ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 1o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 1
1. Παροιμίαι Σολομώντος, υιού του Δαβίδ, βασιλέως
του Ισραήλ,
2. διά να γνωρίση τις σοφίαν και παιδείαν, διά
να νοήση λόγους φρονήσεως,
3. διά να λάβη διδασκαλίαν συνέσεως, δικαιοσύνης
και κρίσεως και ευθύτητος,
4. διά να δώση νόησιν εις τους απλούς, και εις
τον νέον μάθησιν και διάγνωσιν.
5. Ο σοφός ακούων θέλει γείνει σοφώτερος, και
ο νοήμων θέλει αποκτήσει επιστήμην κυβερνήσεως·
6. ώστε να εννοή παροιμίαν και σκοτεινόν λόγον,
ρήσεις σοφών και αινίγματα αυτών.
7. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου· οι άφρονες καταφρονούσι
την σοφίαν και την διδασκαλίαν.
8. Άκουε, υιέ μου, την διδασκαλίαν του πατρός
σου, και μη απορρίψης τον νόμον της μητρός σου.
9. Διότι ταύτα θέλουσιν είσθαι στέφανος χαρίτων
εις την κορυφήν σου και περιδέραιον περί τον τράχηλόν σου.
10. Υιέ μου, εάν θελήσωσιν οι αμαρτωλοί να σε
δελεάσωσι, μη θελήσης·
11. εάν είπωσιν, Ελθέ μεθ' ημών, ας ενεδρεύσωμεν
δι' αίμα, ας επιβουλευθώμεν αναιτίως τον αθώον,
12. Ας καταπίωμεν αυτούς ζώντας, ως ο άδης, και
ολοκλήρους ως τους καταβαίνοντας εις τον λάκκον·
13. θέλομεν ευρεί παν πολύτιμον αγαθόν, θέλομεν
γεμίσει τους οίκους ημών από λαφύρων·
14. θες τον κλήρόν σου μεταξύ ημών, εν βαλάντιον
ας ήναι εις πάντας ημάς·
15. υιέ μου, μη περιπατήσης εν οδώ μετ' αυτών·
άπεχε τον πόδα σου από των τρίβων αυτών·
16. διότι οι πόδες αυτών τρέχουσιν εις το κακόν,
και σπεύδουσιν εις το να χύσωσιν αίμα.
17. Διότι ματαίως εξαπλόνεται δίκτυον έμπροσθεν
των οφθαλμών παντός πτερωτού.
18. Διότι ούτοι ενεδρεύουσι κατά του ιδίου αυτών
αίματος, επιβουλεύονται τας εαυτών ψυχάς·
19. Τοιαύται είναι αι οδοί παντός πλεονέκτου·
η πλεονεξία αφαιρεί την ζωήν των κυριευομένων υπ' αυτής.
20. Η σοφία φωνάζει έξω, εκπέμπει την φωνήν αυτής
εν ταις πλατείαις·
21. Κράζει επί κεφαλής των αγορών, εν ταις εισόδοις
των πυλών· απαγγέλλει τους λόγους αυτής διά της πόλεως, λέγουσα,
22. Έως πότε, μωροί, θέλετε αγαπά την μωρίαν,
και οι χλευασταί θέλουσιν ηδύνεσθαι εις τους χλευασμούς αυτών, και οι άφρονες
θέλουσι μισεί την γνώσιν;
23. Επιστρέψατε προς τους ελέγχους μου· ιδού,
εγώ θέλω εκχέει το πνεύμά μου εφ' υμάς, θέλω σας κάμει να νοήσητε τους
λόγους μου.
24. Επειδή εγώ έκραζον, και σεις δεν υπηκούετε·
εξέτεινον την χείρα μου, και ουδείς προσείχεν·
25. Αλλά κατεφρονείτε πάσας τας συμβουλάς μου
και τους ελέγχους μου δεν εδέχεσθε·
26. διά τούτο και εγώ θέλω επιγελάσει εις τον
όλεθρόν σας· θέλω καταχαρή, όταν επέλθη ο φόβος σας.
27. Όταν ο φόβος σας επέλθη ως ερήμωσις και η
καταστροφή σας εφορμήση ως ανεμοστρόβιλος, όταν η θλίψις και η στενοχωρία
έλθωσιν εφ' υμάς·
28. τότε θέλουσι με επικαλεσθή, αλλά δεν θέλω
αποκριθή· επιμόνως θέλουσι με εκζητήσει, αλλά δεν θέλουσι με ευρεί.
29. Διότι εμίσησαν την γνώσιν και τον φόβον του
Κυρίου δεν εξέλεξαν·
30. δεν ηθέλησαν τας συμβουλάς μου· κατεφρόνησαν
πάντας τους ελέγχους μου·
31. διά τούτο θέλουσι φάγει από των καρπών της
οδού αυτών και θέλουσι χορτασθή από των κακοβουλιών αυτών.
32. Διότι η αποστασία των μωρών θέλει θανατώσει
αυτούς, και η αμεριμνησία των αφρόνων θέλει αφανίσει αυτούς.
33. Όστις όμως ακούει εμού, θέλει κατοικήσει
εν ασφαλεία· και θέλει ησυχάζει, μη φοβούμενος κακόν.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 2o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 2
1. Υιέ μου, εάν δεχθής τους λόγους μου και ταμιεύσης
τας εντολάς μου παρά σεαυτώ,
2. ώστε να προσέξη το ωτίον σου εις την σοφίαν,
να κλίνης την καρδίαν σου εις την σύνεσιν·
3. και εάν επικαλεσθής την φρόνησιν, και υψώσης
την φωνήν σου εις την σύνεσιν·
4. εάν ζητήσης αυτήν ως αργύριον και εξερευνήσης
αυτήν ως κεκρυμμένους θησαυρούς,
5. τότε θέλεις εννοήσει τον φόβον του Κυρίου
και θέλεις ευρεί την επίγνωσιν του Θεού.
6. Διότι ο Κύριος δίδει σοφίαν· εκ του στόματος
αυτού εξέρχεται γνώσις και σύνεσις.
7. Αποταμιεύει σωτηρίαν εις τους ευθείς· είναι
ασπίς εις τους περιπατούντας εν ακεραιότητι,
8. υπερασπίζων τας οδούς της δικαιοσύνης και
φυλάττων την οδόν των οσίων αυτού.
9. Τότε θέλεις εννοήσει δικαιοσύνην και κρίσιν
και ευθύτητα, πάσαν οδόν αγαθήν.
10. Εάν η σοφία εισέλθη εις την καρδίαν σου και
η γνώσις ηδύνη την ψυχήν σου,
11. ορθή βουλή θέλει σε φυλάττει, σύνεσις θέλει
σε διατηρεί·
12. διά να σε ελευθερόνη από της οδού της πονηράς,
από ανθρώπου λαλούντος δόλια,
13. οίτινες εγκαταλείπουσι τας οδούς της ευθύτητος,
διά να περιπατώσιν εν ταις οδοίς του σκότους·
14. οίτινες ηδύνονται εις το να κάμνωσι κακόν,
χαίρουσιν εις τας διαστροφάς της κακίας,
15. των οποίων αι οδοί είναι σκολιαί και αι πορείαι
αυτών διεστραμμέναι·
16. διά να σε ελευθερόνη από ξένης γυναικός,
από αλλοτρίας κολακευούσης με τους λόγους αυτής,
17. ήτις εγκατέλιπε τον επιστήθιον της νεότητος
αυτής και ελησμόνησε την διαθήκην του Θεού αυτής.
18. Διότι ο οίκος αυτής καταβιβάζει εις τον θάνατον,
και τα βήματα αυτής εις τους νεκρούς·
19. πάντες οι εισερχόμενοι προς αυτήν δεν επιστρέφουσιν
ουδέ αναλαμβάνουσι τας οδούς της ζωής·
20. διά να περιπατής εν τη οδώ των αγαθών και
να φυλάττης τας τρίβους των δικαίων.
21. Διότι οι ευθείς θέλουσι κατοικήσει την γην,
και οι τέλειοι θέλουσιν εναπολειφή εν αυτή.
22. Οι δε ασεβείς θέλουσιν εκκοπή από της γης,
και οι παράνομοι θέλουσιν εκριζωθή απ' αυτής.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 3o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 3
1. Υιέ μου, μη λησμονής τους νόμους μου, και
η καρδία σου ας φυλάττη τας εντολάς μου.
2. Διότι μακρότητα ημερών και έτη ζωής και ειρήνην
θέλουσι προσθέσει εις σε.
3. Έλεος και αλήθεια ας μη σε εγκαταλίπωσι· δέσον
αυτάς περί τον τράχηλόν σου· εγχάραξον αυτάς επί την πλάκα της καρδίας
σου·
4. ούτω θέλεις ευρεί χάριν και εύνοιαν ενώπιον
Θεού και ανθρώπων.
5. Έλπιζε επί Κύριον εξ όλης σου της καρδίας,
και μη επιστηρίζεσαι εις την σύνεσίν σου·
6. εν πάσαις ταις οδοίς σου αυτόν γνώριζε, και
αυτός θέλει διευθύνει τα διαβήματά σου.
7. Μη φαντάζεσαι σεαυτόν σοφόν· φοβού τον Κύριον
και έκκλινον από κακού.
8. Τούτο θέλει είσθαι ίασις εις τα νεύρά σου
και μυέλωσις εις τα οστά σου.
9. Τίμα τον Κύριον από των υπαρχόντων σου και
από των απαρχών πάντων των γεννημάτων σου·
10. και θέλουσιν εμπλησθή αι σιτοθήκαι σου από
αφθονίας και οι ληνοί σου θέλουσιν εκχειλίζει από νέου οίνου.
11. Υιέ μου, μη καταφρόνει την παιδείαν του Κυρίου
και μη αθύμει ελεγχόμενος υπ' αυτού.
12. Διότι ο Κύριος ελέγχει όντινα αγαπά, καθώς
και ο πατήρ τον υιόν, εις τον οποίον ευαρεστείται.
13. Μακάριος ο άνθρωπος, όστις εύρηκε σοφίαν,
και ο άνθρωπος, όστις απέκτησε σύνεσιν·
14. Διότι το εμπόριον αυτής είναι καλήτερον παρά
το εμπόριον του αργυρίου και το κέρδος αυτής παρά χρυσίον καθαρόν.
15. Είναι τιμιωτέρα πολυτίμων λίθων· και πάντα
όσα επιθυμήσης δεν είναι αντάξια αυτής.
16. Μακρότης ημερών είναι εν τη δεξιά αυτής·
εν τη αριστερά αυτής, πλούτος και δόξα.
17. Αι οδοί αυτής είναι οδοί τερπναί και πάσαι
αι τρίβοι αυτής ειρήνη.
18. Είναι δένδρον ζωής εις τους εναγκαλιζομένους
αυτήν· και μακάριοι οι κρατούντες αυτήν.
19. Διά της σοφίας εθεμελίωσεν ο Κύριος, εστερέωσε
τους ουρανούς εν συνέσει.
20. Διά της γνώσεως αυτού αι άβυσσοι ηνοίχθησαν
και τα νέφη σταλάζουσι δρόσον.
21. Υιέ μου, ας μη απομακρυνθώσι ταύτα από των
οφθαλμών σου· φύλαττε ορθήν βουλήν και φρόνησιν·
22. και θέλει είσθαι ζωή εις την ψυχήν σου και
χάρις εις τον τράχηλόν σου.
23. Τότε θέλεις περιπατεί ασφαλώς την οδόν σου,
και ο πους σου δεν θέλει προσκόψει.
24. Όταν πλαγιάζης, δεν θέλεις τρομάζει· μάλιστα
θέλεις πλαγιάζει, και ο ύπνος σου θέλει είσθαι γλυκύς.
25. Δεν θέλεις τρομάξει από αιφνιδίου φόβου ουδέ
από του ολέθρου των ασεβών, όταν επέλθη·
26. Διότι ο Κύριος θέλει είσθαι η ελπίς σου,
και θέλει φυλάξει τον πόδα σου από του να πιασθή.
27. Μη αρνηθής το καλόν προς
εκείνους, εις τους οποίους πρέπει, όταν ήναι εν τη χειρί σου να κάμνης
αυτό.
28. Μη είπης προς τον πλησίον σου, Ύπαγε και
επανάστρεψον και αύριον θέλω σοι δώσει· ενώ έχεις τούτο παρά σεαυτώ.
29. Μη μηχανεύου κακόν κατά του πλησίον σου,
ενώ πεποιθώς κατοικεί μετά σου.
30. Μη μάχου τινά αναιτίως, εάν δεν έκαμε κακόν
εις σε.
31. Μη ζήλευε τον βίαιον άνθρωπον και μη εκλέξης
μηδεμίαν εκ των οδών αυτού·
32. διότι ο Κύριος βδελύττεται τον σκολιόν· το
δε απόρρητον αυτού φανερόνεται εις τους δικαίους.
33. Κατάρα Κυρίου εν τω οίκω του ασεβούς· ευλογεί
δε την κατοικίαν των δικαίων.
34. Βεβαίως αυτός αντιτάττεται εις τους υπερηφάνους·
εις δε τους ταπεινούς δίδει χάριν.
35. Οι σοφοί θέλουσι κληρονομήσει δόξαν· το δε
ύψος των αφρόνων θέλει είσθαι η ατιμία.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 4o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 4
1. Ακούσατε, τέκνα, παιδείαν πατρός, και προσέχετε
να μάθητε σύνεσιν.
2. Διότι δίδω εις εσάς καλήν διδασκαλίαν· μη
εγκαταλίπητε τον νόμον μου.
3. Διότι και εγώ εστάθην υιός του πατρός μου,
αγαπητός και μονογενής ενώπιον της μητρός μου·
4. και με εδίδασκε και μοι έλεγεν, Ας κρατή η
καρδία σου τους λόγους μου· φύλαττε τας εντολάς μου και θέλεις ζήσει.
5. Απόκτησον σοφίαν, απόκτησον σύνεσιν· μη λησμονήσης
αυτήν, μηδέ εκκλίνης από των λόγων του στόματός μου·
6. μη εγκαταλίπης αυτήν, και θέλει σε περιφυλάττει·
αγάπα αυτήν, και θέλει σε διατηρεί.
7. Η σοφία είναι το πρώτιστον· απόκτησον σοφίαν·
και υπέρ πάσαν απόκτησίν σου απόκτησον σύνεσιν.
8. Ανάλαβε αυτήν και θέλει σε υψώσει· θέλει σε
δοξάσει, όταν εναγκαλισθής αυτήν.
9. Θέλει επιθέσει επί την κεφαλήν σου στέφανον
χαρίτων· θέλει σοι δώσει διάδημα δόξης.
10. Άκουε, υιέ μου, και δέχθητι τους λόγους μου·
και θέλουσι πληθυνθή τα έτη της ζωής σου.
11. Σε διδάσκω την οδόν της σοφίας· σε εμβιβάζω
εις τρίβους ευθείας.
12. Όταν περιπατής, τα βήματά σου δεν θέλουσιν
είσθαι εστενοχωρημένα· και όταν τρέχης, δεν θέλεις προσκόψει.
13. Δράξον την παιδείαν, μη αφήσης αυτήν· φύλαττε
αυτήν, διότι είναι η ζωή σου.
14. Μη εισέλθης εις την τρίβον των ασεβών, και
μη υπάγης εις την οδόν των πονηρών.
15. Απόφευγε αυτήν, μη περάσης δι' αυτής, έκκλινον
απ' αυτής και διάβα.
16. Διότι αυτοί δεν κοιμώνται, εάν δεν κακοποιήσωσι·
και ο ύπνος αυτών αφαιρείται, εάν δεν υποσκελίσωσιν.
17. Επειδή τρώγουσιν άρτον ασεβείας και πίνουσιν
οίνον δυναστείας.
18. Η οδός όμως των δικαίων είναι ως το λαμπρόν
φως, το φέγγον επί μάλλον και μάλλον, εωσού γείνη τελεία ημέρα.
19. Η οδός των ασεβών είναι ως το σκότος· δεν
γνωρίζουσι που προσκόπτουσιν.
20. Υιέ μου, πρόσεχε εις τας ρήσεις μου· κλίνον
το ωτίον σου εις τα λόγιά μου.
21. Ας μη απομακρυνθώσιν από των οφθαλμών σου·
φύλαττε αυτά εν τη καρδία σου·
22. διότι είναι ζωή εις τους ευρίσκοντας αυτά
και ίασις εις πάσαν αυτών την σάρκα.
23. Μετά πάσης φυλάξεως φύλαττε την καρδίαν σου·
διότι εκ ταύτης προέρχονται αι εκβάσεις της ζωής.
24. Απόβαλε από σου σκολιότητα στόματος, και
διαστροφήν χειλέων απομάκρυνον από σου.
25. Οι οφθαλμοί σου ας βλέπωσιν ορθά, και τα
βλέφαρά σου ας κατευθύνωνται έμπροσθέν σου.
26. Στάθμιζε το βάδισμα των ποδών σου, και πάσαι
αι οδοί σου θέλουσι κατευθυνθή.
27. Μη εκκλίνης δεξιά ή αριστερά· απόστρεψον
τον πόδα σου από κακού.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 5o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 5
1. Υιέ μου, πρόσεχε εις την σοφίαν μου, κλίνον
το ωτίον σου εις την σύνεσίν μου·
2. διά να τηρής φρόνησιν και τα χείλη σου να
φυλάττωσι γνώσιν.
3. Διότι τα χείλη της αλλοτρίας γυναικός στάζουσιν
ως κηρήθρα μέλιτος, και ο ουρανίσκος αυτής είναι μαλακώτερος ελαίου·
4. το τέλος όμως αυτής είναι πικρόν ως αψίνθιον,
οξύ ως μάχαιρα δίστομος.
5. Οι πόδες αυτής καταβαίνουσιν εις θάνατον·
τα βήματα αυτής καταντώσιν εις τον άδην.
6. διά να μη γνωρίσης την οδόν της ζωής, αι πορείαι
αυτής είναι άστατοι και ουχί ευδιάγνωστοι.
7. Ακούσατέ μου λοιπόν τώρα, τέκνα, και μη αποστραφήτε
τους λόγους του στόματός μου.
8. Απομάκρυνον την οδόν σου απ' αυτής, και μη
πλησιάσης εις την θύραν του οίκου αυτής,
9. διά να μη δώσης την τιμήν σου εις άλλους και
τα έτη σου εις τους ανελεήμονας·
10. διά να μη χορτασθώσι ξένοι από της περιουσίας
σου και οι κόποι σου έλθωσιν εις οίκον αλλοτρίου,
11. και συ στενάζης εις τα έσχατά σου, όταν η
σαρξ σου και το σώμα σου καταναλωθώσι,
12. και λέγης, Πως εμίσησα την παιδείαν, και
η καρδία μου κατεφρόνησε τους ελέγχους,
13. και δεν υπήκουσα εις την φωνήν των διδασκόντων
με, ουδέ έκλινα το ωτίον μου εις τους νουθετούντάς με.
14. Παρ' ολίγον έπεσον εις παν κακόν, εν μέσω
της συνάξεως και της συναγωγής.
15. Πίνε ύδατα εκ της δεξαμενής σου και πηγάζοντα
εκ του φρέατός σου·
16. Ας εκχέωνται έξω αι πηγαί σου, και τα ρυάκια
των υδάτων σου εις τας πλατείας·
17. σου μόνου ας ήναι αυτά, και ουχί ξένων μετά
σού·
18. η πηγή σου ας ήναι ευλογημένη· και ευφραίνου
μετά της γυναικός της νεότητός σου.
19. Ας ήναι εις σε ως έλαφος ερασμία και δορκάς
κεχαριτωμένη· ας σε ποτίζωσιν οι μαστοί αυτής εν παντί καιρώ· ευφραίνου
πάντοτε εις την αγάπην αυτής.
20. Και διά τι, υιέ μου, θέλεις θέλγεσθαι υπό
ξένης και θέλεις εναγκαλίζεσθαι κόλπον αλλοτρίας;
21. Διότι του ανθρώπου αι οδοί είναι ενώπιον
των οφθαλμών του Κυρίου, και σταθμίζει πάσας τας πορείας αυτού.
22. Αι ίδιαι αυτού ανομίαι θέλουσι συλλάβει τον
ασεβή, και με τα σχοινία της αμαρτίας αυτού θέλει σφίγγεσθαι.
23. Ούτος θέλει αποθάνει απαίδευτος και εκ του
πλήθους της αφροσύνης αυτού θέλει περιπλανάσθαι.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 6o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 6
1. Υιέ μου, εάν έγεινας εγγυητής διά τον φίλον
σου, εάν έδωκας την χείρα σου εις ξένον,
2. επαγιδεύθης διά των λόγων του στόματός σου,
επιάσθης διά των λόγων του στόματός σου·
3. Κάμε λοιπόν τούτο, υιέ μου, και σώζου, επειδή
ήλθες εις τας χείρας του φίλου σου· ύπαγε, μη αποκάμης, και βίαζε τον φίλον
σου.
4. Μη δώσης ύπνον εις τους οφθαλμούς σου, μηδέ
νυσταγμόν εις τα βλεφαρά σου·
5. Σώζου, ως δορκάδιον εκ χειρός του κυνηγού
και ως πτηνόν εκ χειρός του ιξευτού.
6. Ύπαγε προς τον μύρμηκα, ω οκνηρέ· παρατήρησον
τας οδούς αυτού και γίνου σοφός·
7. όστις μη έχων άρχοντα, επιστάτην ή κυβερνήτην,
8. ετοιμάζει την τροφήν αυτού το θέρος, συνάγει
τας τροφάς αυτού εν τω θερισμώ.
9. Έως πότε θέλεις κοιμάσθαι, οκνηρέ; πότε θέλεις
σηκωθή εκ του ύπνου σου;
10. Ολίγος ύπνος, ολίγος νυσταγμός, ολίγη συμπλοκή
των χειρών εις τον ύπνον·
11. Έπειτα η πτωχεία σου έρχεται ως ταχυδρόμος,
και η ένδειά σου ως ανήρ ένοπλος.
12. Ο αχρείος άνθρωπος, ο κακότροπος άνθρωπος,
περιπατεί με στόμα διεστραμμένον·
13. Κάμνει νεύμα διά των οφθαλμών αυτού, σημαίνει
διά των ποδών αυτού, διδάσκει διά των δακτύλων αυτού·
14. μετά διεστραμμένης καρδίας μηχανάται κακά
εν παντί καιρώ· εγείρει έριδας·
15. διά τούτο εξαίφνης θέλει επέλθει η απώλεια
αυτού· εξαίφνης θέλει συντριφθή ανιάτως.
16. Ταύτα τα εξ μισεί ο Κύριος, επτά μάλιστα
βδελύττεται η ψυχή αυτού·
17. οφθαλμούς υπερηφάνους, γλώσσαν ψευδή και
χείρας εκχεούσας αίμα αθώον,
18. καρδίαν μηχανευομένην λογισμούς κακούς, πόδας
τρέχοντας ταχέως εις το κακοποιείν,
19. μάρτυρα ψευδή λαλούντα ψεύδος και τον εμβάλλοντα
έριδας μεταξύ αδελφών.
20. Υιέ μου, φύλαττε την εντολήν του πατρός σου,
και μη απορρίψης τον νόμον της μητρός σου.
21. Περίαψον αυτά διαπαντός επί της καρδίας σου,
περίδεσον αυτά περί τον τράχηλόν σου.
22. Όταν περιπατής, θέλει σε οδηγεί· όταν κοιμάσαι,
θέλει σε φυλάττει· και όταν εξυπνήσης, θέλει συνομιλεί μετά σου.
23. Διότι λύχνος είναι η εντολή και φως ο νόμος,
και οι έλεγχοι της παιδείας οδός ζωής·
24. διά να σε φυλάττωσιν από κακής γυναικός,
από κολακείας γλώσσης γυναικός αλλοτρίας.
25. Μη ορεχθής το κάλλος αυτής εν τη καρδία σου·
και ας μη σε θηρεύση διά των βλεφάρων αυτής.
26. Διότι εξ αιτίας γυναικός πόρνης καταντά τις
έως τμήματος άρτου, η δε μοιχαλίς θηρεύει την πολύτιμον ψυχήν.
27. Δύναταί τις να βάλη πυρ εις τον κόλπον αυτού,
και τα ιμάτια αυτού να μη καώσι;
28. Δύναταί τις να περιπατήση επ' ανθράκων πυρός,
και οι πόδες αυτού να μη κατακαώσιν;
29. Ούτω και ο εισερχόμενος προς την γυναίκα
του πλησίον αυτού· όστις εγγίζει αυτήν, δεν θέλει αθωωθή.
30. Τον κλέπτην δεν αποστρέφονται, εάν κλέπτη
διά να χορτάση την ψυχήν αυτού, όταν πεινά·
31. αλλ' εάν πιασθή, θέλει αποδώσει επταπλάσια·
θέλει δώσει πάντα τα υπάρχοντα της οικίας αυτού.
32. Όστις όμως μοιχεύει με γυναίκα, είναι ενδεής
φρενών· απώλειαν φέρει εις την ψυχήν αυτού, όστις πράττει τούτο.
33. Πληγάς και ατιμίαν θέλει υποφέρει· και το
όνειδος αυτού δεν θέλει εξαλειφθή.
34. Διότι η ζηλοτυπία είναι μανία του ανδρός,
και δεν θέλει δείξει έλεος εις την ημέραν της εκδικήσεως.
35. Δεν θέλει δεχθή ουδέν λύτρον· ουδέ θέλει
εξιλεωθή, και αν πολλαπλασιάσης τα δώρα.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 7o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 7
1. Υιέ μου, φύλαττε τους λόγους μου και ταμίευσον
τας εντολάς μου παρά σεαυτώ.
2. Φύλαττε τας εντολάς μου, και θέλεις ζήσει·
και τον νόμον μου, ως την κόρην των οφθαλμών σου.
3. Δέσον αυτά επί τους δακτύλους σου, εγχάραξον
αυτά επί την πλάκα της καρδίας σου.
4. Ειπέ προς την σοφίαν; συ είσαι αδελφή μου·
και κάλεσον την φρόνησιν συγγενή σου·
5. διά να σε φυλάττωσιν από ξένης γυναικός, από
αλλοτρίας κολακευούσης διά των λόγων αυτής.
6. Επειδή από του παραθύρου της οικίας μου έκυψα
διά του δικτυωτού μου·
7. και είδον μεταξύ των αφρόνων, παρετήρησα μεταξύ
των νεανίσκων, νέον ενδεή φρενών·
8. όστις διέβαινε διά της πλατείας, πλησίον της
γωνίας αυτής, και διήρχετο την οδόν προς την οικίαν αυτής,
9. εν τω εσπερινώ σκότει της ημέρας, εν τω σκοτασμώ
της νυκτός και τω γνόφω·
10. και ιδού, συναπαντά αυτόν γυνή έχουσα σχήμα
πορνικόν, και καρδίαν δολιόφρονα,
11. φλύαρος και αναιδής· οι πόδες αυτής δεν μένουσιν
εν τω οίκω αυτής·
12. τώρα είναι έξω, τώρα εν ταις πλατείαις, και
ενεδρεύει πλησίον πάσης γωνίας.
13. Και πιάνει αυτόν και φιλεί αυτόν και με αναιδές
πρόσωπον λέγει προς αυτόν,
14. Έχω θυσίας ειρηνικάς· σήμερον απέδωκα τας
ευχάς μου·
15. διά τούτο εξήλθον εις απάντησίν σου, ποθούσα
το πρόσωπόν σου, και σε εύρηκα·
16. έστρωσα την κλίνην μου με πέπλους, με τάπητας
πεποικιλμένους, με νήματα της Αιγύπτου·
17. εθυμίασα την κλίνην μου με σμύρναν, αλόην
και κινάμωμον·
18. ελθέ, ας μεθυσθώμεν από έρωτος μέχρι της
αυγής· ας εντρυφήσωμεν εις έρωτας·
19. διότι δεν είναι ο ανήρ εν τη οικία αυτού,
υπήγεν εις οδόν μακράν·
20. έλαβε βαλάντιον αργυρίου εν τη χειρί αυτού·
εν ωρισμένω καιρώ θέλει επανέλθει εις την οικίαν αυτού.
21. Διά της πολλής αυτής τέχνης απεπλάνησεν αυτόν·
διά της κολακείας των χειλέων αυτής είλκυσεν αυτόν.
22. Ευθύς ακολουθεί αυτήν κατόπιν, καθώς ο βους
υπάγει εις την σφαγήν, ή καθώς η έλαφος πηδά εις τον βρόχον,
23. εωσού βέλος διαπεράση το ήπαρ αυτής· καθώς
το πτηνόν σπεύδει εις την παγίδα και δεν εξεύρει ότι είναι εναντίον της
ζωής αυτού.
24. Τώρα λοιπόν ακούσατέ μου, τέκνα, και προσέχετε
εις τους λόγους του στόματός μου.
25. Ας μη εκκλίνη εις τας οδούς αυτής η καρδία
σου, μη παρεκτραπής εις τας τρίβους αυτής.
26. Διότι πολλούς έκαμε να πέσωσι πεπληγωμένοι,
και δυνατοί είναι οι φονευθέντες υπ' αυτής.
27. Οδοί άδου είναι ο οίκος αυτής, καταβαίνουσαι
εις τα ταμεία του θανάτου.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 8o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 8
1. Δεν κράζει η σοφία; και δεν εκπέμπει την φωνήν
αυτής η σύνεσις;
2. Ίσταται επί της κορυφής των υψηλών τόπων,
υπέρ την οδόν, εν τω μέσω των τριόδων.
3. Κράζει πλησίον των πυλών, εν τη εισόδω της
πόλεως, εν τη εισόδω των θυρών·
4. προς εσάς, άνθρωποι, κράζω·
και η φωνή μου εκπέμπεται προς τους υιούς των ανθρώπων.
5. Απλοί, νοήσατε φρόνησιν· και άφρονες, αποκτήσατε
νοήμονα καρδίαν.
6. Ακούσατε· διότι θέλω λαλήσει πράγματα έξοχα,
και τα χείλη μου θέλουσι προφέρει ορθά.
7. Διότι αλήθειαν θέλει λαλήσει ο λάρυγξ μου·
τα δε χείλη μου βδελύττονται την ασέβειαν.
8. Πάντες οι λόγοι του στόματός μου είναι μετά
δικαιοσύνης· δεν υπάρχει εν αυτοίς δόλιον διεστραμμένον·
9. Πάντες είναι σαφείς εις τον νοούντα και ορθοί
εις τους ευρίσκοντας γνώσιν.
10. Λάβετε την παιδείαν μου, και μη αργύριον·
και γνώσιν, μάλλον παρά χρυσίον εκλεκτόν.
11. Διότι η σοφία είναι καλητέρα λίθων πολυτίμων·
και πάντα τα επιθυμητά πράγματα δεν είναι αντάξια αυτής.
12. Εγώ η σοφία κατοικώ μετά της φρονήσεως, και
εφευρίσκω γνώσιν συνετών βουλευμάτων.
13. Ο φόβος του Κυρίου είναι να μισή τις το κακόν·
αλαζονείαν και αυθάδειαν και πονηράν οδόν και διεστραμμένον στόμα εγώ μισώ.
14. Εμού είναι η βουλή και η ασφάλεια· εγώ είμαι
η σύνεσις· εμού η δύναμις.
15. Δι' εμού οι βασιλείς βασιλεύουσι, και οι
άρχοντες θεσπίζουσι δικαιοσύνην.
16. Δι' εμού οι ηγεμόνες ηγεμονεύουσι, και οι
μεγιστάνες, πάντες οι κριταί της γής·
17. Εγώ τους εμέ αγαπώντας αγαπώ· και οι ζητούντές
με θέλουσι με ευρεί.
18. Πλούτος και δόξα είναι μετ' εμού, αγαθά διαμένοντα
και δικαιοσύνη.
19. Οι καρποί μου είναι καλήτεροι χρυσίου και
χρυσίου καθαρού· και τα γεννήματά μου, εκλεκτού αργυρίου.
20. Περιπατώ εν οδώ δικαιοσύνης, αναμέσον των
τρίβων της κρίσεως,
21. διά να κάμω τους αγαπώντάς με να κληρονομήσωσιν
αγαθά, και να γεμίσω τους θησαυρούς αυτών.
22. Ο Κύριος με είχεν εν τη αρχή των οδών αυτού,
προ των έργων αυτού, απ' αιώνος.
23. Προ του αιώνος με έχρισεν, απ' αρχής, πριν
υπάρξη η γη.
24. Εγεννήθην ότε δεν ήσαν αι άβυσσοι, ότε δεν
υπήρχον αι πηγαί αι αναβρύουσαι ύδατα·
25. Πριν τα όρη θεμελιωθώσι, προ των λόφων, εγώ
εγεννήθην·
26. ενώ δεν είχεν έτι κάμει την γην ούτε πεδιάδας,
ούτε κορυφάς χωμάτων της οικουμένης.
27. Ότε ητοίμαζε τους ουρανούς, εγώ ήμην εκεί·
ότε περιέγραφε καμάραν υπεράνω του προσώπου της αβύσσου·
28. ότε εστερέονε τον αιθέρα επάνω· ότε ωχύρονε
τας πηγάς της αβύσσου·
29. ότε επέβαλλε τον νόμον αυτού εις την θάλασσαν,
να μη παραβώσι τα ύδατα το πρόσταγμα αυτού· ότε διέταττε τα θεμέλια της
γής·
30. τότε ήμην πλησίον αυτού δημιουργούσα· και
εγώ ήμην καθ' ημέραν η τρυφή αυτού, ευφραινομένη πάντοτε ενώπιον αυτού,
31. ευφραινομένη εν τη οικουμένη της γης αυτού·
και η τρυφή μου ήτο μετά των υιών των ανθρώπων.
32. Τώρα λοιπόν ακούσατέ μου, ω τέκνα· διότι
μακάριοι οι φυλάττοντες τας οδούς μου.
33. Ακούσατε παιδείαν και γένεσθε σοφοί, και
μη αποδοκιμάζετε αυτήν.
34. Μακάριος ο άνθρωπος, όστις μου ακούση, αγρυπνών
καθ' ημέραν εν ταις πύλαις μου, περιμένων εις τους παραστάτας των θυρών
μου·
35. διότι όστις εύρη εμέ, θέλει ευρεί ζωήν, και
θέλει λάβει χάριν παρά Κυρίου.
36. Όστις όμως αμαρτήση εις εμέ, την εαυτού ψυχήν
αδικεί· πάντες οι μισούντές με αγαπώσι θάνατον.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 9o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 9
1. Η σοφία ωκοδόμησε τον οίκον αυτής, ελατόμησε
τους στύλους αυτής επτά·
2. έσφαξε τη σφάγια αυτής, εκέρασε τον οίνον
αυτής, και ητοίμασε την τράπεζαν αυτής·
3. απέστειλε τας θεραπαίνας αυτής, κηρύττει επί
των υψηλών τόπων της πόλεως,
4. Όστις είναι άφρων, ας στραφή εδώ· και, προς
τους ενδεείς φρενών, λέγει προς αυτούς,
5. Έλθετε, φάγετε από του άρτου μου, και πίετε
από του οίνου τον οποίον εκέρασα·
6. αφήσατε την αφροσύνην και ζήσατε· και κατευθύνθητε
εν τη οδώ της συνέσεως.
7. Ο νουθετών χλευαστήν λαμβάνει εις εαυτόν ατιμίαν·
και ο ελέγχων τον ασεβή λαμβάνει εις εαυτόν μώμον.
8. Μη έλεγχε χλευαστήν, διά να μη σε μισήση·
έλεγχε σοφόν, και θέλει σε αγαπήσει.
9. Δίδε αφορμήν εις τον σοφόν και θέλει γείνει
σοφώτερος· δίδασκε τον δίκαιον και θέλει αυξηθή εις μάθησιν.
10. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου· και επίγνωσις αγίων
φρόνησις.
11. Διότι δι' εμού αι ημέραι σου θέλουσι πολλαπλασιασθή,
και έτη ζωής θέλουσι προστεθή εις σε.
12. Εάν γείνης σοφός, θέλεις είσθαι σοφός διά
σεαυτόν· και εάν γείνης χλευαστής, συ μόνος θέλεις πάσχει.
13. Γυνή άφρων, θρασεία, ανόητος και μη γνωρίζουσα
μηδέν·
14. κάθηται εν τη θύρα της οικίας αυτής επί θρόνου,
εν τοις υψηλοίς τόποις της πόλεως,
15. προσκαλούσα τους διαβάτας τους κατευθυνομένους
εις την οδόν αυτών·
16. όστις είναι άφρων, ας στραφή εδώ· και προς
τον ενδεή φρενών, λέγει προς αυτόν,
17. Τα κλοπιμαία ύδατα είναι γλυκέα, και ο κρύφιος
άρτος είναι ηδύς.
18. Αλλ' αυτός αγνοεί ότι εκεί είναι οι νεκροί,
και εις τα βάθη του άδου οι κεκλημένοι αυτής.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 10
1. Παροιμίαι Σολομώντος. Υιός σοφός ευφραίνει
πατέρα· υιός δε άφρων είναι λύπη της μητρός αυτού.
2. Οι θησαυροί της ανομίας δεν ωφελούσιν· η δε
δικαιοσύνη ελευθερόνει εκ θανάτου.
3. Ο Κύριος δεν θέλει λιμοκτονήσει ψυχήν δικαίου·
ανατρέπει δε την περιουσίαν των ασεβών.
4. Η οκνηρά χειρ πτωχείαν φέρει· πλουτίζει δε
η χειρ του επιμελούς.
5. Ο συνάγων εν τω θέρει είναι υιός συνέσεως·
ο δε κοιμώμενος εν τω θερισμώ υιός αισχύνης.
6. Ευλογία επί την κεφαλήν του δικαίου· το στόμα
δε των ασεβών αδικία καλύπτει.
7. Η μνήμη του δικαίου είναι μετ' ευλογίας· το
δε όνομα των ασεβών σήπεται.
8. Ο σοφός την καρδίαν θέλει δέχεσθαι εντολάς·
ο δε μωρός τα χείλη θέλει υποσκελισθή.
9. Ο περιπατών εν ακεραιότητι περιπατεί ασφαλώς·
ο δε διαστρέφων τας οδούς αυτού θέλει γνωρισθή.
10. Όστις νεύει διά του οφθαλμού, προξενεί οδύνην·
ο δε μωρός τα χείλη θέλει υποσκελισθή.
11. Το στόμα του δικαίου είναι πηγή ζωής· το
στόμα δε των ασεβών αδικία καλύπτει.
12. Το μίσος διεγείρει έριδας· αλλ' η αγάπη καλύπτει
πάντα τα σφάλματα.
13. Εις τα χείλη του συνετού ευρίσκεται η σοφία·
η δε ράβδος είναι διά την ράχιν του ενδεούς φρενών.
14. Οι σοφοί αποταμιεύουσι γνώσιν· το στόμα δε
του προπετούς είναι πλησίον απωλείας.
15. Τα αγαθά του πλουσίου είναι η οχυρά αυτού
πόλις· καταστροφή δε των πενήτων πτωχεία αυτών.
16. Τα έργα του δικαίου είναι εις ζωήν· το προϊόν
του ασεβούς εις αμαρτίαν.
17. Ο φυλάττων την παιδείαν ευρίσκεται εν οδώ
ζωής· ο δε εγκαταλείπων τον έλεγχον αποπλανάται.
18. Όστις καλύπτει μίσος υπό χείλη ψευδή, και
όστις προφέρει συκοφαντίαν, είναι άφρων.
19. Εν τη πολυλογία δεν λείπει αμαρτία· αλλ'
όστις κρατεί τα χείλη αυτού, είναι συνετός.
20. Η γλώσσα του δικαίου αργύριον εκλεκτόν· η
καρδία των ασεβών πράγμα μηδαμινόν.
21. Τα χείλη του δικαίου βόσκουσι πολλούς· οι
δε άφρονες αποθνήσκουσι δι' έλλειψιν φρενών.
22. Η ευλογία του Κυρίου πλουτίζει, και λύπη
δεν θέλει προστεθή εις αυτήν.
23. Ως γέλως είναι εις τον άφρονα να πράττη κακόν·
η δε σοφία είναι ανδρός συνετού.
24. Ο φόβος του ασεβούς θέλει επέλθει επ' αυτόν·
η επιθυμία δε των δικαίων θέλει εκπληρωθή.
25. Καθώς παρέρχεται ο ανεμοστρόβιλος, ούτως
ο ασεβής δεν υπάρχει· ο δε δίκαιος θέλει είσθαι τεθεμελιωμένος εις τον
αιώνα.
26. Καθώς το όξος εις τους οδόντας και ο καπνός
εις τους οφθαλμούς, ούτως είναι ο οκνηρός εις τους αποστέλλοντας αυτόν.
27. Ο φόβος του Κυρίου προσθέτει ημέρας· τα δε
έτη των ασεβών θέλουσιν ελαττωθή.
28. Η προσδοκία των δικαίων θέλει είσθαι ευφροσύνη·
η ελπίς όμως των ασεβών θέλει απολεσθή.
29. Η οδός του Κυρίου είναι οχύρωμα εις τον άμεμπτον,
όλεθρος δε εις τους εργάτας της ανομίας.
30. Ο δίκαιος εις τον αιώνα δεν θέλει σαλευθή·
οι δε ασεβείς δεν θέλουσι κατοικήσει την γην.
31. Το στόμα του δικαίου αναδίδει σοφίαν· η δε
ψευδής γλώσσα θέλει εκκοπή.
32. Τα χείλη του δικαίου γνωρίζουσι το ευχάριστον·
το στόμα δε των ασεβών τα διεστραμμένα.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 11
1. Δολία πλάστιγξ βδέλυγμα εις τον Κύριον· δίκαιον
δε ζύγιον ευαρέστησις αυτού.
2. Όπου εισέλθη υπερηφανία, εισέρχεται και καταισχύνη·
η δε σοφία είναι μετά των ταπεινών.
3. Η ακεραιότης των ευθέων θέλει οδηγεί αυτούς·
η δε υπουλότης των σκολιών θέλει απολέσει αυτούς.
4. Τα πλούτη δεν ωφελούσιν εν ημέρα οργής· η
δε δικαιοσύνη ελευθερόνει εκ θανάτου.
5. Η δικαιοσύνη του ακεραίου θέλει ορθοτομήσει
την οδόν αυτού· ο δε ασεβής θέλει πέσει διά της ασεβείας αυτού.
6. Η δικαιοσύνη των ευθέων θέλει ελευθερώσει
αυτούς· οι δε παραβάται θέλουσι συλληφθή εν τη κακία αυτών.
7. Όταν ο ασεβής άνθρωπος αποθνήσκη, η ελπίς
αυτού απόλλυται· απόλλυται και η προσδοκία των ανόμων.
8. Ο δίκαιος ελευθερόνεται εκ της θλίψεως, αντ'
αυτού δε εισέρχεται ο ασεβής.
9. Ο υποκριτής διά του στόματος αφανίζει τον
πλησίον αυτού· αλλ' οι δίκαιοι θέλουσιν ελευθερωθή διά της γνώσεως.
10. Εις την ευόδωσιν των δικαίων η πόλις ευφραίνεται·
και εις τον όλεθρον των ασεβών αγάλλεται.
11. Διά της ευλογίας των ευθέων υψόνεται πόλις·
διά του στόματος δε των ασεβών καταστρέφεται.
12. Ο ενδεής φρενών περιφρονεί τον πλησίον αυτού·
ο δε φρόνιμος άνθρωπος σιωπά.
13. Ο σπερμολόγος περιέρχεται αποκαλύπτων τα
μυστικά· ο δε την ψυχήν πιστός κρύπτει το πράγμα.
14. Όπου δεν είναι κυβέρνησις, ο λαός πίπτει·
εκ του πλήθους δε των συμβούλων προέρχεται σωτηρία.
15. Όστις εγγυάται δι' άλλον, θέλει πάθει κακόν·
και όστις μισεί την εγγύησιν, είναι ασφαλής.
16. Η εύκοσμος γυνή απολαμβάνει τιμήν· οι δε
καρτερικοί απολαμβάνουσι πλούτη.
17. Ο ελεήμων άνθρωπος αγαθοποιεί την ψυχήν αυτού·
ο δε ανελεήμων θλίβει την σάρκα αυτού.
18. Ο ασεβής εργάζεται έργον ψευδές· εις δε τον
σπείροντα δικαιοσύνην θέλει είσθαι μισθός ασφαλής.
19. Καθώς η δικαιοσύνη τείνει εις ζωήν, ούτως
ο κυνηγών το κακόν τρέχει εις τον θάνατον αυτού.
20. Οι διεστραμμένοι την καρδίαν είναι βδέλυγμα
εις τον Κύριον· αλλ' οι άμεμπτοι την οδόν είναι δεκτοί εις αυτόν.
21. Και χειρ με χείρα εάν συνάπτηται, ο ασεβής
δεν θέλει μένει ατιμώρητος· το δε σπέρμα των δικαίων θέλει ελευθερωθή.
22. Ως έρρινον χρυσούν εις χοίρου μύτην, ούτω
γυνή ώραία χωρίς φρονήσεως.
23. Η επιθυμία των δικαίων είναι μόνον το καλόν·
η προσδοκία δε των ασεβών οργή.
24. Οι μεν σκορπίζουσι, και όμως περισσεύονται·
οι δε παρά το δέον φείδονται, και όμως έρχονται εις ένδειαν.
25. Η αγαθοποιός ψυχή θέλει παχυνθή· και όστις
ποτίζει, θέλει ποτισθή και αυτός.
26. Όστις κρατεί σίτον, θέλει είσθαι λαοκατάρατος·
ευλογία δε θέλει είσθαι επί την κεφαλήν του πωλούντος.
27. Όστις προθυμείται εις το καλόν, θέλει απολαύσει
χάριν· αλλ' όστις ζητεί το κακόν, θέλει επέλθει επ' αυτόν.
28. Όστις ελπίζει επί τον πλούτον αυτού, ούτος
θέλει πέσει· οι δε δίκαιοι ως βλαστός θέλουσιν ανθήσει.
29. Όστις ταράττει τον οίκον αυτού, θέλει κληρονομήσει
άνεμον· και ο άφρων θέλει είσθαι δούλος εις τον φρόνιμον.
30. Ο καρπός του δικαίου είναι δένδρον ζωής·
και όστις κερδίζει ψυχάς, είναι σοφός.
31. Αν ο δίκαιος παιδεύηται επί της γης, πολλώ
μάλλον ο ασεβής και ο αμαρτωλός.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 12
1. Όστις αγαπά παιδείαν, αγαπά γνώσιν· αλλ' όστις
μισεί έλεγχον, είναι άφρων.
2. Ο καλός ευρίσκει χάριν παρά Κυρίου· τον δε
μηχανευόμενον κακά θέλει καταδικάσει.
3. Δεν θέλει στερεωθή άνθρωπος διά της ανομίας·
η ρίζα δε των δικαίων θέλει μένει ασάλευτος.
4. Η ενάρετος γυνή είναι στέφανος εις τον άνδρα
αυτής· η δε προξενούσα αισχύνην είναι ως σαπρία εις τα οστά αυτού.
5. Οι λογισμοί των δικαίων είναι ευθύτης· αι
δε βουλαί των ασεβών δόλος.
6. Οι λόγοι των ασεβών ενεδρεύουσιν αίμα· το
δε στόμα των ευθέων θέλει ελευθερώσει αυτούς.
7. Οι ασεβείς καταστρέφονται και δεν υπάρχουσιν·
ο οίκος δε των δικαίων θέλει διαμένει.
8. Ο άνθρωπος εγκωμιάζεται κατά την σύνεσιν αυτού·
ο δε διεστραμμένος την καρδίαν θέλει είσθαι εις καταφρόνησιν.
9. Καλήτερος ο άνθρωπος ο μη τιμώμενος και επαρκών
εις εαυτόν, παρά ο κενοδοξών και στερούμενος άρτου.
10. Ο δίκαιος επιμελείται την ζωήν του κτήνους
αυτού· τα δε σπλάγχνα των ασεβών είναι ανελεήμονα.
11. Ο εργαζόμενος την γην αυτού θέλει χορτασθή
άρτον· ο δε ακολουθών τους ματαιόφρονας είναι ενδεής φρενών.
12. Ο ασεβής ζητεί την υπεράσπισιν των κακών·
αλλ' η ρίζα του δικαίου αναδίδει.
13. Δι' αμαρτίαν χειλέων παγιδεύεται ο ασεβής·
ο δε δίκαιος εξέρχεται εκ στενοχωρίας.
14. Εκ των καρπών του στόματος αυτού ο άνθρωπος
θέλει εμπλησθή αγαθών· και η αμοιβή των χειρών του ανθρώπου θέλει επιστρέψει
εις αυτόν.
15. Η οδός του άφρονος είναι ορθή εις τους οφθαλμούς
αυτού· ο δε ακούων συμβουλάς είναι σοφός.
16. Ο άφρων φανερόνει ευθύς την οργήν αυτού·
ο δε φρόνιμος σκεπάζει το όνειδος αυτού.
17. Ο λαλών αλήθειαν αναγγέλλει το δίκαιον· ο
δε ψευδομάρτυς δόλον.
18. Ο φλύαρος είναι ως τραύματα μαχαίρας· η δε
γλώσσα των σοφών, ίασις.
19. Τα χείλη της αληθείας θέλουσιν είσθαι σταθερά
διαπαντός· η δε ψευδής γλώσσα μόνον στιγμιαία.
20. Δόλος είναι εν τη καρδία των μηχανευομένων
κακά· ευφροσύνη δε εις τους βουλευομένους ειρήνην.
21. Ουδεμία βλάβη θέλει συμβή εις τον δίκαιον·
οι δε ασεβείς θέλουσιν εμπλησθή κακών.
22. Ψευδή χείλη βδέλυγμα εις τον Κύριον· οι δε
ποιούντες αλήθειαν είναι δεκτοί εις αυτόν.
23. Ο φρόνιμος άνθρωπος καλύπτει γνώσιν· η δε
καρδία των αφρόνων διακηρύττει μωρίαν.
24. Η χειρ των επιμελών θέλει εξουσιάζει· οι
δε οκνηροί θέλουσιν είσθαι υποτελείς.
25. Η λύπη εν τη καρδία του ανθρώπου ταπεινόνει
αυτήν· ο δε καλός λόγος ευφραίνει αυτήν.
26. Ο δίκαιος υπερέχει του πλησίον αυτού· η δε
οδός των ασεβών πλανά αυτούς.
27. Ο οκνηρός δεν επιτυγχάνει του θηράματος αυτού·
τα δε υπάρχοντα του επιμελούς ανθρώπου είναι πολύτιμα.
28. Εν τη οδώ της δικαιοσύνης είναι ζωή· και
η πορεία της οδού αυτής δεν φέρει εις θάνατον.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 13
1. Ο σοφός υιός δέχεται την διδασκαλίαν του πατρός·
ο δε χλευαστής δεν ακούει έλεγχον.
2. Εκ των καρπών του στόματος αυτού ο άνθρωπος
θέλει φάγει αγαθά· η δε ψυχή των ανόμων αδικίαν.
3. Ο φυλάττων το στόμα αυτού διαφυλάττει την
ζωήν αυτού· ο δε ανοίγων προπετώς τα χείλη αυτού θέλει απολεσθή.
4. Η ψυχή του οκνηρού επιθυμεί και δεν έχει·
η δε ψυχή των επιμελών θέλει χορτασθή.
5. Ο δίκαιος μισεί λόγον ψευδή· ο δε ασεβής καθίσταται
δυσώδης και άτιμος.
6. Η δικαιοσύνη φυλάττει τον τέλειον την οδόν·
η δε ασέβεια καταστρέφει τον αμαρτωλόν.
7. Υπάρχει άνθρωπος όστις κάμνει τον πλούσιον,
και δεν έχει ουδέν· και άλλος όστις κάμνει τον πτωχόν, και έχει πλούτον
πολύν.
8. Το λύτρον της ψυχής του ανθρώπου είναι ο πλούτος
αυτού· ο δε πτωχός δεν ακούει επίπληξιν.
9. Το φως των δικαίων είναι φαιδρόν· ο δε λύχνος
των ασεβών θέλει σβεσθή.
10. Μόνον από της υπερηφανίας προέρχεται η έρις·
η δε σοφία είναι μετά των δεχομένων συμβουλάς.
11. Τα εκ ματαιότητος πλούτη θέλουσιν ελαττωθή·
ο δε συνάγων με την χείρα αυτού θέλει αυξηνθή.
12. Η ελπίς αναβαλλομένη ατονίζει την καρδίαν·
το δε ποθούμενον, όταν έρχηται, είναι δένδρον ζωής.
13. Ο καταφρονών τον λόγον θέλει αφανισθή· ο
δε φοβούμενος την εντολήν, ούτος θέλει ανταμειφθή.
14. Ο νόμος του σοφού είναι πηγή ζωής, απομακρύνων
από παγίδων θανάτου.
15. Σύνεσις αγαθή δίδει χάριν· η δε οδός των
παρανόμων φέρει εις όλεθρον.
16. Πας φρόνιμος πράττει μετά γνώσεως· ο δε άφρων
ανακαλύπτει μωρίαν.
17. Ο κακός μηνυτής πίπτει εις δυστυχίαν· ο δε
πιστός πρέσβυς είναι ίασις.
18. Πτωχεία και αισχύνη θέλουσιν είσθαι εις τον
αποβάλλοντα την διδασκαλίαν· ο δε φυλάττων τον έλεγχον θέλει τιμηθή.
19. Επιθυμία εκπληρωθείσα ευφραίνει την ψυχήν·
εις δε τους άφρονας είναι βδελυρόν να εκκλίνωσιν από του κακού.
20. Ο περιπατών μετά σοφών θέλει είσθαι σοφός·
ο δε σύντροφος των αφρόνων θέλει απολεσθή.
21. Κακόν παρακολουθεί τους αμαρτωλούς· εις δε
τους δικαίους θέλει ανταποδοθή καλόν.
22. Ο αγαθός αφίνει κληρονομίαν εις υιούς υιών·
ο πλούτος δε του αμαρτωλού θησαυρίζεται διά τον δίκαιον.
23. Πολλήν τροφήν δίδει ο αγρός των πτωχών· τινές
δε δι' έλλειψιν κρίσεως αφανίζονται.
24. Ο φειδόμενος της ράβδου αυτού μισεί τον υιόν
αυτού· αλλ' ο αγαπών αυτόν παιδεύει αυτόν εν καιρώ.
25. Ο δίκαιος τρώγει μέχρι χορτασμού της ψυχής
αυτού· η δε κοιλία των ασεβών θέλει στερείσθαι.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 14
1. Αι σοφαί γυναίκες οικοδομούσι τον οίκον αυτών·
η δε άφρων κατασκάπτει αυτόν διά των χειρών αυτής.
2. Ο περιπατών εν τη ευθύτητι αυτού φοβείται
τον Κύριον· ο δε σκολιός τας οδούς αυτού καταφρονεί αυτόν.
3. Εν στόματι άφρονος είναι η ράβδος της υπερηφανίας·
τα δε χείλη των σοφών θέλουσι φυλάττει αυτούς.
4. Όπου δεν είναι βόες, η αποθήκη είναι κενή·
η δε αφθονία των γεννημάτων είναι εκ της δυνάμεως του βοός.
5. Ο αληθής μάρτυς δεν θέλει ψεύδεσθαι· ο δε
ψευδής μάρτυς εκχέει ψεύδη.
6. Ο χλευαστής ζητεί σοφίαν και δεν ευρίσκει·
εις δε τον συνετόν είναι εύκολος η μάθησις.
7. Ύπαγε κατέναντι του άφρονος ανθρώπου και δεν
θέλεις ευρεί χείλη συνέσεως.
8. Η σοφία του φρονίμου είναι να γνωρίζη την
οδόν αυτού· η δε μωρία των αφρόνων αποπλάνησις.
9. Οι άφρονες γελώσιν εις την ανομίαν· εν μέσω
δε των ευθέων είναι χάρις.
10. Η καρδία του ανθρώπου γνωρίζει την πικρίαν
της ψυχής αυτού· και ξένος δεν συμμετέχει της χαράς αυτής.
11. Η οικία των ασεβών θέλει αφανισθή· η δε σκηνή
των ευθέων θέλει ανθεί.
12. Υπάρχει οδός, ήτις φαίνεται ορθή εις τον
άνθρωπον, αλλά τα τέλη αυτής φέρουσιν εις θάνατον.
13. Έτι και εις τον γέλωτα πονεί η καρδία· και
το τέλος της χαράς είναι λύπη.
14. Ο διεφθαρμένος την καρδίαν θέλει εμπλησθή
από των οδών αυτού· ο δε αγαθός άνθρωπος αφ' εαυτού.
15. Ο απλούς πιστεύει εις πάντα λόγον· ο δε φρόνιμος
προσέχει εις τα βήματα αυτού.
16. Ο σοφός φοβείται και φεύγει από του κακού·
αλλ' ο άφρων προχωρεί και θρασύνεται.
17. Ο οξύθυμος πράττει αστοχάστως· και ο κακόβουλος
άνθρωπος είναι μισητός.
18. Οι άφρονες κληρονομούσι μωρίαν· οι δε φρόνιμοι
στεφανούνται σύνεσιν.
19. Οι κακοί υποκλίνουσιν έμπροσθεν των αγαθών,
και οι ασεβείς εις τας πύλας των δικαίων.
20. Ο πτωχός μισείται και υπό του πλησίον αυτού·
του δε πλουσίου οι φίλοι πολλοί.
21. Ο καταφρονών τον πλησίον αυτού αμαρτάνει·
ο δε ελεών τους πτωχούς είναι μακάριος.
22. Δεν πλανώνται οι βουλευόμενοι κακόν; έλεος
όμως και αλήθεια θέλει είσθαι εις τους βουλευομένους αγαθόν.
23. Εν παντί κόπω υπάρχει κέρδος· η δε φλυαρία
των χειλέων φέρει μόνον εις ένδειαν.
24. Τα πλούτη των σοφών είναι στέφανος εις αυτούς·
των δε αφρόνων η υπεροχή μωρία.
25. Ο αληθής μάρτυς ελευθερόνει ψυχάς· ο δε δόλιος
εκχέει ψεύδη.
26. Εν τω φόβω του Κυρίου είναι ελπίς ισχυρά·
και εις τα τέκνα αυτού θέλει υπάρχει καταφύγιον.
27. Ο φόβος του Κυρίου είναι πηγή ζωής, απομακρύνων
από παγίδων θανάτου.
28. Εν τω πλήθει του λαού είναι η δόξα του βασιλέως·
εν δε τη ελλείψει του λαού ο αφανισμός του ηγεμονεύοντος.
29. Ο μακρόθυμος έχει μεγάλην φρόνησιν· ο δε
οξύθυμος ανεγείρει την αφροσύνην αυτού.
30. Η υγιαίνουσα καρδία είναι ζωή της σαρκός·
ο δε φθόνος σαπρία των οστέων.
31. Ο καταθλίβων τον πένητα ονειδίζει τον Ποιητήν
αυτού· ο δε τιμών αυτόν ελεεί τον πτωχόν.
32. Ο ασεβής εκτινάσσεται εν τη ασεβεία αυτού·
ο δε δίκαιος και εν τω θανάτω αυτού έχει ελπίδα.
33. Εν τη καρδία του συνετού επαναπαύεται σοφία·
εν μέσω δε των αφρόνων φανερούται.
34. Η δικαιοσύνη υψόνει έθνος· η δε αμαρτία είναι
όνειδος λαών.
35. Εύνοια του βασιλέως είναι προς φρόνιμον δούλον·
θυμός δε αυτού προς τον προξενούντα αισχύνην.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
English
[<]---[>]
Proverbs 15
1. Η γλυκεία απόκρισις καταπραΰνει θυμόν· αλλ'
ο λυπηρός λόγος διεγείρει οργήν.
2. Η γλώσσα των σοφών καλλωπίζει την γνώσιν·
το στόμα δε των αφρόνων εξερεύγεται μωρίαν.
3. Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι εν παντί τόπω,
παρατηρούντες κακούς και αγαθούς.
4. Η υγιαίνουσα γλώσσα είναι δένδρον ζωής· η
δε διεστραμμένη, σύντριψις εις το πνεύμα.
5. Ο άφρων καταφρονεί την διδασκαλίαν του πατρός
αυτού· ο δε φυλάττων έλεγχον είναι φρόνιμος.
6. Εν τω οίκω του δικαίου είναι θησαυρός πολύς·
εις δε το εισόδημα του ασεβούς διασκορπισμός.
7. Τα χείλη των σοφών διαδίδουσι γνώσιν· αλλ'
η καρδία των αφρόνων δεν είναι ούτως.
8. Η θυσία των ασεβών είναι βδέλυγμα εις τον
Κύριον· αλλ' η δέησις των ευθέων ευπρόσδεκτος εις αυτόν.
9. Βδέλυγμα είναι εις τον Κύριον η οδός του ασεβούς·
αγαπά δε τον θηρεύοντα την δικαιοσύνην.
10. Η διδασκαλία είναι δυσάρεστος εις τον εγκαταλείποντα
την οδόν· ο μισών τον έλεγχον θέλει τελευτήσει.
11. Ο άδης και η απώλεια είναι έμπροσθεν του
Κυρίου· πόσω μάλλον αι καρδίαι των υιών των ανθρώπων;
12. Ο χλευαστής δεν αγαπά τον ελέγχοντα αυτόν,
ουδέ θέλει υπάγει προς τους σοφούς.
13. Καρδία ευφραινομένη ιλαρύνει το πρόσωπον·
υπό δε της λύπης της καρδίας καταθλίβεται το πνεύμα.
14. Η καρδία του συνετού ζητεί γνώσιν· το δε
στόμα των αφρόνων βόσκει μωρίαν.
15. Πάσαι αι ημέραι του τεθλιμμένου είναι κακαί·
ο δε ευφραινόμενος την καρδίαν έχει ευωχίαν παντοτεινήν.
16. Καλήτερον το ολίγον εν φόβω Κυρίου, παρά
θησαυροί πολλοί και ταραχή εν αυτοίς.
17. Καλήτερον ξενισμός λαχάνων
μετά αγάπης, παρά μόσχος σιτευτός μετά μίσους.
18. Ο θυμώδης άνθρωπος διεγείρει μάχας· ο δε
μακρόθυμος καταπαύει έριδας.
19. Η οδός του οκνηρού είναι ως πεφραγμένη από
ακάνθας· αλλ' η οδός των ευθέων είναι εξωμαλισμένη.
20. Υιός σοφός ευφραίνει πατέρα· ο δε μωρός άνθρωπος
καταφρονεί την μητέρα αυτού.
21. Η μωρία είναι χαρά εις τον ενδεή φρενών·
ο δε συνετός άνθρωπος περιπατεί ορθώς.
22. Όπου συμβούλιον δεν υπάρχει, οι σκοποί ματαιόνονται·
εν δε τω πλήθει των συμβούλων στερεόνονται.
23. Χαρά εις τον άνθρωπον διά την απόκρισιν του
στόματος αυτού, και λόγος εν καιρώ, πόσον καλός είναι.
24. Η οδός της ζωής εις τον συνετόν είναι προς
τα άνω, διά να εκκλίνη από του άδου κάτω.
25. Ο Κύριος καταστρέφει τον οίκον των υπερηφάνων·
στερεόνει δε το όριον της χήρας.
26. Οι λογισμοί του πονηρού είναι βδέλυγμα εις
τον Κύριον· των δε καθαρών οι λόγοι ευάρεστοι.
27. Ο δωρολήπτης ταράττει
τον οίκον αυτού· αλλ' όστις μισεί τα δώρα θέλει ζήσει.
28. Η καρδία του δικαίου προμελετά διά να αποκριθή·
το δε στόμα των ασεβών εξερεύγεται κακά.
29. Ο Κύριος είναι μακράν από των ασεβών· εισακούει
δε της δεήσεως των δικαίων.
30. Το φως των οφθαλμών ευφραίνει την καρδίαν·
και η καλή φήμη παχύνει τα οστά.
31. Το ωτίον, το οποίον ακούει τον έλεγχον της
ζωής, διατρίβει μεταξύ των σοφών.
32. Όστις απωθεί την διδασκαλίαν, αποστρέφεται
την ψυχήν αυτού· αλλ' όστις ακούει τον έλεγχον, αποκτά σύνεσιν.
33. Ο φόβος του Κυρίου είναι διδασκαλία σοφίας·
και η ταπείνωσις προπορεύεται της δόξης.
[>]