώνιον· δεν θέλετε αισχυνθή ουδέ εντραπή αιωνίως.
18. Διότι ούτω λέγει Κύριος, ο ποιήσας τους ουρανούς·
αυτός ο Θεός, ο πλάσας την γην και ποιήσας αυτήν· όστις αυτός εστερέωσεν
αυτήν, έκτισεν αυτήν ουχί ματαίως αλλ' έπλασεν αυτήν διά να κατοικήται·
Εγώ είμαι ο Κύριος και δεν υπάρχει άλλος.
19. Δεν ελάλησα εν κρυπτώ ουδέ εν σκοτεινώ τόπω
της γής· δεν είπα προς το σπέρμα του Ιακώβ, Ζητήσατέ με ματαίως· εγώ είμαι
ο Κύριος, ο λαλών δικαιοσύνην, ο αναγγέλλων ευθύτητα.
20. Συνάχθητε και έλθετε· πλησιάσατε ομού, οι
σεσωσμένοι των εθνών· δεν έχουσι νόησιν, όσοι σηκόνουσι το γλυπτόν ξύλον
αυτών και προσεύχονται εις θεόν μη δυνάμενον να σώση.
21. Απαγγείλατε και φέρετε αυτούς πλησίον· μάλιστα,
ας συμβουλευθώσιν ομού· τις ανήγγειλε τούτο απ' αρχής; τις εφανέρωσε τούτο
εξ εκείνου του καιρού; ουχί εγώ ο Κύριος; και δεν υπάρχει εκτός εμού άλλος
Θεός· Θεός δίκαιος και Σωτήρ· δεν υπάρχει εκτός εμού.
22. Εις εμέ βλέψατε και σώθητε, πάντα τα πέρατα
της γής· διότι εγώ είμαι ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος.
23. Ώμοσα εις εμαυτόν· ο λόγος εξήλθεν εκ του
στόματός μου εν δικαιοσύνη και δεν θέλει επιστραφή, Ότι παν γόνυ θέλει
κάμψει εις εμέ, πάσα γλώσσα θέλει ομνύει εις εμέ.
24. Βεβαίως θέλουσιν ειπεί περί εμού, Εν τω Κυρίω
είναι η δικαιοσύνη και η δύναμις· εις αυτόν θέλουσι προσέλθει και θέλουσι
καταισχυνθή πάντες οι οργιζόμενοι εναντίον αυτού.
25. Εν τω Κυρίω θέλει δικαιωθή άπαν το σπέρμα
του Ισραήλ.
ΗΣΑΙΑΣ 46o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 46
1. Κατεκάμφθη ο Βηλ, έκυψεν ο Νεβώ· τα είδωλα
αυτών επετέθησαν επί ζώων και κτηνών· αι άμαξαι υμών ήσαν πεφορτισμέναι
φορτίον κοπιαστικόν.
2. Κύπτουσι, κάμπτουσιν ομού· δεν δύνανται να
σώσωσι το φορτίον αλλά και αυτά φέρονται εις αιχμαλωσίαν.
3. Ακούσατέ μου, οίκος Ιακώβ και παν το υπόλοιπον
του οίκου Ισραήλ, τους οποίους εσήκωσα από κοιλίας, τους οποίους εβάστασα
από μήτρας·
4. και έως του γήρατός σας εγώ αυτός είμαι· και
έως των λευκών τριχών εγώ θέλω σας βαστάσει· εγώ σας έκαμα και εγώ θέλω
σας σηκώσει· ναι, εγώ θέλω σας βαστάσει και σώσει.
5. Με τίνα θέλετε με εξομοιώσει και θέλετε με
εξισώσει και με συγκρίνει και θέλομεν είσθαι όμοιοι;
6. Χύνουσι χρυσίον εκ του βαλαντίου και ζυγίζουσιν
αργύριον διά του στατήρος και μισθόνουσι χρυσοχόον και κατασκευάζει αυτό
θεόν· έπειτα προσπίπτουσι και προσκυνούσι·
7. σηκόνουσιν αυτόν επ' ώμου· φέρουσιν αυτόν
και θέτουσιν αυτόν εις τον τόπον αυτού και ίσταται· δεν θέλει μετασαλεύσει
εκ του τόπου αυτού· προσέτι βοώσι προς αυτόν αλλά δεν δύναται να αποκριθή
ουδέ να σώση αυτούς από της συμφοράς αυτών.
8. Ενθυμήθητε τούτο και δείχθητε άνθρωποι· ανακαλέσατε
αυτό εις τον νούν σας, αποστάται.
9. Ενθυμήθητε τα πρότερα, τα απ' αρχής· διότι
εγώ είμαι ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος· εγώ είμαι ο Θεός και ουδείς όμοιός
μου·
10. όστις απ' αρχής αναγγέλλω το τέλος και από
πρότερον τα μη γεγονότα, λέγων, Η βουλή μου θέλει σταθή και θέλω εκτελέσει
άπαν το θέλημά μου·
11. όστις κράζω το αρπακτικόν πτηνόν εξ ανατολών,
τον άνδρα της βουλής μου από γης μακράν· ναι, ελάλησα και θέλω κάμει να
γείνη· εβουλεύθην και θέλω εκτελέσει αυτό.
12. Ακούσατέ μου, σκληροκάρδιοι, οι μακράν από
της δικαιοσύνης.
13. Επλησίασα την δικαιοσύνην μου· δεν θέλει
είσθαι μακράν και η σωτηρία μου δεν θέλει βραδύνει· και θέλω δώσει εν Σιών
σωτηρίαν εις τον Ισραήλ, την δόξαν μου.
ΗΣΑΙΑΣ 47o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 47
1. Κατάβα και κάθησον επί του χώματος, παρθένε
θυγάτηρ της Βαβυλώνος· κάθησον κατά γής· θρόνος πλέον δεν είναι, θυγάτηρ
των Χαλδαίων· διότι δεν θέλεις πλέον ονομασθή απαλή και τρυφερά.
2. Πίασον τον χειρόμυλον και άλεθε άλευρον· εκκάλυψον
τους πλοκάμους σου, γύμνωσον τους πόδας, εκκάλυψον τας κνήμας, πέρασον
τους ποταμούς.
3. Η γύμνωσίς σου θέλει εκκαλυφθή· ναι, η αισχύνη
σου θέλει φανή· εκδίκησιν θέλω λάβει και δεν θέλω φεισθή άνθρωπον.
4. Του Λυτρωτού ημών το όνομα είναι, Ο Κύριος
των δυνάμεων, ο Άγιος του Ισραήλ.
5. Κάθησον σιωπώσα και είσελθε εις το σκότος,
θυγάτηρ των Χαλδαίων· διότι δεν θέλεις πλέον ονομάζεσθαι, Η κυρία των βασιλείων.
6. Ωργίσθην κατά του λαού μου, εμίανα την κληρονομίαν
μου και παρέδωκα αυτούς εις την χείρα σου· πλην συ δεν έδειξας εις αυτούς
έλεος· σφόδρα εβάρυνας τον ζυγόν σου επί τον γέροντα.
7. Και είπας, εις τον αιώνα θέλω είσθαι κυρία·
ώστε δεν έβαλες ταύτα εν τη καρδία σου ουδέ ενεθυμήθης τα έσχατα αυτών.
8. Τώρα λοιπόν άκουσον τούτο, η παραδεδομένη
εις τας τρυφάς, η κατοικούσα αμερίμνως, η λέγουσα εν τη καρδία σου, Εγώ
είμαι και εκτός εμού ουδεμία άλλη· δεν θέλω καθήσει χήρα και δεν θέλω γνωρίσει
ατέκνωσιν.
9. Τα δύο ταύτα θέλουσι βεβαίως ελθεί επί σε
εξαίφνης εν μιά ημέρα, ατέκνωσις και χηρεία· θέλουσιν ελθεί επί σε καθ'
ολοκληρίαν διά το πλήθος των μαγειών σου, διά την μεγάλην αφθονίαν των
γοητευμάτων σου·
10. διότι εθαρρεύθης επί την πονηρίαν σου και
είπας, δεν με βλέπει ουδείς. Η σοφία σου και η επιστήμη σου σε απεπλάνησαν·
και είπας εν τη καρδία σου, Εγώ είμαι και εκτός εμού ουδεμία άλλη.
11. Διά τούτο θέλει ελθεί κακόν επί σε, χωρίς
να εξεύρης πόθεν γεννάται· και συμφορά θέλει πέσει κατά σου, χωρίς να δύνασαι
να αποστρέψης αυτήν· και όλεθρος θέλει ελθεί, αιφνιδίως επί σε, χωρίς να
εξεύρης.
12. Στήθι τώρα με τας γοητείας σου και με το
πλήθος των μαγειών σου, εις τας οποίας ηγωνίσθης εκ νεότητός σου· αν δύνασαι
να ωφεληθής, αν δύνασαι να υπερισχύσης.
13. Απέκαμες εν τω πλήθει των βουλών σου. Ας
σηκωθώσι τώρα οι ουρανοσκόποι, οι αστρολόγοι, οι μηνολόγοι προγνωστικοί,
και ας σε σώσωσιν εκ των επερχομένων επί σε.
14. Ιδού, θέλουσιν είσθαι ως άχυρον· πυρ θέλει
κατακαύσει αυτούς· δεν θέλουσι δυνηθή να σώσωσιν εαυτούς από της δυνάμεως
της φλογός· δεν θέλει μείνει άνθραξ διά να θερμανθή τις ουδέ πυρ διά να
καθήση έμπροσθεν αυτού.
15. Τοιούτοι θέλουσιν είσθαι εις σε εκείνοι,
μετά των οποίων εκ νεότητός σου εκοπίασας, οι έμποροί σου· θέλουσι φύγει
περιπλανώμενοι έκαστος εις το μέρος αυτού· ουδείς θέλει σε σώσει.
ΗΣΑΙΑΣ 48o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 48
1. Ακούσατε τούτο, οίκος Ιακώβ· οι κληθέντες
με το όνομα του Ισραήλ και εξελθόντες εκ της πηγής του Ιούδα· οι ομνύοντες
εις το όνομα του Κυρίου και αναφέροντες τον Θεόν του Ισραήλ, πλην ουχί
εν αληθεία ουδέ εν δικαιοσύνη.
2. Διότι λαμβάνουσι το όνομα αυτών εκ της πόλεως
της αγίας και επιστηρίζονται επί τον Θεόν του Ισραήλ· το όνομα αυτού είναι,
Ο Κύριος των δυνάμεων.
3. Έκτοτε ανήγγειλα τα απ' αρχής· και εξήλθον
εκ του στόματός μου και διεκήρυξα αυτά· έκαμα ταύτα αιφνιδίως και έγειναν.
4. Επειδή γνωρίζω ότι είσαι σκληρός, και ο τράχηλός
σου είναι νεύρον σιδηρούν και το μέτωπόν σου χάλκινον.
5. Έκτοτε δε ανήγγειλα τούτο προς σέ· πριν γείνη
διεκήρυξα τούτο εις σε, διά να μη είπης, Το είδωλόν μου έκαμε ταύτα· και
το γλυπτόν μου και το χυτόν μου προσέταξε ταύτα.
6. Ηκουσας· ιδέ πάντα ταύτα· και δεν θέλετε ομολογήσει;
από τούδε διακηρύττω προς σε νέα, μάλιστα αποκεκρυμμένα, και τα οποία συ
δεν ήξευρες.
7. Τώρα έγειναν και ουχί παλαιόθεν, και ουδέ
προ της ημέρας ταύτης ήκουσας περί αυτών, διά να μη είπης, Ιδού, εγώ ήξευρον
ταύτα.
8. Ούτε ήκουσας ούτε ήξευρες ούτε απ' αρχής ηνοίχθησαν
τα ώτα σου· διότι ήξευρον έτι βεβαίως ήθελες φερθή απίστως και εκ κοιλίας
ωνομάσθης παραβάτης.
9. Ένεκεν του ονόματός μου θέλω μακρύνει τον
θυμόν μου, και διά τον έπαινόν μου θέλω βασταχθή προς σε, ώστε να μη σε
εξολοθρεύσω.
10. Ιδού, σε εκαθάρισα, πλην ουχί ως άργυρον·
σε κατέστησα εκλεκτόν εν τω χωνευτηρίω της θλίψεως.
11. Ένεκεν εμού, ένεκεν εμού θέλω κάμει τούτο·
διότι πως ήθελε μολυνθή το όνομά μου; ναι, δεν θέλω δώσει την δόξαν μου
εις άλλον.
12. Ακουσόν μου, Ιακώβ, και Ισραήλ τον οποίον
εγώ εκάλεσα· εγώ αυτός είμαι· εγώ ο πρώτος, εγώ και ο έσχατος.
13. Και η χειρ μου εθεμελίωσε την γην και η δεξιά
μου εμέτρησε με σπιθαμήν τους ουρανούς· όταν καλώ αυτούς, παρίστανται ομού.
14. Συνάχθητε, πάντες σεις, και ακούσατε· τις
εκ τούτων ανήγγειλε ταύτα; Ο Κύριος ηγάπησεν αυτόν· όθεν θέλει εκπληρώσει
το θέλημα αυτού επί την Βαβυλώνα και ο βραχίων αυτού θέλει είσθαι επί τους
Χαλδαίους.
15. Εγώ, εγώ ελάλησα· ναι, εκάλεσα αυτόν· έφερα
αυτόν και εγώ θέλω ευοδώσει την οδόν αυτού.
16. Πλησιάσατε προς εμέ, ακούσατε τούτο· απ'
αρχής δεν ελάλησα εν κρυπτώ· αφότου έγεινε τούτο, εγώ ήμην εκεί και τώρα
Κύριος ο Θεός απέστειλεν εμέ και το πνεύμα αυτού.
17. Ούτω λέγει Κύριος, ο Λυτρωτής σου, ο Άγιος
του Ισραήλ· Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, ο διδάσκων σε διά την ωφέλειάν
σου, ο οδηγών σε διά της οδού δι' ης έπρεπε να υπάγης.
18. Είθε να ήκουες τα προστάγματά μου τότε η
ειρήνη σου ήθελεν είσθαι ως ποταμός και η δικαιοσύνη σου ως κύματα θαλάσσης·
19. και το σπέρμα σου ήθελεν είσθαι ως η άμμος
και τα έκγονα της κοιλίας σου ως τα λιθάρια αυτής· το όνομα αυτού δεν ήθελεν
αποκοπή ουδέ εξαλειφθή απ' έμπροσθέν μου.
20. Εξέλθετε εκ της Βαβυλώνος, φεύγετε από των
Χαλδαίων, μετά φωνής αλαλαγμού αναγγείλατε, διακηρύξατε τούτο, εκφωνήσατε
αυτό έως εσχάτου της γης, είπατε, Ο Κύριος ελύτρωσε τον δούλον αυτού Ιακώβ.
21. Και δεν εδίψησαν, ότε ώδήγει αυτούς διά της
ερήμου· έκαμε να ρεύσωσι δι' αυτούς ύδατα εκ πέτρας· και έσχισε την πέτραν
και τα ύδατα έρρευσαν.
22. Ειρήνη δεν είναι εις τους ασεβείς, λέγει
Κύριος.
ΗΣΑΙΑΣ 49o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 49
1. Ακούσατέ μου, αι νήσοι· και προσέξατε, λαοί
μακρυνοί· Ο Κύριος με εκάλεσεν εκ κοιλίας· εκ των σπλάγχνων της μητρός
μου ανέφερε το όνομά μου.
2. Και έκαμε το στόμα μου ως μάχαιραν οξείαν·
υπό την σκιάν της χειρός αυτού με έκρυψε, και με έκαμεν ως βέλος εκλεκτόν,
και εν τη φαρέτρα αυτού με έκρυψε,
3. και είπε προς εμέ, Συ είσαι ο δούλός μου,
Ισραήλ, εις τον οποίον θέλω δοξασθή.
4. Και εγώ είπα, Ματαίως εκοπίασα· εις ουδέν
και εις μάτην κατηνάλωσα την δύναμίν μου· πλην η κρίσις μου είναι μετά
του Κυρίου και το έργον μου μετά του Θεού μου.
5. Τώρα λοιπόν λέγει Κύριος, ο πλάσας με εκ κοιλίας
δούλον αυτού, διά να επαναφέρω τον Ιακώβ προς αυτόν και διά να συναχθή
προς αυτόν ο Ισραήλ, και θέλω δοξασθή εις τους οφθαλμούς του Κυρίου, και
ο Θεός μου θέλει είσθαι η δύναμίς μου·
6. και είπε, Μικρόν είναι το να ήσαι δούλός μου
διά να ανορθώσης τας φυλάς του Ιακώβ και να επαναφέρης το υπόλοιπον του
Ισραήλ· θέλω προσέτι σε δώσει φως εις τα έθνη, διά να ήσαι η σωτηρία μου
έως εσχάτου της γης.
7. Ούτω λέγει Κύριος, ο Λυτρωτής του Ισραήλ,
ο Άγιος αυτού, προς εκείνον τον οποίον καταφρονεί άνθρωπος, προς εκείνον
τον οποίον βδελύττεται έθνος, προς τον δούλον των εξουσιαστών· Βασιλείς
θέλουσι σε ιδεί και σηκωθή, ηγεμόνες και θέλουσι σε προσκυνήσει, ένεκεν
του Κυρίου, όστις είναι πιστός, του Αγίου του Ισραήλ, όστις σε εξέλεξεν
8. Ούτω λέγει Κύριος· Εν καιρώ δεκτώ επήκουσά
σου και εν ημέρα σωτηρίας σε εβοήθησα· και θέλω σε διαφυλάξει και θέλω
σε δώσει εις διαθήκην των λαών, διά να ανορθώσης την γην, να κληροδοτήσης
κληρονομίας ηρημωμένας·
9. λέγων προς τους δεσμίους, Εξέλθετε· προς τους
εν τω σκότει, Ανακαλύφθητε. Θέλουσι βοσκηθή πλησίον των οδών, και αι βοσκαί
αυτών θέλουσιν είσθαι εν πάσι τοις υψηλοίς τόποις.
10. δεν θέλουσι πεινάσει ουδέ διψήσει· δεν θέλει
προσβάλλει αυτούς ούτε καύσων ούτε ήλιος· διότι ο ελεών αυτούς θέλει οδηγήσει
αυτούς και διά πηγών υδάτων θέλει φέρει αυτούς.
11. Και θέλω κάμει πάντα τα όρη μου οδούς, και
αι τρίβοι μου θέλουσιν υψωθή.
12. Ιδού, ούτοι θέλουσιν ελθεί μακρόθεν· και
ιδού, ούτοι από βορρά και από νότου και ούτοι από της γης του Σινείμ.
13. Ευφραίνεσθε, ουρανοί· και αγάλλου, η γή·
αλαλάξατε, τα όρη· διότι ο Κύριος παρηγόρησε τον λαόν αυτού και τους τεθλιμμένους
αυτού ελέησεν.
14. Αλλ' η Σιών είπεν, Ο Κύριος με εγκατέλιπε
και ο Κύριός μου με ελησμόνησε.
15. Δύναται γυνή να λησμονήση το θηλάζον βρέφος
αυτής, ώστε να μη ελεήση το τέκνον της κοιλίας αυτής; αλλά και αν αύται
λησμονήσωσιν, εγώ όμως δεν θέλω σε λησμονήσει.
16. Ιδού, επί των παλαμών μου σε εζωγράφισα·
τα τείχη σου είναι πάντοτε ενώπιόν μου.
17. Τα τέκνα σου θέλουσιν ελθεί μετά σπουδής·
οι δε καταστρέφοντές σε και ερημόνοντές σε θέλουσιν εξέλθει από σου.
18. Ύψωσον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ·
πάντες ούτοι συναθροίζονται ομού, έρχονται προς σε. Ζω εγώ, λέγει Κύριος,
ότι συ θέλεις ενδυθή πάντας τούτους ως κόσμημα, και ως νύμφη θέλεις στολισθή
αυτούς.
19. Διότι οι ηφανισμένοι σου και οι ηρημωμένοι
σου τόποι και η γη σου η κατεφθαρμένη θέλουσιν είσθαι τώρα παραπολύ μάλιστα
στενοί διά τους κατοίκους σου· εκείνοι δε, οίτινες σε κατέτρωγον, θέλουσι
μακρυνθή από σου.
20. Τα τέκνα, τα οποία θέλεις αποκτήσει μετά
την ατεκνίαν σου, θέλουσιν ειπεί προσέτι εις τα ώτα σου, Στενός είναι ο
τόπος δι' εμέ· κάμε εις εμέ τόπον διά να κατοικήσω.
21. Τότε θέλεις ειπεί εν τη καρδία σου, Τις εγέννησεν
εις εμέ ταύτα, ενώ εγώ ήμην ητεκνωμένη και έρημος, αιχμάλωτος και μεταφερομένη;
ταύτα δε τις εξέθρεψεν; ιδού, εγώ είχον εγκαταλειφθή μόνη· ταύτα που ήσαν;
22. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Ιδού, θέλω υψώσει
την χείρα μου προς τα έθνη και στήσει την σημαίαν μου προς τους λαούς,
και θέλουσι φέρει τους υιούς σου εν ταις αγκάλαις και αι θυγατέρες σου
θέλουσι φερθή επ' ώμων·
23. και βασιλείς θέλουσιν είσθαι οι παιδοτρόφοι
σου και αι βασίλισσαι αυτών αι τροφοί σου· θέλουσι σε προσκυνήσει με το
πρόσωπον προς την γην και γλείφει το χώμα των ποδών σου· και θέλεις γνωρίσει,
ότι εγώ είμαι ο Κύριος και ότι οι προσμένοντές με δεν θέλουσιν αισχυνθή.
24. Δύναται το λάφυρον να αφαιρεθή από του ισχυρού
ή να ελευθερωθώσιν οι δικαίως αιχμαλωτισθέντες;
25. Αλλ' ο Κύριος ούτω λέγει· Και οι αιχμάλωτοι
του ισχυρού θέλουσιν αφαιρεθή και το λάφυρον του τρομερού θέλει αποσπασθή·
διότι εγώ θέλω δικολογήσει προς τους δικολογούντας κατά σου και εγώ θέλω
σώσει τα τέκνα σου.
26. Τους δε καταθλίβοντάς σε θέλω κάμει να φάγωσι
τας ιδίας αυτών σάρκας· και θέλουσι μεθυσθή με το ίδιον αυτών αίμα, ως
με νέον οίνον· και θέλει γνωρίσει πάσα σαρξ, ότι εγώ ο Κύριος είμαι ο Σωτήρ
σου και ο Λυτρωτής σου, ο Ισχυρός του Ιακώβ.
ΗΣΑΙΑΣ 50o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 50
1. Ούτω λέγει Κύριος· Που είναι το έγγραφον του
διαζυγίου της μητρός σας, δι' ου απέβαλον αυτήν; ή τις είναι εκ των δανειστών
μου, εις τον οποίον σας επώλησα; Ιδού, διά τας ανομίας σας επωλήθητε, και
διά τας παραβάσεις σας απεβλήθη η μήτηρ σας.
2. Διά τι, ότε ήλθον, δεν υπήρχεν ουδείς; και
ότε εκάλεσα, δεν υπήρχεν ο αποκρινόμενος; Εσμικρύνθη ποσώς η χειρ μου,
ώστε να μη δύναται να λυτρώση; ή δεν έχω δύναμιν να ελευθερώσω; Ιδού, εγώ
με την επιτίμησίν μου εξήρανα την θάλασσαν, έκαμα έρημον τους ποταμούς·
οι ιχθύες αυτών εξηράνθησαν δι' έλλειψιν ύδατος και απέθανον υπό δίψης.
3. Εγώ περιενδύω τους ουρανούς σκότος και θέτω
σάκκον το περικάλυμμα αυτών.
4. Κύριος ο Θεός έδωκεν εις εμέ γλώσσαν πεπαιδευμένων,
διά να εξεύρω πως να λαλήσω λόγον εν καιρώ προς τον βεβαρυμένον· εγείρει
από πρωΐ εις πρωΐ, εγείρει το ωτίον μου, διά να ακούω ως οι πεπαιδευμένοι.
5. Κύριος ο Θεός ήνοιξεν ωτίον εν εμοί και εγώ
δεν ηπείθησα ουδέ εστράφην οπίσω.
6. Τον νώτόν μου έδωκα εις
τους μαστιγούντας και τας σιαγόνας μου εις τους μαδίζοντας· δεν έκρυψα
το πρόσωπόν μου από υβρισμών και εμπτυσμάτων.
7. Διότι Κύριος ο Θεός θέλει με βοηθήσει· διά
τούτο δεν ενετράπην· διά τούτο έθεσα το πρόσωπόν μου ως πέτραν σκληράν
και εξεύρω ότι δεν θέλω καταισχυνθή.
8. Πλησίον είναι ο δικαιόνων με· τις θέλει κριθή
μετ' εμού; ας παρασταθώμεν ομού· τις είναι η αντίδικός μου; ας πλησιάση
εις εμέ.
9. Ιδού, Κύριος ο Θεός θέλει με βοηθήσει· τις
θέλει με καταδικάσει ιδού, πάντες ούτοι θέλουσι παλαιωθή ως ιμάτιον· ο
σκώληξ θέλει καταφάγει αυτούς.
10. Τις είναι μεταξύ σας ο φοβούμενος τον Κύριον,
ο υπακούων εις την φωνήν του δούλου αυτού; ούτος, και αν περιπατή εν σκότει
και δεν έχη φως, ας θαρρή επί το όνομα του Κυρίου και ας επιστηρίζεται
επί τον Θεόν αυτού.
11. Ιδού, πάντες σεις, οι ανάπτοντες πυρ και
περικυκλούμενοι με σπινθήρας, περιπατείτε εν τω φωτί του πυρός σας και
διά των σπινθήρων τους οποίους εξήψατε. Τούτο σας έγεινεν υπό της χειρός
μου, εν λύπη θέλετε κοίτεσθαι.
ΗΣΑΙΑΣ 51o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 51
1. Ακούσατέ μου, σεις οι ακολουθούντες
την δικαιοσύνην, οι ζητούντες τον Κύριον· εμβλέψατε εις τον βράχον, εκ
του οποίου ελατομήθητε, και εις το στόμιον του λάκκου, εκ του οποίου ανωρύχθητε.
2. Εμβλέψατε εις τον Αβραάμ
τον πατέρα σας και εις την Σάρραν, ήτις σας εγέννησε· διότι εκάλεσα αυτόν
όντα ένα και ευλόγησα αυτόν και επλήθυνα αυτόν.
3. Ο Κύριος λοιπόν θέλει παρηγορήσει
την Σιών· αυτός θέλει παρηγορήσει πάντας τους ηρημωμένους τόπους αυτής·
και θέλει κάμει την έρημον αυτής ως την Εδέμ και την ερημίαν αυτής ως παράδεισον
του Κυρίου· ευφροσύνη και αγαλλίασις θέλει ευρίσκεσθαι εν αυτή, δοξολογία
και φωνή αινέσεως.
4. Ακουσόν μου, λαέ μου· και
δος ακρόασιν εις εμέ, έθνος μου· διότι νόμος θέλει εξέλθει παρ' εμού και
θέλω στήσει την κρίσιν μου διά φως των λαών.
5. Η δικαιοσύνη μου πλησιάζει·
η σωτηρία μου εξήλθε και οι βραχίονές μου θέλουσι κρίνει τους λαούς· αι
νήσοι θέλουσι προσμένει εμέ και θέλουσιν ελπίζει επί τον βραχίονά μου.
6. Υψώσατε τους οφθαλμούς
σας εις τους ουρανούς και βλέψατε εις την γην κάτω· διότι οι ουρανοί θέλουσι
διαλυθή ως καπνός και η γη θέλει παλαιωθή ως ιμάτιον και οι κατοικούντες
εν αυτή θέλουσιν αποθάνει εξίσου· αλλ' η σωτηρία μου θέλει είσθαι εις τον
αιώνα και η δικαιοσύνη μου δεν θέλει εκλείψει.
7. Ακούσατέ μου, σεις οι γνωρίζοντες
δικαιοσύνην· λαέ, εν τη καρδία του οποίου είναι ο νόμος μου· μη φοβείσθε
τον ονειδισμόν των ανθρώπων μηδέ ταράττεσθε εις τας ύβρεις αυτών.
8. Διότι ως ιμάτιον θέλει
καταφάγει αυτούς ο σκώληξ και ως μαλλίον θέλει καταφάγει αυτούς ο σκώρος·
αλλ' η δικαιοσύνη μου θέλει μένει εις τον αιώνα και η σωτηρία μου εις γενεάς
γενεών.
9. Εξεγέρθητι, εξεγέρθητι,
ενδύθητι δύναμιν, βραχίων Κυρίου· εξεγέρθητι ως εν ταις αρχαίαις ημέραις,
εν ταις παλαιαίς γενεαίς. Δεν είσαι συ, ο πατάξας την Ραάβ και τραυματίσας
τον δράκοντα;
10. Δεν είσαι συ, ο ξηράνας
την θάλασσαν, τα ύδατα της μεγάλης αβύσσου; ο ποιήσας τα βάθη της θαλάσσης
οδόν διαβάσεως των λελυτρωμένων;
11. Και οι λελυτρωμένοι του Κυρίου θέλουσιν επιστρέψει
και ελθεί εν αλαλαγμώ εις Σιών· και ευφροσύνη αιώνιος θέλει είσθαι επί
της κεφαλής αυτών· αγαλλίασιν και ευφροσύνην θέλουσιν απολαύσει· η λύπη
και ο στεναγμός θέλουσι φύγει.
12. Εγώ, εγώ είμαι ο παρηγορών
υμάς. Συ τις είσαι και φοβείσαι από ανθρώπου θνητού και από υιού ανθρώπου,
όστις θέλει γείνει ως χόρτος·
13. και ελησμόνησας Κύριον τον Ποιητήν σου, τον
εκτείναντα τους ουρανούς και θεμελιώσαντα την γήν· και εφοβείσο πάντοτε
καθ' ημέραν την οργήν του καταθλίβοντός σε, ως εάν ήτο έτοιμος να καταστρέψη;
και που είναι τώρα η οργή του καταθλίβοντος;
14. Ο ηχμαλωτισμένος σπεύδει να λυθή και να μη
αποθάνη εν τω λάκκω μηδέ να στερηθή τον άρτον αυτού·
15. διότι εγώ είμαι Κύριος
ο Θεός σου, ο ταράττων την θάλασσαν και ηχούσι τα κύματα αυτής· Κύριος
των δυνάμεων το όνομα αυτού.
16. Και έθεσα τους λόγους μου εις το στόμα σου
και σε εσκέπασα με την σκιάν της χειρός μου, διά να στερεώσω τους ουρανούς
και να θεμελιώσω την γήν· και διά να είπω προς την Σιών, Λαός μου είσαι.
17. Εξεγέρθητι, εξεγέρθητι, ανάστηθι, Ιερουσαλήμ,
ήτις έπιες εκ της χειρός του Κυρίου το ποτήριον του θυμού αυτού· έπιες,
εξεκένωσας και αυτήν την τρυγίαν του ποτηρίου της ζάλης.
18. Εκ πάντων των υιών, τους οποίους εγέννησε,
δεν υπάρχει ο οδηγών αυτήν· ουδέ είναι εκ πάντων των υιών, τους οποίους
εξέθρεψεν, ο πιάνων αυτήν εκ της χειρός.
19. Τα δύο ταύτα ήλθον επί σέ· τις θέλει σε συλλυπηθή;
ερήμωσις και καταστροφή και πείνα και μάχαιρα· διά τίνος να σε παρηγορήσω;
20. Οι υιοί σου απενεκρώθησαν·
κοίτονται απ' άκρου πασών των οδών, ως άγριος ταύρος εν δικτύοις· είναι
πλήρεις του θυμού του Κυρίου, της επιτιμήσεως του Θεού σου.
21. Όθεν, άκουε τώρα τούτο, τεθλιμμένη και μεθύουσα,
πλην ουχί εξ οίνου·
22. ούτω λέγει ο Κύριός σου, ο Κύριος και ο Θεός
σου, ο δικολογών υπέρ του λαού αυτού· Ιδού, έλαβον εκ των χειρών σου το
ποτήριον της ζάλης, την τρυγίαν του ποτηρίου του θυμού μου· δεν θέλεις
πλέον πίει αυτό του λοιπού·
23. και θέλω βάλει αυτό εις την χείρα των καταθλιβόντων
σε, οίτινες είπον προς την ψυχήν σου, Κύψον, διά να περάσωμεν· και συ έβαλες
το σώμα σου ως γην και ως οδόν εις τους διαβαίνοντας.
ΗΣΑΙΑΣ 52o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 52
1. Εξεγέρθητι, εξεγέρθητι,
ενδύθητι την δύναμίν σου, Σιών· ενδύθητι τα ιμάτια της μεγαλοπρεπείας σου,
Ιερουσαλήμ, πόλις αγία· διότι του λοιπού δεν θέλει πλέον εισέλθει εις σε
ο απερίτμητος και ακάθαρτος.
2. Εκτινάχθητι από το χώμα· σηκώθητι, κάθησον,
Ιερουσαλήμ· λύσον τα δεσμά από του τραχήλου σου, αιχμάλωτος θυγάτηρ της
Σιών.
3. Διότι ούτω λέγει Κύριος· Επωλήθητε διά μηδέν
και θέλετε λυτρωθή άνευ αργυρίου.
4. Διότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός· Ο λαός μου
κατέβη το πρότερον εις την Αίγυπτον διά να παροικήση εκεί και οι Ασσύριοι
αναιτίως κατέθλιψαν αυτούς.
5. Τώρα λοιπόν, τι έχω να
κάμω εδώ, λέγει Κύριος, επειδή ο λαός μου ελήφθη διά μηδέν; οι εξουσιάζοντες
επ' αυτού κάμνουσιν εαυτόν να ολολύζη, λέγει Κύριος· και το όνομά μου βλασφημείται
πάντοτε καθ' ημέραν.
6. Διά τούτο ο λαός μου θέλει γνωρίσει το όνομά
μου· διά τούτο θέλει γνωρίσει εν εκείνη τη ημέρα, ότι εγώ είμαι ο λαλών·
ιδού, εγώ.
7. Πόσον ωραίοι είναι επί των ορέων οι πόδες
του ευαγγελιζομένου, του κηρύττοντος ειρήνην· του ευαγγελιζομένου αγαθά,
του κηρύττοντος σωτηρίαν, του λέγοντος προς την Σιών· Ο Θεός σου βασιλεύει.
8. Οι φύλακές σου θέλουσιν υψώσει φωνήν· εν φωναίς
ομού θέλουσιν αλαλάζει· διότι θέλουσιν ιδεί οφθαλμός προς οφθαλμόν, όταν
ο Κύριος ανορθώση την Σιών.
9. Αλαλάξατε, ευφράνθητε ομού, ηρημωμένοι τόποι
της Ιερουσαλήμ· διότι ο Κύριος παρηγόρησε τον λαόν αυτού, ελύτρωσε την
Ιερουσαλήμ.
10. Ο Κύριος εγύμνωσε τον
άγιον βραχίονα αυτού ενώπιον πάντων των εθνών· και πάντα τα πέρατα της
γης θέλουσιν ιδεί την σωτηρίαν του Θεού ημών.
11. Σύρθητε, σύρθητε, εξέλθετε εκείθεν, μη εγγίσητε
ακάθαρτον· εξέλθετε εκ μέσου αυτής· καθαρίσθητε σεις οι βαστάζοντες τα
σκεύη του Κυρίου·
12. διότι δεν θέλετε εξέλθει εν βία, ουδέ μετά
φυγής θέλετε οδοιπορήσει· διότι ο Κύριος θέλει υπάγει έμπροσθέν σας και
ο Θεός του Ισραήλ θέλει είσθαι η οπισθοφυλακή σας.
13. Ιδού, ο δούλός μου θέλει ευοδωθή· θέλει υψωθή
και δοξασθή και αναβή υψηλά σφόδρα.
14. Καθώς πολλοί έμειναν εκστατικοί επί σε, τόσον
ήτο το πρόσωπον αυτού άδοξον παρά παντός ανθρώπου και το είδος αυτού παρά
των υιών των ανθρώπων.
15. Ούτω θέλει ραντίσει πολλά έθνη· οι βασιλείς
θέλουσι φράξει το στόμα αυτών επ' αυτόν· διότι θέλουσιν ιδεί εκείνο το
οποίον δεν ελαλήθη προς αυτούς· και θέλουσι νοήσει εκείνο, το οποίον δεν
ήκουσαν.
ΗΣΑΙΑΣ 53o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 53
1. Τις επίστευσεν εις το
κήρυγμα ημών; και ο βραχίων του Κυρίου εις τίνα απεκαλύφθη; Ρωμ.ι'.16,
Ιωάν.ιβ'.38
2. διότι ανέβη ενώπιον αυτού ως τρυφερόν φυτόν
και ως ρίζα από ξηράς γής· δεν έχει είδος ουδέ κάλλος· και είδομεν αυτόν
και δεν είχεν ώραιότητα ώστε να επιθυμώμεν αυτόν.
3. Καταπεφρονημένος και απερριμμένος υπό των
ανθρώπων· άνθρωπος θλίψεων και δόκιμος ασθενείας· και ως άνθρωπος από του
οποίου αποστρέφει τις το πρόσωπον, κατεφρονήθη και ως ουδέν ελογίσθημεν
αυτόν.
4. Αυτός τωόντι τας ασθενείας ημών εβάστασε και
τας θλίψεις ημών επεφορτίσθη· ημείς δε ενομίσαμεν αυτόν τετραυματισμένον,
πεπληγωμένον υπό Θεού και τεταλαιπωρημένον.
5. Αλλ' αυτός ετραυματίσθη
διά τας παραβάσεις ημών, εταλαιπωρήθη διά τας ανομίας ημών· η τιμωρία,
ήτις έφερε την ειρήνην ημών, ήτο επ' αυτόν· και διά των πληγών αυτού ημείς
ιάθημεν.
6. Πάντες ημείς επλανήθημεν ως πρόβατα· εστράφημεν
έκαστος εις την οδόν αυτού· και ο Κύριος έθεσεν επ' αυτόν την ανομίαν πάντων
ημών.
7. Αυτός ήτο κατατεθλιμμένος και βεβασανισμένος
αλλά δεν ήνοιξε το στόμα αυτού· εφέρθη ως αρνίον επί σφαγήν, και ως πρόβατον
έμπροσθεν του κείροντος αυτό άφωνον, ούτω δεν ήνοιξε το στόμα αυτού.
8. Από καταθλίψεως και κρίσεως ανηρπάχθη· την
δε γενεάν αυτού τις θέλει διηγηθή; διότι εσηκώθη από της γης των ζώντων·
διά τας παραβάσεις του λαού μου ετραυματίσθη.
9. Και ο τάφος αυτού διωρίσθη μετά των κακούργων·
πλην εις τον θάνατον αυτού εστάθη μετά του πλουσίου· διότι δεν έκαμεν ανομίαν
ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.
10. Αλλ' ο Κύριος ηθέλησε
να βασανίση αυτόν· εταλαιπώρησεν αυτόν. Αφού όμως δώσης την ψυχήν αυτού
προσφοράν περί αμαρτίας, θέλει ιδεί έκγονα, θέλει μακρύνει τας ημέρας αυτού,
και το θέλημα του Κυρίου θέλει ευοδωθή εν τη χειρί αυτού.
11. Θέλει ιδεί τους καρπούς του πόνου της ψυχής
αυτού και θέλει χορτασθή· ο δίκαιος δούλός μου θέλει δικαιώσει πολλούς
διά της επιγνώσεως αυτού· διότι αυτός θέλει βαστάσει τας ανομίας αυτών.
12. Διά τούτο θέλω δώσει
εις αυτόν μερίδα μετά των μεγάλων και τους ισχυρούς θέλει μοιρασθή λάφυρον,
διότι παρέδωκε την ψυχήν αυτού εις θάνατον και μετά ανόμων ελογίσθη και
αυτός εβάστασε τας αμαρτίας πολλών και θέλει μεσιτεύσει υπέρ των ανόμων.Ματθ.κζ'.38,
Λουκ.κγ'.32,
Ιωάν.ιθ'.18
ΗΣΑΙΑΣ 54o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 54
1. Ευφράνθητι, στείρα, η μη τίκτουσα· αναβόησον
εν αγαλλιάσει και τέρπου, η μη ωδίνουσα· διότι πλειότερα είναι τα τέκνα
της ηρημωμένης παρά τα τέκνα της εχούσης τον άνδρα, λέγει Κύριος.
2. Πλάτυνον τον τόπον της σκηνής σου και ας εκτείνωσι
τα παραπετάσματα των κατοικιών σου· μη φεισθής· μάκρυνον τα σχοινία σου
και στερέωσον τους πασσάλους σου.
3. Διότι θέλεις εκταθή εις τα δεξιά και εις τα
αριστερά· και το σπέρμα σου θέλει κληρονομήσει τα έθνη και θέλει κάμει
τας ηρημωμένας πόλεις να κατοικισθώσι.
4. Μη φοβού· διότι δεν θέλεις καταισχυνθή· μηδέ
εντρέπου· διότι δεν θέλεις αισχυνθή· διότι θέλεις λησμονήσει την αισχύνην
της νεότητός σου και δεν θέλεις ενθυμηθή πλέον το όνειδος της χηρείας σου.
5. Διότι ο ανήρ σου είναι ο Ποιητής σου· το όνομα
αυτού είναι, Ο Κύριος των δυνάμεων· και ο Λυτρωτής σου είναι ο Άγιος του
Ισραήλ· αυτός θέλει ονομασθή, Ο Θεός πάσης της γης.
6. Διότι ο Κύριος σε εκάλεσεν ως γυναίκα εγκαταλελειμμένην
και τεθλιμμένην το πνεύμα και γυναίκα νεότητος αποβεβλημένην, λέγει ο Θεός
σου.
7. Σε εγκατέλιπον διά ολίγον καιρόν· πλην με
έλεος μέγα θέλω σε περισυνάξει.
8. Εν θυμώ μικρώ έκρυψα το πρόσωπόν μου από σου
διά μίαν στιγμήν· με έλεος όμως αιώνιον θέλω σε ελεήσει, λέγει Κύριος ο
Λυτρωτής σου.
9. Διότι τούτο είναι εις εμέ ως τα ύδατα του
Νώε· επειδή, καθώς ώμοσα ότι τα ύδατα του Νώε δεν θέλουσιν επέλθει πλέον
επί την γην, ούτως ώμοσα ότι δεν θέλω θυμωθή πλέον κατά σου ουδέ σε ελέγξει.
10. Διότι τα όρη θέλουσι
μετατοπισθή και οι λόφοι μετακινηθή· πλην το έλεός μου δεν θέλει εκλείψει
από σου ουδέ η διαθήκη της ειρήνης μου μετακινηθή, λέγει Κύριος ο ελεών
σε.
11. Ω τεθλιμμένη, τεταραγμένη, απαρηγόρητος,
ιδού, εγώ θέλω στρώσει τους λίθους σου εκ μαρμάρων πορφυρών και θέλω βάλει
τα θεμέλιά σου εκ σαπφείρων.
12. Και θέλω κάμει τας επάλξεις σου εξ αχάτου
και τας πύλας σου εξ ανθράκων και άπαντα τον περίβολόν σου εκ λίθων εκλεκτών.
13. Πάντες δε οι υιοί σου θέλουσιν είσθαι διδακτοί
του Κυρίου, και θέλει είσθαι μεγάλη η ειρήνη των υιών σου.
14. Εν δικαιοσύνη θέλεις στερεωθή· μακράν από
της καταδυναστείας θέλεις είσθαι, διότι δεν θέλεις φοβείσθαι· και από του
τρόμου, διότι δεν θέλει σε πλησιάσει.
15. Ιδού, βεβαίως θέλουσι συναχθή ομού εναντίον
σου, πλην ουχί δι' εμού· Όσοι συναχθώσιν ομού εναντίον σου, ένεκα σου,
θέλουσι πέσει.
16. Ιδού, εγώ έκαμον τον χαλκέα, όστις φυσά τους
άνθρακας εν τω πυρί και εξάγει το εργαλείον διά το έργον αυτού· και εγώ
έκαμον τον πορθητήν διά να καταστρέφη.
17. Ουδέν όπλον κατασκευασθέν εναντίον σου θέλει
ευοδωθή· και πάσαν γλώσσαν, ήτις ήθελε κινηθή κατά σου, θέλεις νικήσει
εν τη κρίσει. Αύτη είναι η κληρονομία των δούλων του Κυρίου· και η δικαιοσύνη
αυτών είναι εξ εμού, λέγει ο Κύριος.
ΗΣΑΙΑΣ 55o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 55
1. Ω πάντες οι διψώντες, έλθετε εις τα ύδατα·
και οι μη έχοντες αργύριον, έλθετε, αγοράσατε και φάγετε· ναι έλθετε, αγοράσατε
οίνον και γάλα άνευ αργυρίου και άνευ αντιτίμου.
2. Διά τι εξοδεύετε αργύρια ουχί εις άρτον; και
τον κόπον σας ουχί εις χορτασμόν; ακούσατέ μου μετά προσοχής και θέλετε
φάγει αγαθά και η ψυχή σας θέλει ευφρανθή εις το πάχος.
3. Κλίνατε το ωτίον σας και έλθετε προς εμέ·
ακούσατε και η ψυχή σας θέλει ζήσει· και θέλω κάμει προς εσάς αιώνιον διαθήκην,
τα ελέη του Δαβίδ τα πιστά.
4. Ιδού, έδωκα αυτόν μαρτύριον εις τους λαούς,
άρχοντα και προστάττοντα εις τους λαούς.
5. Ιδού, θέλεις καλέσει έθνος,
το οποίον δεν εγνώριζες· και έθνη, τα οποία δεν σε εγνώριζον, θέλουσι τρέξει
προς σε, διά Κύριον τον Θεόν σου και διά τον Άγιον του Ισραήλ· διότι σε
εδόξασε.
6. Ζητείτε τον Κύριον, ενόσω
δύναται να ευρεθή· επικαλείσθε αυτόν, ενόσω είναι πλησίον.
7. Ας εγκαταλίπη ο ασεβής την οδόν αυτού και
ο άδικος τας βουλάς αυτού· και ας επιστρέψη προς τον Κύριον, και θέλει
ελεήσει αυτόν· και προς τον Θεόν ημών, διότι αυτός θέλει συγχωρήσει αφθόνως.
8. Διότι αι βουλαί μου δεν είναι βουλαί υμών
ουδέ οδοί υμών αι οδοί μου, λέγει Κύριος.
9. Αλλ' όσον είναι υψηλοί οι ουρανοί από της
γης, ούτως αι οδοί μου είναι υψηλότεραι των οδών υμών και αι βουλαί μου
των βουλών υμών.
10. Διότι καθώς καταβαίνει
η βροχή και η χιών εκ του ουρανού και δεν επιστρέφει εκεί, αλλά ποτίζει
την γην και κάμνει αυτήν να εκφύη και να βλαστάνη, διά να δώση σπόρον εις
τον σπείροντα και άρτον εις τον εσθίοντα,
11. ούτω θέλει είσθαι ο λόγος μου ο εξερχόμενος
εκ του στόματός μου· δεν θέλει επιστρέψει εις εμέ κενός, αλλά θέλει εκτελέσει
το θέλημά μου και θέλει ευοδωθή εις ό,τι αυτόν αποστέλλω.
12. Διότι θέλετε εξέλθει εν χαρά και οδηγηθή
εν ειρήνη· τα όρη και οι λόφοι θέλουσιν αντηχήσει έμπροσθέν σας υπό αγαλλιάσεως
και πάντα τα δένδρα του αγρού θέλουσιν επικροτήσει τας χείρας.
13. Αντί της ακάνθης θέλει αναβή κυπάρισσος,
αντί της κνίδης θέλει αναβή μυρσίνη· και τούτο θέλει είσθαι εις τον Κύριον
διά όνομα, διά σημείον αιώνιον, το οποίον δεν θέλει εκλείψει.
ΗΣΑΙΑΣ56o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 56
1. Ούτω λέγει Κύριος· Φυλάττετε κρίσιν και κάμνετε
δικαιοσύνην· διότι η σωτηρία μου πλησιάζει να έλθη και η δικαιοσύνη μου
να αποκαλυφθή.
2. Μακάριος ο άνθρωπος όστις κάμνει τούτο, και
ο υιός του ανθρώπου όστις κρατεί αυτό· όστις φυλάττει το σάββατον, ώστε
να μη βεβηλώση αυτό, και κρατεί την χείρα αυτού, ώστε να μη πράξη μηδέν
κακόν.
3. Ο δε υιός του αλλογενούς, ο προστεθειμένος
εις τον Κύριον, ας μη είπη, λέγων, Ο Κύριος διόλου θέλει με χωρίσει από
του λαού αυτού· μηδέ ο ευνούχος ας λέγη·, Ιδού, εγώ είμαι δένδρον ξηρόν.
4. Διότι ούτω λέγει Κύριος· εις τους ευνούχους,
όσοι φυλάττουσι τα σάββατά μου και εκλέγουσι τα αρέσκοντα εις εμέ και κρατούσι
την διαθήκην μου,
5. εις αυτούς μάλιστα θέλω
δώσει εν τω οίκω μου και εντός των τειχών μου τόπον και όνομα καλήτερον
παρά των υιών και των θυγατέρων· εις αυτούς θέλω δώσει όνομα αιώνιον, το
οποίον δεν θέλει εκλείψει.
6. Περί δε των υιών του αλλογενούς, οίτινες ήθελον
προστεθή εις τον Κύριον, διά να δουλεύωσιν εις αυτόν και να αγαπώσι το
όνομα του Κυρίου, διά να ήναι δούλοι αυτού· όσοι φυλάττουσι το σάββατον,
ώστε να μη βεβηλώσωσιν αυτό και κρατούσι την διαθήκην μου·
7. και τούτους θέλω φέρει εις το άγιόν μου όρος
και θέλω ευφράνει αυτούς εν τω οίκω της προσευχής μου· τα ολοκαυτώματα
αυτών και αι θυσίαι αυτών θέλουσιν είσθαι δεκταί επί το θυσιαστήριόν μου·
διότι ο οίκός μου θέλει ονομάζεσθαι, Οίκος προσευχής διά πάντας τους λαούς.
8. Ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο συνάγων τους διεσκορπισμένους
του Ισραήλ· Θέλω συνάξει έτι και άλλους εις αυτόν, εκτός των συνηγμένων
αυτού.
9. Έλθετε, φάγετε, πάντα τα ζώα του αγρού, πάντα
τα θηρία του δάσους.
10. Οι δε φύλακες αυτού είναι τυφλοί· πάντες
χωρίς νοήσεως· πάντες κύνες άλαλοι, μη δυνάμενοι να υλακτήσωσι· κοιμώμενοι,
κοιτόμενοι, αγαπώντες νυσταγμόν·
11. ναι, κύνες αδηφάγοι, οίτινες δεν γνωρίζουσι
χορτασμόν και ποιμένες, οίτινες δεν γνωρίζουσι σύνεσιν· πάντες είναι εστραμμένοι
προς την οδόν αυτών, έκαστος εις το μέρος αυτού, διά το κέρδος αυτών.
12. Έλθετε, λέγουσι, θέλω φέρει οίνον και θέλομεν
μεθυσθή με σίκερα· και αύριον θέλει είσθαι ως η ημέρα αύτη, πολύ πλέον
άφθονος.
ΗΣΑΙΑΣ 57o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 57
1. Ο δίκαιος αποθνήσκει και ουδείς βάλλει τούτο
εν τη καρδία αυτού· και οι άνδρες ελέους συλλέγονται, χωρίς να εννοή τις,
αν ο δίκαιος συλλέγεται απ' έμπροσθεν της κακίας.
2. Θέλει εισέλθει εις ειρήνην· οι περιπατούντες
εν τη ευθύτητι αυτών, θέλουσιν αναπαυθή εν ταις κλίναις αυτών.
3. Σεις δε οι υιοί της μαγίσσης, σπέρμα μοιχού
και πόρνης, πλησιάσατε εδώ.
4. Κατά τίνος εντρυφάτε; κατά τίνος επλατύνατε
το στόμα, εξετείνατε την γλώσσαν; δεν είσθε τέκνα ανομίας, σπέρμα ψεύδους,
5. φλογιζόμενοι με τα είδωλα
υπό παν δένδρον πράσινον, σφάζοντες τα τέκνα εν ταις φάραγξιν, υπό τους
κρήμνους των βράχων;
6. Η μερίς σου είναι μεταξύ των χαλίκων των χειμάρρων·
ούτοι, ούτοι είναι η κληρονομία σου· και εις αυτούς εξέχεας σπονδάς, προσέφερες
προσφοράν εξ αλφίτων· εις ταύτα θέλω ευαρεστηθή;
7. Επί όρους υψηλού και μετεώρου έβαλες την κλίνην
σου· και εκεί ανέβης διά να προσφέρης θυσίαν.
8. Και οπίσω των θυρών και των παραστατών έστησας
το μνημόσυνόν σου· διότι εξεσκέπασας σεαυτήν αποστατήσασα απ' εμού και
ανέβης· επλάτυνας την κλίνην σου και συνεφώνησας μετ' εκείνων· ηγάπησας
την κλίνην αυτών, εξέλεξας τους τόπους·
9. υπήγες μάλιστα προς τον βασιλέα με χρίσματα
και ηύξησας τα αρώματά σου και απέστειλας μακράν τους πρέσβεις σου και
εταπείνωσας σεαυτήν μέχρις άδου.
10. Εκοπίασας εις το μάκρος
της οδού σου· και δεν είπας, εις μάτην κοπιάζω· εύρηκας το ζην διά της
χειρός σου· διά τούτο δεν απέκαμες.
11. Και τίνα επτοήθης ή εφοβήθης, ώστε να ψευσθής
και να μη με ενθυμηθής μηδέ να θέσης τούτο εν τη καρδία σου; δεν είναι,
διότι εγώ εσιώπησα, μάλιστα προ πολλού, διά τούτο συ δεν με εφοβήθης;
12. Εγώ θέλω απαγγείλει την δικαιοσύνην σου και
τα έργα σου· όμως δεν θέλουσι σε ωφελήσει.
13. Όταν αναβοήσης, ας σε ελευθερώσωσιν οι συνηγμένοι
σου· αλλ' ο άνεμος θέλει αφαρπάσει πάντας αυτούς· η ματαιότης θέλει λάβει
αυτούς· ο ελπίζων όμως επ' εμέ θέλει κληρονομήσει την γην και αποκτήσει
το άγιόν μου όρος.
14. Και θέλω ειπεί, Υψώσατε, υψώσατε, ετοιμάσατε
την οδόν, εκβάλετε το πρόσκομμα από της οδού του λαού μου.
15. Διότι ούτω λέγει ο Ύψιστος
και ο Υπέρτατος, ο κατοικών την αιωνιότητα, του οποίου το όνομα είναι Ο
Αγιος· Εγώ κατοικώ εν υψηλοίς και εν αγίω τόπω· και μετά του συντετριμμένου
την καρδίαν και του ταπεινού το πνεύμα, διά να ζωοποιώ το πνεύμα των ταπεινών
και να ζωοποιώ την καρδίαν των συντετριμμένων.
16. Διότι δεν θέλω δικολογεί αιωνίως ουδέ θέλω
είσθαι πάντοτε ωργισμένος· επειδή τότε ήθελον εκλείψει απ' έμπροσθέν μου
το πνεύμα και αι ψυχαί τας οποίας έκαμον.
17. Διά την ανομίαν της αισχροκερδείας αυτού
ωργίσθην και επάταξα αυτόν· έκρυψα το πρόσωπόν μου και ωργίσθην· αλλά αυτός
ηκολούθησε πεισματωδώς την οδόν της καρδίας αυτού.
18. Είδον τας οδούς αυτού και θέλω ιατρεύσει
αυτόν· και θέλω οδηγήσει αυτόν και δώσει πάλιν παρηγορίας εις αυτόν και
εις τους τεθλιμμένους αυτού.
19. Εγώ δημιουργώ τον καρπόν των χειλέων· ειρήνην,
ειρήνην, εις τον μακράν και εις τον πλησίον, λέγει Κύριος· και θέλω ιατρεύσει
αυτόν.
20. Οι δε ασεβείς είναι ως η τεταραγμένη θάλασσα,
όταν δεν δύναται να ησυχάση· και τα κύματα αυτής εκρίπτουσι καταπάτημα
και πηλόν.
21. Ειρήνη δεν είναι εις τους ασεβείς, λέγει
ο Θεός μου.
ΗΣΑΙΑΣ 58o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 58
1. Αναβόησον δυνατά, μη φεισθής· ύψωσον την φωνήν
σου ως σάλπιγγα και ανάγγειλον προς τον λαόν μου τας ανομίας αυτών και
προς τον οίκον Ιακώβ τας αμαρτίας αυτών.
2. Με ζητούσιν όμως καθ' ημέραν και επιθυμούσι
να μανθάνωσι τας οδούς μου, ως έθνος το οποίον έκαμε δικαιοσύνην και δεν
εγκατέλιπε την κρίσιν του Θεού αυτού· ζητούσι παρ' εμού κρίσεις δικαιοσύνης·
επιθυμούσι να πλησιάζωσιν εις τον Θεόν.
3. Διά τι ενηστεύσαμεν, λέγουσι,
και δεν είδες; εταλαιπωρήσαμεν την ψυχήν ημών και δεν εγνώρισας; Ιδού,
εν τη ημέρα της νηστείας σας ευρίσκετε ηδονήν και καταθλίβετε πάντας τους
μισθωτούς σας.
4. Ιδού, νηστεύετε διά δίκας και έριδας και γρονθίζετε
ασεβώς· μη νηστεύετε, καθώς την σήμερον, διά να ακουσθή άνωθεν η φωνή σας.
5. Τοιαύτη είναι η νηστεία,
την οποίαν εγώ εξέλεξα; να ταλαιπωρή ο άνθρωπος την ψυχήν αυτού μίαν ημέραν;
να κλίνη την κεφαλήν αυτού ως σπάρτον και να υποστρόνη σάκκον και στάκτην
εις εαυτόν; νηστείαν θέλεις ονομάσει τούτο και ημέραν δεκτήν εις τον Κύριον;
6. Η νηστεία την οποίαν εγώ
εξέλεξα, δεν είναι αύτη; το να λύης τους δεσμούς της κακίας, το να διαλύης
τα βαρέα φορτία και το να αφίνης ελευθέρους τους καταδεδυναστευμένους και
το να συντρίβης πάντα ζυγόν;
7. Δεν είναι το να διαμοιράζης τον άρτον σου
εις τον πεινώντα και να εισάγης εις την οικίαν σου τους αστέγους πτωχούς;
όταν βλέπης τον γυμνόν, να ενδύης αυτόν, και να μη κρύπτης σεαυτόν από
της σαρκός σου;
8. Τότε το φως σου θέλει εκλάμψει ως η αυγή και
η υγιεία σου ταχέως θέλει βλαστήσει· και η δικαιοσύνη σου θέλει προπορεύεσθαι
έμπροσθέν σου· η δόξα του Κυρίου θέλει είσθαι η οπισθοφυλακή σου.
9. Τότε θέλεις κράζει και ο Κύριος θέλει αποκρίνεσθαι·
θέλεις φωνάζει και εκείνος θέλει λέγει, Ιδού, εγώ. Εάν εκβάλης εκ μέσου
σου τον ζυγόν, την ανάτασιν του δακτύλου και τους ματαίους λόγους·
10. και ανοίγης την ψυχήν
σου προς τον πεινώντα και ευχαριστής την τεθλιμμένην ψυχήν· τότε το φως
σου θέλει ανατέλλει εν τω σκότει και το σκότος σου θέλει είσθαι ως μεσημβρία.
11. Και ο Κύριος θέλει σε οδηγεί πάντοτε και
χορταίνει την ψυχήν σου εν ανομβρίαις και παχύνει τα οστά σου· και θέλεις
είσθαι ως κήπος ποτιζόμενος και ως πηγή ύδατος, της οποίας τα ύδατα δεν
εκλείπουσι.
12. Και οι από σου θέλουσιν οικοδομήσει τας παλαιάς
ερημώσεις· θέλεις ανεγείρει τα θεμέλια πολλών γενεών· και θέλεις ονομασθή,
Ο επιδιορθωτής των χαλασμάτων, Ο ανορθωτής των οδών διά τον κατοικισμόν.
13. Εάν αποστρέψης τον πόδα σου από του σαββάτου,
από του να κάμνης τα θελήματά σου εν τη αγία μου ημέρα, και ονομάζης το
σάββατον τρυφήν, αγίαν ημέραν του Κυρίου, έντιμον, και τιμάς αυτό, μη ακολουθών
τας οδούς σου μηδέ ευρίσκων εν αυτώ το θέλημά σου μηδέ λαλών τους λόγους
σου,
14. τότε θέλεις εντρυφά εν Κυρίω· και εγώ θέλω
σε ιππεύσει επί τους υψηλούς τόπους της γης και σε θρέψει με την κληρονομίαν
του πατρός σου Ιακώβ· διότι το στόμα τον Κυρίου ελάλησε.
ΗΣΑΙΑΣ 59o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 59
1. Ιδού, η χειρ του Κυρίου δεν εσμικρύνθη, ώστε
να μη δύναται να σώση, ουδέ το ωτίον αυτού εβάρυνεν, ώστε να μη δύναται
να ακούση·
2. αλλ' αι ανομίαι σας έβαλον χωρίσματα μεταξύ
υμών και του Θεού υμών, και αι αμαρτίαι σας έκρυψαν το πρόσωπον αυτού από
σας, διά να μη ακούη.
3. Διότι αι χείρές σας είναι μεμολυσμέναι από
αίματος και οι δάκτυλοί σας από ανομίας· τα χείλη σας ελάλησαν ψεύδη· η
γλώσσα σας εμελέτησε κακίαν.
4. Ουδείς εκζητεί την δικαιοσύνην ουδέ κρίνει
εν αληθεία· θαρρούσιν επί την ματαιότητα και λαλούσι ψεύδη· συλλαμβάνουσι
κακίαν και γεννώσιν ανομίαν.
5. Βασιλίσκου ωά επωάζουσι
και ιστόν αράχνης υφαίνουσιν· όστις φάγη εκ των ωών αυτών, αποθνήσκει·
και αν σπάσης κανέν, εξέρχεται έχιδνα.
6. Τα πανία αυτών δεν θέλουσι χρησιμεύσει εις
ενδύματα, ουδέ θέλουσιν ενδυθή από των έργων αυτών· τα έργα αυτών είναι
έργα ανομίας, και το έργον της βίας είναι εν ταις χερσίν αυτών.
7. Οι πόδες αυτών τρέχουσι προς το κακόν και
σπεύδουσι να χύσωσιν αίμα αθώον· οι διαλογισμοί αυτών είναι διαλογισμοί
ανομίας· ερήμωσις και καταστροφή είναι εν ταις οδοίς αυτών.
8. Την οδόν της ειρήνης δεν γνωρίζουσι· και δεν
είναι κρίσις εις τα βήματα αυτών· αυτοί εις εαυτούς διέστρεψαν τας οδούς
αυτών· πας ο περιπατών εν αυταίς δεν γνωρίζει ειρήνην.
9. Διά τούτο η κρίσις είναι μακράν αφ' ημών και
η δικαιοσύνη δεν μας φθάνει· προσμένομεν φως και ιδού, σκότος· λάμψιν,
και περιπατούμεν εν ζόφω.
10. Ψηλαφώμεν τον τοίχον
ως οι τυφλοί, και ψηλαφώμεν ως οι μη έχοντες οφθαλμούς· εν μεσημβρία προσκόπτομεν
ως εν νυκτί· είμεθα εν μέσω των αγαθών ως νεκροί.
11. Πάντες βρυχώμεθα ως άρκτοι και στενάζομεν
ως τρυγόνες· κρίσιν προσμένομεν αλλά δεν υπάρχει· σωτηρίαν αλλ' είναι μακράν
αφ' ημών.
12. Διότι αι παραβάσεις ημών επληθύνθησαν ενώπιόν
σου, και αι αμαρτίαι ημών είναι μάρτυρες καθ' ημών· διότι μεθ' ημών είναι
αι παραβάσεις ημών· και τας ανομίας ημών ημείς γνωρίζομεν αυτάς·
13. παρέβημεν και εψεύσθημεν προς τον Κύριον
και απεμακρύνθημεν από όπισθεν του Θεού ημών· ελαλήσαμεν άδικα και στασιαστικά·
συνελάβομεν και επροφέραμεν εκ της καρδίας λόγους ψεύδους.
14. Και η κρίσις εστράφη οπίσω και η δικαιοσύνη
ίσταται μακράν· διότι η αλήθεια έπεσεν εν τη οδώ και η ευθύτης δεν δύναται
να εισχωρήση.
15. Ναι, εξέλιπεν η αλήθεια·
και ο εκκλίνων από του κακού γίνεται θήραμα. Και είδε Κύριος και δυσηρεστήθη
ότι δεν υπήρχε κρίσις·
16. και είδεν ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος, και εθαύμασεν
ότι δεν υπήρχεν ο μεσιτεύων· όθεν ο βραχίων αυτού ενήργησεν εις αυτόν σωτηρίαν·
και η δικαιοσύνη αυτού, αυτή εβάστασεν αυτόν.
17. Και ενεδύθη δικαιοσύνην ως θώρακα και περιέθηκε
την περικεφαλαίαν της σωτηρίας επί την κεφαλήν αυτού· και εφόρεσεν ως ιμάτιον
τα ενδύματα της εκδικήσεως και ως επένδυμα περιενεδύθη τον ζήλον.
18. Κατά τα έργα αυτών, ούτω θέλει ανταποδώσει,
οργήν εις τους εναντίους αυτού, ανταπόδοσιν εις τους εχθρούς αυτού· θέλει
κάμει ανταπόδοσιν και εις τας νήσους.
19. Και θέλουσι φοβηθή το όνομα του Κυρίου από
δυσμών και την δόξαν αυτού από ανατολών ηλίου· όταν ο εχθρός επέλθη ως
ποταμός, το πνεύμα του Κυρίου θέλει υψώσει σημαίαν εναντίον αυτού.
20. Και ο Λυτρωτής θέλει ελθεί εις Σιών και προς
τους όσοι εκ του Ιακώβ επιστρέφουσιν από της παραβάσεως, λέγει Κύριος.
21. Παρ' εμού δε αύτη είναι η προς αυτούς διαθήκη
μου, λέγει Κύριος· το πνεύμά μου το επί σε και οι λόγοι μου, τους οποίους
έθεσα εν τω στόματί σου, δεν θέλουσι λείψει από του στόματός σου ούτε από
του στόματος του σπέρματός σου ούτε από του στόματος του σπέρματος του
σπέρματός σου, από του νυν και έως αιώνος, λέγει Κύριος.
ΗΣΑΙΑΣ 60o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 60
1. Σηκώθητι, φωτίζου· διότι το φως σου ήλθε,
και η δόξα του Κυρίου ανέτειλεν επί σε.
2. Διότι ιδού, σκότος θέλει σκεπάσει την γην
και ζόφος τα έθνη· επί σε όμως θέλει ανατείλει ο Κύριος και η δόξα αυτού
θέλει φανερωθή επί σε.
3. Και τα έθνη θέλουσιν ελθεί εις το φως σου
και οι βασιλείς εις την λάμψιν της ανατολής σου.
4. Ύψωσον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ· πάντες
ούτοι συναθροίζονται, έρχονται προς σέ· οι υιοί σου θέλουσιν ελθεί μακρόθεν
και αι θυγατέρες σου θέλουσι τραφή εις τα πλευρά σου.
5. Τότε θέλεις ιδεί και χαρή,
και η καρδία σου θέλει εκπλαγή και πλατυνθή· διότι η αφθονία της θαλάσσης
θέλει στραφή προς σέ· αι δυνάμεις των εθνών θέλουσιν ελθεί προς σε.
6. Πλήθος καμήλων θέλει σε σκεπάσει, αι δρομάδες
του Μαδιάμ και του Γεφά· πάντες οι από Σεβά βέλουσιν ελθεί· χρυσίον και
λίβανον θέλουσι φέρει· και θέλουσιν ευαγγελίζεσθαι τους επαίνους του Κυρίου.
7. Πάντα τα πρόβατα του Κηδάρ θέλουσι συναχθή
προς σέ· οι κριοί του Νεβαϊώθ θέλουσιν είσθαι εις χρήσίν σου· θέλουσι προσφερθή
επί το θυσιαστήριόν μου ευπρόσδεκτοι, και εγώ θέλω δοξάσει τον οίκον της
δόξης μου.
8. Τίνες είναι οι πετώμενοι ως νέφη και ως περιστεραί
εις τας θυρίδας αυτών;
9. Αι νήσοι βεβαίως θέλουσι προσμείνει εμέ και
εν πρώτοις τα πλοία της Θαρσείς, διά να φέρωσι μακρόθεν τους υιούς σου,
το αργύριον αυτών και το χρυσίον αυτών μετ' αυτών, διά το όνομα Κυρίου
του Θεού σου και διά τον Άγιον του Ισραήλ, διότι σε εδόξασε.
10. Και οι υιοί των αλλογενών
θέλουσιν ανοικοδομήσει τα τείχη σου, και οι βασιλείς αυτών θέλουσι σε υπηρετήσει·
διότι εν τη οργή μου σε επάταξα, πλην διά την εύνοιάν μου σε ηλέησα.
11. Και αι πύλαι σου θέλουσιν είσθαι πάντοτε
ανοικταί· δεν θέλουσι κλεισθή ημέραν και νύκτα, διά να εισάγωσιν εις σε
τας δυνάμεις των εθνών και να εισφέρωνται οι βασιλείς αυτών.
12. Διότι το έθνος και η βασιλεία, τα οποία δεν
ήθελον σε δουλεύσει, θέλουσιν αφανισθή· ναι, τα έθνη εκείνα θέλουσιν ολοκλήρως
ερημωθή.
13. Η δόξα του Λιβάνου θέλει η ελθεί εις σε,
η έλατος, η πεύκη και ο πύξος ομού, διά να στολίσωσι τον τόπον του αγιαστηρίου
μου· και θέλω δοξάσει τον τόπον των ποδών μου.
14. Και τα τέκνα των λυπησάντων σε θέλουσιν ελθεί
υποκλίνοντα προς σέ· και πάντες οι καταφρονήσαντές σε θέλουσι προσκυνήσει
τα ίχνη των ποδών σου· και θέλουσι σε ονομάζει, Η πόλις του Κυρίου, Η Σιών
του Αγίου του Ισραήλ.
15. Αντί του ότι εγκατελείφθης
και εμισήθης, ώστε ουδείς διέβαινε διά μέσου σου, θέλω σε καταστήσει αιώνιον
αγαλλίαμα, ευφροσύνην εις γενεάς γενεών.
16. Και θέλεις θηλάσει το γάλα των εθνών και
θέλεις θηλάσει τους μαστούς των βασιλέων· και θέλεις γνωρίσει ότι εγώ ο
Κύριος είμαι ο Σωτήρ σου και ο Λυτρωτής σου, ο Ισχυρός του Ιακώβ.
17. Αντί χαλκού θέλω φέρει χρυσίον και αντί σιδήρου
θέλω φέρει αργύριον και αντί ξύλου χαλκόν και αντί λίθων σίδηρον· και θέλω
καταστήσει τους αρχηγούς σου ειρήνην και τους επιστάτας σου δικαιοσύνην.
18. Δεν θέλει πλέον ακούεσθαι βία εν τη γη σου,
ερήμωσις και καταστροφή εν τοις ορίοις σου· αλλά θέλεις ονομάζει τα τείχη
σου Σωτηρίαν και τας πύλας σου Αίνεσιν.
19. Δεν θέλει είσθαι πλέον εν σοι ο ήλιος φως
της ημέρας, ουδέ η σελήνη διά της λάμψεως αυτής θέλει σε φωτίζει· αλλ'
ο Κύριος θέλει είσθαι εις σε φως αιώνιον και ο Θεός σου η δόξα σου.
20. Ο ήλιός σου δεν θέλει δύει πλέον ουδέ θέλει
λείψει η σελήνη σου· διότι ο Κύριος θέλει είσθαι το αιώνιόν σου φως, και
αι ημέραι του πένθους σου θέλουσι τελειωθή.
21. Και ο λαός σου θέλουσιν είσθαι πάντες δίκαιοι·
θέλουσι κληρονομήσει την γην διαπαντός, ο κλάδος του φυτεύματός μου, το
έργον των χειρών μου, διά να δοξάζωμαι.
22. Το ελάχιστον θέλει γείνει χίλια· και το ολιγοστόν
ισχυρόν έθνος· εγώ ο Κύριος θέλω επιταχύνει τούτο κατά τον καιρόν αυτού.
ΗΣΑΙΑΣ 61o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 61
1. Πνεύμα Κυρίου του Θεού είναι επ' εμέ· διότι
ο Κύριος με έχρισε διά να ευαγγελίζωμαι εις τους πτωχούς· με απέστειλε
διά να ιατρεύσω τους συντετριμμένους την καρδίαν, να κηρύξω ελευθερίαν
εις τους αιχμαλώτους και άνοιξιν δεσμωτηρίου εις τους δεσμίους·
2. διά να κηρύξω ενιαυτόν ευπρόσδεκτον του Κυρίου
και ημέραν εκδικήσεως του Θεού ημών· διά να παρηγορήσω πάντας τους πενθούντας·
3. διά να θέσω εις τους πενθούντας εν Σιών, να
δώσω εις αυτούς ώραιότητα αντί της στάκτης, έλαιον ευφροσύνης αντί του
πένθους, στολήν αινέσεως αντί του πνεύματος της ακηδίας· διά να ονομάζωνται
δένδρα δικαιοσύνης, φύτευμα του Κυρίου, εις δόξαν αυτού.
4. Και θέλουσιν ανοικοδομήσει τας παλαιάς ερημώσεις,
θέλουσιν ανεγείρει τα αρχαία ερείπια, και θέλουσιν ανακαινίσει τας ερήμους
πόλεις, τας ηρημωμένας από γενεάς γενεών.
5. Και αλλογενείς θέλουσιν
ίστασθαι και βόσκει τα ποίμνιά σας, και οι υιοί των αλλογενών θέλουσιν
είσθαι οι γεωργοί σας και οι αμπελουργοί σας.
6. Σεις δε ιερείς του Κυρίου θέλετε ονομάζεσθαι·
λειτουργούς του Θεού ημών θέλουσι σας λέγει· θέλετε τρώγει τα αγαθά των
εθνών και εις την δόξαν αυτών θέλετε καυχάσθαι.
7. Αντί της αισχύνης σας θέλετε έχει διπλάσια·
και αντί της εντροπής θέλουσιν έχει αγαλλίασιν εν τη κληρονομία αυτών·
όθεν εν τη γη αυτών θέλουσι κληρονομήσει το διπλούν· αιώνιος ευφροσύνη
θέλει είσθαι εις αυτούς.
8. Διότι εγώ είμαι ο Κύριος, ο αγαπών δικαιοσύνην,
ο μισών αρπαγήν και αδικίαν· και θέλω ανταποδώσει το έργον αυτών πιστά
και θέλω κάμει προς αυτούς διαθήκην αιώνιον.
9. Και το σπέρμα αυτών θέλει φημισθή μεταξύ των
εθνών και οι έκγονοι αυτών μεταξύ των λαών· πας ο βλέπων αυτούς θέλει γνωρίζει
αυτούς, ότι είναι το σπέρμα, το οποίον ο Κύριος ευλόγησε.
10. Θέλω ευφρανθή τα μέγιστα επί τον Κύριον·
η ψυχή μου θέλει αγαλλιασθή εις τον Θεόν μου· διότι με ενέδυσεν ιμάτιον
σωτηρίας, με εφόρεσεν επένδυμα δικαιοσύνης, ως νυμφίον ευπρεπισμένον με
μίτραν και ως νύμφην κεκοσμημένην με τα πολύτιμα αυτής καλλωπίσματα.
11. Διότι καθώς η γη αναδίδει το βλάστημα αυτής
και καθώς ο κήπος εκφύει τα σπειρόμενα εν αυτώ ούτω Κύριος ο Θεός θέλει
κάμει την δικαιοσύνην και την αίνεσιν να βλαστήσωσιν ενώπιον πάντων των
εθνών
ΗΣΑΙΑΣ 62o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 62
1. Διά την Σιών δεν θέλω σιωπήσει και διά την
Ιερουσαλήμ δεν θέλω ησυχάσει, εωσού η δικαιοσύνη αυτής εξέλθη ως λάμψις
και η σωτηρία αυτής ως λαμπάς καιομένη.
2. Και θέλουσιν ιδεί τα έθνη την δικαιοσύνην
σου και πάντες οι βασιλείς την δόξαν σου· και θέλεις ονομασθή με νέον όνομα,
το οποίον του Κυρίου το στόμα θέλει ονομάσει.
3. Και θέλεις είσθαι στέφανος δόξης εν χειρί
Κυρίου και διάδημα βασιλικόν εν τη παλάμη του Θεού σου.
4. Δεν θέλεις πλέον ονομασθή, Εγκαταλελειμμένη·
ουδέ η γη σου θέλει πλέον ονομασθή, Ηρημωμένη· αλλά θέλεις ονομασθή, Η
ευδοκία μου εν αυτή· και η γη σου, Η νενυμφευμένη· διότι ο Κύριος ηυδόκησεν
επί σε, και η γη σου θέλει είσθαι νενυμφευμένη.
5. Διότι καθώς ο νέος νυμφεύεται
με παρθένον, ούτως οι υιοί σου θέλουσι συνοικεί μετά σού· και καθώς ο νυμφίος
ευφραίνεται εις την νύμφην, ούτως ο Θεός σου θέλει ευφρανθή εις σε.
6. Επί των τειχών σου, Ιερουσαλήμ, κατέστησα
φύλακας, οίτινες ποτέ δεν θέλουσι σιωπά ούτε ημέραν ούτε νύκτα· όσοι ανακαλείτε
τον Κύριον, μη φυλάττετε σιωπήν.
7. Και μη δίδετε εις αυτόν ανάπαυσιν, εωσού συστήση
και εωσού κάμη την Ιερουσαλήμ αίνεσιν επί της γης.
8. Ο Κύριος ώμοσεν επί την δεξιάν αυτού και επί
τον βραχίονα της δυνάμεως αυτού, δεν θέλω δώσει πλέον τον σίτόν σου τροφήν
εις τους εχθρούς σου· και οι υιοί του αλλογενούς δεν θέλουσι πίνει τον
οίνόν σου, διά τον οποίον εμόχθησας·
9. αλλ' οι θερίζοντες θέλουσι τρώγει αυτόν και
αινεί τον Κύριον· και οι τρυγώντες θέλουσι πίνει αυτόν εν ταις αυλαίς της
αγιότητός μου.
10. Περάσατε, περάσατε διά των πυλών· ετοιμάσατε
την οδόν του λαού· επισκευάσατε, επισκευάσατε την οδόν· εκρίψατε τους λίθους·
υψώσατε σημαίαν προς τους λαούς.
11. Ιδού, ο Κύριος διεκήρυξεν έως των άκρων της
γης, Είπατε προς την θυγατέρα της Σιών, Ιδού, ο Σωτήρ σου έρχεται· ιδού,
ο μισθός αυτού είναι μετ' αυτού και το έργον αυτού ενώπιον αυτού.
12. Και θέλουσιν ονομάσει αυτούς, Ο Άγιος λαός,
Ο λελυτρωμένος του Κυρίου· και συ θέλεις ονομασθή, Επιζητουμένη, πόλις
ουκ εγκαταλελειμμένη.
ΗΣΑΙΑΣ 63o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 63
1. Τις ούτος, ο ερχόμενος εξ Εδώμ, με ιμάτια
ερυθρά εκ Βοσόρρας; ούτος ο ένδοξος εις την στολήν αυτού, ο περιπατών εν
τη μεγαλειότητι της δυνάμεως αυτού; Εγώ, ο λαλών εν δικαιοσύνη, ο ισχυρός
εις το σώζειν.
2. Διά τι είναι ερυθρά η στολή σου και τα ιμάτιά
σου όμοια ανθρώπου πατούντος εν ληνώ;
3. Επάτησα μόνος τον ληνόν, και ουδείς εκ των
λαών ήτο μετ' εμού· και κατεπάτησα αυτούς εν τω θυμώ μου και κατελάκτισα
αυτούς εν τη οργή μου· και το αίμα αυτών ερραντίσθη επί τα ιμάτιά μου και
εμόλυνα όλην μου την στολήν.
4. Διότι η ημέρα της εκδικήσεως ήτο εν τη καρδία
μου, και έφθασεν ο ενιαυτός των λελυτρωμένων μου.
5. Και περιέβλεψα και δεν
υπήρχεν ο βοηθών· και εθαύμασα ότι δεν υπήρχεν ο υποστηρίζων· όθεν ο βραχίων
μου ενήργησε σωτηρίαν εις εμέ· και ο θυμός μου, αυτός με υπεστήριξε.
6. Και κατεπάτησα τους λαούς εν τη οργή μου και
εμέθυσα αυτούς εκ του θυμού μου και κατεβίβασα εις την γην το αίμα αυτών.
7. Θέλω αναφέρει τους οικτιρμούς του Κυρίου,
τας αινέσεις του Κυρίου, κατά πάντα όσα ο Κύριος έκαμεν εις ημάς, και την
μεγάλην αγαθότητα προς τον οίκον Ισραήλ, την οποίαν έδειξε προς αυτούς
κατά τους οικτιρμούς αυτού και κατά το πλήθος του ελέους αυτού.
8. Διότι είπε, Βεβαίως λαός μου είναι αυτοί,
τέκνα τα οποία δεν θέλουσι ψευσθή· και υπήρξεν ο Σωτήρ αυτών.
9. Κατά πάσας τας θλίψεις αυτών εθλίβετο, και
ο άγγελος της παρουσίας αυτού έσωσεν αυτούς· εν τη αγάπη αυτού και εν τη
ευσπλαγχνία αυτού αυτός ελύτρωσεν αυτούς· και εσήκωσεν αυτούς και εβάστασεν
αυτούς πάσας τας ημέρας του αιώνος.
10. Αυτοί όμως ηπείθησαν
και ελύπησαν το άγιον πνεύμα αυτού· διά τούτο εστράφη ώστε να γείνη εχθρός
αυτών, αυτός επολέμησεν αυτούς.
11. Τότε ενεθυμήθη τας αρχαίας ημέρας, τον Μωϋσήν,
τον λαόν αυτού, λέγων, Που είναι ο αναβιβάσας αυτούς από της θαλάσσης μετά
του ποιμένος του ποιμνίου αυτού; που ο θέσας το άγιον αυτού πνεύμα εν τω
μέσω αυτών;
12. Ο οδηγήσας αυτούς διά της δεξιάς του Μωϋσέως
με τον ένδοξον βραχίονα αυτού, ο διασχίσας τα ύδατα έμπροσθεν αυτών, διά
να κάμη εις εαυτόν όνομα αιώνιον;
13. Ο οδηγήσας αυτούς διά της αβύσσου, ως ίππον
διά της ερήμου, χωρίς να προσκόψωσι;
14. Το πνεύμα του Κυρίου ανέπαυσεν αυτούς ως
κτήνος καταβαίνον εις την κοιλάδα· ούτως ώδήγησας τον λαόν σου, διά να
κάμης εις σεαυτόν ένδοξον όνομα.
15. Επίβλεψον εξ ουρανού
και ιδέ εκ της κατοικίας της αγιότητός σου και της δόξης σου· που ο ζήλος
σου και η δύναμίς σου, το πλήθος του ελέους σου και των οικτιρμών σου;
απεκλείσθησαν εις εμέ;
16. Συ βεβαίως είσαι ο Πατήρ ημών, αν και ο Αβραάμ
δεν εξεύρη ημάς και ο Ισραήλ δεν γνωρίζη ημάς· συ, Κύριε, είσαι ο Πατήρ
ημών· Λυτρωτής ημών είναι το όνομά σου απ' αιώνος.
17. Διά τι Κύριε, αφήκας ημάς να αποπλανώμεθα
από των οδών σου και να σκληρύνωμεν την καρδίαν ημών, ώστε να μη σε φοβώμεθα;
επίστρεψον ένεκεν των δούλων σου, των φυλών της κληρονομίας σου.
18. Ως πράγμα ελάχιστον κατεκυρίευσαν τον άγιόν
σου λαόν· οι εναντίοι ημών κατεπάτησαν το αγιαστήριόν σου.
19. Κατεστάθημεν ως εκείνοι, επί τους οποίους
δεν εδέσποσας ποτέ ουδέ επεκλήθη το όνομά σου επ' αυτούς.
ΗΣΑΙΑΣ 64o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 64
1. Είθε να έσχιζες τους ουρανούς, να κατέβαινες,
να διελύοντο τα όρη εν τη παρουσία σου,
2. ως πυρ καίον θάμνους, ως πυρ κάμνον το ύδωρ
να κοχλάζη, διά να γείνη το όνομά σου γνωστόν εις τους εναντίους σου, να
λάβη τρόμος τα έθνη εν τη παρουσία σου.
3. Ότε έκαμες τρομερά πράγματα, οποία δεν επροσμέναμεν,
κατέβης, και τα όρη διελύθησαν εν τη παρουσία σου.
4. Διότι εκ του αιώνος δεν έμαθον οι άνθρωποι,
τα ώτα αυτών δεν ήκουσαν, οι οφθαλμοί αυτών δεν είδον Θεόν εκτός σου, όστις
να έκαμε τοιαύτα εις τους επικαλουμένους αυτόν.
5. Έρχεσαι εις συνάντησιν
του ευφραινομένου και εργαζομένου δικαιοσύνην, των ενθυμουμένων σε εν ταις
οδοίς σου· ιδού, συ ωργίσθης, διότι ημείς ημαρτήσαμεν· εάν διεμένομεν εν
αυταίς, ηθέλομεν σωθή;
6. Πάντες τωόντι εγείναμεν ως ακάθαρτον πράγμα,
και πάσα η δικαιοσύνη ημών είναι ως ρυπαρόν ιμάτιον· διά τούτο επέσαμεν
πάντες ως το φύλλον, και αι ανομίαι ημών αφήρπασαν ημάς ως ο άνεμος.
7. Και δεν υπάρχει ο επικαλούμενος το όνομά σου,
ο εγειρόμενος διά να πιασθή από σού· διότι έκρυψας το πρόσωπόν σου αφ'
ημών και ηφάνισας ημάς διά της χειρός των ανομιών ημών.
8. Αλλά τώρα, Κύριε, συ είσαι ο Πατήρ ημών· ημείς
είμεθα ο πηλός και συ ο Πλάστης ημών· και πάντες είμεθα το έργον της χειρός
σου.
9. Μη οργίζου σφόδρα, Κύριε, μηδέ ενθυμού πάντοτε
την ανομίαν· και τώρα επίβλεψον, δεόμεθα· λαός σου είμεθα πάντες.
10. Αι άγιαι πόλεις σου έγειναν έρημοι, η Σιών
έγεινεν έρημος, η Ιερουσαλήμ ηρημωμένη.
11. Ο άγιος ημών και ο ώραίος ημών οίκος, εν
ω οι πατέρες ημών σε εδοξολόγουν, κατεκάη εν πυρί· και πάντα τα εις ημάς
αγαπητά ηφανίσθησαν.
12. Θέλεις, Κύριε, κρατήσει σεαυτόν εν τούτοις;
θέλεις σιωπήσει και θέλεις θλίψει ημάς έως σφόδρα;
ΗΣΑΙΑΣ 65o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 65
1. Εζητήθην
παρά των μη ερωτώντων περί εμού· ευρέθην παρά των ζητούντων με· είπα, Ιδού,
εγώ, ιδού, εγώ, προς έθνος μη καλούμενον με το όνομά μου.
2. Εξήπλωσα
τας χείρας μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθή, περιπατούντα εν οδώ ουχί
καλή, οπίσω των διαβουλίων αυτών,
3. λαόν παροξύνοντά
με πάντοτε κατά πρόσωπόν μου, θυσιάζοντα εν κήποις και θυμιάζοντα επί πλίνθων,
4. μένοντα
εν τοις μνήμασι και διανυκτερεύοντα εν αποκρύφοις, τρώγοντα χοίρειον κρέας
και εν τοις αγγείοις αυτού έχοντα ζωμόν ακαθάρτων πραγμάτων,
5.
λέγοντα, Μακράν απ' εμού, μη με εγγίσης, διότι είμαι αγιώτερός σου. Ούτοι
είναι καπνός εις τους μυκτήράς μου, πυρ καιόμενον όλην την ημέραν.
6. Ιδού, γεγραμμένον
είναι ενώπιόν μου, δεν θέλω σιωπήσει αλλά θέλω ανταποδώσει, ναι, θέλω ανταποδώσει
εις τους κόλπους αυτών
7. τας ανομίας
σας και τας ανομίας των πατέρων σας ομού, λέγει Κύριος, οίτινες εθυμίασαν
επί των ορέων και με εβλασφήμησαν επί των λόφων· διά τούτο θέλω αντιπληρώσει
εις τους κόλπους αυτών τα απ' αρχής έργα αυτών.
8. Ούτω λέγει
Κύριος· Καθώς όταν ευρίσκηται γλεύκος εν τη σταφυλή, λέγουσι, Μη φθείρης
αυτό, διότι είναι ευλογία εν αυτώ· ούτω θέλω κάμει ένεκεν των δούλων μου,
διά να μη εξολοθρεύσω πάντας.
9. Και θέλω
εξάξει σπέρμα εξ Ιακώβ και κληρονόμον των ορέων μου εξ Ιούδα· και οι εκλεκτοί
μου θέλουσι κληρονομήσει αυτά και οι δούλοί μου θέλουσι κατοικήσει εκεί.
10.
Και ο Σαρών θέλει είσθαι μάνδρα των ποιμνίων και η κοιλάς του Αχώρ τόπος
εις ανάπαυσιν των βουκολίων, διά τον λαόν μου τον εκζητούντά με.
11. Εσάς όμως,
τους εγκαταλείποντας τον Κύριον, τους λησμονούντας το άγιόν μου όρος, τους
ετοιμάζοντας τράπεζαν εις τον Γάδην και τους κάμνοντας σπονδήν εις τον
Μένι,
12. θέλω σας
αριθμήσει διά την μάχαιραν και πάντες θέλετε κύψει εις την σφαγήν· διότι
εκάλουν και δεν απεκρίνεσθε· ελάλουν και δεν ηκούετε· αλλ' επράττετε το
κακόν ενώπιόν μου και εξελέγετε το μη αρεστόν εις εμέ.
13. Όθεν ούτω
λέγει Κύριος ο Θεός· Ιδού, οι δούλοί μου θέλουσι φάγει, σεις δε θέλετε
πεινάσει· ιδού, οι δούλοί μου θέλουσι πίει, σεις δε θέλετε διψήσει· ιδού,
οι δούλοί μου θέλουσιν ευφρανθή, σεις δε θέλετε αισχυνθή·
14. ιδού,
οι δούλοί μου θέλουσιν αλαλάζει εν ευθυμία, σεις δε θέλετε βοά εν πόνω
καρδίας και ολολύζει υπό καταθλίψεως πνεύματος.
15. Και θέλετε
αφήσει το όνομά σας εις τους εκλεκτούς μου διά κατάραν· διότι Κύριος ο
Θεός θέλει σε θανατώσει και με άλλο όνομα θέλει ονομάσει τους δούλους αυτού,
16. διά να
μακαρίζη εαυτόν εις τον Θεόν της αληθείας ο μακαρίζων εαυτόν επί της γής·
και να ομνύη εις τον Θεόν της αληθείας ο ομνύων επί της γής· διότι αι πρότεραι
θλίψεις ελησμονήθησαν και διότι εκρύφθησαν από των οφθαλμών μου.
17. Επειδή
ιδού, νέους ουρανούς κτίζω και νέαν γήν· και δεν θέλει είσθαι μνήμη των
προτέρων ουδέ θέλουσιν ελθεί εις τον νούν.
18. Αλλ' ευφραίνεσθε
και χαίρετε πάντοτε εις εκείνο το οποίον κτίζω· διότι, ιδού, κτίζω την
Ιερουσαλήμ αγαλλίαμα και τον λαόν αυτής ευφροσύνην.
19. Και θέλω
αγάλλεσθαι εις την Ιερουσαλήμ και ευφραίνεσθαι εις τον λαόν μου· και δεν
θέλει ακουσθή πλέον εν αυτή φωνή κλαυθμού και φωνή κραυγής.
20.
Δεν θέλει είσθαι πλέον εκεί βρέφος ολιγοήμερον και γέρων όστις δεν επλήρωσε
τας ημέρας αυτού· διότι το παιδίον θέλει αποθνήσκει εκατόν ετών, ο δε εκατόν
ετών αμαρτωλός θέλει είσθαι επικατάρατος.
21. Και θέλουσιν
οικοδομήσει οικίας και κατοικήσει, και θέλουσι φυτεύσει αμπελώνας και φάγει
τον καρπόν αυτών.
22. δεν θέλουσι
κτίσει αυτοί και άλλος να κατοικήση· δεν θέλουσι φυτεύσει αυτοί και άλλος
να φάγη· διότι αι ημέραι του λαού μου είναι ως αι ημέραι του δένδρου και
οι εκλεκτοί μου θέλουσι παλαιώσει το έργον των χειρών αυτών.
23. Δεν θέλουσι
κοπιάζει εις μάτην ουδέ θέλουσι τεκνοποιεί διά καταστροφήν· διότι είναι
σπέρμα των ευλογημένων του Κυρίου και οι έκγονοι αυτών μετ' αυτών.
24. Και πριν
αυτοί κράξωσιν, εγώ θέλω αποκρίνεσθαι· και ενώ αυτοί λαλούσιν, εγώ θέλω
ακούει.
25. Ο λύκος
και το αρνίον θέλουσι βόσκεσθαι ομού, και ο λέων θέλει τρώγει άχυρον ως
ο βούς· άρτος δε του όφεως θέλει είσθαι το χώμα· εν όλω τω αγίω μου όρει
δεν θέλουσι κάμνει ζημίαν ουδέ φθοράν, λέγει Κύριος.
ΗΣΑΙΑΣ 66o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
Isaiah 66
1. Ούτω λέγει Κύριος· Ο ουρανός είναι θρόνος
μου και η γη υποπόδιον των ποδών μου· ποίος είναι ο οίκος, τον οποίον ηθέλετε
οικοδομήσει δι' εμέ; και ποίος είναι ο τόπος της αναπαύσεώς μου;
2. Διότι η χειρ μου έκαμε πάντα ταύτα και έγειναν
πάντα ταύτα, λέγει Κύριος· εις τίνα λοιπόν θέλω επιβλέψει; εις τον πτωχόν
και συντετριμμένον το πνεύμα και τρέμοντα τον λόγον μου.
3. Όστις δε σφάζει βουν, είναι ως ο φονεύων άνθρωπον·
όστις θυσιάζει αρνίον, ως ο κόπτων κυνός λαιμόν· όστις προσφέρει προσφοράν
εξ αλφίτων, ως προσφέρων αίμα χοίρειον· όστις θυσιάζει, ως ο ευλογών είδωλον.
Ναι, αυτοί εξέλεξαν τας οδούς αυτών, και η ψυχή αυτών ηδύνεται εις τα βδελύγματα
αυτών.
4. Και εγώ λοιπόν θέλω εκλέξει τα εις αυτούς
ολέθρια και θέλω φέρει επ' αυτούς όσα φοβούνται· διότι εκάλουν και ουδείς
απεκρίνετο· ελάλουν και δεν ήκουον· αλλ' έπραττον το κακόν ενώπιόν μου
και εξέλεγον το μη αρεστόν εις εμέ.
5. Ακούσατε τον λόγον του Κυρίου, σεις οι τρέμοντες
τον λόγον αυτού· οι αδελφοί σας, οίτινες σας μισούσι και σας αποβάλλουσιν
ένεκεν του ονόματός μου, είπαν, Ας δοξασθή ο Κύριος· πλην αυτός θέλει φανή
εις χαράν σας, εκείνοι δε θέλουσι καταισχυνθή.
6. Φωνή κραυγής έρχεται εκ της πόλεως, φωνή εκ
του ναού, φωνή του Κυρίου, όστις κάμνει ανταπόδοσιν εις τους εχθρούς αυτού.
7. Πριν κοιλοπονήση, εγέννησε· πριν έλθωσιν οι
πόνοι αυτής, ηλευθερώθη και εγέννησεν αρσενικόν.
8. Τις ήκουσε τοιούτον πράγμα; τις είδε τοιαύτα;
ήθελε γεννήσει η γη εν μιά ημέρα; ή έθνος ήθελε γεννηθή ενταυτώ αλλ' η
Σιών άμα εκοιλοπόνησεν, εγέννησε τα τέκνα αυτής.
9. Εγώ, ο φέρων εις την γένναν, δεν ήθελον κάμει
να γεννήση; λέγει Κύριος· εγώ, ο κάμνων να γεννώσιν, ήθελον κλείσει την
μήτραν; λέγει ο Θεός σου.
10. Ευφράνθητε μετά της Ιερουσαλήμ και αγάλλεσθε
μετ' αυτής, πάντες οι αγαπώντες αυτήν· χαρήτε χαράν μετ' αυτής, πάντες
οι πενθούντες δι' αυτήν·
11. διά να θηλάσητε και να χορτασθήτε από των
μαστών των παρηγοριών αυτής· διά να εκθηλάσητε και να εντρυφήσητε εις την
αφθονίαν της δόξης αυτής.
12. διότι ούτω λέγει Κύριος· Ιδού, εις αυτήν
θέλω στρέψει την ειρήνην ως ποταμόν, και την δόξαν των εθνών ως χείμαρρον
πλημμυρούντα· τότε θέλετε θηλάσει, θέλετε βασταχθή επί των πλευρών και
κολακευθή επί των γονάτων αυτής.
13. Ως παιδίον, το οποίον παρηγορεί η μήτηρ αυτού,
ούτως εγώ θέλω σας παρηγορήσει· και θέλετε παρηγορηθή εν τη Ιερουσαλήμ.
14. Και θέλετε ιδεί, και η καρδία σας θέλει ευφρανθή
και τα οστά σας θέλουσιν ανθήσει ως χόρτος· και η χειρ του Κυρίου θέλει
γνωρισθή προς τους δούλους αυτού, η δε οργή προς τους εχθρούς αυτού.
15. Διότι, ιδού, ο Κύριος θέλει ελθεί εν πυρί,
και αι άμαξαι αυτού θέλουσιν είσθαι ως ανεμοστρόβιλος, διά να αποδώση την
οργήν αυτού με ορμήν και την επιτίμησιν αυτού με φλόγας πυρός.
16. Διότι εν πυρί Κυρίου και εν τη μαχαίρα αυτού
θέλει κριθή πάσα σαρξ, και οι πεφονευμένοι του Κυρίου θέλουσιν είσθαι πολλοί.
17. Οι αγιαζόμενοι και καθαριζόμενοι εν τοις
κήποις ο εις κατόπιν του άλλου αναφανδόν, τρώγοντες χοίρειον κρέας και
τα βδελύγματα και τον ποντικόν, ούτοι θέλουσι καταναλωθή ομού, λέγει Κύριος.
18. Διότι εγώ εξεύρω τα έργα αυτών και τους διαλογισμούς
αυτών· και έρχομαι διά να συνάξω πάντα τα έθνη και τας γλώσσας· και θέλουσιν
ελθεί και ιδεί την δόξαν μου.
19. Και θέλω στήσει σημείον μεταξύ αυτών· και
τους σεσωσμένους εξ αυτών θέλω εξαποστείλει εις τα έθνη, εις Θαρσείς, Φούλ
και Λούδ, οίτινες σύρουσι τόξον, εις Θουβάλ και Ιαυάν, εις τας νήσους τας
μακράν, οίτινες δεν ήκουσαν την φήμην μου ουδέ είδον την δόξαν μου· και
θέλουσι κηρύξει την δόξάν μου μεταξύ των εθνών.
20. Και θέλουσι φέρει πάντας τους αδελφούς σας
εκ πάντων των εθνών προσφοράν εις τον Κύριον, επί ίππων και επί αμαξών
και επί φορείων και επί ημιόνων και επί ταχυδρόμων ζώων, προς το άγιόν
μου όρος, την Ιερουσαλήμ, λέγει Κύριος, καθώς τα τέκνα του Ισραήλ φέρουσι
την εξ αλφίτων προσφοράν εν καθαρώ αγγείω προς τον οίκον του Κυρίου.
21. Και προσέτι θέλω λάβει εξ αυτών ιερείς και
Λευΐτας, λέγει Κύριος.
22. Διότι ως οι νέοι ουρανοί και η νέα γη, τα
οποία εγώ θέλω κάμει, θέλουσι διαμένει ενώπιόν μου, λέγει Κύριος, ούτω
θέλει διαμένει το σπέρμα σας και το όνομά σας.
23. Και από νέας σελήνης έως άλλης και από σαββάτου
έως άλλου θέλει έρχεσθαι πάσα σαρξ διά να προσκυνή ενώπιόν μου, λέγει Κύριος.
24. Και θέλουσιν εξέλθει και ιδεί τα κώλα των
ανθρώπων, οίτινες εστάθησαν παραβάται εναντίον μου· διότι ο σκώληξ αυτών
δεν θέλει τελευτήσει και το πυρ αυτών δεν θέλει σβεσθή· και θέλουσιν είσθαι
βδέλυγμα εις πάσαν σάρκα.
[>>]