Πιστεύω εις ένα Θεόν,
Kορ. η': 06 αλλ' εις ημάς είναι εις Θεός ο Πατήρ, εξ ού τα πάντα, και ημείς εις αυτόν και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι' ού τα πάντα, και ημείς δι' αυτού.
Εφεσ.δ: 06 εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο ών επί πάντων, και διά πάντων, και εν πάσιν υμίν.
Α'Τιμ.β': 05 Διότι είναι εις Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησούς,
Ρωμ. Γ': 30 επειδή εις είναι ο Θεός, όστις θέλει δικαιώσει την περιτομήν εκ πίστεως, και την ακροβυστίαν δια της πίστεως.
Πατέρα Παντοκράτορα,
Γεν ιζ': 1 και ότε ήτο ο Άβραμ ενενήκοντα εννέα ετών εφάνη ο Κύριος εις τον Άβραμ και είπε προς αυτόν εγώ είμαι Θεός ο παντοκράτωρ περιπάτει ενώπιον μου και έσο τέλειος
Γεν λε': 11 είπε δε προς αυτόν ο Θεός εγώ είμαι ο Θεός ο παντοκράτωρ αυξάνου και πληθύνου έθνος και πλήθος εθνών θέλουσι γείνει εκ σου και βασιλείς θέλουσιν εξέλθει εκ της οσφύος σου
Β'Κορ ς': 18 και θέλω είσθαι Πατήρ σας, και σεις θέλετε είσθαι υιοί μου και θυγατέρες,"  λέγει Κύριος Παντοκράτωρ.
Αποκ ις': 07 Και ήκουσα άλλον εκ του θυσιαστηρίου λέγοντα, Ναι, Κύριε Θεέ Παντοκράτωρ, αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις σου.
Ποιητήν ουρανού και γής,
Γεν α': 1 εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την Γην
Πραξ δ': 24 Οι δε ακούσαντες, ομοθυμαδόν ύψωσαν την φωνήν προς τον Θεόν, και είπον, Δέσποτα, συ είσαι ο Θεός, όστις έκαμες τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν, και πάντα τα εν αυτοίς
ορατών τε πάντων και αοράτων.
Κολ α': 16 επειδή δι' αυτού εκτίσθησαν τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι, τα πάντα δι' αυτού και δι' αυτόν εκτίσθησαν
Και εις ένα Κύριον Ιησού Χριστόν,
Kορ. η': 06 αλλ' εις ημάς είναι εις Θεός ο Πατήρ, εξ ού τα πάντα, και ημείς εις αυτόν και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι' ού τα πάντα, και ημείς δι' αυτού.
τον Υιό του Θεού, τον μονογενή,
Ματθ ις': 16 Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος, είπε, Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.
Ιωαν α': 14 Και ο Λόγος έγεινε σάρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών, (και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός,) πλήρης χάριτος και αληθείας.
Ιωαν α': 18 Ουδείς είδε ποτε τον Θεόν  ο Μονογενής Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εφανέρωσεν αυτόν.
Ιωαν γ': 16 Διότι τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτον, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.
τον εκ του Πατρός γεννηθέντα
Α' Ιωαν ε': 01 ΠΑΣ όστις πιστεύει οτι ο Ιησούς είναι ο Χριστος, εκ του Θεού εγεννήθη και πας όστις αγαπά τον γεννήσαντα, αγαπά και τον γεννηθέντα εξ αυτού.
02 Εκ τούτου γνωρίζομεν οτι αγαπώμεν τα τέκνα του Θεού, οταν τον Θεόν αγαπώμεν, και τας εντολάς αυτού φυλάττωμεν.
03 Διοτι αύτη είναι η αγάπη του Θεού, το να φυλάττωμεν τας εντολάς αυτού και αι εντολαί αυτού βαρείαι δεν είναι.
04 Διότι παν οτι εγεννήθη εκ του Θεού, νικά τον κόσμον, και αύτη είναι η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών.
05 Τις είναι ο νικών τον κόσμον, ειμή ο πιστεύων, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού;
προ πάντων των αιώνων,
Ιωαν ιζ': 05 Και τώρα δόξασόν με σύ, Πάτερ, πλησίον σου, με την δόξαν την οποίαν είχον παρά σοι πριν γείνη ο κόσμος.
Κολ α': 17 και αυτός είναι προ πάντων, και τα πάντα συντηρούνται δι' αυτού
Εβρ α': 01 Ο ΘΕΟΣ αφού ελάλησε το πάλαι προς τους πατέρας ημών δια των προφητών πολλάκις και πολυτρόπως, εν ταις εσχάταις ταύταις ημέραις
ελάλησε προς ημάς δια του Υιού,
Εβρ ζ': 03 απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος  μη έχων μήτε αρχήν ημερών, μήτε τέλος ζωής  αλλ' αφωμοιωμένος με τον Υιόν του Θεού  μένει ιερεύς πάντοτε.
φως εκ φωτός,
Ιωαν α': 09  Ήτο το φως το αληθινόν, το οποίον φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.
Ιωαν η': 12 Πάλιν λοιπόν ο Ιησούς ελάλησε προς αυτούς, λέγων, Εγώ είμαι το φως του κόσμου  όστις ακολουθεί εμέ, δεν θέλει περιπατήσει εις το σκότος, αλλά θέλει έχει το φως της ζωής.
Α'Ιωαν α': 05 Και αύτη είναι η επαγγελία, την οποίαν ηκούσαμεν απ' αυτού και αναγγέλλομεν προς εσάς,  Ότι ο Θεός είναι φως, και σκοτία εν αυτώ δεν υπάρχει ουδεμία.
Α'Τιμ ς': 16 όστις μόνος έχει την αθανασίαν, κατοικών φως απρόσιτον, τον οποίον ουδείς των ανθρώπων είδεν, ουδέ δύναται να ίδη εις τον οποίον έστω τιμή και κράτος αιώνιον. Αμήν.
Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού,
Α'Ιωαν ε': 20 Εξεύρομεν δε ότι ο Υιός του Θεού ήλθε, και έδωκεν εις ημάς νόησιν, δια να γνωρίζωμεν τον αληθινον  και είμεθα εν τω αληθινώ, εν τω Υιώ αυτού Ιησού Χριστώ ούτος είναι ο αληθινός Θεός, και η ζωή η αιώνιος.
Ιωαν α': 01 Εν αρχή ήτο ο Λόγος και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος.
γεννηθέντα
Α' Ιωαν ε': 01 ΠΑΣ όστις πιστεύει οτι ο Ιησούς είναι ο Χριστος, εκ του Θεού εγεννήθη και πας όστις αγαπά τον γεννήσαντα, αγαπά και τον γεννηθέντα εξ αυτού.
Κολ α': 15 όστις είναι εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως
ού ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί,
Φιλιπ β': 05 Το αυτό δε φρόνημα έστω εν υμίν το οποίον ήτο και εν τω Χριστώ Ιησού
06 όστις εν μορφή Θεού υπάρχων, δεν ενόμισεν αρπαγήν το να ήναι ίσα με τον Θεόν
07 αλλ' εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους
Εβρ α': 03 όστις, ών απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, και βαστάζων τα πάντα με τον λόγον της δυνάμεως αυτού, αφού δι' εαυτού έκαμε καθαρισμόν των αμαρτιών ημών, εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς
διού τα πάντα εγένετο.
Κολ α': 16 επειδή δι' αυτού εκτίσθησαν τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι, τα πάντα δι' αυτού και δι' αυτόν εκτίσθησαν
Α'Κορ η': 06 αλλ' εις ημάς είναι εις Θεός ο Πατήρ, εξ ού τα πάντα, και ημείς εις αυτόν  και εις Κύριος Ιησούς Χριστός, δι' ού τα πάντα, και ημείς δι' αυτού.
Εφεσ γ': 09 και να φωτίσω πάντας, ποία είναι η κοινωνία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ, όστις έκτισε τα πάντα δια του Ιησού Χριστού
Εβρ β': 10 Διότι έπρεπεν εις αυτόν, δια τον οποίον είναι τα πάντα, και δια του οποίου έγειναν τα πάντα, φέρων εις την δόξαν πολλούς υιούς, να κάμη τέλειον τον αρχηγόν της σωτηρίας αυτών δια των παθημάτων.
Τον δι ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρία
Ιωαν γ': 4 Και καθώς ο Μωϋσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτω πρέπει να υψωθή ο Υιός του ανθρώπου
17 Επειδή δεν απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον δια να κρίνη τον κόσμον, αλλά δια να σωθή ο κόσμος δι' αυτού
Πραξ δ': 12 Και δεν υπάρχει δι' ουδενός άλλου η σωτηρία  διότι ούτε όνομα άλλο είναι υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπωθν, δια του οποίου πρέπει να σωθώμεν.
κατελθόντα εκ των ουρανών
Ιωαν γ': 13 Και ουδείς ανέβη εις τον ουρανόν, ειμή ο καταβάς εκ του ουρανού, ο Υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ.
Εφεσ δ': 09 Το δε, ανέβη τι είναι ειμή ότι και κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης;
και σακωθέντα
Ιωαν α': 14 Και ο Λόγος έγεινε σάρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών, (και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός,) πλήρης χάριτος και αληθείας.
Α'Τιμ. γ': 16 Και αναντιρρήτως το μυστήριον της ευσεβείας είναι μέγα ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, εφάνη εις αγγέλους, εκηρύχθη εις τα έθνη, επιστεύθη εις τον κόσμον, ανελήφθη εν δόξη.
εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου
Λουκ α': 27 προς παρθένον ηρραβωνισμένην με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ, εξ οίκου Δαβίδ και το όνομα της παρθένου, Μαριάμ.
28 Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε, Χαίρε, κεχαριτωμένη  ο Κύριος μετά σού  ευλογημένη συ εν γυναιξί.
31 Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί, και θέλεις γεννήσει υιόν  και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού ΙΗΣΟΥΝ.
32 Ούτος θέλει είσθαι μέγας, και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή  και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού
34 Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον, Πως θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν γνωρίζω;
35 Και αποκριθείς ο άγγελος, είπε προς αυτήν, Πνεύμα  Άγιον θέλει επέλθει επί σε, και δύναμις του Υψίστου θέλει σε επισκιάσει  διά τούτο και το γεννώμενον εκ σου άγιον, θέλει ονομασθή Υιός Θεού.
Ματθ α': 18 Του δε Ιησού Χριστού η γέννησης ούτω ήτο αφού ηρραβωνίσθη η μήτηρ αυτού Μαρία μετά του Ιωσήφ, πρίν συνελθώσιν, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.
και ενανθρωπήσαντα.
Ιωαν α: 14 Και ο Λόγος έγεινε σάρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών, (και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός,) πλήρης χάριτος και αληθείας.
Φιλιπ β': 07 αλλ' εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους
08 και ευρεθείς κατά το σχήμα ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού.
Σταυρωθέντα τε
Ματθ βζ': 35 Αφού δε  εσταύρωσαν αυτόν, διεμερίσθησαν τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον  διά να πληρωθή το ρηθέν υπό του προφήτου, «Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς, και επί τον  ιματισμόν μου έβαλον κλήρον.»
Μαρκ ιε': 24 Και αφού εσταύρωσαν αυτόν, διεμερίζοντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον επ' αυτά, τι έκαστος να λάβη.
Λουκ κγ': 33 Και ότε ήλθον εις τον τόπον τον ονομαζόμενον Κρανίον, εκεί εσταύρωσαν αυτόν, και τους κακούργους, τον μεν εκ δεξιών, τον δε εξ αριστερών.
Λουκ κδ': 20 και πως παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς και οι άρχοντες ημών εις καταδίκην θανάτου, και εσταύρωσαν αυτόν
Ιωαν ιθ': 18 όπου εσταύρωσαν αυτόν, και μετ' αυτού άλλους δύο και εντεύθεν, μέσο δε τον Ιησούν. ,εντεύθεν
23 Οι στρατιώται λοιπόν, αφού εσταύρωσαν τον Ιησούν, έλαβον τα ιμάτια αυτού, και έκαμον τέσσαρα μέρίδια, εις έκαστον στρατιώτην εν μερίδιον, και τον χιμώνα  ήτο δε ο χιτών άρραφος, από άνωθεν όλος υφαντός.
24 Είπον λοιπόν προς αλλήλους, Ας μη σχίσωμεν αυτόν, αλλ' ας ρίψωμεν λαχνόν περί αυτού, τίνος θέλει είσθαι  δια να πληρωθή η γραφή η λέγουσα, «Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς, και επί τον ιματισμόν μου Έβαλον κλήρον.» Οι μεν λοιπόν στρατιώται ταύτα έκαμον.
υπέρ ημών
Ιωαν ια': 49 Εις δε τις εξ αυτών, ο Καϊάφας, όστις ήτο αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου, είπε προς αυτούς, Σεις δεν εξεύρετε τίποτε
50 ουδέ συλλογίζεσθε, ότι μας συμφέρει να αποθάνη εις άνθρωπος υπέρ του λαού, και να μη απολεσθή όλον το έθνος.
51 Τούτο δε αφ' εαυτού δεν είπεν, αλλ' αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς να αποθάνη υπέρ του έθνους
52 και ουχί μόνον υπέρ του έθνους, αλλά και δια να συνάξη εις εν τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα.
Β'Κορ ε' 14 Επειδή η αγάπη του Χριστού συσφίγγει ημάς  διότι κρίνομεν τούτο, ότι εαν εις απέθανεν υπέρ πάντων, άρα οι πάντες απέθανον
15 και απέθανεν υέρ πάντων, δια να μη ζώσι πλέον δι' εαυτούς οι ζώντες, αλλά δια τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών.
επί Ποντίου Πιλάτου
Ματθ κζ': 24 Και ιδών ο Πιλάτος, ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ ένιψε τας χείρας αυτού έμπροσθεν του όχλου, λέγων, Αθώος είμαι από του αίματος του δικαίου τούτου υμείς όψεσθε.
15 Οι δε εκραύγασαν, Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος, Τον βασιλέα σας να σταυρώσω;  Απεκρίθησαν οι αρχιερείς, Δεν έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα.
16 Τότε λοιπόν παρέδωκεν αυτόν εις αυτούς, διά να σταυρωθή. Και παρέλαβον τον Ιησούν, και απήγαγον.
Ιωαν ιθ': 06  Ότε δε είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες, Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος, Λάβετε αυτόν σείς, και σταυρώσατε διότι εγώ δεν ευρίσκω εν αυτώ έγκλημα.
και παθόντα
Λουκ κβ': 63 Και οι άνδρες οι κρατούντες τον Ιησούν ενέπαιζον αυτόν δέροντες
64 και περικαλύψαντες αυτόν, ερράπιζον το πρόσωπον αυτού, και ηρώτων αυτόν, λέγοντες, Προφήτευσον, τις είναι όστις σε εκτύπησε;
65 Και άλλα πολλά βλασφημούντες έλεγον εις αυτόν.
Ματθ κζ': 28 Και εκδύσαντες αυτόν, ανέδυσαν αυτόν χλαμύδα κοκκίνην.
29 Και πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών, έθεσαν επί την κεφαλήν αυτού, και κάλαμον εις την δεξιάν αυτού  και γονυπετήσαντες έμπροσθεν αυτού, ανέπαιζον αυτόν, λέγοντες, Χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
30 Και εμπτύσαντες εις αυτόν, έλαβον τον κάλαμον, και έτυπτον εις την κεφαλήν αυτού.
31 Και αφού ανέπαιξαν αυτόν, εξέδυσαν αυτόν την χλαμύδα, και ανέδυσαν αυτόν τα ιμάτια αυτού  και έφεραν αυτόν διά να σταυρώσωσιν.
και ταφέντα.
Λουκ κγ': 53 Και καταβιβάσας αυτό ετύλιξεν αυτό με σινδόνα, και έθεσεν αυτό εν μνημείω λελατομημένω όπου ουδείς έτι είχεν ενταφιασθή.
Ιωαν ιθ': 38 Μετά δε ταύτα Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (όστις ήτο μαθητής του Ιησού, κεκρυμμένος όμως δια τον φόβον των Ιουδαίων,) παρεκάλεσε τον Πιλάτον να
σηκώση το σώμα του Ιησού  και ο Πιλάτος έδωκεν άδειαν.  Ήλθε λοιπόν και εσήκωσε το σώμα του Ιησού.
38  Ήλθε δε και ο Νικόδημος, (όστις είχεν ελθεί προς τον Ιησούν δια νυκτός κατ' αρχάς,) φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης έως εκατόν λίτρας.
40  Έλαβον λοιπόν το σώμα του Ιησού, και έδεσαν αυτό με σάβανα μετά των αρωμάτων, καθώς είναι συνήθεια εις τους Ιουδαίους να ενταφιάζωσιν.
41  Ήτο δε εν τω τόπω, όπου εσταυρώθη, κήπος, και εν τω κήπω μνημείον νέον, εις το οποίον ουδείς έτι είχε τεθή.
42 Εκεί λοιπόν έθεσαν τον Ιησούν, δια την παρασκευήν των Ιουδαίων, διότι ήτο πλησίον το μνημείον.
Α'Κορ ιε': 03 Διότι παρέδωκα εις εσάς εν πρώτοις εκείνο, το οποίον και παρέλαβον, ότι ο Χριστός απέθανε διά τας αμαρτίας ημών κατά τας γραφάς
04 και ότι ετάφη, και ότι ανέστη την τρίτην ημέραν, κατά τας γραφάς
Και αναστάντα την τρίτη ημέρα, κατά τας Γραφάς.
Λουκ κδ': 06 Δεν είναι εδώ, αλλ' ανέστη. Ενθυμήθητε πως ελάλησε προς εσας, ενω ήτο έτι εν τη Γαλιλαία,
07 λέγων,  Ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να παραδοθή εις χείρας ανθρώπων αμαρτωλών, και να σταυρωθή, και την τρίτην ημέραν να αναστηθή.
Α'Κορ ιε': 04 και ότι ετάφη, και ότι ανέστη την τρίτην ημέραν, κατά τας γραφάς
Πραξ ι': 40 τούτον ο Θεός ανέστησε την τρίτην ημέραν, και έκαμεν αυτόν να εμφανισθή,
Και ανελθόντα εις τους ουρανούς,
Μαρκ ις': 19 Ο μεν λοιπόν Κύριος αφού ελάλησε προς αυτούς, ανελήφθη εις τον ουρανόν, και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού.
Λουκ κδ': 05 Καθώς δε αύται εφοβήθησαν, και έκλινον το πρόσωπον εις την γην, είπον προς αυτάς, Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;
51 Και ενώ ευλόγει αυτούς, απεχωρίσθη απ' αυτών, και ανεφέρετο εις τον ουρανόν.
Πραξ α': 09 Και αφού είπε ταύτα, βλεπόντων αυτών ανελήφθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών.
Α'Τιμ γ': 16 Και αναντιρρήτως το μυστήριον της ευσεβείας είναι μέγα ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, εφάνη εις αγγέλους, εκηρύχθη εις τα έθνη, επιστεύθη εις τον κόσμον, ανελήφθη εν δόξη.
και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός.
Ψαλ ρι': 1 είπεν ο Κύριος προς τον Κύριον μου κάθου εκ δεξιών μου εωσού θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου
Κολ γ':  01 Εαν λοιπόν συνανέστητε μετά του Χριστού, τα άνω ζητείτε, όπου είναι ο Χριστός καθήμενος εν δεξιά του Θεού.
Εβρ α':  03 όστις, ών απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, και βαστάζων τα πάντα με τον λόγον της δυνάμεως αυτού, αφού δι' εαυτού έκαμε καθαρισμόν των αμαρτιών ημών, εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς
Εβρ η': 01 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ δε των λεγομένων είναι τούτο, Τοιούτον έχομεν αρχιερέα, όστις εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς,
Εβρ ι': 12 Αλλ' αυτός αφού προσέφερε μίαν θυσίαν υπέρ αμαρτιών, εκάθισε διαπαντός εν δεξιά του Θεού,
Εβρ ιβ': 02 αποβλέποντες εις τον Ιησούν τον αρχηγόν και τελειωτήν της πίστεως, όστις υπέρ της χαράς της προκειμένης εις αυτόν, υπέφερε σταυρόν, καταφρονήσας την αισχύνην, και εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου του Θεού.
Α'Πετρ γ': 22  Όστις είναι εν δεξιά του Θεού, πορευθείς εις τον ουρανον, και εις ον υπετάχθησαν άγγελοι και εξουσίαι και δυνάμεις.
Εφεσ α': 20 την οποίαν ενέργησεν εν τω Χριστώ, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών  και εκάθισεν εκ δεξιών αυτού εν τοις επουρανίοις,
Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης
Ματθ κδ': 30 Και τότε θέλει φανή το σημείον του Υιού του ανθρώπου εν τω ουρανώ  και τότε θέλουσι θρηνήσει πάσαι αι φυλαί της γής, και θέλουσιν ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού μετά δυνάμεως και δόξης πολλής.
Ματθ ις': 27 Διότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού  και τότε θέλει αποδώσει εις έκαστον κατά την πράξιν αυτού.
Μαρκ ιγ': 26 Και τότε θέλουσιν ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν νεφέλαις μετά δυνάμεως πολλής και δόξης.
Αποκ α': 07 Ιδού, έρχεται μετά των νεφέλων, και θέλει ιδεί αυτόν πας οφθαλμός, και εκείνοι οίτινες εξεκέντησαν αυτόν  και θέλουσι θρηνήσει επ' αυτόν πάσαι αι φυλαί της γης  ναι, αμήν.
Κρίναι ζώντας και νεκρούς,
Πραξ ι': 42 και παρήγγειλεν εις ημάς να κηρύξωμεν προς τον λαόν, και να μαρτυρήσωμεν, ότι αυτός είναι ο ωρισμένος υπό του Θεού κριτής ζώντων και νεκρών
Β'Τιμ δ': 01 ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ λοιπον εγώ ενώπιον του Θεού, και του Κυρίου Ιησού Χριστού, όστις μέλλει να κρίνη ζώντας και νεκρούς εν τη επιφανεία αυτού και
Α'Πετρ δ': 05 οίτινες θέλουσιν αποδώσει λόγον εις εκείνον όστις είναι έτοιμος να κρίνη ζώντας και νεκρούς.
ού της Βασιλείας ούκ έσται τέλος.
Λουκ α': 33 και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος.
Αποκ κβ': 05 Και νύξ δεν θέλει είσθαι εκεί  και δεν έχουσι χρείαν λύχνου και φωτός ηλίου, διότι Κύριος ο Θεός φωτίζει αυτούς και θέλουσι βασιλεύσει εις τους αιώνας των αιώνων.
Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν,
Ρωμ η': 11 Εαν δε κατοική εν υμίν το πνεύμα του αναστήσαντος τον Ιησούν εκ νεκρών, ο αναστήσας τον Χριστόν εκ νεκρών θέλει ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών, δια του Πνεύματος αυτού του κατοικούντος εν υμίν.
Ιωαν ς': 63 το πνεύμα είναι εκείνο το οποίον ζωοποιεί, η σάρξ δεν ωφελεί ουδέν  οι λόγοι τους οποίους εγώ λαλώ προς εσάς, πνεύμα είναι και ζωή είναι
το εκ του Πατρός εκπορευόμενο,
Ιωαν ιε': 26  Όταν όμως έλθη ο Παράκλητος, τον οποίον εγώ θέλω πέμψει προς εσάς παρά του Πατρός, το πνεύμα της αληθείας, το οποίον εκπορεύεται παρά του Πατρός, εκείνος θέλει μαρτυρήσει περί εμού.
το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον  και συνδοξαζόμενον,
Ματθ κη': 19 Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος,
Ιωαν ιδ': 07 εάν εγνωρίζετε εμέ, και τον Πατέρα μου ηθέλετε γνωρίσει και από του νυν γνωρίζετε αυτόν, και είδετε αυτόν.
08 Λέγει προς αυτόν ο Φίλιππος, Κύριε, δείξον εις ημάς τον Πατέρα, και αρκεί εις ημάς.
09 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Τόσον καιρόν είμαι μεθ' υμών, και δεν με εγνώρισας Φίλιππε; όστις είδεν εμέ, είδε τον Πατέρα  και πως συ λέγεις, Δείξον εις ημάς τον Πατέρα;
10 Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί; τους λόγους τους οποίους εγώ λαλώ προς υμάς, απ' εμαυτού δεν λαλώ  αλλ' ο Πατήρ ο μένον εν εμοί, αυτός εκτελεί τα έργα.
Β'Κορ ιγ': 13 Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού, και η αγάπη του Θεού, και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών.  Αμήν.
το λαλήσαν δια των προφητών.
Β'Πετρ α': 21 Διότι δεν ήλθε ποτέ προφητεία εκ θελήματος ανθρώπου, αλλ' υπό του Πνεύματος του Αγίου κινούμενοι ελάλησαν οι άγιοι άνθρωποι του Θεού.
Εις Μίαν, Αγίαν,
Α'Κορ α': 02 προς την εκκλησίαν του Θεού την ούσαν εν Κορίνθω, τους ηγιασμένους εν Χριστώ Ιησού τους προσκεκλημένους αγίους, μετά πάντων των επικαλουμένων εν παντί τόπω το όνομα Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών, αυτών τε και ημών.
Β'Κορ α': 01 ΠΑΥΛΟΣ, απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού, και Τιμόθεος ο αδελφός, προς την εκκλησίαν του Θεού την ούσαν εν Κορίνθω, μετά πάντων των αγίων των όντων εν όλη τη Αχαϊα.
Καθολικήν,
Εφεσ β': 17 Και ελθών εκήρυξεν ευαγγέλιον ειρήνης εις εσάς τους μακράν, και εις τους πλησίον
18 διότι δι' αυτού έχομεν αμφότεροι την είσοδον προς τον Πατέρα δι' ενός Πνεύματος.
Ιωαν ι': 16 Και άλλα πρόβατα έχω, τα οποία δεν είναι εκ της αυλής ταύτης  και εκείνα πρέπει να συνάξω  και θέλουσιν ακούσει την φωνήν μου  και θέλει γείνει μία ποίμνη, εις ποιμήν.
και Αποστολικήν Εκκλησίαν.
Πραξ β': 42 Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία, και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς.
47 δοξολογούντες τον Θεόν, και ευρίσκοντες χάριν ενώπιον όλου του λαού. Ο δε Κύριος προσέθετε καθ' ημέραν εις την εκκλησίαν τους σωζομένους.
Ομολογώ εν βάπτισμα
Εφεσ δ': 05 εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα
εις άφεσιν αμαρτιών
Πραξ β': 38 Και ο Πέτρος είπε προς αυτούς, Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών  και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος
Κολ β': 14 εξαλείψας το καθ' ημών χειρόγραφον συνιστάμενον εις διατάγματα, το οποίον ήτο εναντίον εις ημάς, και αφήρεσεν αυτό εκ του μέσου, προσηλώσας αυτό επί του σταυρού
Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών
Ιωαν ε': 25 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι νεκροί θέλουσιν ακούσει την φωνήν του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες θέλουσι ζήσει.
29 και θέλουσιν εξέλθει οι πράξαντες τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής οι δε πράξαντες τα φαύλα, εις ανάστασιν κρίσεως.
Ιωαν ς': 39 Τούτο δε είναι το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός, παν ότι μοι έδωκε, να μη απολέσω ουδέν εξ αυτού, αλλά να αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα.
40 Και τούτο είναι το θέλημα του πέμψαντός με, πας όστις βλέπει τον Υιόν και πιστεύει εις αυτόν, να έχη ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
44 Ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εαν δεν ελκύση αυτόν ο πατήρ ο πέμψας με  και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
54  Όστις τρώγει την σάρκα  μου, και πίνει το αίμά μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
Ιωαν ια': 24 Λέγει προς αυτόν η Μάρθα, Εξεύρω ότι θέλει αναστηθή εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα.
Α'Κορ ιε': 50 Τούτο δε λέγω, αδελφοί, ότι σάρξ και αίμα βασιλείαν Θεού δεν δύνανται να κληρονομήσωσιν, ουδέ η φθορά κληρονομεί την αφθαρσίαν.
51 Ιδού, μυστήριον λέγω προς εσάς  πάντες μεν δεν θέλομεν κοιμηθή, πάντες όμως θέλομεν μεταμορφωθή,
52 εν μιά στιγμή, εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι διότι θέλει σαλπίσει, και οι νεκροί θέλουσιν αναστηθή άφθαρτοι, και ημείς θέλομεν μεταμορφωθή.
Β'Κορ δ': 14 εξεύροντες ότι ο αναστήσας τον Κύριον Ιησούν, θέλει αναστήσει και ημάς δια του Ιησού, και παραστήσει μεθ' υμών.
Α'Θεσ δ': 13 ΔΕΝ θέλω δε να αγνοήτε, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, δια να μη λυπήσθε, καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα.
16 επειδή αυτός ο Κύριος θέλει καταβή απ' ουρανού με κέλευσμα, με φωνήν αρχαγγέλου, και με σάλπιγγα Θεού, και οι αποθανόντες εν Χριστώ θέλουσιν αναστηθή πρώτον
Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος.    Αμήν.
Ματθ κε': 46 46 Και θέλουσιν απέλθει ούτοι μεν εις κόλασιν αιώνιον  οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον.
Ιωαν ε': 29 29 και θέλουσιν εξέλθει οι πράξαντες τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής οι δε πράξαντες τα φαύλα, εις ανάστασιν κρίσεως.
Ρωμ β': 07 εις μεν τους ζητούντας δι' υπομονής έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν, ζωήν αιώνιον
Αποκ κα': 03 Και ήκουσα φωνήν μεγάλην εκ του ουρανού, λέγουσαν, Ιδού η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και θέλει σκηνώσει μετ' αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαοί αυτού, και αυτός ο Θεός θέλει εισθαι μετ' αυτών Θεός αυτών.
04 Και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από  των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος δεν θέλει υπάρχει πλέον  ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος δεν θέλουσιν υπάρχει πλέον  διότι τα πρώτα παρήλθον.
Αποκ κβ'  03 Και ουδέν ανάθεμα θέλει είσθαι πλέον και ο θρόνος του Θεού και του Αρνίου θέλει είσθαι εν αυτή  και οι δούλοι αυτού θέλουσι λατρεύσει αυτόν.
04 Και θέλουσιν ιδεί το πρόσωπον αυτού, και το όνομα αυτού θέλει είσθαι επί των μετώπων αυτών.
05 Και νύξ δεν θέλει είσθαι εκεί  και δεν έχουσι χρείαν λύχνου και φωτός ηλίου, διότι Κύριος ο Θεός φωτίζει αυτούς και θέλουσι βασιλεύσει εις τους αιώνας των αιώνων.