ΧΡΟΝΙΚΩΝ
Β' 1o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 1
1. Και εκραταιώθη
ο Σολομών ο υιός του Δαβίδ εις την βασιλείαν αυτού· και Κύριος ο Θεός αυτού
ήτο μετ' αυτού, και εμεγάλυνεν αυτόν εις άκρον.
2. Και ελάλησεν ο
Σολομών προς πάντα τον Ισραήλ, προς τους χιλιάρχους και εκατοντάρχους και
προς τους κριτάς και προς πάντας τους άρχοντας παντός του Ισραήλ, τους
αρχηγούς των πατριών·
3. και υπήγαν ο Σολομών
και πάσα η σύναξις μετ' αυτού εις τον υψηλόν τόπον τον εν Γαβαών· διότι
εκεί ήτο η σκηνή του μαρτυρίου του Θεού, την οποίαν Μωϋσής, ο δούλος του
Κυρίου, έκαμεν εν τη ερήμω.
4. Ο δε Δαβίδ είχεν
αναβιβάσει την κιβωτόν του Θεού από Κιριάθ-ιαρείμ εις τον τόπον τον οποίον
προητοίμασεν ο Δαβίδ δι' αυτήν· διότι είχε στήσει σκηνήν δι' αυτήν εν Ιερουσαλήμ.
5. Και το χαλκούν
θυσιαστήριον, το οποίον έκαμε Βεσελεήλ ο υιός του Ουρί, υιού του Ωρ, ήτο
εκεί έμπροσθεν της σκηνής του Κυρίου· και εξεζήτησαν αυτό ο Σολομών και
η σύναξις.
6. Και ανέβη ο Σολομών
εκεί επί το χαλκούν θυσιαστήριον ενώπιον του Κυρίου, το εν τη σκηνή του
μαρτυρίου, και προσέφερεν επ' αυτό χίλια ολοκαυτώματα.
7. Κατ' εκείνην την
νύκτα εφάνη ο Θεός εις τον Σολομώντα και είπε προς αυτόν, Ζήτησον τι να
σοι δώσω.
8. Ο δε Σολομών είπε
προς τον Θεόν, Συ έκαμες μέγα έλεος προς Δαβίδ τον πατέρα μου, και με κατέστησας
βασιλέα αντ' αυτού·
9. τώρα, Κύριε Θεέ,
ας βεβαιωθή ο λόγος σου ο προς τον Δαβίδ τον πατέρα μου· διότι συ με έκαμες
βασιλέα επί λαόν πολύν ως το χώμα της γής·
10. δος τώρα εις εμέ
σοφίαν και σύνεσιν, διά να εξέρχωμαι και να εισέρχωμαι έμπροσθεν του λαού
τούτου· διότι τις δύναται να κρίνη τον λαόν σου τούτον τον μέγαν;
11. Και είπεν ο Θεός
προς τον Σολομώντα, Επειδή συνέλαβες τούτο εν τη καρδία σου, και δεν εζήτησας
πλούτη, αγαθά και δόξαν ουδέ την ζωήν των μισούντων σε, ουδέ πολυζωΐαν
εζήτησας, αλλ' εζήτησας εις σεαυτόν σοφίαν και σύνεσιν, διά να κρίνης τον
λαόν μου, επί τον οποίον σε έκαμα βασιλέα·
12. η σοφία και η
σύνεσις δίδεται εις σέ· και πλούτον και αγαθά και δόξαν θέλω δώσει εις
σε, ως δεν έγεινεν εις τους βασιλείς τους προ σου, ουδέ εις τους μετά σε
θέλουσι γείνει τοιαύτα.
13. Τότε επέστρεψεν
ο Σολομών εις Ιερουσαλήμ, από του υψηλού τόπου του εν Γαβαών, απ' έμπροσθεν
της σκηνής του μαρτυρίου, και εβασίλευεν επί τον Ισραήλ.
14. Και συνήθροισεν
ο Σολομών αμάξας και ιππείς· και είχε χιλίας τετρακοσίας αμάξας και δώδεκα
χιλιάδας ιππέων, τους οποίους έθεσεν εις τας πόλεις των αμαξών και πλησίον
του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ.
15. Και κατέστησεν
εν Ιερουσαλήμ ο βασιλεύς τον άργυρον και τον χρυσόν ως λίθους, και τας
κέδρους κατέστησεν ως τας εν τη πεδιάδι συκαμίνους, διά την αφθονίαν.
16. Εγίνετο δε εις
τον Σολομώντα εξαγωγή ίππων και λινού νήματος εξ Αιγύπτου· το μεν λινούν
νήμα ελάμβανον οι έμποροι του βασιλέως εις ωρισμένην τιμήν.
17. Ανεβίβαζον δε
και έφερον εξ Αιγύπτου μίαν άμαξαν διά εξακοσίους σίκλους αργυρούς, και
έκαστον ίππον διά εκατόν πεντήκοντα· και ούτω διά πάντας τους βασιλείς
των Χετταίων και διά τους βασιλείς της Συρίας η εξαγωγή εγίνετο διά χειρός
αυτών.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 2o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
-
II Chronicles 2
1. Και απεφάσισεν
ο Σολομών να οικοδομήση οίκον εις το όνομα του Κυρίου και οίκον βασιλικόν
εις εαυτόν,
2. Και ηρίθμησεν ο
Σολομών εβδομήκοντα χιλιάδας ανδρών αχθοφόρων, και ογδοήκοντα χιλιάδας
λιθοτόμων εν τω όρει, και τρεις χιλιάδας εξακοσίους επιστάτας επ' αυτών.
3. Και απέστειλεν
ο Σολομών προς Χουράμ τον βασιλέα της Τύρου, λέγων, Καθώς έκαμες εις τον
Δαβίδ τον πατέρα μου, και έπεμψας προς αυτόν κέδρους διά να οικοδομήση
εις εαυτόν οίκον να κατοικήση εν αυτώ, ούτω κάμε και εις εμέ.
4. Ιδού, εγώ οικοδομώ
οίκον εις το όνομα Κυρίου του Θεού μου, διά να καθιερώσω τούτον εις αυτόν,
διά να προσφέρηται ενώπιον αυτού θυμίαμα ευωδίας και οι παντοτεινοί άρτοι
της προθέσεως και τα ολοκαυτώματα τα πρωϊνά και εσπερινά, εν τοις σάββασι
και εν ταις νεομηνίαις και εν ταις επισήμοις εορταίς Κυρίου του Θεού ημών·
τούτο είναι χρέος του Ισραήλ εις τον αιώνα.
5. Και ο οίκος τον
οποίον οικοδομώ είναι μέγας· διότι μέγας ο Θεός ημών υπέρ πάντας τους θεούς.
6. Αλλά τις δύναται
να οικοδομήση εις αυτόν οίκον, ενώ ο ουρανός και ο ουρανός των ουρανών
δεν είναι ικανοί να χωρέσωσιν αυτόν; Τις δε είμαι εγώ, ώστε να οικοδομήσω
οίκον εις αυτόν; ειμή μόνον διά να θυσιάζω ενώπιον αυτού;
7. Τώρα λοιπόν απόστειλον
προς εμέ άνδρα σοφόν εις το να εργάζηται εις χρυσόν και εις άργυρον και
εις χαλκόν και εις σίδηρον και εις πορφύραν και εις κόκκινον και εις κυανούν,
και επιστήμονα εις το εγγλύφειν γλυφάς μετά των σοφών των μετ' εμού εν
τη Ιουδαία και εν τη Ιερουσαλήμ, τους οποίους Δαβίδ ο πατήρ μου ητοίμασεν.
8. Απόστειλόν μοι
και ξύλα κέδρινα, πεύκινα και ξύλα αλγουμείμ εκ του Λιβάνου· διότι εγώ
γνωρίζω ότι οι δούλοί σου εξεύρουσι να κόπτωσι ξύλα εν τω Λιβάνω· και ιδού,
οι δούλοί μου θέλουσιν είσθαι μετά των δούλων σου,
9. διά να ετοιμάσωσιν
εις εμέ ξύλα εν αφθονία· διότι ο οίκος τον οποίον εγώ οικοδομώ θέλει είσθαι
μέγας και θαυμαστός.
10. Και ιδού, θέλω
δώσει εις τους δούλους σου τους ξυλοτόμους είκοσι χιλιάδας κόρους σίτου
κοπανισμένου, και είκοσι χιλιάδας κόρους κριθής, και είκοσι χιλιάδας βαθ
οίνου, και είκοσι χιλιάδας βαθ ελαίου.
11. Και απεκρίθη ο
Χουράμ ο βασιλεύς της Τύρου δι' επιστολής, την οποίαν έστειλε προς τον
Σολομώντα, Επειδή ο Κύριος ηγάπησε τον λαόν αυτού, σε κατέστησε βασιλέα
επ' αυτούς·
12. είπεν έτι ο Χουράμ,
Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, ο ποιητής του ουρανού και της γης,
όστις έδωκεν εις τον Δαβίδ τον βασιλέα υιόν σοφόν, έχοντα φρόνησιν και
σύνεσιν, όστις θέλει οικοδομήσει οίκον εις τον Κύριον και οίκον βασιλικόν
εις εαυτόν·
13. αποστέλλω λοιπόν
τώρα άνθρωπον σοφόν, έχοντα σύνεσιν, του Χουράμ του πατρός μου,
14. υιόν γυναικός
εκ των θυγατέρων Δαν και πατρός Τυρίου, επιστήμονα εις το να εργάζηται
εις χρυσόν και εις άργυρον, εις χαλκόν, εις σίδηρον, εις λίθους και εις
ξύλα, εις πορφύραν, εις κυανούν και εις βύσσον και εις κόκκινον· και εις
το εγγλύφειν παν είδος γλυφής, και εφευρίσκειν πάσαν εφεύρεσιν εις ό,τι
προβληθή εις αυτόν, μετά των σοφών σου και μετά των σοφών του κυρίου μου
Δαβίδ του πατρός σου·
15. τώρα λοιπόν τον
σίτον και την κριθήν, το έλαιον και τον οίνον, τα οποία ο κύριός μου είπεν,
ας στείλη προς τους δούλους αυτού·
16. και ημείς θέλομεν
κόψει ξύλα εκ του Λιβάνου, κατά πάσαν την χρείαν σου, και θέλομεν φέρει
αυτά προς σε με σχεδίας διά θαλάσσης εις Ιόππην· και συ θέλεις αναβιβάσει
αυτά εις Ιερουσαλήμ.
17. Και ηρίθμησεν
ο Σολομών πάντας τους άνδρας τους ξένους τους εν γη Ισραήλ, μετά τον αριθμόν
καθ' ον Δαβίδ ο πατήρ αυτού ηρίθμησεν αυτούς· και ευρέθησαν εκατόν πεντήκοντα
τρεις χιλιάδες και εξακόσιοι.
18. Και εξ αυτών έκαμεν
εβδομήκοντα χιλιάδας αχθοφόρων, και ογδοήκοντα χιλιάδας λιθοτόμων εν τω
όρει, και τρεις χιλιάδας εξακοσίους εργοδιώκτας επί τον λαόν.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 3o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 3
1. Και ήρχισεν ο Σολομών να οικοδομή τον οίκον του Κυρίου
εν Ιερουσαλήμ εν τω όρει Μοριά, όπου εφάνη ο Κύριος εις τον Δαβίδ τον πατέρα
αυτού, εν τω τόπω τον οποίον ητοίμασεν ο Δαβίδ εν τω αλωνίω Ορνάν του Ιεβουσαίου.
2. Και ήρχισε να οικοδομή τη δευτέρα του δευτέρου μηνός,
εν τω τετάρτω έτει της βασιλείας αυτού.
3. Τούτο δε ήτο το σχέδιον του Σολομώντος διά να οικοδομήση
τον οίκον του Θεού· το μήκος εις πήχας, κατά το πρώτον μέτρον, ήτο εξήκοντα
πηχών, και το πλάτος είκοσι πηχών,
4. Και το πρόναον, το κατά πρόσωπον του οίκου, είχε μήκος
κατά το πλάτος του οίκου είκοσι πηχών, και ύψος εκατόν είκοσι· και εσκέπασεν
αυτό έσωθεν με χρυσίον καθαρόν.
5. Και εστέγασε τον οίκον τον μέγαν με ξύλα πεύκινα,
τα οποία και εσκέπασε με χρυσόν καθαρόν, και ενέγλυψεν επ' αυτόν φοίνικας
και αλύσεις.
6. Και εκόσμησε τον οίκον με λίθους τιμίους διά ώραιότητα·
το δε χρυσίον ήτο χρυσίον Φαρουΐμ.
7. Εσκέπασεν έτι με χρυσίον τον οίκον, τας δοκούς, τους
παραστάτας και τους τοίχους αυτού και τας θύρας αυτού· και ενέγλυψε χερουβείμ
επί των τοίχων.
8. Και έκαμε τον οίκον του αγίου των αγίων, το μήκος
αυτού κατά το πλάτος του οίκου, είκοσι πηχών, και το πλάτος αυτού είκοσι
πηχών· και εσκέπασεν αυτόν με χρυσίον καθαρόν εξακοσίων ταλάντων.
9. το βάρος δε των καρφίων ήτο πεντήκοντα σίκλοι χρυσίου.
Και εσκέπασε τα υπερώα με χρυσίον.
10. Και εν τω οίκω του αγίου των αγίων έκαμε δύο χερουβείμ
εργασίας γλυπτής και εσκέπασεν αυτά με χρυσίον.
11. Και αι πτέρυγες των χερουβείμ είχον μήκος είκοσι
πηχών· η μία πτέρυξ πέντε πηχών, εγγίζουσα τον τοίχον του οίκου· και η
άλλη πτέρυξ πέντε πηχών, εγγίζουσα την πτέρυγα του άλλου χερούβ.
12. Και η μία πτέρυξ του άλλου χερούβ πέντε πηχών, εγγίζουσα
τον τοίχον του οίκου· και η άλλη πτέρυξ πέντε πηχών, απτομένη της πτέρυγος
του άλλου χερούβ.
13. Αι πτέρυγες των χερουβείμ τούτων εξηπλούντο είκοσι
πήχας· και αυτά ίσταντο επί τους πόδας αυτών, τα δε πρόσωπα αυτών έβλεπον
προς τον οίκον.
14. Και έκαμε το καταπέτασμα εκ κυανού και πορφύρας και
κοκκίνου και βύσσου, και ύφανεν επ' αυτού χερουβείμ.
15. Έκαμεν έτι έμπροσθεν του οίκου δύο στύλους τριάκοντα
πέντε πηχών το μήκος, και το επίθεμα το επί της κεφαλής εκάστου, πέντε
πηχών.
16. Και έκαμεν αλύσεις εν τω χρηστηρίω, και έβαλεν αυτάς
επί των κεφαλών των στύλων· και έκαμεν εκατόν ρόδια και έβαλεν αυτά επί
των αλύσεων.
17. Και έστησε τους στύλους κατά πρόσωπον του ναού, ένα
εκ δεξιών και ένα εξ αριστερών· και εκάλεσε το όνομα του εκ δεξιών Ιαχείν
και το όνομα του εξ αριστερών Βοάς.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 4o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 4
1. Και έκαμε θυσιαστήριον χαλκούν, είκοσι πηχών το μήκος
αυτού, και είκοσι πηχών το πλάτος αυτού, και δέκα πηχών το ύψος αυτού.
2. Έκαμεν έτι την χυτήν θάλασσαν δέκα πηχών από χείλους
εις χείλος, στρογγύλην κύκλω, και το ύψος αυτής πέντε πηχών· και γραμμή
τριάκοντα πηχών περιεζώννυεν αυτήν κύκλω.
3. Και υπό το χείλος αυτής ήτο ομοίωμα βοών, περικυκλούντων
αυτήν κύκλω, δέκα κατά πήχην, περικυκλούντες την θάλασσαν κύκλω. Αι δύο
σειραί των βοών ήσαν χυμέναι ομού με αυτήν.
4. Ίστατο δε επί δώδεκα βοών· τρεις έβλεπον προς βορράν,
και τρεις έβλεπον προς δυσμάς, και τρεις έβλεπον προς νότον, και τρεις
έβλεπον προς ανατολάς· και η θάλασσα έκειτο επ' αυτών· και όλα τα οπίσθια
αυτών ήσαν προς τα έσω.
5. Και το πάχος αυτής ήτο μιας παλάμης και το χείλος
αυτής κατεσκευασμένον ως χείλος ποτηρίου, ως άνθος κρίνου· εχώρει δε πλήρης
ούσα τρεις χιλιάδας βαθ.
6. Έκαμεν έτι δέκα λουτήρας, και έθεσε πέντε εκ δεξιών
και πέντε εξ αριστερών, διά να πλύνωσιν εν αυτοίς· εκεί έπλυνον όσα ήσαν
διά ολοκαύτωσιν· η θάλασσα όμως ήτο διά να νίπτωνται εν αυτή οι ιερείς.
7. Και έκαμε τας χρυσάς λυχνίας δέκα, κατά το διατεταγμένον
περί αυτών, και έθεσεν αυτάς εν τω ναώ, πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ αριστερών.
8. Και έκαμε δέκα τραπέζας, και έθεσεν αυτάς εν τω ναώ,
πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ αριστερών. Και έκαμεν εκατόν χρυσάς λεκάνας.
9. Και έκαμε την αυλήν των ιερέων και την μεγάλην αυλήν,
και θύρας διά την αυλήν, και εσκέπασε τας θύρας αυτών με χαλκόν.
10. Και έθεσε την θάλασσαν κατά το δεξιόν πλευρόν προς
ανατολάς, απέναντι του μεσημβρινού μέρους.
11. Και έκαμεν ο Χουράμ τους λέβητας και τα πτυάρια και
τας λεκάνας· και ετελείωσεν ο Χουράμ κάμνων το έργον, το οποίον έκαμνεν
εις τον βασιλέα Σολομώντα διά τον οίκον του Θεού·
12. τους δύο στύλους, και τας σφαίρας και τα δύο επιθέματα
τα επί της κεφαλής των στύλων και τα δύο δικτυωτά διά να σκεπάζωσι τας
δύο σφαίρας των επιθεμάτων των επί της κεφαλής των στύλων·
13. και τετρακόσια ρόδια διά τα δύο δικτυωτά, δύο σειράς
ροδίων δι' έκαστον δικτυωτόν, διά να σκεπάζωσι τας δύο σφαίρας των επιθεμάτων
των επί των στύλων.
14. Έκαμεν έτι τας βάσεις και έκαμε τους λουτήρας επί
των βάσεων·
15. την μίαν θάλασσαν και τους δώδεκα βόας υποκάτω αυτής.
16. Και τους λέβητας και τα πτυάρια και τας κρεάγρας
και πάντα τα σκεύη αυτών έκαμε Χουράμ ο πατήρ αυτού εις τον βασιλέα Σολομώντα
διά τον οίκον του Κυρίου, εκ λαμπρού χαλκού.
17. Εν τη πεδιάδι του Ιορδάνου έχυσεν αυτά ο βασιλεύς,
εν γη αργιλλώδει μεταξύ Σοκχώθ και Σαρηδαθά.
18. Ούτως έκαμεν ο Σολομών πάντα ταύτα τα σκεύη εν αφθονία
μεγάλη· διότι δεν ηδύνατο να λογαριασθή το βάρος του χαλκού.
19. Και έκαμεν ο Σολομών πάντα τα σκεύη τα του οίκου
του Θεού και το θυσιαστήριον το χρυσούν και τας τραπέζας, και επ' αυτών
ετίθεντο οι άρτοι της προθέσεως·
20. και τας λυχνίας και τους λύχνους αυτών, διά να καίωσι
κατά το διατεταγμένον ενώπιον του χρηστηρίου, εκ χρυσίου καθαρού·
21. και τα άνθη και τους λύχνους και τας λαβίδας εκ χρυσίου,
και τούτο χρυσίον καθαρόν·
22. και τα λυχνοψάλιδα και τας λεκάνας και τους κρατήρας
και τα θυμιατήρια εκ χρυσίου καθαρού, και η είσοδος του οίκου, αι εσώτεραι
θύραι αυτού διά το άγιον των αγίων και αι θύραι του οίκου του ναού ήσαν
εκ χρυσίου.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 5o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
-
II Chronicles 5
1. Και συνετελέσθη άπαν το έργον το οποίον έκαμεν ο Σολομών
διά τον οίκον του Κυρίου· και εισέφερεν ο Σολομών τα αφιερώματα Δαβίδ του
πατρός αυτού· και το αργύριον και το χρυσίον και πάντα τα σκεύη έθεσεν
εν τοις θησαυροίς του οίκου του Θεού.
2. Τότε συνήθροισεν ο Σολομών εις Ιερουσαλήμ τους πρεσβυτέρους
του Ισραήλ και πάντας τους αρχηγούς των φυλών, τους οικογενάρχας των υιών
Ισραήλ, διά να αναβιβάσωσι την κιβωτόν της διαθήκης. του Κυρίου εκ της
πόλεως Δαβίδ, ήτις είναι η Σιών.
3. Και συνηθροίσθησαν πάντες οι άνδρες Ισραήλ προς τον
βασιλέα εν τη εορτή του εβδόμου μηνός.
4. Και ήλθον πάντες οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ· και εσήκωσαν
οι Λευΐται την κιβωτόν.
5. Και ανεβίβασαν την κιβωτόν και την σκηνήν του μαρτυρίου
και πάντα τα σκεύη τα άγια τα εν τη σκηνή· οι ιερείς και οι Λευΐται ανεβίβασαν
αυτά.
6. Και ο βασιλεύς Σολομών και πάσα η συναγωγή του Ισραήλ,
οι συναχθέντες προς αυτόν, ήσαν έμπροσθεν της κιβωτού, θυσιάζοντες πρόβατα
και βόας, όσα δεν ήτο δυνατόν να λογαριασθώσιν ουδέ να αριθμηθώσι διά το
πλήθος.
7. Και εισήγαγον οι ιερείς την κιβωτόν της διαθήκης του
Κυρίου εις τον τόπον αυτής, εις το χρηστήριον του οίκου, εις τα άγια των
αγίων, υποκάτω των πτερύγων των χερουβείμ·
8. διότι τα χερουβείμ είχον εξηπλωμένας τας πτέρυγας
επί τον τόπον της κιβωτού, και τα χερουβείμ εκάλυπτον την κιβωτόν και τους
μοχλούς αυτής άνωθεν·
9. και εξείχον οι μοχλοί, και εφαίνοντο τα άκρα των μοχλών
έξω της κιβωτού έμπροσθεν του χρηστηρίου· έξωθεν όμως δεν εφαίνοντο. Και
είναι εκεί έως της σήμερον.
10. Δεν ήτο εν τη κιβωτώ ειμή αι δύο πλάκες, τας οποίας
έθεσεν ο Μωϋσής εκεί εν Χωρήβ, όπου ο Κύριος έκαμε διαθήκην προς τους υιούς
Ισραήλ, ότε εξήλθον εξ Αιγύπτου.
11. Και ως εξήλθον οι ιερείς εκ του αγιαστηρίου, διότι
πάντες οι ιερείς οι ευρεθέντες ηγιάσθησαν, χωρίς να ήναι διατεταγμένοι
κατά διαιρέσεις·
12. και οι Λευΐται οι ψαλτωδοί, πάντες οι του Ασάφ, του
Αιμάν, του Ιεδουθούν, και οι υιοί αυτών και οι αδελφοί αυτών, ενδεδυμένοι
βύσσον, εν κυμβάλοις και ψαλτηρίοις και κιθάραις, ίσταντο κατά ανατολάς
του θυσιαστηρίου, και μετ' αυτών εκατόν είκοσι ιερείς σαλπίζοντες διά σαλπίγγων·
13. τότε, ως ήχησαν οι σαλπιγκταί και οι ψαλτωδοί ομού
μιά φωνή, υμνούντες και δοξολογούντες τον Κύριον, και καθώς ύψωσαν την
φωνήν διά σαλπίγγων και κυμβάλων και οργάνων μουσικών, και ύμνουν τον Κύριον,
λέγοντες, Ότι είναι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού, τότε ο οίκος
ενεπλήσθη νεφέλης, ο οίκος του Κυρίου,
14. και δεν ηδύναντο οι ιερείς να σταθώσι διά να λειτουργήσωσιν,
εξ αιτίας της νεφέλης· διότι η δόξα του Κυρίου ενέπλησε τον οίκον του Θεού.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 6o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 6
1. Τότε ελάλησεν ο Σολομών, Ο Κύριος είπεν ότι θέλει
κατοικεί εν γνόφω·
2. αλλ' εγώ ωκοδόμησα εις σε οίκον κατοικήσεως και τόπον
διά να κατοικής αιωνίως.
3. Και στρέψας ο βασιλεύς το πρόσωπον αυτού, ευλόγησε
πάσαν την συναγωγήν του Ισραήλ· πάσα δε η συναγωγή του Ισραήλ ίστατο.
4. Και είπεν, Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, όστις
εξετέλεσε διά των χειρών αυτού εκείνο το οποίον ελάλησε διά του στόματος
αυτού προς Δαβίδ τον πατέρα μου, λέγων,
5. Αφ' ης ημέρας εξήγαγον τον λαόν μου εκ γης Αιγύπτου,
δεν εξέλεξα από πασών των φυλών του Ισραήλ ουδεμίαν πόλιν, διά να οικοδομηθή
οίκος, ώστε να ήναι το όνομά μου εκεί· ουδέ εξέλεξα άνδρα, διά να ήναι
κυβερνήτης επί τον λαόν μου Ισραήλ·
6. αλλ' εξέλεξα την Ιερουσαλήμ, διά να ήναι το όνομά
μου εκεί· και εξέλεξα τον Δαβίδ, διά να ήναι επί τον λαόν μου Ισραήλ.
7. Και ήλθεν εις την καρδίαν Δαβίδ του πατρός μου να
οικοδομήση οίκον εις το όνομα Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.
8. Αλλ' ο Κύριος είπε προς Δαβίδ τον πατέρα μου, Επειδή
ήλθεν εις την καρδίαν σου να οικοδομήσης οίκον εις το όνομά μου, καλώς
μεν έκαμες ότι συνέλαβες τούτο εν τη καρδία σου·
9. πλην συ δεν θέλεις οικοδομήσει τον οίκον· αλλ' ο υιός
σου, όστις θέλει εξέλθει εκ της οσφύος σου, ούτος θέλει οικοδομήσει τον
οίκον εις το όνομά μου.
10. Ο Κύριος λοιπόν επλήρωσε τον λόγον αυτού τον οποίον
ελάλησε· και εγώ ανέστην αντί Δαβίδ του πατρός μου και εκάθησα επί του
θρόνου του Ισραήλ, καθώς ελάλησε Κύριος, και ωκοδόμησα τον οίκον εις το
όνομα Κυρίου του Θεού του Ισραήλ·
11. και έθεσα εκεί την κιβωτόν, εν ή κείται η διαθήκη
του Κυρίου, την οποίαν έκαμε προς τους υιούς Ισραήλ.
12. Και σταθείς ο Σολομών έμπροσθεν του θυσιαστηρίου
του Κυρίου, ενώπιον πάσης της συναγωγής του Ισραήλ, εξέτεινε τας χείρας
αυτού·
13. διότι ο Σολομών έκαμε βάσιν χαλκίνην, έχουσαν πέντε
πηχών μήκος, και πέντε πηχών πλάτος, και τριών πηχών ύψος· και έθεσεν αυτήν
εν τω μέσω της αυλής· και σταθείς επ' αυτής έπεσεν επί τα γόνατα αυτού
ενώπιον πάσης της συναγωγής του Ισραήλ και εξέτεινε τας χείρας αυτού προς
τον ουρανόν,
14. και είπε, Κύριε Θεέ του Ισραήλ, δεν είναι Θεός όμοιός
σου εν τω ουρανώ και επί της γής· όστις φυλάττεις την διαθήκην και το έλεος
προς τους δούλους σου, τους περιπατούντας ενώπιόν σου εν όλη τη καρδία
αυτών·
15. όστις εφύλαξας προς τον δούλον σου Δαβίδ τον πατέρα
μου όσα ελάλησας προς αυτόν, και ελάλησας διά του στόματός σου και εξετέλεσας
διά της χειρός σου, καθώς την ημέραν ταύτην.
16. Και τώρα, Κύριε Θεέ του Ισραήλ, φύλαξον προς τον
δούλον σου Δαβίδ τον πατέρα μου εκείνο το οποίον υπεσχέθης προς αυτόν,
λέγων, Δεν θέλει εκλείψει εις σε ανήρ απ' έμπροσθέν μου καθήμενος επί του
θρόνου του Ισραήλ, μόνον εάν προσέχωσιν οι υιοί σου εις την οδόν αυτών,
διά να περιπατώσιν εις τον νόμον μου, καθώς συ περιεπάτησας ενώπιόν μου.
17. Τώρα λοιπόν, Κύριε Θεέ του Ισραήλ, ας αληθεύση ο
λόγος σου, τον οποίον ελάλησας προς τον δούλον σου τον Δαβίδ.
18. Αλλά θέλει αληθώς κατοικήσει Θεός μετά ανθρώπου επί
της γης; Ιδού, ο ουρανός, και ο ουρανός των ουρανών, δεν είναι ικανοί να
σε χωρέσωσι πόσον ολιγώτερον ο οίκος ούτος, τον οποίον ωκοδόμησα;
19. Πλην επίβλεψον επί την προσευχήν του δούλου σου και
επί την δέησιν αυτού, Κύριε Θεέ μου, ώστε να επακούσης της κραυγής και
της δεήσεως, την οποίαν ο δούλός σου δέεται ενώπιόν σου·
20. διά να ήναι οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι προς τον οίκον
τούτον ημέραν και νύκτα, προς τον τόπον περί του οποίου είπας ότι θέλεις
θέσει το όνομά σου εκεί, διά να επακούης της δεήσεως την οποίαν ο δούλός
σου θέλει δέεσθαι εν τω τόπω τούτω.
21. Και επάκουε των δεήσεων του δούλου σου και του λαού
σου Ισραήλ, όταν προσεύχωνται εν τω τόπω τούτω· και άκουε συ εκ του τόπου
της κατοικήσεώς σου, εκ του ουρανού· και ακούων, γίνου ίλεως.
22. Εάν αμαρτήση άνθρωπος εις τον πλησίον αυτού και ζητήση
όρκον παρ' αυτού διά να κάμη αυτόν να ορκισθή, και ο όρκος έλθη έμπροσθεν
του θυσιαστηρίου σου εν τω οίκω τούτω,
23. τότε συ επάκουσον εκ του ουρανού και ενέργησον και
κρίνον τους δούλους σου, ανταποδίδων μεν εις τον άνομον, ώστε να στρέψης
κατά της κεφαλής αυτού την πράξιν αυτού, δικαιόνων δε τον δίκαιον, ώστε
να αποδώσης εις αυτόν κατά την δικαιοσύνην αυτού.
24. Και εάν κτυπηθή ο λαός σου Ισραήλ έμπροσθεν του εχθρού,
διότι ημάρτησαν εις σε, και επιστρέψωσι και δοξάσωσι το όνομά σου και προσευχηθώσι
και δεηθώσι προς σε εν τω οίκω τούτω,
25. τότε συ επάκουσον εκ του ουρανού και συγχώρησον την
αμαρτίαν του λαού σου Ισραήλ, και επανάγαγε αυτούς εις την γην την οποίαν
έδωκας εις αυτούς και εις τους πατέρας αυτών.
26. Όταν ο ουρανός κλεισθή και δεν γίνηται βροχή, διότι
ημάρτησαν εις σε, εάν προσευχηθώσι προς τον τόπον τούτον και δοξάσωσι το
όνομά σου και επιστρέψωσιν από των αμαρτιών αυτών, αφού ταπεινώσης αυτούς,
27. τότε συ επάκουσον εκ του ουρανού και συγχώρησον την
αμαρτίαν των δούλων σου και του λαού σου Ισραήλ, διδάξας αυτούς την οδόν
την αγαθήν εις την οποίαν πρέπει να περιπατώσι και δος βροχήν επί την γην
σου, την οποίαν έδωκας εις τον λαόν σου διά κληρονομίαν.
28. Πείνα εάν γείνη εκ τη γη, θανατικόν εάν γείνη, ανεμοφθορία
και ερυσίβη, ακρίς και βρούχος εάν γείνη, οι εχθροί αυτών εάν πολιορκήσωσιν
αυτούς εν τω τόπω της κατοικίας αυτών, οποιαδήποτε πληγή και οποιαδήποτε
νόσος γείνη,
29. πάσαν προσευχήν, πάσαν δέησιν γινομένην υπό παντός
ανθρώπου και υπό παντός του λαού σου Ισραήλ, όταν γνωρίση έκαστος την πληγήν
αυτού και τον πόνον αυτού και εκτείνη τας χείρας αυτού προς τον οίκον τούτον,
30. τότε συ επάκουσον εκ του ουρανού, του τόπου της κατοικήσεώς
σου, και συγχώρησον και δος εις έκαστον κατά πάσας τας οδούς αυτού, όπως
γνωρίζεις την καρδίαν αυτού, διότι συ, μόνος συ, γνωρίζεις τας καρδίας
των υιών των ανθρώπων·
31. διά να σε φοβώνται, ώστε να περιπατώσιν εν ταις οδοίς
σου πάσας τας ημέρας όσας ζώσιν επί προσώπου της γης, την οποίαν έδωκας
εις τους πατέρας ημών.
32. Και τον ξένον έτι, όστις δεν είναι εκ του λαού σου
Ισραήλ, αλλ' έρχεται από γης μακράς διά το όνομά σου το μέγα, και διά την
χείρα σου την κραταιάν, και διά τον βραχίονά σου τον εξηπλωμένον, εάν έλθωσι
και προσευχηθώσι προς τον οίκον τούτον,
33. τότε συ επάκουσον εκ του ουρανού, εκ του τόπου της
κατοικήσεώς σου, και κάμε κατά πάντα περί όσων ο ξένος σε επικαλεσθή, διά
να γνωρίσωσι πάντες οι λαοί της γης το όνομά σου και να σε φοβώνται, καθώς
ο λαός σου ο Ισραήλ, και διά να γνωρίσωσιν ότι το όνομά σου εκλήθη επί
τον οίκον τούτον, τον οποίον ωκοδόμησα.
34. Όταν ο λαός σου εξέλθη εις πόλεμον εναντίον των εχθρών
αυτών, διά της οδού δι' ης αποστείλης αυτούς, και προσευχηθώσιν εις σε
προς την πόλιν ταύτην την οποίαν εξέλεξας, και τον οίκον τον οποίον ωκοδόμησα
εις το όνομά σου,
35. τότε επάκουσον εκ του ουρανού της προσευχής αυτών
και της δεήσεως αυτών, και κάμε το δίκαιον αυτών.
36. Όταν αμαρτήσωσιν εις σε, διότι ουδείς άνθρωπος είναι
αναμάρτητος, και οργισθής εις αυτούς, και παραδώσης αυτούς έμπροσθεν του
εχθρού, και οι αιχμαλωτισταί φέρωσιν αυτούς αιχμαλώτους εις γην μακράν
ή πλησίον,
37. και έλθωσιν εις εαυτούς εν τη γη όπου εφέρθησαν αιχμάλωτοι,
και επιστρέψωσι και δεηθώσι προς σε εν τη γη της αιχμαλωσίας αυτών, λέγοντες,
Ημάρτομεν, ηνομήσαμεν και ηδικήσαμεν·
38. και επιστρέψωσι προς σε εξ όλης της καρδίας αυτών
και εξ όλης της ψυχής αυτών, εν τη γη της αιχμαλωσίας αυτών όπου εφέρθησαν
αιχμάλωτοι, και προσευχηθώσι προς την γην αυτών την οποίαν έδωκας εις τους
πατέρας αυτών, και την πόλιν την οποίαν εξέλεξας, και προς τον οίκον τον
οποίον ωκοδόμησα εις το όνομά σου,
39. τότε επάκουσον εκ του ουρανού, εκ του τόπου της κατοικήσεώς
σου, της προσευχής αυτών και των δεήσεων αυτών, και κάμε το δίκαιον αυτών
και συγχώρησον εις τον λαόν σου τον αμαρτήσαντα εις σε.
40. Τώρα, Θεέ μου, ας ήναι, δέομαι, ανεωγμένοι οι οφθαλμοί
σου και προσεκτικά τα ώτα σου εις την προσευχήν την γινομένην εν τω τόπω
τούτω.
41. Και τώρα, ανάστηθι, Κύριε Θεέ, εις την ανάπαυσίν
σου, συ και η κιβωτός της δυνάμεώς σου· οι ιερείς σου, Κύριε Θεέ, ας ενδυθώσι
σωτηρίαν, και οι όσιοί σου ας ευφρανθώσιν εν αγαθοίς.
42. Κύριε Θεέ, μη απορρίψης το πρόσωπον του κεχρισμένου
σου. ενθυμήθητι τα ελέη Δαβίδ του δούλου σου.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 7o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 7
1. Και αφού ετελείωσεν ο Σολομών προσευχόμενος, κατέβη
το πυρ εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας· και
δόξα Κυρίου ενέπλησε τον οίκον.
2. Και δεν ηδύναντο οι ιερείς να εισέλθωσιν εις τον οίκον
του Κυρίου, διότι δόξα Κυρίου ενέπλησε τον οίκον του Κυρίου.
3. Πάντες δε οι υιοί Ισραήλ, βλέποντες το πυρ καταβαίνον
και την δόξαν του Κυρίου επί τον οίκον, έπεσον κατά πρόσωπον επί την γην,
επί το λιθόστρωτον, και προσεκύνησαν και εδόξασαν τον Κύριον, λέγοντες,
Ότι είναι αγαθός· ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
4. Τότε ο βασιλεύς και πας ο λαός προσέφεραν θυσίας ενώπιον
του Κυρίου·
5. και εθυσίασεν ο βασιλεύς Σολομών την θυσίαν, εικοσιδύο
χιλιάδας βοών και εκατόν είκοσι χιλιάδας προβάτων. Ούτως εγκαινίασαν ο
βασιλεύς και πας ο λαός τον οίκον του Θεού.
6. Και ίσταντο οι ιερείς εις τας υπηρεσίας αυτών, και
οι Λευΐται μετά των μουσικών οργάνων του Κυρίου, τα οποία Δαβίδ ο βασιλεύς
έκαμε διά να δοξάζωσι τον Κύριον, Ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού, έχοντες
εν ταις χερσίν αυτών τους ύμνους του Δαβίδ· και εσάλπιζον οι ιερείς κατέναντι
αυτών, και πας ο Ισραήλ ίστατο.
7. Καθιέρωσεν έτι ο Σολομών το μέσον της αυλής, της κατά
πρόσωπον του οίκου του Κυρίου· διότι εκεί προσέφερε τα ολοκαυτώματα και
το στέαρ των ειρηνικών προσφορών· επειδή το θυσιαστήριον το χάλκινον, το
οποίον ο Σολομών έκαμε, δεν ηδύνατο να χωρέση τα ολοκαυτώματα και την εξ
αλφίτων προσφοράν και το στέαρ.
8. Και κατ' εκείνον τον καιρόν έκαμεν ο Σολομών την εορτήν
επτά ημέρας, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού, σύναξις μεγάλη σφόδρα, από της
εισόδου Αιμάθ μέχρι του ποταμού της Αιγύπτου.
9. Και εν τη ογδόη ημέρα έκαμον σύναξιν πάνδημον· διότι
έκαμον τον εγκαινιασμόν του θυσιαστηρίου επτά ημέρας, και την εορτήν επτά
ημέρας.
10. Και εν τη εικοστή τρίτη ημέρα του εβδόμου μηνός απέλυσε
τον λαόν εις τας σκηνάς αυτών, ευφραινομένους και αγαλλομένους την καρδίαν
διά τα αγαθά όσα έκαμεν ο Κύριος προς τον Δαβίδ και προς τον Σολομώντα
και προς τον Ισραήλ τον λαόν αυτού.
11. Και ετελείωσεν ο Σολομών τον οίκον του Κυρίου και
τον οίκον του βασιλέως· και παν ό,τι ήλθεν εις την καρδίαν του Σολομώντος
να κάμη εν τω οίκω του Κυρίου και εν τω οίκω αυτού ευωδώθη.
12. Και εφάνη ο Κύριος εις τον Σολομώντα διά νυκτός,
και είπε προς αυτόν, Ήκουσα της προσευχής σου και εξέλεξα τον τόπον τούτον
εις εμαυτόν διά οίκον θυσίας.
13. Εάν κλείσω τον ουρανόν και δεν γίνηται βροχή, και
εάν προστάξω την ακρίδα να καταφάγη την γην, και εάν αποστείλω θανατικόν
μεταξύ του λαού μου,
14. και ο λαός μου, επί τον οποίον εκλήθη το όνομά μου,
ταπεινώσωσιν εαυτούς και προσευχηθώσι και εκζητήσωσι το πρόσωπόν μου και
επιστρέψωσιν από των οδών αυτών των πονηρών, τότε εγώ θέλω επακούσει εκ
του ουρανού και θέλω συγχωρήσει την αμαρτίαν αυτών και θεραπεύσει την γην
αυτών.
15. Τώρα οι οφθαλμοί μου θέλουσιν είσθαι ανεωγμένοι και
τα ώτα μου προσεκτικά εις την προσευχήν την γινομένην εν τω τόπω τούτω.
16. Διότι τώρα εξέλεξα και ηγίασα τον οίκον τούτον, διά
να ήναι το όνομά μου εκεί έως αιώνος· και οι οφθαλμοί μου και η καρδία
μου θέλουσιν είσθαι εκεί πάσας τας ημέρας.
17. Και συ, εάν περιπατής ενώπιόν μου, καθώς περιεπάτησε
Δαβίδ ο πατήρ σου, και κάμνης κατά πάντα όσα προσέταξα εις σε, και φυλάττης
τα διατάγματά μου και τας κρίσεις μου,
18. τότε θέλω στερεώσει τον θρόνον της βασιλείας σου,
καθώς υπεσχέθην προς Δαβίδ τον πατέρα σου, λέγων, Δεν θέλει εκλείψει εις
σε ανήρ ηγεμονεύων επί τον Ισραήλ.
19. Αλλ' εάν σεις αποστρέψητε και εγκαταλείψητε τα διατάγματά
μου και τας εντολάς μου, τας οποίας έθεσα έμπροσθέν σας, και υπάγητε και
λατρεύσητε άλλους θεούς και προσκυνήσητε αυτούς,
20. τότε θέλω εκριζώσει αυτούς από της γης μου, την οποίαν
έδωκα εις αυτούς· και τον οίκον τούτον, τον οποίον ηγίασα διά το όνομά
μου, θέλω απορρίψει από προσώπου μου και θέλω κάμει αυτόν παροιμίαν και
εμπαιγμόν μεταξύ πάντων των λαών.
21. Και ο οίκος ούτος, όστις έγεινε τόσον υψηλός, θέλει
είσθαι έκστασις εις πάντας τους διαβαίνοντας παρ' αυτόν· και θέλουσι λέγει,
Διά τι ο Κύριος έκαμεν ούτως εις την γην ταύτην και εις τον οίκον τούτον;
22. Και θέλουσιν αποκρίνεσθαι, Επειδή εγκατέλιπον Κύριον
τον Θεόν των πατέρων αυτών, όστις εξήγαγεν αυτούς εξ Αιγύπτου, και προσεκολλήθησαν
εις άλλους θεούς και προσεκύνησαν αυτούς και ελάτρευσαν αυτούς· διά τούτο
επέφερεν επ' αυτούς άπαν τούτο το κακόν.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β'
8o ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 8
1. Εν δε τω τέλει των είκοσι ετών, καθ' α ο Σολομών ωκοδόμησε
τον οίκον του Κυρίου και τον οίκον εαυτού,
2. τας πόλεις τας οποίας ο Χουράμ είχε δώσει εις τον
Σολομώντα, ο Σολομών ωκοδόμησεν αυτάς και κατώκισεν εκεί τους υιούς Ισραήλ.
3. Και υπήγεν ο Σολομών εις Αιμάθ-σωβά και υπερίσχυσεν
εναντίον αυτής.
4. Και ωκοδόμησε την Θαδμώρ εν τη ερήμω και πάσας τας
πόλεις των αποθηκών, τας οποίας ωκοδόμησεν εν Αιμάθ.
5. Ωικοδόμησεν έτι την Βαιθ-ωρών την άνω και την Βαιθ-ωρών
την κάτω, πόλεις ωχυρωμένας με τείχη, πύλας και μοχλούς·
6. και την Βααλάθ και πάσας τας πόλεις των αποθηκών,
τας οποίας είχεν ο Σολομών, και πάσας τας πόλεις των αμαξών και τας πόλεις
των ιππέων και παν ό,τι επεθύμησεν ο Σολομών να οικοδομήση εν Ιερουσαλήμ
και εν τω Λιβάνω και εν πάση τη γη της επικρατείας αυτού.
7. Πάντα δε τον λαόν τον εναπολειφθέντα εκ των Χετταίων
και των Αμορραίων και των Φερεζαίων και των Ευαίων και των Ιεβουσαίων,
οίτινες δεν ήσαν εκ του Ισραήλ,
8. αλλ' εκ των τέκνων εκείνων, των εναπολειφθέντων εν
τη γη μετ' αυτούς, τους οποίους οι υιοί Ισραήλ δεν εξωλόθρευσαν, επί τούτους
ο Σολομών επέβαλε φόρον έως της ημέρας ταύτης.
9. Εκ δε των υιών Ισραήλ ο Σολομών δεν έκαμε δούλους
διά το έργον αυτού, διότι ήσαν άνδρες πολεμισταί, και πρώταρχοι και άρχοντες
των αμαξών αυτού και των ιππέων αυτού.
10. Εκ τούτων ήσαν οι αρχηγοί των επιστατών, τους οποίους
είχεν ο βασιλεύς Σολομών, διακόσιοι πεντήκοντα, εξουσιάζοντες επί τον λαόν.
11. Και ανεβίβασεν ο Σολομών την θυγατέρα του Φαραώ εκ
της πόλεως Δαβίδ, εις τον οίκον τον οποίον ωκοδόμησε δι' αυτήν· διότι είπεν,
Η γυνή μου δεν θέλει κατοικεί εν τω οίκω Δαβίδ του βασιλέως του Ισραήλ,
επειδή το μέρος, όπου η κιβωτός του Κυρίου εισήλθεν, είναι άγιον.
12. Τότε προσέφερεν ο Σολομών ολοκαυτώματα εις τον Κύριον
επί του θυσιαστηρίου του Κυρίου, το οποίον ωκοδόμησε κατ' έμπροσθεν του
προνάου,
13. κατά το απαιτούμενον εκάστης ημέρας του να προσφέρωσι
κατά τας εντολάς του Μωϋσέως, εν τοις σάββασι και εν ταις νεομηνίαις και
εν ταις επισήμοις εορταίς ταις γινομέναις τρίς του ενιαυτού, εν τη εορτή
των αζύμων και εν τη εορτή των εβδομάδων και εν τη εορτή των σκηνών.
14. Και κατέστησε, κατά την διάταξιν Δαβίδ του πατρός
αυτού, τας διαιρέσεις των ιερέων εις την υπηρεσίαν αυτών, και τους Λευΐτας
εις τας φυλακάς αυτών διά να υμνώσι και να λειτουργώσι κατέναντι των ιερέων,
κατά το απαιτούμενον εκάστης ημέρας· και τους πυλωρούς κατά τας διαιρέσεις
αυτών εις εκάστην πύλην· διότι τοιαύτη ήτο η εντολή Δαβίδ του ανθρώπου
του Θεού.
15. Και δεν παρεδρόμησαν από της εντολής του βασιλέως
περί των ιερέων και Λευϊτών εις ουδέν πράγμα ουδέ εις τα περί των θησαυρών.
16. Ήτο δε ετοιμασία δι' άπαν το έργον του Σολομώντος,
αφ' ης ημέρας εθεμελιώθη ο οίκος του Κυρίου, εωσού εξετελέσθη. Ούτως ετελειώθη
ο οίκος του Κυρίου.
17. Τότε υπήγεν ο Σολομών εις Εσιών-γάβερ και εις Αιλώθ,
επί το χείλος της θαλάσσης εν τη γη Εδώμ.
18. Και απέστειλεν ο Χουράμ προς αυτόν, διά χειρός των
δούλων αυτού πλοία και δούλους ειδήμονας της θαλάσσης· και υπήγαν μετά
των δούλων του Σολομώντος εις Οφείρ, και έλαβον εκείθεν τετρακόσια πεντήκοντα
τάλαντα χρυσίου και έφεραν αυτά προς τον βασιλέα Σολομώντα.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 9o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 9
1. Ακούσασα δε η βασίλισσα της Σεβά την φήμην του Σολομώντος,
ήλθεν εις Ιερουσαλήμ, διά να δοκιμάση τον Σολομώντα δι' αινιγμάτων, έχουσα
συνοδίαν μεγάλην σφόδρα και καμήλους φορτωμένας αρώματα και χρυσόν άφθονον
και λίθους πολυτίμους· και, ότε ήλθε προς τον Σολομώντα, ελάλησε μετ' αυτού
περί πάντων όσα είχεν εν τη καρδία αυτής.
2. Και εξήγησεν εις αυτήν ο Σολομών πάντα τα ερωτήματα
αυτής· και δεν εστάθη ουδέν κεκρυμμένον από του Σολομώντος, το οποίον δεν
εξήγησεν εις αυτήν.
3. Και ιδούσα η βασίλισσα της Σεβά την σοφίαν του Σολομώντος
και τον οίκον, τον οποίον ωκοδόμησε,
4. και τα φαγητά της τραπέζης αυτού, και την καθεδρίασιν
των δούλων αυτού, και την στάσιν των υπουργών αυτού και τον ιματισμόν αυτών,
και τους οινοχόους αυτού και τον ιματισμόν αυτών, και την ανάβασιν αυτού
δι' ης ανέβαινεν εις τον οίκον του Κυρίου, έγεινεν έκθαμβος·
5. και είπε προς τον βασιλέα, Αληθής ο λόγος, τον οποίον
ήκουσα εν τη γη μου, περί των έργων σου και περί της σοφίας σου·
6. αλλά δεν επίστευον εις τους λόγους αυτών, εωσού ήλθον
και είδον οι οφθαλμοί μου· και ιδού, το ήμισυ του πλήθους της σοφίας σου
δεν απηγγέλθη προς εμέ· συ υπερβαίνεις την φήμην την οποίαν ήκουσα·
7. μακάριοι οι άνδρες σου και μακάριοι οι δούλοί σου
ούτοι, οι ιστάμενοι πάντοτε ενώπιόν σου και ακούοντες την σοφίαν σου·
8. έστω Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος, όστις ευηρεστήθη
εις σε, διά να σε θέση επί του θρόνου αυτού, να ήσαι βασιλεύς εις Κύριον
τον Θεόν σου· επειδή ο Θεός σου ηγάπησε τον Ισραήλ, ώστε να στερεώση αυτούς
εις τον αιώνα, διά τούτο σε κατέστησε βασιλέα επ' αυτούς, διά να κάμνης
κρίσιν και δικαιοσύνην.
9. Και έδωκεν εις τον βασιλέα εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου
και αρώματα πολλά σφόδρα και λίθους πολυτίμους· και δεν εστάθησαν ποτέ
τοιαύτα αρώματα, οποία η βασίλισσα της Σεβά έδωκεν εις τον βασιλέα Σολομώντα.
10. Και οι δούλοι δε του Χουράμ και οι δούλοι του Σολομώντος,
οίτινες έφερον χρυσίον από Οφείρ, έφερον και ξύλον αλγουμείμ και λίθους
πολυτίμους.
11. Και έκαμεν ο βασιλεύς εκ των ξύλων αλγουμείμ αναβάσεις
εις τον οίκον του Κυρίου και εις τον οίκον του βασιλέως, και κιθάρας και
ψαλτήρια διά τους μουσικούς· και τοιαύτα δεν εφάνησαν πρότερον εν τη γη
Ιούδα.
12. Και έδωκεν ο βασιλεύς Σολομών εις την βασίλισσαν
της Σεβά πάντα όσα ηθέλησεν, όσα εζήτησε, πλειότερα των όσα έφερε προς
τον βασιλέα. Και επέστρεψε και ανεχώρησεν εις την γην αυτής, αυτή και οι
δούλοι αυτής.
13. Το βάρος δε του χρυσίου, το οποίον ήρχετο εις τον
Σολομώντα κατ' έτος, ήτο εξακόσια εξήκοντα εξ τάλαντα χρυσίου,
14. εκτός του συναγομένου εκ των τελωνών και των εμπόρων
και πάντων των βασιλέων της Αραβίας και των σατραπών της γης, οίτινες έφερον
χρυσίον και αργύριον προς τον Σολομώντα.
15. Και έκαμεν ο βασιλεύς Σολομών διακοσίους θυρεούς
εκ χρυσίου σφυρηλάτου· εξακόσιοι σίκλοι χρυσίου σφυρηλάτου εξωδεύθησαν
εις έκαστον θυρεόν·
16. και τριακοσίας ασπίδας εκ χρυσίου σφυρηλάτου· τριακόσιοι
σίκλοι χρυσίου εξωδεύθησαν εις εκάστην ασπίδα. Και έθεσεν αυτάς ο βασιλεύς
εν τω οίκω του δάσους του Λιβάνου.
17. Έκαμεν έτι ο βασιλεύς, θρόνον μέγαν ελεφάντινον και
εσκέπασεν αυτόν με καθαρόν χρυσίον.
18. είχε δε ο θρόνος εξ βαθμίδας και υποπόδιον χρυσούν,
συνδεδεμένα με τον θρόνον, και αγκώνας εντεύθεν και εντεύθεν της καθέδρας,
και δύο λέοντας ισταμένους εις τα πλάγια των αγκώνων·
19. και δώδεκα λέοντες ίσταντο εκεί, εκατέρωθεν επί των
εξ βαθμίδων. Παρόμοιον δεν κατεσκευάσθη εις ουδέν βασίλειον.
20. Και πάντα τα σκεύη του ποτού του βασιλέως Σολομώντος
ήσαν εκ χρυσίου, και πάντα τα σκεύη του οίκου του δάσους του Λιβάνου εκ
χρυσίου καθαρού· ουδέν εξ αργυρίου· το αργύριον ελογίζετο εις ουδέν εν
ταις ημέραις του Σολομώντος.
21. Διότι είχε πλοία ο βασιλεύς πορευόμενα εις Θαρσείς
μετά των δούλων του Χουράμ· άπαξ κατά τριετίαν ήρχοντο τα πλοία από Θαρσείς,
φέροντα χρυσόν και άργυρον, οδόντας ελέφαντος και πιθήκους και παγώνια.
22. Και εμεγαλύνθη ο βασιλεύς Σολομών υπέρ πάντας τους
βασιλείς της γης εις πλούτον και εις σοφίαν.
23. Και πάντες οι βασιλείς της γης εζήτουν το πρόσωπον
του Σολομώντος, διά να ακούσωσι την σοφίαν αυτού, την οποίαν ο Θεός έθεσεν
εις την καρδίαν αυτού.
24. Και έφερον έκαστος αυτών το δώρον αυτού, σκεύη αργυρά
και σκεύη χρυσά και στολάς, πανοπλίας και αρώματα, ίππους και ημιόνους,
κατ' έτος.
25. Και είχεν ο Σολομών τέσσαρας χιλιάδας σταύλους ίππων
και αμαξών και δώδεκα χιλιάδας ιππέων, τους οποίους έθεσεν ο βασιλεύς εις
τας πόλεις των αμαξών και πλησίον εαυτού εν Ιερουσαλήμ.
26. Και εβασίλευεν επί πάντας τους βασιλείς από του ποταμού
έως της γης των Φιλισταίων και των ορίων της Αιγύπτου.
27. Και κατέστησεν ο βασιλεύς τον άργυρον εν Ιερουσαλήμ
ως λίθους, και τας κέδρους κατέστησεν ως τας εν τη πεδιάδι συκαμίνους,
διά την αφθονίαν.
28. Και έφερον προς τον Σολομώντα ίππους εξ Αιγύπτου
και εκ πάντων των τόπων.
29. αι δε λοιπαί πράξεις του Σολομώντος, αι πρώται και
αι έσχαται, δεν είναι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω Νάθαν του προφήτου και εν
τη προφητεία Αχιά του Σηλωνίτου και εν τοις οράμασιν Ιδδώ του βλέποντος,
τοις γενομένοις εναντίον Ιεροβοάμ υιού του Ναβάτ;
30. Εβασίλευσε δε ο Σολομών εν Ιερουσαλήμ, επί πάντα
τον Ισραήλ, τεσσαράκοντα έτη.
31. Και εκοιμήθη ο Σολομών μετά των πατέρων αυτού· και
έθαψαν αυτόν εν τη πόλει Δαβίδ του πατρός αυτού· εβασίλευσε δε αντ' αυτού
Ροβοάμ ο υιός αυτού.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 10o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 10
1. Και υπήγεν ο Ροβοάμ εις Συχέμ· διότι ήρχετο πας ο
Ισραήλ εις Συχέμ διά να κάμη αυτόν βασιλέα.
2. Και ως ήκουσε τούτο Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, όστις
ήτο εν Αιγύπτω, όπου είχε φύγει από προσώπου Σολομώντος του βασιλέως, επέστρεψεν
ο Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου,
3. διότι απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν. Τότε ήλθον ο
Ιεροβοάμ και πας ο Ισραήλ, και ελάλησαν προς τον Ροβοάμ, λέγοντες,
4. Ο πατήρ σου εσκλήρυνε τον ζυγόν ημών· τώρα λοιπόν
την δουλείαν την σκληράν του πατρός σου και τον ζυγόν αυτού τον βαρύν,
τον οποίον επέβαλεν εφ' ημάς, ελάφρωσον συ, και θέλομεν σοι δουλεύει.
5. Ο δε είπε προς αυτούς, Επανέλθετε προς εμέ μετά τρεις
ημέρας. Και ανεχώρησεν ο λαός.
6. Και συνεβουλεύθη ο βασιλεύς Ροβοάμ τους πρεσβυτέρους,
οίτινες παρίσταντο ενώπιον Σολομώντος του πατρός αυτού έτι ζώντος, λέγων,
Τι με συμβουλεύετε σεις να αποκριθώ προς τον λαόν τούτον;
7. Και ελάλησαν προς αυτόν, λέγοντες, Εάν φερθής ευμενώς
προς τον λαόν τούτον και ευαρεστήσης εις αυτούς, και λαλήσης προς αυτούς
αγαθούς λόγους, τότε θέλουσιν είσθαι δούλοί σου διά παντός.
8. Απέρριψεν όμως την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, την
οποίαν έδωκαν εις αυτόν, και συνεβουλεύθη τους νέους τους συνανατραφέντας
μετ' αυτού, τους παρισταμένους ενώπιον αυτού.
9. Και είπε προς αυτούς, Τι με συμβουλεύετε σεις να αποκριθώμεν
προς τον λαόν τούτον, όστις ελάλησε προς εμέ, λέγων, Ελάφρωσον τον ζυγόν
τον οποίον ο πατήρ σου επέβαλεν εφ' ημάς;
10. Και ελάλησαν προς αυτόν οι νέοι οι συνανατραφέντες
μετ' αυτού, λέγοντες, Ούτω θέλεις λαλήσει προς τον λαόν, όστις ελάλησε
προς σε, λέγων, Ο πατήρ σου εβάρυνε τον ζυγόν ημών, αλλά συ ελάφρωσον αυτόν
εις ημάς· ούτω θέλεις λαλήσει προς αυτούς· Ο μικρός μου δάκτυλος θέλει
είσθαι παχύτερος της οσφύος του πατρός μου·
11. τώρα λοιπόν ο μεν πατήρ μου επεφόρτισεν εις εσάς
ζυγόν βαρύν, εγώ δε θέλω κάμει βαρύτερον τον ζυγόν σας· ο πατήρ μου σας
επαίδευσε με μάστιγας, εγώ δε θέλω σας παιδεύσει με σκορπίους.
12. Και ήλθεν ο Ιεροβοάμ και πας ο λαός προς τον Ροβοάμ
την τρίτην ημέραν, ως είχε λαλήσει ο βασιλεύς, λέγων, Επανέλθετε προς εμέ
την τρίτην ημέραν.
13. Και απεκρίθη ο βασιλεύς προς αυτούς σκληρώς· και
εγκατέλιπεν ο βασιλεύς Ροβοάμ την συμβουλήν των πρεσβυτέρων,
14. και ελάλησε προς αυτούς κατά την συμβουλήν των νέων,
λέγων, Ο πατήρ μου εβάρυνε τον ζυγόν σας, αλλ' εγώ θέλω κάμει αυτόν βαρύτερον·
ο πατήρ μου σας επαίδευσε με μάστιγας, αλλ' εγώ θέλω σας παιδεύσει με σκορπίους.
15. Και δεν εισήκουσεν ο βασιλεύς εις τον λαόν· διότι
το πράγμα έγεινε παρά του Θεού, διά να εκτελέση ο Κύριος τον λόγον αυτού,
τον οποίον ελάλησε διά του Αχιά του Σηλωνίτου προς Ιεροβοάμ τον υιόν του
Ναβάτ.
16. Και ιδών πας ο Ισραήλ ότι ο βασιλεύς δεν εισήκουσεν
εις αυτούς, απεκρίθη ο λαός προς τον βασιλέα, λέγων, Τι μέρος έχομεν ημείς
εις τον Δαβίδ; ουδεμίαν κληρονομίαν έχομεν εις τον υιόν του Ιεσσαί· εις
τας σκηνάς σου έκαστος, Ισραήλ· πρόβλεψον τώρα, Δαβίδ, περί του οίκου σου.
Και ανεχώρησε πας ο Ισραήλ εις τας σκηνάς αυτού.
17. Περί δε των υιών Ισραήλ των κατοικούντων εν ταις
πόλεσιν Ιούδα, ο Ροβοάμ εβασίλευσεν επ' αυτούς.
18. Και απέστειλεν ο βασιλεύς Ροβοάμ τον Αδωράμ, τον
επί των φόρων· και ελιθοβόλησαν αυτόν οι υιοί Ισραήλ με λίθους, και απέθανεν.
Όθεν έσπευσεν ο βασιλεύς Ροβοάμ να αναβή εις την άμαξαν, διά να φύγη εις
Ιερουσαλήμ.
19. Ούτως απεστάτησεν ο Ισραήλ από του οίκου του Δαβίδ,
έως της ημέρας ταύτης.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 11o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 11
1. Και ελθών ο Ροβοάμ εις Ιερουσαλήμ, συνήθροισε τον
οίκον Ιούδα και Βενιαμίν, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδας εκλεκτών πολεμιστών,
διά να πολεμήσωσι κατά του Ισραήλ, όπως επαναφέρωσι την βασιλείαν εις τον
Ροβοάμ.
2. Έγεινεν όμως λόγος Κυρίου προς τον Σεμαΐαν, άνθρωπον
του Θεού, λέγων,
3. Λάλησον προς Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος, τον βασιλέα
του Ιούδα, και προς πάντα τον Ισραήλ εν Ιούδα και Βενιαμίν, λέγων,
4. Ούτω λέγει Κύριος· Δεν θέλετε αναβή ουδέ πολεμήσει
εναντίον των αδελφών σας· επιστρέψατε έκαστος εις τον οίκον αυτού, διότι
παρ' εμού έγεινε το πράγμα τούτο. Και υπήκουσαν εις τους λόγους του Κυρίου
και απεστράφησαν από του να υπάγωσι κατά του Ιεροβοάμ.
5. Και κατώκησεν ο Ροβοάμ εν Ιερουσαλήμ και ωκοδόμησε
πόλεις οχυράς εν Ιούδα.
6. Και ωκοδόμησε την Βηθλεέμ και την Ητάμ και την Θεκουέ
7. και την Βαιθ-σούρ και την Σοκχώ και την Οδολλάμ
8. και την Γαθ και την Μαρησά και την Ζιφ
9. και την Αδωραΐμ και την Λαχείς και την Αζηκά
10. και την Σαραά και την Αιαλών και την Χεβρών, αίτινες
είναι εν Ιούδα και εν Βενιαμίν, πόλεις ωχυρωμέναι.
11. Και ωχύρωσε τα φρούρια, και έβαλεν εις αυτά φρουράρχους
και αποθήκας τροφών και ελαίου και οίνου.
12. Και εις πάσαν πόλιν έβαλεν ασπίδας και λόγχας, και
ωχύρωσεν αυτάς πολύ σφόδρα. Και ήσαν υπ' αυτόν ο Ιούδας και ο Βενιαμίν.
13. Και οι ιερείς και οι Λευΐται οι εν παντί τω Ισραήλ
συνήχθησαν προς αυτόν, εκ πάντων των ορίων αυτών.
14. Διότι οι Λευΐται εγκατέλιπον τα προάστεια αυτών και
τας ιδιοκτησίας αυτών, και ήλθον εις τον Ιούδαν και εις την Ιερουσαλήμ·
επειδή ο Ιεροβοάμ και οι υιοί αυτού είχον αποβάλει αυτούς από του να ιερατεύωσιν
εις τον Κύριον·
15. και κατέστησεν εις εαυτόν ιερείς διά τους υψηλούς
τόπους και διά τους δαίμονας και διά τους μόσχους, τους οποίους έκαμε·
16. και μετ' αυτούς, όσοι εκ πασών των φυλών του Ισραήλ
έδωκαν τας καρδίας αυτών εις το να ζητώσι Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ, ήλθον
εις Ιερουσαλήμ, διά να θυσιάσωσιν εις Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών.
17. Και κατίσχυσαν την βασιλείαν του Ιούδα και ισχυροποίησαν
τον Ροβοάμ τον υιόν του Σολομώντος, τρία έτη· διότι τρία έτη περιεπάτησαν
εν τη οδώ του Δαβίδ και του Σολομώντος.
18. Έλαβε δε ο Ροβοάμ εις εαυτόν γυναίκα την Μαελέθ,
θυγατέρα του Ιεριμώθ υιού του Δαβίδ, και την Αβιχαίλ, θυγατέρα του Ελιάβ
υιού του Ιεσσαί·
19. ήτις εγέννησεν εις αυτόν υιούς, τον Ιεούς και τον
Σαμαρίαν και τον Ζαάμ.
20. Και μετ' αυτήν έλαβε την Μααχά θυγατέρα του Αβεσσαλώμ,
ήτις εγέννησεν εις αυτόν τον Αβιά και τον Ατθαΐ και τον Ζιζά και τον Σελωμείθ.
21. Και ηγάπησεν ο Ροβοάμ την Μααχά θυγατέρα του Αβεσσαλώμ
υπέρ πάσας τας γυναίκας αυτού και τας παλλακάς αυτού· διότι έλαβε δεκαοκτώ
γυναίκας και εξήκοντα παλλακάς· και εγέννησεν εικοσιοκτώ υιούς και εξήκοντα
θυγατέρας·
22. και κατέστησεν ο Ροβοάμ άρχοντα τον Αβιά τον υιόν
της Μααχά, διά να άρχη επί τους αδελφούς αυτού· διότι εστοχάζετο να κάμη
αυτόν βασιλέα·
23. και ποιών φρονίμως διέσπειρε πάντας τους υιούς αυτού
εις πάντας τους τόπους Ιούδα και Βενιαμίν, εις πάσαν οχυράν πόλιν· και
έδωκεν εις αυτούς τροφάς εν αφθονία και εζήτησε πολλάς γυναίκας.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 12o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 12
1. Και καθώς εστερεώθη η βασιλεία του Ροβοάμ και ενεδυναμώθη,
εγκατέλιπε τον νόμον του Κυρίου, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού.
2. Και εν τω πέμπτω έτει της βασιλείας του Ροβοάμ, Σισάκ
ο βασιλεύς της Αιγύπτου ανέβη εναντίον της Ιερουσαλήμ, επειδή παρηνόμησαν
εις τον Κύριον,
3. μετά χιλίων διακοσίων αμαξών και εξήκοντα χιλιάδων
ιππέων· ο δε λαός όστις ήλθε μετ' αυτού εξ Αιγύπτου ήτο αναρίθμητος, Λίβυες,
Τρωγλοδύται και Αιθίοπες.
4. Και κυριεύσας τας οχυράς πόλεις τας εν Ιούδα, ήλθεν
έως της Ιερουσαλήμ.
5. Τότε Σεμαΐας ο προφήτης ήλθε προς τον Ροβοάμ και τους
άρχοντας του Ιούδα, τους συναχθέντας εν Ιερουσαλήμ διά τον φόβον του Σισάκ,
και είπε προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος· Σεις με εγκατελίπετε· διά τούτο
σας εγκατέλιπον και εγώ εις την χείρα του Σισάκ.
6. Και εταπεινώθησαν οι άρχοντες του Ισραήλ και ο βασιλεύς,
και έλεγον, Δίκαιος ο Κύριος.
7. Και ότε είδεν ο Κύριος ότι εταπεινώθησαν, έγεινε λόγος
Κυρίου προς τον Σεμαΐαν, λέγων, Ούτοι εταπεινώθησαν· δεν θέλω εξολοθρεύσει
αυτούς, αλλά θέλω χαρίσει εις αυτούς σωτηρίαν τινά· και ο θυμός μου δεν
θέλει εκχυθή επί την Ιερουσαλήμ διά χειρός του Σισάκ·
8. αλλ' όμως θέλουσι γείνει δούλοι αυτού, διά να γνωρίσωσι
την δουλείαν την εμήν και την δουλείαν των βασιλειών της γης.
9. Και ανέβη Σισάκ ο βασιλεύς της Αιγύπτου επί την Ιερουσαλήμ,
και έλαβε τους θησαυρούς του οίκου του Κυρίου και τους θησαυρούς του οίκου
του βασιλέως· τα πάντα έλαβεν· έλαβεν έτι τους θυρεούς τους χρυσούς, τους
οποίους έκαμεν ο Σολομών.
10. Και αντ' εκείνων έκαμεν ο βασιλεύς Ροβοάμ θυρεούς
χαλκίνους, και παρέδωκεν αυτούς εις τας χείρας των αρχόντων των σωματοφυλάκων,
οίτινες εφύλαττον την είσοδον του οίκου του βασιλέως.
11. Και οπότε εισήρχετο ο βασιλεύς εις τον οίκον του
Κυρίου, οι σωματοφύλακες ήρχοντο και ελάμβανον αυτούς, και πάλιν έφερον
αυτούς εις το οίκημα των σωματοφυλάκων.
12. Επειδή λοιπόν εταπεινώθη, απεστράφη απ' αυτού ο θυμός
του Κυρίου, διά να μη αφανίση αυτούς ολοκλήρως· διότι ήσαν έτι αγαθά πράγματα
εν τω Ιούδα.
13. Και ενεδυναμώθη ο βασιλεύς Ροβοάμ εν Ιερουσαλήμ και
εβασίλευσε· διότι ο Ροβοάμ ήτο ηλικίας τεσσαράκοντα και ενός έτους ότε
εβασίλευσε, και εβασίλευσε δεκαεπτά έτη εν Ιερουσαλήμ, τη πόλει την οποίαν
ο Κύριος εξέλεξεν εκ πασών των φυλών του Ισραήλ, διά να θέση το όνομα αυτού
εκεί. Της δε μητρός αυτού το όνομα ήτο Νααμά η Αμμωνίτις.
14. Και έπραξε πονηρά, επειδή δεν προσήλωσε την καρδίαν
αυτού εις το να εκζητή τον Κύριον.
15. Αι δε πράξεις του Ροβοάμ, αι πρώται και αι έσχαται,
δεν είναι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω Σεμαΐου του προφήτου και Ιδδώ του βλέποντος,
εν ταις γενεαλογίαις; Ήσαν δε πάντοτε πόλεμοι μεταξύ Ροβοάμ και Ιεροβοάμ.
16. Και εκοιμήθη ο Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και
ετάφη εν πόλει Δαβίδ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Αβιά ο υιός αυτού.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 13o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 13
1. Και εβασίλευσεν ο Αβιά επί τον Ιούδαν εν τω δεκάτω
ογδόω έτει του βασιλέως Ιεροβοάμ.
2. Τρία έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. Το δε όνομα της
μητρός αυτού ήτο Μιχαΐα, θυγάτηρ του Ουριήλ από Γαβαά. Και ήτο πόλεμος
μεταξύ Αβιά και Ιεροβοάμ.
3. Και παρετάχθη ο Αβιά εις μάχην με στράτευμα δυνατών
πολεμιστών, τετρακοσίων χιλιάδων ανδρών εκλεκτών· και ο Ιεροβοάμ παρετάχθη
εις μάχην εναντίον αυτού με οκτακοσίας χιλιάδας ανδρών εκλεκτών, δυνατών
εν ισχύϊ.
4. Και σηκωθείς ο Αβιά επί το όρος Σεμαραΐμ, το εν τω
όρει Εφραΐμ, είπεν, Ακούσατέ μου, Ιεροβοάμ και πας ο Ισραήλ·
5. δεν πρέπει να γνωρίσητε, ότι Κύριος ο Θεός του Ισραήλ
έδωκε την βασιλείαν επί τον Ισραήλ διαπαντός εις τον Δαβίδ, εις αυτόν και
εις τους υιούς αυτού, με συνθήκην άλατος;
6. αλλ' ο Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, ο δούλος του Σολομώντος
υιού του Δαβίδ, εσηκώθη και επανεστάτησεν εναντίον του κυρίου αυτού·
7. και συνήχθησαν προς αυτόν άνθρωποι μηδαμινοί, αχρείοι,
και ενεδυναμώθησαν εναντίον του Ροβοάμ υιού του Σολομώντος, ότε ήτο ο Ροβοάμ
νέος και απαλός την καρδίαν και δεν ηδύνατο να αντισταθή εις αυτούς·
8. και τώρα σεις λέγετε να αντισταθήτε εις την βασιλείαν
του Κυρίου, την εις τας χείρας των υιών του Δαβίδ, διότι είσθε πλήθος πολύ
και έχετε μεθ' εαυτών χρυσούς μόσχους, τους οποίους ο Ιεροβοάμ έκαμεν εις
εσάς διά θεούς·
9. δεν απεβάλετε τους ιερείς του Κυρίου, τους υιούς του
Ααρών, και τους Λευΐτας, και εκάμετε εις εαυτούς ιερείς κατά τα έθνη της
γης; πας όστις προσέρχεται να ιερωθή με μόσχον βοός και επτά κριούς, γίνεται
ιερεύς εις τους μη θεούς·
10. αλλ' ημείς τον Κύριον έχομεν θεόν ημών, και δεν εγκατελίπομεν
αυτόν· και οι ιερείς, οι λειτουργούντες εις τον Κύριον, είναι οι υιοί του
Ααρών· και οι Λευΐται, επί την εργασίαν·
11. και καίουσι προς τον Κύριον καθ' εκάστην πρωΐαν και
καθ' εκάστην εσπέραν ολοκαυτώματα και θυμίαμα ευώδες· και διατέθουσι τους
άρτους της προθέσεως επί της τραπέζης της καθαράς και την λυχνίαν την χρυσήν
και τους λύχνους αυτής, διά να καίη πάσαν εσπέραν· διότι ημείς φυλάττομεν
την φυλακήν Κυρίου του Θεού ημών· σεις όμως εγκατελίπετε αυτόν·
12. και ιδού, ο Θεός αυτός είναι μεθ' ημών επί κεφαλής,
και οι ιερείς αυτού με ηχητικάς σάλπιγγας, διά να ηχώσιν εναντίον σας.
Υιοί Ισραήλ, μη πολεμείτε εναντίον Κυρίου του Θεού των πατέρων σας· διότι
δεν θέλετε ευοδωθή.
13. Ο δε Ιεροβοάμ έστρεψε την ενέδραν διά να περιέλθη
εκ των όπισθεν αυτών· και ήσαν κατά πρόσωπον του Ιούδα, και η ενέδρα όπισθεν
αυτών.
14. Και ότε περιέβλεψεν ο Ιούδας, ιδού, η μάχη ήτο έμπροσθεν
και όπισθεν αυτών· και εβόησαν προς τον Κύριον, και οι ιερείς εσάλπισαν
με τας σάλπιγγας.
15. Τότε οι άνδρες Ιούδα ηλάλαξαν· και καθώς ηλάλαξαν
οι άνδρες Ιούδα, ο Θεός επάταξε τον Ιεροβοάμ και πάντα τον Ισραήλ, έμπροσθεν
του Αβιά και του Ιούδα.
16. Και έφυγον οι υιοί Ισραήλ απ' έμπροσθεν του Ιούδα·
και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις την χείρα αυτών.
17. Και έκαμον ο Αβιά και ο λαός αυτού εις αυτούς σφαγήν
μεγάλην· και έπεσαν τραυματίαι εκ του Ισραήλ πεντακόσιαι χιλιάδες ανδρών
εκλεκτών.
18. Και εταπεινώθησαν οι υιοί Ισραήλ εν τω καιρώ εκείνω,
οι δε υιοί Ιούδα υπερίσχυσαν, επειδή ήλπισαν επί Κύριον τον Θεόν των πατέρων
αυτών.
19. Και κατεδίωξεν ο Αβιά εξ οπίσω του Ιεροβοάμ, και
έλαβε παρ' αυτού πόλεις, την Βαιθήλ και τας κώμας αυτής, και την Ιεσανά
και τας κώμας αυτής, και την Εφραΐν και τας κώμας αυτής.
20. Και δεν ανέλαβε πλέον δύναμιν ο Ιεροβοάμ εν ταις
ημέραις του Αβιά· αλλ' επάταξεν αυτόν ο Κύριος, και απέθανε.
21. Και ενεδυναμώθη ο Αβιά· και έλαβεν εις εαυτόν δεκατέσσαρας
γυναίκας, και εγέννησεν εικοσιδύο υιούς και δεκαέξ θυγατέρας.
22. Αι δε λοιπαί πράξεις του Αβιά και αι οδοί αυτού και
οι λόγοι αυτού είναι γεγραμμένοι εν τη ιστορία του προφήτου Ιδδώ.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 14o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 14
1. Και εκοιμήθη ο Αβιά μετά των πατέρων αυτού, και έθαψαν
αυτόν εν πόλει Δαβίδ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Ασά ο υιός αυτού. Εν ταις
ημέραις αυτού η γη ησύχασε δέκα έτη.
2. Και έκαμεν ο Ασά το καλόν και το ευθές ενώπιον Κυρίου
του Θεού αυτού·
3. διότι αφήρεσε τα θυσιαστήρια των αλλοτρίων θεών και
τους υψηλούς τόπους, και κατεσύντριψε τα αγάλματα και κατέκοψε τα άλση·
4. και είπε προς τον Ιούδαν να εκζητώσι Κύριον τον Θεόν
των πατέρων αυτών και να κάμνωσι τον νόμον και τας εντολάς.
5. Αφήρεσεν έτι από πασών των πόλεων του Ιούδα τους υψηλούς
τόπους και τα είδωλα· και ησύχασε το βασίλειον ενώπιον αυτού.
6. Και ωκοδόμησε πόλεις οχυράς εν τω Ιούδα· διότι ησύχασεν
η γη, και δεν ήτο εις αυτόν πόλεμος εν εκείνοις τοις χρόνοις, επειδή ο
Κύριος έδωκεν εις αυτόν ανάπαυσιν.
7. Διά τούτο είπε προς τον Ιούδαν, Ας οικοδομήσωμεν τας
πόλεις ταύτας, και ας κάμωμεν περί αυτάς τείχη και πύργους, πύλας και μοχλούς,
ενώ είμεθα κύριοι της γης, επειδή εξεζητήσαμεν Κύριον τον Θεόν ημών· εξεζητήσαμεν
αυτόν, και έδωκεν εις ημάς ανάπαυσιν κυκλόθεν. Και ωκοδόμησαν και ευωδώθησαν.
8. Είχε δε ο Ασά στράτευμα εκ του Ιούδα τριακοσίας χιλιάδας,
φέροντας θυρεούς και λόγχας· εκ δε του Βενιαμίν, διακοσίας ογδοήκοντα χιλιάδας,
ασπιδοφόρους και τοξότας· πάντες ούτοι ήσαν δυνατοί εν ισχύϊ.
9. Εξήλθε δε εναντίον αυτών Ζερά ο Αιθίοψ, με στράτευμα
εκατόν μυριάδων και με τριακοσίας αμάξας, και ήλθεν έως Μαρησά.
10. Και εξήλθεν ο Ασά εναντίον αυτού, και παρετάχθησαν
εις μάχην εν τη φάραγγι Σεφαθά, πλησίον της Μαρησά.
11. Και εβόησεν ο Ασά προς Κύριον τον Θεόν αυτού και
είπε, Κύριε, δεν είναι ουδέν παρά σοι να βοηθής τους έχοντας πολλήν ή μηδεμίαν
δύναμιν· βοήθησον ημάς, Κύριε Θεέ ημών· διότι επί σε πεποίθαμεν, και εν
τω ονόματί σου ερχόμεθα εναντίον του πλήθους τούτου. Κύριε, συ είσαι ο
Θεός ημών· ας μη υπερισχύση άνθρωπος εναντίον σου.
12. Και επάταξεν ο Κύριος τους Αιθίοπας έμπροσθεν του
Ασά και έμπροσθεν του Ιούδα· και οι Αιθίοπες έφυγον.
13. Ο δε Ασά και ο λαός ο μετ' αυτού κατεδίωξαν αυτούς
έως Γεράρων· και έπεσον εκ των Αιθιόπων τοσούτοι, ώστε δεν ηδύναντο να
αναλάβωσι πλέον· διότι συνετρίβησαν έμπροσθεν του Κυρίου και έμπροσθεν
του στρατεύματος αυτού· και έλαβον λάφυρα πολλά σφόδρα.
14. Και επάταξαν πάσας τας πόλεις κύκλω των Γεράρων·
διότι ο φόβος του Κυρίου επέπεσεν επ' αυτούς· και ελαφυραγώγησαν πάσας
τας πόλεις· διότι ήσαν εν αυταίς λάφυρα πολλά.
15. Επάταξαν δε και τας επαύλεις των ποιμνίων και έλαβον
πρόβατα πολλά και καμήλους, και επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 15o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 15
1. Τότε ήλθε το πνεύμα του Θεού επί Αζαρίαν τον υιόν
του Ωδήδ·
2. και εξήλθεν εις συνάντησιν του Ασά και είπε προς αυτόν,
Ακούσατέ μου, Ασά και πας ο Ιούδας και ο Βενιαμίν· Ο Κύριος είναι με σας,
όταν σεις είσθε μετ' αυτού· και εάν εκζητήτε αυτόν, θέλει ευρεθή εις εσάς·
εάν όμως εγκαταλείψητε αυτόν, θέλει σας εγκαταλείψει·
3. πολύν μεν καιρόν εστάθη ο Ισραήλ χωρίς του αληθινού
Θεού και χωρίς ιερέως διδάσκοντος και χωρίς νόμου·
4. ότε όμως εν τη στενοχωρία αυτών επέστρεψαν εις Κύριον
τον Θεόν του Ισραήλ και εξεζήτησαν αυτόν, ευρέθη εις αυτούς·
5. και κατ' εκείνους τους καιρούς δεν ήτο ειρήνη εις
τον εξερχόμενον και εις τον εισερχόμενον, αλλ' ήσαν μεγάλαι ταραχαί επί
πάντας τους κατοίκους των τόπων·
6. και εφθείρετο έθνος υπό έθνους και πόλις υπό πόλεως·
διότι ο Θεός κατέθλιβεν αυτούς εν πάση στενοχωρία·
7. σεις δε ενδυναμούσθε, και ας μη ήναι εκλελυμέναι αι
χείρές σας· διότι θέλει είσθαι μισθός εις το έργον σας.
8. Και ότε ήκουσεν ο Ασά τους λόγους τούτους και την
προφητείαν Ωδήδ του προφήτου, ενεδυναμώθη και απέβαλε τα βδελύγματα εκ
πάσης της γης Ιούδα και Βενιαμίν και εκ των πόλεων, τας οποίας έλαβεν εκ
του όρους Εφραΐμ, και ανενέωσε το θυσιαστήριον του Κυρίου, το κατ' έμπροσθεν
του προνάου του Κυρίου.
9. Και συνήγαγε πάντα τον Ιούδαν και τον Βενιαμίν, και
τους παροικούντας μετ' αυτών εκ του Εφραΐμ και Μανασσή και εκ του Συμεών·
διότι πολλοί εκ του Ισραήλ προσεχώρησαν εις αυτόν, ιδόντες ότι Κύριος ο
Θεός αυτού ήτο μετ' αυτού.
10. Και συνήχθησαν εις Ιερουσαλήμ κατά τον τρίτον μήνα
του δεκάτου πέμπτου έτους της βασιλείας του Ασά.
11. Και προσέφεραν θυσίας εις τον Κύριον, κατά την ημέραν
εκείνην, εκ των λαφύρων τα οποία έφεραν, επτακοσίους βόας και επτά χιλιάδας
προβάτων.
12. Και εισήλθον εις συνθήκην να εκζητήσωσι Κύριον τον
Θεόν των πατέρων αυτών, εξ όλης της καρδίας αυτών και εξ όλης της ψυχής
αυτών·
13. και πας όστις δεν εκζητήση Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ
να θανατόνηται, από μικρού έως μεγάλου, από ανδρός έως γυναικός.
14. Και ώμοσαν προς τον Κύριον εν φωνή μεγάλη και εν
αλαλαγμώ και εν σάλπιγξι και εν κερατίναις.
15. Και πας ο Ιούδας ευφράνθη εις τον όρκον· διότι ώμοσαν
εξ όλης της καρδίας αυτών και εξεζήτησαν αυτόν μεθ' όλης της θελήσεως αυτών·
και ευρέθη εις αυτούς· και έδωκεν εις αυτούς ο Κύριος ανάπαυσιν κυκλόθεν.
16. Έτι δε Μααχά, την μητέρα του βασιλέως Ασά, απέβαλεν
αυτήν του να ήναι βασίλισσα, επειδή έκαμεν είδωλον εις άλσος· και κατέκοψεν
ο Ασά το είδωλον αυτής και συνέτριψε και έκαυσεν αυτό εις τον χείμαρρον
Κέδρων.
17. Οι υψηλοί όμως τόποι δεν αφηρέθησαν από του Ισραήλ·
πλην η καρδία του Ασά ήτο τελεία πάσας τας ημέρας αυτού.
18. Και έφερεν εις τον οίκον του Θεού τα αφιερώματα του
πατρός αυτού και τα εαυτού αφιερώματα, άργυρον και χρυσόν και σκεύη.
19. Και δεν έγεινε πόλεμος έως του τριακοστού πέμπτου
έτους της βασιλείας του Ασά.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 16o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 16
1. Εν τω τριακοστώ έκτω έτει της βασιλείας του Ασά, ο
Βαασά βασιλεύς του Ισραήλ ανέβη εναντίον του Ιούδα και ωκοδόμησε την Ραμά,
διά να μη αφίνη μηδένα να εξέρχηται μηδέ να εισέρχηται προς τον Ασά βασιλέα
του Ιούδα.
2. Τότε ο Ασά εξέφερεν αργύριον και χρυσίον εκ των θησαυρών
του οίκου του Κυρίου και του οίκου του βασιλέως, και απέστειλε προς τον
Βεν-αδάδ βασιλέα της Συρίας, κατοικούντα εν Δαμασκώ, λέγων,
3. Ας γείνη συνθήκη αναμέσον εμού και σου, ως ήτο και
αναμέσον του πατρός μου και του πατρός σου· ιδού, απέστειλα προς σε αργύριον
και χρυσίον· ύπαγε, διάλυσον την συνθήκην σου την προς Βαασά βασιλέα του
Ισραήλ, διά να αναχωρήση απ' εμού.
4. Και εισήκουσεν ο Βεν-αδάδ εις τον βασιλέα Ασά, και
απέστειλε τους αρχηγούς των δυνάμεων αυτού εναντίον των πόλεων του Ισραήλ·
και επάταξαν την Ιϊών και την Δαν και την Αβέλ-μαΐμ και πάσας τας αποθήκας
των πόλεων Νεφθαλί.
5. Και ως ήκουσεν ο Βαασά, έπαυσε να οικοδομή την Ραμά
και κατέλιπε το έργον αυτού.
6. Και παρέλαβεν ο βασιλεύς Ασά πάντα τον Ιούδαν, και
εσήκωσαν τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής, με τα οποία ωκοδόμει ο
Βαασά· και με ταύτα ωκοδόμησε την Γαβαά και την Μισπά.
7. Κατ' εκείνον δε τον καιρόν Ανανί ο βλέπων ήλθε προς
Ασά τον βασιλέα του Ιούδα και είπε προς αυτόν, Επειδή επεστηρίχθης επί
τον βασιλέα της Συρίας και δεν επεστηρίχθης επί Κύριον τον Θεόν σου, διά
τούτο εξέφυγε το στράτευμα του βασιλέως της Συρίας από της χειρός σου·
8. οι Αιθίοπες και οι Λίβυες δεν ήσαν στράτευμα μέγα,
μετά πολυαρίθμων αμαξών και ιππέων; επειδή όμως επεστηρίχθης εις τον Κύριον,
παρέδωκεν αυτούς εις την χείρα σου·
9. διότι οι οφθαλμοί του Κυρίου περιτρέχουσι διά πάσης
της γης, διά να δειχθή δυνατός υπέρ των εχόντων την καρδίαν αυτών τελείαν
προς αυτόν· εις τούτο έπραξας αφρόνως· διά τούτο θέλεις έχει πολέμους εις
το εξής.
10. Και ωργίσθη ο Ασά κατά του βλέποντος και έβαλεν αυτόν
εις φυλακήν· διότι ηγανάκτησεν εναντίον αυτού διά τούτο. Και κατέθλιψεν
ο Ασά τινάς εκ του λαού εν εκείνω τω καιρώ.
11. Και ιδού, αι πράξεις του Ασά, αι πρώται και αι έσχαται,
ιδού, είναι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω των βασιλέων του Ιούδα και του Ισραήλ.
12. Ηρρώστησε δε ο Ασά τους πόδας αυτού εν τω τριακοστώ
εννάτω έτει της βασιλείας αυτού, εωσού η αρρωστία αυτού έγεινε μεγίστη·
αλλ' ουδέ εν τη αρρωστία αυτού εξεζήτησε τον Κύριον, αλλά τους ιατρούς.
13. Και εκοιμήθη ο Ασά μετά των πατέρων αυτού· και απέθανεν
εν τω τεσσαρακοστώ πρώτω έτει της βασιλείας αυτού.
14. Και έθαψαν αυτόν εις τον τάφον αυτού, τον οποίον
έσκαψε δι' εαυτόν εν πόλει Δαβίδ, και έθεσαν αυτόν επί κλίνης πλήρους ευωδίας
και διαφόρων αρωμάτων μυρεψικών· και έκαμον εις αυτόν καύσιν μεγάλην σφόδρα.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 17o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 17
1. Εβασίλευσε δε αντ' αυτού Ιωσαφάτ ο υιός αυτού και
ενεδυναμώθη κατά του Ισραήλ.
2. Και έβαλε δυνάμεις εις πάσας τας οχυράς πόλεις του
Ιούδα και κατέστησε φρουράς εν τη γη Ιούδα και εν ταις πόλεσι του Εφραΐμ,
τας οποίας είχε κυριεύσει Ασά ο πατήρ αυτού.
3. Και ήτο Κύριος μετά του Ιωσαφάτ, επειδή περιεπάτησεν
εν ταις οδοίς Δαβίδ του πατρός αυτού ταις πρώταις, και δεν εξεζήτησε τους
Βααλείμ·
4. αλλά τον Θεόν του πατρός αυτού εξεζήτησε και εις τας
εντολάς αυτού περιεπάτησε και ουχί κατά τα έργα του Ισραήλ.
5. Διά τούτο εστερέωσεν ο Κύριος την βασιλείαν εν τη
χειρί αυτού· και πας ο Ιούδας έδωκε δώρα εις τον Ιωσαφάτ· και απέκτησε
πλούτον και δόξαν πολλήν.
6. Και υψώθη η καρδία αυτού εις τας οδούς του Κυρίου·
και έτι αφήρεσε τους υψηλούς τόπους και τα άλση από του Ιούδα.
7. Και εν τω τρίτω έτει της βασιλείας αυτού απέστειλε
τους άρχοντας αυτού, τον Βεν-αΐλ και τον Οβαδίαν και τον Ζαχαρίαν και τον
Ναθαναήλ και τον Μιχαΐαν, διά να διδάσκωσιν εν ταις πόλεσι του Ιούδα.
8. και μετ' αυτών τους Λευΐτας, τον Σεμαΐαν και Ναθανίαν
και Ζεβαδίαν και Ασαήλ και Σεμιραμώθ και Ιωνάθαν και Αδωνίαν και Τωβίαν
και Τωβ-αδωνίαν, τους Λευΐτας· και μετ' αυτών Ελισαμά και Ιωράμ, τους ιερείς·
9. και εδίδασκον εν τω Ιούδα, έχοντες μεθ' εαυτών το
βιβλίον του νόμου του Κυρίου, και περιήρχοντο εις πάσας τας πόλεις του
Ιούδα και εδίδασκον τον λαόν.
10. Και επέπεσε φόβος Κυρίου επί πάσας τας βασιλείας
των πέριξ του Ιούδα τόπων· και δεν επολέμουν εναντίον του Ιωσαφάτ.
11. Και από των Φιλισταίων έφερον δώρα προς τον Ιωσαφάτ
και φόρον αργυρίου· οι Άραβες προσέτι έφερον προς αυτόν ποίμνια κριών επτά
χιλιάδας επτακοσίους και τράγων επτά χιλιάδας επτακοσίους.
12. Και προεχώρει ο Ιωσαφάτ μεγαλυνόμενος σφόδρα· και
ωκοδόμησεν εν Ιούδα φρούρια και πόλεις αποθηκών.
13. Και είχε πολλά έργα εν ταις πόλεσιν Ιούδα· και άνδρας
πολεμιστάς, δυνατούς εν ισχύϊ, εν Ιερουσαλήμ.
14. Ούτοι δε είναι οι αριθμοί αυτών, κατά τους οίκους
των πατριών αυτών· εκ του Ιούδα, χιλίαρχοι, Αδνά ο αρχηγός, και μετ' αυτού
δυνατοί εν ισχύϊ τριακόσιαι χιλιάδες.
15. Και μετά τούτον Ιωανάν ο αρχηγός, και μετ' αυτού
διακόσιαι ογδοήκοντα χιλιάδες.
16. Και μετά τούτον Αμασίας ο υιός του Ζιχρί, όστις προθύμως
προσέφερεν εαυτόν εις τον Κύριον· και μετ' αυτού διακόσιαι χιλιάδες δυνατοί
εν ισχύϊ.
17. Εκ δε του Βενιαμίν, δυνατός εν ισχύϊ, Ελιαδά και
μετ' αυτού τοξόται και ασπιδοφόροι διακόσιαι χιλιάδες.
18. Και μετά τούτον Ιωζαβάδ, και μετ' αυτού εκατόν ογδοήκοντα
χιλιάδες ώπλισμένοι εις πόλεμον.
19. Ούτοι ήσαν οι υπηρετούντες τον βασιλέα, εκτός των
όσους έβαλεν ο βασιλεύς εις τας οχυράς πόλεις εν παντί τω Ιούδα.
ΧΡΟΝΙΚΩΝ Β' 18o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
[<<]-English-[>>]
II Chronicles 18
1. Και είχεν ο Ιωσαφάτ πλούτον και δόξαν πολλήν· και
εσυμπενθέρευσε μετά του Αχαάβ.
2. Μετά δε χρόνους κατέβη προς τον Αχαάβ εις την Σαμάρειαν
Και έσφαξεν ο Αχαάβ πρόβατα και βόας εν αφθονία δι' αυτόν και διά τον λαόν
τον μετ' αυτού, και κατέπεισεν αυτόν να συναναβή εις Ραμώθ-γαλαάδ.
3. Και είπεν Αχαάβ ο βασιλεύς του Ισραήλ προς Ιωσαφάτ
τον βασιλέα του Ιούδα, Έρχεσαι μετ' εμού εις Ραμώθ-γαλαάδ; Ο δε απεκρίθη
προς αυτόν, Εγώ είμαι καθώς συ, και ο λαός μου καθώς ο λαός σου· και θέλομεν
είσθαι μετά σου εν τω πολέμω.
4. Και είπεν ο Ιωσαφάτ προς τον βασιλέα του Ισραήλ, Ερώτησον
σήμερον, παρακαλώ, τον λόγον του Κυρίου.
5. Και συνήθροισεν ο βασιλεύς του Ισραήλ τους προφήτας,
τετρακοσίους άνδρας, και είπε προς αυτούς, να υπάγωμεν εις Ραμώθ-γαλαάδ,
διά να πολεμήσωμεν; ή να απέχω; Οι δε είπον, Ανάβα, και θέλει παραδώσει
ο Θεός αυτήν εις την χείρα του βασιλέως.
6. Και είπεν ο Ιωσαφάτ, Δεν είναι ενταύθα έτι προφήτης
του Κυρίου, διά να ερωτήσωμεν δι' αυτού;
7. Και είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ προς τον Ιωσαφάτ,
είναι έτι άνθρωπός τις, διά του οποίου δυνάμεθα να ερωτήσωμεν τον Κύριον·
πλην εγώ μισώ αυτόν· διότι δεν προφητεύει καλόν περί εμού αλλά πάντοτε
κακόν· είναι ο Μιχαΐας ο υιός του Ιεμλά. Και είπεν ο Ιωσαφάτ, Ας μη λαλή
ο βασιλεύς ούτως.
8. Και εκάλεσεν ο βασιλεύς του Ισραήλ ένα ευνούχον και
είπε, Σπεύσον να φέρης Μιχαΐαν τον υιόν του Ιεμλά.
9. Ο δε βασιλεύς του Ισραήλ και Ιωσαφάτ ο βασιλεύς του
Ιούδα εκάθηντο, έκαστος επί του θρόνου αυτού, ενδεδυμένοι στολαίς, και
εκάθηντο εν τόπω ανοικτώ, κατά την είσοδον της πύλης της Σαμαρείας· και
πάντες οι προφήται προεφήτευον έμπροσθεν αυτών.
10. Και Σεδεκίας ο υιός του Χαναανά είχε κάμει εις εαυτόν
κέρατα σιδηρά και είπεν, ούτω λέγει Κύριος· Διά τούτων θέλεις κερατίσει
τους Συρίους, εωσού συντελέσης αυτούς.
11. Και πάντες οι προφήται προεφήτευον ούτω, λέγοντες,
Ανάβα εις Ραμώθ-γαλαάδ και ευοδού· διότι ο Κύριος θέλει παραδώσει αυτήν
εις την χείρα του βασιλέως.
12. Και ο μηνυτής, όστις υπήγε να καλέση τον Μιχαΐαν,
είπε προς αυτόν, λέγων, Ιδού, οι λόγοι των προφητών φανερόνουσιν εξ ενός
στόματος καλόν περί του βασιλέως· ο λόγος σου λοιπόν ας ήναι, παρακαλώ,
ως ενός εξ εκείνων, και λάλησον το καλόν.
13. Ο δε Μιχαΐας είπε, Ζη Κύριος, ό,τι μοι είπη ο Θεός
μου, τούτο θέλω λαλήσει.
14. Ήλθε λοιπόν προς τον βασιλέα, και είπεν ο βασιλεύς
προς αυτόν, Μιχαΐα, να υπάγωμεν εις Ραμώθ-γαλαάδ διά να πολεμήσωμεν; ή
να απέχω; Ο δε είπεν, Ανάβητε και ευοδούσθε, διότι θέλουσι παραδοθή εις
την χείρα σας.
15. Και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς, Έως ποσάκις θέλω
σε ορκίζει να μη λέγης προς εμέ παρά την αλήθειαν εν ονόματι Κυρίου;
16. Ο δε είπεν· είδον πάντα τον Ισραήλ διεσπαρμένον επί
τα όρη, ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα· και είπε Κύριος, Ούτοι δεν έχουσι
κύριον· ας επιστρέψωσιν έκαστος εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη.
17. Και είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ προς τον Ιωσαφάτ,
Δεν σοι είπα ότι δεν θέλει προφητεύσει καλόν περί εμού, αλλά κακόν;
18. Και ο Μιχαΐας είπεν, Ακούσατε λοιπόν τον λόγον του
Κυρίου· είδον τον Κύριον καθήμενον επί του θρόνου αυτού και πάσαν την στρατιάν
του ουρανού παρισταμένην εκ δεξιών αυτού και εξ αριστερών αυτού.
19. Και είπε ο Κύριος, Τις θέλει απατήσει Αχαάβ τον βασιλέα
του Ισραήλ, ώστε να αναβή και να πέση εν Ραμώθ-γαλαάδ; Και ο μεν ελάλησε
λέγων ούτως, ο δε λέγων ούτως.
20. Τότε εξήλθε το πνεύμα και εστάθη ενώπιον Κυρίου και
είπεν, Εγώ θέλω απατήσει αυτόν. Και είπε Κύριος προς αυτό, Τίνι τρόπω;
21. Και είπε, Θέλω εξέλθει και θέλω είσθαι πνεύμα ψεύδους
εν τω στόματι πάντων των προφητών αυτού. Και είπε Κύριος, Θέλεις απατήσει
και μάλιστα θέλεις κατορθώσει· έξελθε και κάμε ούτω.
22. Τώρα λοιπόν, ιδού, ο Κύριος έβαλε πνεύμα ψεύδους
εν τω στόματι τούτων των προφητών σου, και ελάλησε Κύριος κακόν επί σε.
23. Τότε πλησιάσας Σεδεκίας ο υιός του Χαναανά, ερράπισε
τον Μιχαΐαν επί την σιαγόνα και είπε, Διά ποίας οδού επέρασε το πνεύμα
του Κυρίου απ' εμού, διά να λαλήση προς σε;
24. Και είπεν ο Μιχαΐας, Ιδού, θέλεις ιδεί καθ' ην ημέραν
θέλεις εισέρχεσθαι από ταμείου εις ταμείον, διά να κρυφθής.
25. Και είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ, Πιάσατε τον Μιχαΐαν
και επαναφέρετε αυτόν προς Αμών τον άρχοντα της πόλεως, και προς Ιωάς τον
υιόν του βασιλέως,
26. και είπατε, Ούτω λέγει ο βασιλεύς· Βάλετε τούτον
εις την φυλακήν και τρέφετε αυτόν με άρτον θλίψεως και με ύδωρ θλίψεως,
εωσού επιστρέψω εν ειρήνη.
27. Και είπεν ο Μιχαΐας, Εάν τωόντι επιστρέψης εν ειρήνη,
ο Κύριος δεν ελάλησε δι' εμού. Και είπεν, Ακούσατε σεις, πάντες οι λαοί.
28. Και ανέβη ο βασιλεύς του Ισραήλ και Ιωσαφάτ ο βασιλεύς
του Ιούδα εις Ραμώθ-γαλαάδ.
29. Και είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ προς τον Ιωσαφάτ,
Εγώ θέλω μετασχηματισθή και εισέλθει εις την μάχην· συ δε ενδύθητι την
στολήν σου. Και μετεσχηματίσθη ο βασιλεύς του Ισραήλ και εισήλθον εις την
μάχην.
30. Ο δε βασιλεύς της Συρίας είχε προστάξει τους άρχοντας
των αμαξών αυτού, λέγων, Μη πολεμείτε μήτε μικρόν μήτε μέγαν, αλλά μόνον
τον βασιλέα του Ισραήλ.
31. Και ως είδον οι άρχοντες των αμαξών τον Ιωσαφάτ,
τότε αυτοί είπον, Ούτος είναι ο βασιλεύς του Ισραήλ· και περιεκύκλωσαν
αυτόν διά να πολεμήσωσιν αυτόν· αλλ' ο Ιωσαφάτ ανεβόησε, και εβοήθησεν
αυτόν ο Κύριος· και απέστρεψεν αυτούς ο Θεός απ' αυτού.
32. Ιδόντες δε οι άρχοντες των αμαξών ότι δεν ήτο ο βασιλεύς
του Ισραήλ, επέστρεψαν από της καταδιώξεως αυτού.
33. Άνθρωπος δε τις, τοξεύσας ασκόπως, εκτύπησε τον βασιλέα
του Ισραήλ μεταξύ των αρθρώσεων του θώρακος· ο δε είπεν προς τον ηνίοχον,
Στρέψον την χείρα σου και έκβαλέ με εκ του στρατεύματος, διότι επληγώθην.
34. Και εμεγαλύνθη η μάχη εν τη ημέρα εκείνη· ο δε βασιλεύς
του Ισραήλ ίστατο επί της αμάξης αντικρύ των Συρίων έως εσπέρα, · και περί
την δύσιν του ηλίου απέθανε.
[>>]